Νοέμβριος 2007



Με τον φίλτατο Gog εδώ και αρκετό καιρό έχουμε κάνει το ξενύχτι στο MSN τρόπο ζωής – όχι πως χρειαζόμουν παρέα για να το κάνω αυτό, αλλά έτσι είναι διαφορετικό. Και τις τελευταίες μέρες έχουμε βαλθεί να θυμηθούμε κάθε μικρολεπτομέρεια της κοινής φοιτητικής μας ζωής στον μικρόκοσμο των ΕΜΜΕ (Επικοινωνίας και ΜΜΕ για τους αμύητους). Το αποτέλεσμα όλης αυτής της εσωτερικής αναζήτησης είναι το κείμενο που ακολουθεί…

ΕΝΑ ΕΜΜΕΤΖΗΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια σχολή Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε., στην οποία όλα κυλούσαν απελπιστικά ήσυχα και προβλέψιμα. Τόσο, που για να μην βαριούνται οι φοιτητές έκαναν πού και πού καμιά κατάληψη για να σπάει η μονοτονία. Όμως όλα αυτά επρόκειτο να αλλάξουν.
Το φθινόπωρο του 2002 μπήκαν στη σχολή γύρω στους 150 νέους φοιτητές. Ανάμεσα σε αυτούς και 6 εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους φοιτητές, των οποίων οι μοίρες επρόκειτο να διασταυρωθούν. Πρόκειται για τους Gog, Former, Mini-Sheva, Jerry, Kaiser και (last and least) Stranger.
Μέχρι να βγει ο χειμώνας του 2003, οι 6 αυτοί τύποι είχαν γίνει «παρέα». Ο Stranger ήταν ο τελευταίος που εισέβαλε στην παρέα, χάρη σε ένα περιοδικό για το Championship Manager, το οποίο κουβαλούσε άσκοπα για μέρες ολόκληρες περιμένοντας κάποιος από τους άλλους 5 να του μιλήσει. Όταν ο Mini-Sheva ήρθε πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων να του ευχηθεί καλές γιορτές, επιτέλους βρήκε την ευκαιρία. Και, όσο παράξενο και ηλίθιο κι αν φαινόταν ακόμα και στον ίδιο το σχέδιό του, τελικά πέτυχε.
Αρχικά, η παρέα δρούσε μόνο στα στενά όρια της σχολής: Στα μαθήματα, στις εξετάσεις, στα (μακαρίτικα) Πίττα Παν της Πατησίων, στα Goody’s απέναντι από το Πολυτεχνείο, στο δρόμο μέχρι την Ομόνοια. Η πρώτη εξωσχολική τους δραστηριότητα ήταν η δημιουργία της ερασιτεχνικής ποδοσφαιρικής ομάδας 5Χ5 «Κόκκινοι ΕΜΜΕ» και η διεξαγωγή φιλικών αγώνων με άλλες ομάδες. Τον πρώτο συγκλονιστικό αγώνα στο θρυλικό Σεπολίνσκι, στο οποίο επικράτησαν της ΤΣΣΚΑ Σεπολίων με 7-6, μετά από εντυπωσιακή εμφάνιση, ακολούθησαν αρκετοί άλλοι αγώνες σε διάφορα γήπεδα των Αθηνών, κι όμως ακόμα οι κορυφαίοι αναλυτές θεωρούν ότι εκείνο το πρώτο παιχνίδι ήταν και το καλύτερό τους.
Στο μεταξύ, συνεχίζονταν οι κοινές τους εμφανίσεις στην αίθουσα 308 του κτιρίου Γκίνη στο Πολυτεχνείο, ένα μεγάλο αμφιθέατρο με κακό φωτισμό και φρικτή ζέστη, που αρχικά τους έκανε κακή εντύπωση, όμως μετά το αναζητούσαν με νοσταλγία. Κι αυτό γιατί η Καλαμιώτου Α’, όπου μεταφέρθηκαν αργότερα τα μαθήματα, θύμιζε σφαγείο χοιροτροφείου – και μύριζε ακόμα χειρότερα. Παντού συνθήματα γραμμένα με σπρέι, διαλυμένα θρανία, ραγισμένοι τοίχοι, ανίκητοι λεκέδες από ξεραμένους καφέδες, το σκηνικό της παρακμής. Όμως σιγά-σιγά την συνήθισαν και τελικά την αγάπησαν, με μια διαδικασία από αυτές που μόνο στα παραμύθια συμβαίνουν.
Δειλά, η «παρέα» άρχισε να συναντιέται πιο συχνά εκτός σχολής – απαραίτητη προϋπόθεση γι’αυτό ήταν να αποκτήσει κινητό τηλέφωνο ο Gog, που μέχρι τότε το απέφευγε. Το Lucafe, πάνω στην Ερμού, έγινε το στέκι τους. Εκεί περνούσαν αρκετές ώρες την εβδομάδα και συζητούσαν τα πάντα: Από τους βαρετούς καθηγητές της σχολής, μέχρι τον ποδοσφαιριστή της Νάουσας που είχε βάλει το γκολ στο παιχνίδι Παναθηναϊκός-Νάουσα 2-1 το 1993. Πολύ σπάνια δεν τους γινόταν παρατήρηση για τις φωνές τους – ιδίως του Former. Και πάντα μιλούσαν πιο σιγά για μισό λεπτό και αμέσως επέστρεφαν στο ίδιο στυλ. Παραδόξως, δεν εκδιώχθηκαν ποτέ κλωτσηδόν, αν και θα τους άξιζε.
Στα πρώτα δύο χρόνια είχαν ήδη γνωρίσει σχεδόν όλους τους συμφοιτητές τους και (κυρίως) τις συμφοιτητριές τους, και τους είχαν αποδώσει τα αντίστοιχα παρατσούκλια τους. Η «γλυκιά συμμορία των 6», η «Χίλαρι» ο «Άνι», το «Ντόπερμαν», η «Θεόχαζη», το «Ποντίκι», η «Ωμέγα», ο «Βλαξ», η «Ξύλινη», ο «Τζίζους», το «Μπρελόκ», ο «Παρότο» ήταν κάποιοι από τους πιο επιφανείς. Επίσης, είχαν ήδη γνωρίσει τον αγαπημένο τους καθηγητή, τον περιώνυμο «Κάρπε», ο οποίος ήταν και ο μόνος καθηγητής με τον οποίο διατήρησαν επαφές εκτός σχολής. Ήταν εκείνος που έσπασε τον πάγο σε ένα μάθημά του, φωνάζοντας στον Former «ε, εσύ ο γαύρος εκεί πίσω! Ησυχία!». Τα υπόλοιπα ήταν απλά θέμα χρόνου.
Κι όμως, μετά από δύο ολόκληρα χρόνια, δεν είχαν γνωρίσει ο ένας τον άλλο. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε από το τρίτο έτος και έπειτα, όταν και άρχισαν οι συναντήσεις σε σπίτια, οι κοινές διακοπές, οι «έξοδοι παρέας» και άλλα τέτοια happennings. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το πρώτο κοινό πάρτυ γενεθλίων των Former, Jerry και Stranger, στο οποίο ο τελευταίος χρίστηκε πραξικοπηματικά DJ και, σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, «φίλε…διασκέδασε!». Το ίδιο και όλοι οι υπόλοιποι, σε ένα πάρτυ μέχρι πρωίας ή τελικής πτώσεως – ό,τι από τα δύο συνέβαινε πρώτο. Επίσης, οι τρεις (μέχρι σήμερα) χαρτοπαικτικές βραδιές, από τις οποίες έχουν προκύψει ατάκες όπως «με 19 σε παίζω ρε!» και «Στούκιιιιιιιιιιιιι» (όπως θα το έλεγε ο Χαχανούλης), αλλά και οι επιδρομές σε αθηναϊκές παραλίες, όπου είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν το ταλέντο τους στο beach soccer, το beach volley, το beach kamaki και άλλα ευγενή σπορ.
Αναμφίβολο highlight της πορείας τους εντός της σχολής ήταν το θρυλικό περιστατικό με το τσιγγανάκι, το οποίο μπήκε στην αίθουσα εν ώρα μαθήματος και πουλούσε αναπτήρες (μια εξελιγμένη βερσιόν του κλασικού «Το Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα). Μάλιστα, παρά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα, επανέλαβε το εγχείρημά του, οδηγώντας στον εξής σουρεαλιστικό διάλογο:

Κ(αθηγητής): Δεν θέλουμε τίποτα, πήγαινε…
Τ(σιγγανάκι): Να έρθω αργότερα;
Κ: Ναι, έλα αργότερα…Σε μερικές ώρες…
Τ: Καλά, πάω πάνω κι έρχομαι.

Έκτοτε, η τύχη του αγνοείται.

Σημαντικό κεφάλαιο της φοιτητικής ζωής τους (ή έστω ορισμένων εξ αυτών) αποτέλεσε το forum της σχολής, μέσα από το οποίο γνώρισαν πολύ κόσμο (αλλά ελάχιστους πραγματικά ενδιαφέροντες) και εξέφρασαν τις προοδευτικές τους απόψεις για το club sandwich χωρίς κόρα των McDonalds, πριν μπουν στον μαγικό κόσμο του chat και αρχίσουν τα ανελέητα ξενύχτια με την Krys, τη Lenak, την Barua και τους άλλους θαμώνες. Σταδιακά αποχώρησαν από το forum, έχοντας στο μεταξύ καταφέρει να το μετατρέψουν από ένα βαρετό μοναστήρι σε ένα ξέφρενο nightclub, χωρίς αυτό να είναι απαραιτήτως καλό. Εκεί γεννήθηκε και ένα άθλιο blog, ονόματι «Ο Άνθρωπος του Μετρό» – αλλά αυτό ας το αφήσουμε καλύτερα, γιατί στα παραμύθια λέμε μόνο τα καλά.
Όλοι έχουν κάτι να θυμούνται από τους καθηγητές τους. Ο Former θα θυμάται την διένεξή του με τον καθηγητή της Κοινωνιολογίας σχετικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας του High Channel. Ο Gog θα θυμάται την απρόσμενη αντίδρασή του (χειρονομία και γκριμάτσα, συνοδευόμενη από τη φράση «ξέρω ‘γω;») στην ερώτηση του καθηγητή «Γιατί κάθεσαι εκεί παιδί μου;». Ο Stranger θα θυμάται τον καθηγητή της Ιστορίας, που άρχισε ξαφνικά να του μιλάει σε ακατάληπτα γερμανικά όταν αυτός τον ενημέρωσε ότι ξέρει λίγα γερμανικά (μέγα λάθος). Ο Mini-Sheva δεν θα ξεχάσει την συμπάθεια που του είχε η (κατά τεκμήριο) πιο κουκλάρα καθηγήτρια της σχολής. Και σίγουρα κανείς δεν θα ξεχάσει τον ευεργέτη Κάρπε.
Αλλά δεν είναι όλες οι αναμνήσεις τους σχετικές με πρόσωπα. Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει τα θρυλικά ασανσέρ της Γκίνη (που σταματούσαν κάθε 2 δευτερόλεπτα), της Σταδίου (και ειδικά εκείνη την φορά που κλείστηκαν μέσα) και της Καλαμιώτου (που έμοιαζαν με όρθια φέρετρα); Τα γυρίσματα του χιουμοριστικού δελτίου κάτω από την Ακρόπολη, που προκάλεσαν περισσότερα γέλια στους ίδιους παρά σε αυτούς που είδαν το δελτίο; Τους φρικτούς υπολογιστές του 6ου ορόφου που τους ταλαιπώρησαν αφάνταστα; Τα παρακμιακά βιβλιοπωλεία που βρισκόντουσαν σε δρόμους που δεν τους έχουν ούτε τα GPS; Κανείς, φυσικά.
Προς το τέλος της «θητείας» τους συνέβησαν κι άλλα πολλά. Η εξέταση ενός από τα πιο δύσκολα μαθήματα στο πιο παγωμένο αμφιθέατρο της Αθήνας (στο Χημείο) την πιο παγωμένη μέρα του χρόνου, με τα χιόνια να έχουν καλύψει τα πάντα έξω. Η (απρόσκλητη) παρουσία τους στην υποδοχή των πρωτοετών και οι απαραίτητες γνωριμίες που έκαναν. Υποτυπώδης συμμετοχή στην ποδοσφαιρική ομάδα, στην πιο επιτυχημένη χρονιά της ιστορίας της. Μία φανέλα της Σαμπντόρια που έκλεψε την παράσταση σε μία συνέλευση. Επέλαση σε παραλία με την απόλυτή τους ονείρωξη (και την απόλυτή τους ξενέρωτη). Οι μπουγάτσες των Μερακλήδων, αγαπημένο σνακ του Κάιζερ. Περουβιανοί Ινδιάνοι που έπαιζαν μουσική κάθε Χριστούγεννα στην Καπνικαρέα. Συχνές επισκέψεις στην Jackson Hall για αισθηματικούς λόγους. Ένα απίστευτο πάρτυ μασκέ, με διαβόλους, Ντάλιες, πρωτόγονες, ποδοσφαιριστές, Scream και πολλούς άλλους. Και, ίσως το πιο αξιοσημείωτο απ’όλα, η ίδρυση μιας νέας φοιτητικής παράταξης, του ΦΑΤΣΑ.

Η πρώτη δόση Κόκκινων ΕΜΜΕ αποφοίτησε το φθινόπωρο του 2006. Μια μοναχική (;) φουρνιά αποφοίτησε στα μέσα του 2007. Και η τελευταία φουρνιά θα πάρει το απολυτήριό της αυτόν τον Δεκέμβριο. Θα είναι όλοι εκεί (εντάξει, σχεδόν όλοι) για να την καμαρώσουν. Και πλέον θα έχουν χάσει και επισήμως όλοι τους την ιδιότητα του «φοιτητή». Τουλάχιστον, δεν θα χάσουν ποτέ τις αναμνήσεις τους, που μπορεί να μην τους εξασφαλίσουν μειωμένο εισιτήριο στα λεωφορεία, αλλά θα είναι μια καλή συντροφιά. Όπως όλα τα παραμύθια, έτσι κι αυτό έχει αίσιο τέλος.

…και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…


(περίληψη προηγουμένων: Δηλαδή περιμένετε σοβαρά τώρα να κάτσω να σας κάνω περίληψη των όσων συνέβησαν στα προηγούμενα 7 μέρη; Να τα διαβάσετε μόνοι σας! Ε, ρε κάτι άτομα…)

Ο ύπνος στην εξοχή είναι πιο γλυκός όταν ξέρεις ότι το επόμενο βράδυ θα σε βρει στο αγαπημένο σου κρεβάτι, όπου θα βλέπεις την αγαπημένη σου εκπομπή σε επανάληψη στην αγαπημένη σου τηλεόραση, μασουλώντας τα αγαπημένα σου πατατάκια, μακριά από τα μεταλλαγμένα κουνούπια-τέρατα και τους φωνακλάδες κόκορες.
Γι’αυτό και το πρωί της Κυριακής δεν χρειάζεται να ακουστεί ο βραχνοκόκορας για να ξυπνήσει η οικογένειά σου. Πριν ακόμα ξημερώσει, έχουν ήδη ετοιμάσει τα πράγματά τους και είναι έτοιμοι προς αναχώρηση – ευτυχώς που δεν ξέρουν να οδηγούν, αλλιώς θα σε άφηναν εκεί και θα έφευγαν.
Οι προσπάθειές τους να σε σηκώσουν από τα χαράματα αποβαίνουν άκαρπες, καθώς εσύ έχεις πλακωθεί στα κρασιά από το προηγούμενο βράδυ και νιώθεις το σώμα σου βαρύ, σαν ιππότης του Μεσαίωνα που τον έχει πάρει ο ύπνος με την πανοπλία του και την περικεφαλαία του. Με τα πολλά, κατά τις 7 το πρωί αποφασίζεις να τους κάνεις τη χάρη (επηρεασμένος και από τις καμπάνες που βαράνε αλύπητα καλώντας τα πιστά πρόβατα στο μαντρί τους), με την προϋπόθεση ότι θα σε αφήσουν να πιεις έναν καφέ για να συνέλθεις από το hangover. Η πρότασή σου γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό, καθώς όλοι πανηγυρίζουν έξαλλα, αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλο και τραγουδούν «Take me down to the Paradise City where the grass is green and the girls are pretty». Και ναι, με το «Paradise City» εννοούν την Αθήνα, την πόλη που όλοι λατρεύουν να μισούν.

Ο καφές δεν κρατάει πολύ – εδώ είναι χωριό, δεν ξημεροβραδιάζονται στις καφετέριες οι άνθρωποι. Αυτό που κρατάει πολύ είναι οι χαιρετούρες.

– Να μας ξανάρθεις, παιδάκι μ’, και να προσέχεις στο δρόμο.
– Ναι, θα ξανάρθω.
– Θες να σου δώκω πατάτες από το κτήμα; Είχα καλή σοδειά φέτο.
– Όχι ρε Βαγγέλη, τι να τις κάνω, δεν τις τρώνε και τα παιδιά. (σ.σ. ψέμαααααααααααα)
– Πάρε ντουμάτες, θα χαλάσουνε και θα τις πετάξω.
– Ε, άντε, βάλε. Αλλά λίγες, έτσι;

Το «λίγες» είναι σχετικό. Μετά από 2 λεπτά ο Βαγγέλης έρχεται με δύο καφάσια ντομάτες και ένα τσουβάλι ίσαμε το μπόι του γεμάτο πατάτες. Δεν τολμάς να πεις τίποτα, γιατί κατά βάθος το ήξερες ότι δεν θα ησύχαζε άμα δεν τις ξεφορτωνόταν. Φορτώνεις τα ζαρζαβατικά στο αυτοκίνητο και συνεχίζεις τις χαιρετούρες.

– Να προσέχεις, παλικάρι μ’, και την άλλη φορά θα χορέψετε ούλοι, για;
– Θα τους στρώσω εγώ, Χρηστάρα, θα τους κάνω χορευταράδες!
– Τώρα που δε μας ακούνε, την θες τη Ρωσίδα; Είναι πολύ καλό κομμάτι, θα σε βολέψει…
– Τι να την κάνω ρε Χρήστο; Έχω τη γυναίκα μου.
– Αει, μωρέ, με την ξενέρωτη…Αυτή ξέρει όλα τα κόλπα, είναι και νοστιμούλα…
– Άσε ρε Χρήστο, για τέτοια είμαστε στην ηλικία μας;

Ακολουθούν φιλιά. Πολλά φιλιά. Αμέτρητα φιλιά. Και αγκαλιές, πολλές αγκαλιές. Και τρεις φιγούρες που τρέχουν να κρυφτούν για να γλιτώσουν από τα φιλιά και τις αγκαλιές των νεκροζώντανων, φυσικά χωρίς επιτυχία – μόνο στο Χόλιγουντ συμβαίνουν αυτά, και εδώ μιλάμε για σπλάτερ από αυτά που σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.

Το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά μετά από αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, χειρότερα κι από πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Το κλίμα είναι σαφώς πιο ευχάριστο, με το CD του Χατζηγιάννη (πάλι) στο φουλ, τα παιδιά να τραγουδούν ευτυχισμένα και τη γυναίκα σου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τις δολοφονικές σφήνες και προσπεράσεις που επιχειρείς στο δρόμο, σαφώς επηρεασμένος από την χθεσινοβραδινή κρασοκατάνυξη – όσο πιο γρήγορα φτάσετε στην Αθήνα, τόσο το καλύτερο. Ούτε στάση για φαγητό δεν θέλει κανείς, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία της οικογένειας.

Το μεσημεράκι της Κυριακής, η περιχαρής οικογένεια φτάνει στο σπίτι της. Η γυναίκα σου είναι η πρώτη που κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, ανοίγει την πόρτα του σπιτιού, αγκαλιάζει μία-μία τις γλάστρες της και πέφτει στον καναπέ για να δει τηλεόραση. Τα παιδιά εξαφανίζονται στα δωμάτιά τους, αποφασισμένα να ακούσουν μαζεμένη όλη τη μουσική που στερήθηκαν τις τελευταίες 2 μέρες. Και εσύ,. εντελώς στον κόσμο σου, κοιτάζεις τους λογαριασμούς που ήρθαν την Παρασκευή το πρωί, όταν εσείς ήσασταν ήδη στο χωριό. Αλλά μέσα στους λογαριασμούς εντοπίζεις και έναν αταίριαστο φάκελο, ελαφρύ και μικρό. Έξω γράφει μόνο το όνομα της οικογένειας, τίποτα άλλο. Τον ανοίγεις απαλά και τον διαβάζεις. Η πρώτη σου αντίδραση είναι να γουρλώσεις τα μάτια. Η δεύτερη είναι να σε πιάσει ανεξέλεγκτο τρέμουλο και κρύος ιδρώτας. Και η τρίτη είναι να φωνάξεις τη γυναίκα σου.

– Α-Α-Αγάπη μου…Νομίζω ότι αυτό είναι για σένα…

Της δίνεις το περιεχόμενο του φακέλου, εμφανώς τρομοκρατημένος. Αυτή το διαβάζει στα γρήγορα. Γουρλώνει τα μάτια και το ξαναδιαβάζει, πιο αργά και προσεκτικά. Και να τι γράφει:

Σε μια δύσκολη εποχή για δεσμεύσεις, οι μεγάλοι έρωτες είναι σπάνιοι αλλά και πιο δυνατοί από ποτέ. Έτσι και με τον δικό μας έρωτα, μας δίνει δύναμη από τότε που γνωριστήκαμε. Γι’αυτό και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στο τελευταίο βήμα και να ανεβούμε τα σκαλιά της εκκλησίας. Θα χαρούμε πολύ να σας έχουμε μαζί μας στην ωραιότερη μέρα της ζωής μας

Η τελετή θα γίνει στις 19 Οκτωβρίου 2007, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στα Κάτω Πετράλωνα.

Ο γαμπρός     Μελέτης Μπούρτζος-Βλάχος
Η νύφη          Χαρίκλεια Κωλέττη

Αφήνει το προσκλητήριο να πέσει από τα χέρια της, με το βλέμμα καρφωμένο στο απόλυτο κενό. Ξαφνικά, σηκώνεται από τον καναπέ και φωνάζει τρισευτυχισμένη:

– Ρε τη Χαρούλα! Δεν το πιστεύω, ρε, από τόσο δα κοριτσάκι τη θυμάμαι που ήθελε να ντυθεί νυφούλα! Και δε μου είπε τίποτα, το παλιοκόριτσο, μου το κράτησε για έκπληξη! Κάτσε να την πάρω να της τα πω ένα χεράκι…

Πηγαίνοντας προς το τηλέφωνο, περνάει από δίπλα σου, που στέκεσαι ακόμα στο ίδιο σημείο τρέμοντας. Πριν σηκώσει το ακουστικό, γυρίζει προς το μέρος σου και, με το ύφος του καρχαρία που μόλις έχει δει ένα νόστιμο ζευγάρι πόδια να κινούνται ανέμελα στο νερό, σου λέει:

– Φυσικά θα πάμε στο γάμο, έτσι;

Φυσικά, θα πάτε. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά σε διαφορετικό χώρο και με διαφορετικούς κομπάρσους. Καλό κουράγιο.

Τι άλλο μένει να πει κανείς; Μόνο ένα: Άντε και στα δικά μας οι λεύτεροι/ες!!!

                   

Τ Ε Λ Ο Σ

– Κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά.
– Φυσικά και τα έχεις ξαναδεί – αυτός ο τύπος έχει πάρει ό,τι κλισέ υπάρχει στον κόσμο για τον γάμο, το έχει κάνει ιστοριούλα και νομίζει ότι έγινε και συγγραφέας, το ψώνιο!
– Οπότε θα εισηγηθούμε την αιώνια τιμωρία του στα μπουντρούμια της Κολάσεως;
– Δεν του αξίζει τίποτα λιγότερο. Πλέον έχει υποπέσει και στα 8 θανάσιμα αμαρτήματα.
– 8; Νόμιζα ότι τα θανάσιμα αμαρτήματα ήταν μόνο 7.
– Ναι, μέχρι την πρόσφατη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Θεϊκού Συντάγματος, που προσέθεσε και την μαλακία.
– Πολύ καλή προσθήκη, αν θες τη γνώμη μου.
– Δεν τη θέλω.
– Χέστηκα. Βάλε τώρα λίγο Guns ‘n’ Roses να γουστάρουμε…
– Το Paradise City;
– Εδώ που είμαστε, ποιο άλλο;

«Oh won’t you please take me home…»


(περίληψη προηγουμένου: Ο γάμος έγινε)

Η Εκκλησία έχει πια αδειάσει και ο παπάς μαζεύει τα ρύζια από το πάτωμα, μετρώντας παράλληλα την είσπραξη της ημέρας και ζητώντας από την θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Αντροχωρίστρας να κάνει το θαύμα της και να ξαναφέρει κανένα άλλο ζευγάρι για γάμο, κατά προτίμηση πιο πλούσιο.
Ωστόσο, οι δρόμοι του χωριού έχουν γεμίσει από αυτοκίνητα και τρακτέρ που κορνάρουν ευτυχισμένα και, τοποθετημένα σε σειρά, οδεύουν προς τον χώρο όπου θα γίνει το γλέντι, μία ταβέρνα με το χαρακτηριστικό όνομα «Το Σφαγμένο Γίδι». Ανάμεσα σε αυτά και το δικό σου αυτοκίνητο, στο οποίο η γυναίκα σου προσπαθεί να βρει τρόπους να βουλώσει τα αυτιά της, τα παιδιά προσπαθούν να βρουν τρόπους να βγουν από το αυτοκίνητο (άσχημο πράγμα το κεντρικό κλείδωμα…) και όλοι μαζί προσπαθούν να βρουν δικαιολογίες για να γλιτώσουν την ταλαιπωρία του γλεντιού.
Το κονσέρτο για κόρνα και ντουντούκα, του διάσημου Ρώσου συνθέτη Βιντσέντζου Κορνάροφ, διαρκεί περίπου 10 λεπτά. 10 λεπτά που κάνουν τόση ζημιά στο μέσο ωστικό τύμπανο όση 10 ώρες σε μία συναυλία των Slipknot. Και τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα…

Τα αυτοκίνητα και τα τρακτέρ σταματούν μπροστά από την ταβέρνα, η οποία είναι τόσο παλιά και ετοιμόρροπη, που μπροστά της ο Πύργος της Πίζας φαίνεται φυσιολογικός. Τα απρόοπτα δεν λείπουν κατά την υποδοχή των προσκεκλημένων, καθώς μέσα σε αυτούς έχουν παρεισφρήσει και δύο γείτονες της Ζαχαρούλας που δεν είχαν πρόσκληση, αλλά μυρίστηκαν τζάμπα φαγητό και ήρθαν. Η παρεξήγηση λύνεται όταν αποκαλύπτεται ότι οι θρηνούντες γονείς του Βασίλη βρίσκονται ήδη στο δρόμο προς την Αθήνα και δεν πρόκειται να παραβρεθούν στο γλέντι, οπότε οι γείτονες παίρνουν τις θέσεις τους – στο κάτω-κάτω, όλα πληρωμένα είναι.

Στην αρχή όλα φαίνονται μια χαρά. Όλα τα τραπέζια είναι στρωμένα με λευκό τραπεζομάντιλο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένα μπόλικα ποτήρια, που σημαίνει ότι προμηνύεται κρασοκατάνυξη. Η μουσική είναι απαλή, κυρίως ξένα κομμάτια που επιλέγει ο DJ Charalambos, a.k.a. Resident DJ Gkarsoni, που ξέρει από ξένη μουσική όσο ξέρει η Άννα Δρούζα από άλμα επί κοντώ. Επικρατεί σχετική ησυχία, αλλά όλα αυτά είναι εντελώς προσωρινά. Κι αυτό επειδή οι νεόνυμφοι δεν έχουν καταφθάσει ακόμα.
Ξαφνικά, τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική σταματά απότομα, για να αντικατασταθεί αμέσως από το γαμήλιο εμβατήριο. Το ζευγάρι μπαίνει στην αίθουσα προχωρώντας με αργά και βασανιστικά βήματα, ενώ όλοι χειροκροτούν θερμά. Ακολουθεί ένας αισθησιακός χορός με μουσική υπόκρουση το τραγούδι της αρεσκείας των νεονύμφων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήθελαν ένα κλασικό τραγούδι για αυτήν την περίσταση, όπως το Power of Love ή το I Will Always Love You, αλλά ήθελαν παράλληλα και κάτι που να αρέσει και στους προσκεκλημένους, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι από χωριό και δεν τους συγκινεί αυτού του είδους η μουσική. Τελικά κατάφεραν και τα δύο: Επέλεξαν το κλασικό Can’t Take My Eyes Off You, αλλά σε εκτέλεση Έφης Θώδη.

Ακολουθεί το παραδοσιακό έθιμο της κοπής της γαμήλιας τούρτας, στο οποίο ο ένας ταϊζει τον άλλο (δυστυχώς, το παραδοσιακό έθιμο της κτηνώδους κατανάλωσης της τούρτας θα αργήσει αρκετά), καθώς και το παραδοσιακό έθιμο της κατανάλωσης σαμπάνιας, όταν οι νεόνυμφοι πίνουν σαμπάνια μπλέκοντας τα χέρια τους αγκαζέ.
Μετά οι νεόνυμφοι κατευθύνονται προς τις θέσεις τους, στο επίκεντρο της προσοχής. Προτού καν προλάβουν να καθήσουν, δεκάδες μαχαιροπίρουνα εξαπολύουν μια ανελέητη επίθεση σε βάρος δεκάδων αθώων πιάτων, παράγοντας έναν ήχο σχεδόν το ίδιο ενοχλητικό με αυτόν που κάνει ένα στερεοφωνικό όταν του βάλεις τον δίσκο της Καλομοίρας και πατήσεις το Play. Η λαϊκή εντολή είναι σαφής: Φιλί. Προκειμένου να γλιτώσουν το λιντσάρισμα, οι νεόνυμφοι φιλιούνται βαριεστημένα. Παραδόξως, φαίνεται ότι ακριβώς αυτό το είδος φιλιού θέλουν να βλέπουν όλοι, γιατί το σκηνικό αυτό θα επαναληφθεί αμέτρητες φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς.

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, η ηρεμία επιστρέφει στον χώρο, καθώς η μουσική γίνεται πάλι πιο απαλή και, κυρίως, τα φαγητά έχουν έρθει στα τραπέζια και όλοι έχουν πέσει με τα μούτρα στη μάσα. Φυσικά, κανείς δεν περιμένει καλή ποιότητα φαγητού σε έναν τέτοιο χώρο. Για παράδειγμα, δεν τολμά κανείς να ρωτήσει από τι ζώο προέρχεται το παράξενο κρέας, αφενός γιατί θα προσβάλλει τον σεφ, και αφετέρου γιατί πιθανότατα δεν θέλει πραγματικά να μάθει την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Ούτε ασχολείται κανείς με το γεγονός ότι τα τυροπιτάκια, τα κεφτεδάκια και οι πατάτες είναι όλα προτηγανισμένα. Στο γαμήλιο γλέντι ισχύει ο χρυσός κανόνας: «Αν τρώγεται, είναι καλό».

Ο πραγματικός εφιάλτης του Αθηναίου προσκεκλημένου ξεκινά όταν η μουσική δυναμώνει και ο DJ αρχίζει να παίζει παραδοσιακά τραγούδια. Ο σεφτές γίνεται με το «Σήμερα Γάμος Γίνεται» (σε εκτέλεση Πάριου) και εκείνο το περίεργο που λέει «Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο λεμόνι/να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός κι οι συμπεθέροι όλοι». Και φυσικά αυτά τα τραγούδια είναι ό,τι πιο light θα ακούσεις για τις επόμενες τρεις (το λιγότερο) ώρες.

Η οικογένειά σου βρίσκεται στα όρια της παράνοιας. Η γυναίκα σου σε ικετεύει να την πάρεις από εκεί μέσα πριν αρχίσει να παίζει την «Καραγκούνα» και σου υπόσχεται να σου κάνει όσα παιχνίδια θέλεις στο κρεβάτι, ακόμα και να σου πραγματοποιήσει την φαντασίωσή σου να το κάνετε στο μπαλκόνι μέρα μεσημέρι. Τα παιδιά προσφέρονται να σου γυαλίζουν κάθε μέρα τα παπούτσια, να διαβάζουν κάθε μέρα τα μαθήματά τους και να σου αποκαλύψουν πού έχουν κρυμμένα τα πορνοπεριοδικά που αγοράζουν κάθε μήνα. Αν και οι προτάσεις τους είναι δελεαστικές, αρνείσαι και συνεχίζεις να χτυπάς ρυθμικά παλαμάκια.
Αλλά δεν μένεις στα παλαμάκια. Πάνω στο τσακίρ κέφι, σηκώνεσαι και συμμετέχεις κι εσύ στον χορό, αφήνοντας την οικογένειά σου απροστάτευτη. Έτσι, όταν ο θείος Βαγγέλης έρχεται να τους σηκώσει με το ζόρι για να χορέψουν, δεν υπάρχει κανείς εκεί για να τον ενημερώσει ότι δεν έχουν ιδέα από χορό, με εξαίρεση τα λίγα που έμαθαν από το So You Think You Can Dance. Έτσι, ο θείος Βαγγέλης τους σηκώνει με το ζόρι από τις καρέκλες τους και τους τραβάει σχεδόν με τη βία προς την αυτοσχέδια πίστα.

– «Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό», λέει σχεδόν κλαίγοντας το ένα παιδί.
– «Ναι, κι εγώ…Στο La Vita E Bella, στις σκηνές με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης…», απαντά το άλλο.

Μετά από 5 μαρτυρικά λεπτά ψευτοχορού (δηλαδή απόπειρας μίμησης του χορού που χορεύουν όλοι οι άλλοι), η σύζυγος και τα παιδιά σου επιστρέφουν τρέχοντας πίσω στο τραπέζι, κι ενώ εσύ συνεχίζεις να χορεύεις για αρκετή ώρα. Όταν επιστρέφεις στο τραπέζι όλοι σου κρατάνε μούτρα, γιατί τι σκατά προστάτης οικογένειας είσαι άμα δεν μπορείς να τους προστατεύσεις από μια τέτοια καταστροφή; Αλλά τους περνάει και σύντομα σου κάνουν και πάλι προσφορές για να τους αφήσεις να σηκωθούν να φύγουν. Αρνείσαι πεισματικά και πάλι.

Οι επόμενες 2 και κάτι ώρες κυλούν για την οικογένειά σου τόσο αργά και βασανιστικά, που συμφωνούν μεταξύ τους ότι καλύτερα θα περνούσαν σε θάλαμο αερίων – τουλάχιστον εκεί θα είχε ησυχία. Μοναδική αναλαμπή της βραδιάς είναι η υπέροχη γαμήλια τούρτα, ενώ σκηνή για highlights εκτυλίσσεται όταν το ζευγάρι πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να τσουγκρίσει ποτήρια με όλους και σε ένα από αυτά ένας ηλικιωμένος συγγενής της νύφης εύχεται στον γαμπρό «καλά γαμήσια», προφανώς επηρεασμένος από το τελευταίο hit του Νίκου Καρβέλα.
Κάτι το κρασί, κάτι ο χορός, κάτι οι πιέσεις των υπολοίπων μελών της οικογένειας, τελικά αποφασίζεις να τους πάρεις και να φύγετε. Πριν προλάβεις να σηκωθείς από το τραπέζι, οι υπόλοιποι έχουν ήδη φτάσει στο αυτοκίνητο, έχουν ανάψει τη μηχανή και ακούνε CD με κλασική μουσική για να ξορκίσουν το κακό. Εσύ περνάς από όλα τα τραπέζια, φιλάς σταυρωτά όσους συγγενείς δεν θα δεις το επόμενο πρωί, πασάρεις δήθεν κρυφά έναν φάκελο με λεφτά στην Ζαχαρούλα και φεύγεις. Οι άλλοι σου κάνουν και πάλι μούτρα επειδή άργησες και αυτή τη φορά τα κρατάνε, γιατί δεν έχουν τίποτα παραπάνω να σου ζητήσουν. Αλλά είσαι πολύ χαρούμενος για να μαλώσεις μαζί τους, οπότε απλά τους αγνοείς.

Ο ύπνος εκείνο το βράδυ είναι και ο τελευταίος εκτός Αθήνας…

(συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο επόμενο…)


(περίληψη προηγουμένων: Η Μάρλα αποκαλύπτει στον Εστεμπάν ότι το παιδί είναι του Ρικάρντο, ενώ η Βαλέρια πιέζει τον Γκιγιέρμο να πάρει διαζύγιο από την Μαρί-Χουάνα για να αφοσιωθεί σε αυτήν. Την ίδια στιγμή, ο Χόρχε εξακολουθεί να νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση, μετά το τροχαίο ατύχημα που προκάλεσε η Φραντσέσκα, ενώ η Ζαχαρούλα ετοιμάζεται να νυμφευθεί τον αγαπημένο της, Βασίλη, σε μία μικρή εκκλησία στην Κάτω Κορακόπετρα Ευρυτανίας…)

Απόγευμα Σαββάτου και το χωριό έχει φορέσει τα καλά του. Κανείς δεν θυμάται ακριβώς πότε ήταν η τελευταία φορά που φιλοξενήθηκε γάμος στην Κάτω Κορακόπετρα, αλλά πιστεύεται ότι ήταν περίπου την ίδια εποχή με τον γάμο της Κανά. Όχι της Μελίνας Κανά, ζώον.
Η οικογένεια ετοιμάζεται από νωρίς. Εσύ έχεις κάνει μπάνιο από το μεσημέρι, έχεις έτοιμο το κοστούμι που θα φορέσεις και προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για την επερχόμενη συγκίνηση. Η γυναίκα σου δε νιώθει την παραμικρή συγκίνηση, παρά μόνο έναν κόμπο στο στομάχι όταν σκέφτεται πως απομένουν λιγότερες από 24 ώρες μέχρι τη στιγμή που θα εισπνεύσει ξανά το μεθυστικό καυσαέριο της Αθήνας. Αυτό της δίνει κουράγιο να σταθεί στα πόδια της, παρά το γεγονός ότι φοράει 20ποντες γόβες. Τα παιδιά νιώθουν για τον γάμο όπως ένας Πόντιος που του λένε Ποντιακά ανέκδοτα και ντύνονται απρόθυμα στα «καλά» τους ρούχα, που παραδόξως είναι πολύ πιο γελοία από τα «κακά» τους ρούχα, δηλαδή τα τζιν, τα t-shirts και τα All-Star τους.

Καθώς τα δύο χεράκια του μεγάλου ρολογιού της εκκλησίας δείχνουν τον αριθμό 6, το πλήθος αρχίζει να συρρέει. Απομένει μόλις μισή ώρα για την έναρξη του μυστηρίου. Ο παπάς είναι ήδη εκεί, ένας αρκετά μοντέρνος άνθρωπος για το επάγγελμα-λειτούργημα που επέλεξε. Οι εντολές του, που μοιράστηκαν σε όλα τα σπίτια του χωριού, ήταν σαφέστατες:

ΣΗΜΕΡΑ ΓΑΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ!

Το χωριό μας γιορτάζει την ένωση του Βασιλείου Δεμασχέζη και της Ζαχαρούλας Ξεσκίζογλου με τα ιερά δεσμά του γάμου το Σάββατο, 31 Αυγούστου. Σας περιμένουμε όλους εκεί!

ΟΙ 10 ΕΝΤΟΛΕΣ

1. Το μυστήριο ξεκινά στις 7 μ.μ. Οι πύλες του ναού ανοίγουν στις 6:30.
2. Μετά τις 7 μ.μ. οι πύλες του ναού θα κλείσουν και θα απαγορευτεί η είσοδος στους πιστούς, για να επιτραπεί ξανά στο διάλειμμα, όποτε και αν προβλέπεται
3. Η είσοδος είναι ελευθερη για τους συγγενείς, ενώ για τους υπόλοιπους θεατές απαιτείται μια δωρεά στο παγκάρι.
4. Οι θέσεις δεν είναι αριθμημένες και για την κατάληψή τους ισχύει ο νόμος της Εκκλησίας: Όποιος πρόλαβε, τον Κύριο είδε.
5. Απαγορεύεται αυστηρά η κατανάλωση ποπ κορν, πατατακίων και λοιπών σνακ κατά τη διάρκεια της τελετής, καθώς ο θόρυβος που προκαλούν εκνευρίζει τον Κύριο και μπορεί να μας ρίξει κανέναν κεραυνό και να μας κάψει.
6. Για τον ίδιο λόγο παρακαλείστε να απενεργοποιήσετε τα κινητά σας.
7. Ακόμα, παρακαλείστε να αρκεστείτε σε ένα σακουλάκι με κουφέτα έκαστος, καθώς τα έχουμε μετρημένα.
8. Επίσης, υπάρχει αυστηρό dress code: Για τους άνδρες επιβάλλεται κοστούμι με γραβάτα (κατά προτίμηση χωρίς τον Τουίτι πάνω) και για τις γυναίκες επίσημο βραδυνο ένδυμα με σκίσιμο στο μπούτι ή μίνι φούστα και στράπλες μπλούζα με αβυσσαλέο ντεκολτέ.
9. Τέλος, απαγορεύεται η ρίψη κόκκων ρυζιού προς τους μελλονύμφους και (κυρίως) προς τον ιερέα, με εξαίρεση αυτούς που έχουν αγοραστεί από το επίσημο και ευλογημένο stand της ενορίας.
10. Η διοίκηση του ναού διατηρεί το δικαίωμα να αποκηρύξει όποιον πιστό δεν συμμορφωθεί με τους παραπάνω κανόνες, με αποτέλεσμα αυτός να σαπίσει αιώνια στην Κόλαση.

Καλή σας διασκέδαση!

Έτσι, στις 18.40 έχουν φτάσει σχεδόν όλοι. Δηλαδή όλοι εκτός από το γαμπρό και τη νύφη. Αρχίζουν τα πρώτα κακεντρεχή σχόλια.

– Λες να το μετάνιωσε ο Βασίλης και να γύρισε στην Αθήνα;
– Εγώ στη θέση του θα είχα φύγει από την πρώτη μέρα, δεν θα περίμενα μέχρι σήμερα!
– Μα τι της βρήκε της βουβάλας;

Πέντε λεπτά αργότερα φτάνει ο γαμπρός, επιβαίνοντας σε μία πολυτελή λιμουζίνα μάρκας Yugo, το τελευταίο μοντέλο, που έχει δερμάτινα καθίσματα (χειροποίητα, από δέρμα αγελάδας) και φιμέ τζάμια. Η λιμουζίνα κάνει δύο γύρους γύρω από την εκκλησία και προσγειώνεται στο προαύλιό της, ανάμεσα στους συγγενείς και τους φίλους που ξεχεριάζονται στο χειροκρότημα. Οι γονείς του Βασίλη τον παραλαμβάνουν και τον φιλούν σταυρωτά. Πιστεύοντας ότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, τον ρωτούν αν είναι σίγουρος ότι θέλει να γίνει αυτός ο γάμος. Αυτός σκοτώνει εν ψυχρώ την ελπίδα τους, και μάλιστα χαμογελώντας, και ανεβαίνει στη μέση της σκάλας του ναού, κρατώντας στα χέρια μια πλούσια ανθοδέσμη.
Οι κακές γλώσσες ξαναβγαίνουν από τις τρύπες τους.

– Το έθιμο τώρα λέει ότι η νύφη πρέπει να στήσει τον γαμπρό.
– Λες να το κάνει και η Ζαχαρούλα;
– Σιγά μην καθυστερήσει! Τέτοιο κελεπούρι και θα το στήσει; Αυτός είναι ικανός να σηκωθεί να φύγει άμα αργήσει!

Κι όμως, η Ζαχαρούλα αργεί. Στις 19.05 δεν έχει δώσει ακόμα σημάδια ζωής. Δυστυχώς για τους γονείς του Βασίλη (αλλά και για τη γυναίκα σου), δεν έπεσε θύμα απαγωγής ή, ακόμα καλύτερα, δολοφονικής επίθεσης από φονταμενταλιστές ισλαμιστές εξτρεμιστές ληστές. Απλώς, τήρησε το έθιμο. Και λίγα λεπτά αργότερα ήταν εκεί, επιβαίνουσα στην ίδια λιμουζίνα (η ιδέα του τρακτέρ απορρίφθηκε την τελευταία στιγμή). Τα φλας του φωτογράφου αστράφτουν αμέσως πάνω της. Βλέποντάς την να βγαίνει από τη λιμουζίνα, φορώντας την τελευταία δημιουργία του Βασίλειου Κοτέτσου, ένα νυφικό διακοσμημένο με αυθεντικά πετράδια Σβουρόφσκι (έτσι λένε τον Ουκρανό μετανάστη που τα έφτιαξε μισοτιμής) και μπόλικο τούλι, όλοι οι παριστάμενοι αναφωνούν «ωωωωωωωωω»,  Άλλοι από θαυμασμό και άλλοι από αποτροπιασμό.
Ακολουθεί η παραδοσιακή φωτογράφιση στα σκαλιά της Εκκλησίας, το παραδοσιακό ρουφηχτό φιλί των μελλονύμφων στην σκάλα και η παραδοσιακή κόντρα με τον παπά για την καθυστέρηση στο χρονοδιάγραμμα – δυστυχώς γι’αυτόν, η παραδοσιακή δικαιολογία «έχουμε κι άλλο γάμο μετά» δεν βρίσκει εφαρμογή εδώ. Αλλά δεν υπάρχει καμία διαφωνία που να μη λύνεται με έναν σφραγισμένο φάκελο ή μία λευκή επιταγή.

Μέσα σε ένα λεπτό, η εκκλησία έχει γεμίσει ασφυκτικά – διόλου παράξενο, αφού είναι μικρότερη κι από γκαρσονιέρα στο Παγκράτι. Το ζευγάρι στέκεται μπροστά από τον παπά. Ακριβώς από πίσω στέκονται οι κουμπάροι, δύο κολλητοί του γαμπρού που ελπίζουν ότι θα καταφέρουν να «σκοράρουν» με κάποια από τις μικρές ξαδέρφες της νύφης. Και στο πλάι βρίσκονται οι περήφανοι γονείς της νύφης. Οι καθόλου περήφανοι γονείς του γαμπρού παρακολουθούν την τελετή από απόσταση ασφαλείας, εκεί που δεν φτάνει η τυρίλα.
Επικρατεί ακόμα μεγάλη φασαρία. Η μάνα της Ζαχαρούλας κλαίει από συγκίνηση που το μικρό της κοριτσάκι επιτέλους ντύνεται νυφούλα. Οι φίλοι του γαμπρού βαθμολογούν τις φίλες της νύφης και συμφωνούν ότι καμία δεν είναι χειρότερη από την ίδια τη νύφη. Οι συγγενείς της Ζαχαρούλας καμαρώνουν τη νύφη, εκφράζοντας χαμηλόφωνα την έκπληξή τους που βρέθηκε κάποιος να την αποκαταστήσει. Η γυναίκα σου έχει πιάσει κουβέντα με τους γονείς του Βασίλη, εντοπίζοντας από μακριά την ίδια απελπισία στο βλέμμα τους με τη δική της. Τα παιδιά προσεύχονται να μείνουν στο ράφι εφ’όρου ζωής. Και ο παπάς απαιτεί να γίνει ησυχία, αλλιώς θα βγάλει την καραμπίνα. Και εγένετο ησυχία.

Η τελετή αρχίζει. Για τα επόμενα 10 λεπτά, το μοναδικό αξιοσημείωτο είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτα το αξιοσημείωτο. Ο παπάς ψέλνει σε μία γλώσσα που μόνο ο ίδιος καταλαβαίνει και κανείς δεν ασχολείται μαζί του. Τα στέφανα αλλάζουν συχνά θέσεις πάνω στα κεφάλια του ζεύγους. Ξαφνικά, ακούγεται η μαγική φράση, που κάνει όλους τους παρισταμένους να σηκωθούν όρθιοι ή/και στις μύτες των ποδιών τους: «Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδραααααααααααααα…». Θα του πατήσει το πόδι; Δε θα του το πατήσει; Τελικά του το πατάει του Βασιλάκη, αλλά αυτός διατηρεί το χαμόγελό του, σαν να λέει «καλά, κάνε ό,τι θες τώρα, αλλά στο σπίτι θα σε έχω σούζα».
Όχι πολύ αργότερα, έρχεται και η δεύτερη φράση-κλειδί, που αναστατώνει τις αισθήσεις των θαμώνων: «Ησαϊα χόρευε…». Αυτό που ακολουθεί δεν περιγράφεται. Εκατοντάδες κόκκοι ρυζιού εκτοξεύονται με μανία προς το μέρος του ζευγαριού που μάταια προσπαθεί να χορέψει τον χορό του Ησαϊα, αφού οι άνθρωποι καλά-καλά δεν μπορούν να δουν μπροστά τους.

– «Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό», λέει το ένα παιδί.
– «Ναι, κι εγώ…Στην σκηνή του λιθοβολισμού από το Life of Brian…», απαντά το άλλο.

Μετά από λίγα λεπτά, η τελετή του αθάνατου ελληνικού γάμου έχει φτάσει στο τέλος της. Οι νεόνυμφοι και οι γονείς τους (με εξαίρεση τους γονείς του Βασίλη που στέκονται σε διαφορετικό σημείο και δέχονται συλληπητήρια) στέκονται στη σειρά για να δεχτούν τις ευχές όλων των υπολοίπων, που στριμώχνονται στις αθάνατες ελληνικές ουρές του αθάνατου ελληνικού γάμου. Τα σπρωξίματα και τα «πλασαρίσματα» σε πιο μπροστινές θέσεις δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από οποιαδήποτε ουρά εφορίας, Goody’s ή καντίνας δημοτικού σχολείου. Η μόνη διαφορά είναι ότι στις άλλες ουρές το πολύ-πολύ να πεις ένα «ευχαριστώ», και όχι «να ζήσετε», «να σας ζήσουν», «και στα δικά σας» και άλλες πρωτότυπες ευχές.

Όταν επιτέλους η ουρά τελειώνει και όλοι παίρνουν τα κουφέτα τους, το μυστήριο έχει ολοκληρωθεί και επισήμως. Το μόνο μυστήριο που ακόμα δεν έχει διαλευκανθεί είναι γιατί χρεώνει τόσο ακριβά ο παπάς τον στολισμό της Εκκλησίας, ειδικά αφού ο «στολισμός» ήταν δύο χριστουγεννιάτικες γιρλάντες και μία διαφημιστική αφίσα για το τουρνουά κοκορομαχιών που σπονσοράρει η τοπική ενορία την επόμενη εβδομάδα.

Το ζευγάρι φεύγει από την εκκλησία, φωτογραφίζεται σε διάφορες πόζες από τον φωτογράφο και έπειτα οδεύει προς το επόμενο σκαλοπάτι του Γολγοθά: Το γαμήλιο γλέντι…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)


(περίληψη προηγουμένων δεν χρειάζεται, γιατί αυτό το κομμάτι διαβάζεται και ξεχωριστά)

Όπως γίνεται στην τηλεόραση, όπου το διάλειμμα για διαφημίσεις γίνεται ακριβώς στην στιγμή της κορύφωσης του δράματος, έτσι ακριβώς γίνεται κι εδώ: Πριν την γαμήλια τελετή, θα πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα με τους πρωταγωνιστές αυτής της τελετής.

Η Ζαχαρούλα Ξεσκίζογλου, λοιπόν, γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1985 στο ίδιο κρεβάτι στο οποίο είχε συλληφθεί 9 μήνες νωρίτερα. Ήταν το μικρότερο από τα 7 παιδιά της οικογένειας και γι’αυτό ήταν και το πιο χαϊδεμένο: έτρωγε πάντα το καλύτερο κομμάτι κρέας, έπινε πάντα περισσότερο γάλα, έκανε τις λιγότερες αγγαρείες. Τα δύο πρώτα εξηγούν το γεγονός ότι κατέληξε να ζυγίζει όσο ένα μέσο διαστημικό λεωφορείο της NASA, το δε τρίτο την ασχετοσύνη της σε ό,τι έχει σχέση με τα οικιακά.
Από μικρή βίωσε τον κοινωνικό στιγματισμό στην μικρή κοινωνία της Κάτω Κορακόπετρας, καθώς ο «τρελός του χωριού» και η «πουτάνα του χωριού» απέκτησαν ένα ακόμα μέλος στη μικρή παρέα των περιθωριακών στοιχείων: την «χοντρή του χωριού». Ευτυχώς που η Ευρυτανία δε φημίζεται για τις χασισοκαλλιέργειές της, αλλιώς θα το είχαμε χάσει το κορίτσι από ναρκωτικά. Τα τσιγάρα και το αλκοόλ ήταν είδι υπό εξαφάνιση στο σπίτι της (γιατί τα «εξαφάνιζε» εν ριπή οφθαλμού ο μπαμπάς της), επομένως αναγκαστικά ξεσπούσε στο μόνο πράγμα που της είχε μείνει, το διάβασμα. Έτσι εξηγείται και το πολύ καλό απολυτήριό της από το Λύκειο (σπάνιο πράγμα για χωριό), χάρη στο οποίο εξασφάλισε μία θέση στην Κοινωνιολογία Αθήνας.
Ταξιδεύοντας με το ΚΤΕΛ προς την Αθήνα ονειρευόταν το δικό της δωμάτιο στην Εστία, όπου θα έκανε τα όργια των ονείρων της και θα διασκέδαζε καθημερινά μέχρι πρωίας με τους συμφοιτητές της. Μόνο που οι γονείς της, σαν να διάβασαν τη σκέψη της, την έστειλαν να μείνει σε μία θεία της στην Κυψέλη, όπου τα μόνα όργια που μπορούσε να απολαύσει ήταν τηλεοπτικά και μεταδίδονταν μετά τα μεσάνυχτα από το Filmnet.
Ωστόσο, μέσα σε μία μέρα η ζωή της άλλαξε. Σε ένα πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, της την έπεσαν αστυνομικοί με δακρυγόνα, καπνογόνα και λοιπά καρκινογόνα. Και πάνω που ετοιμαζόντουσαν να την συλλάβουν, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός…ο Βασίλης.

Ο Βασίλης Δεμασχέζης γεννήθηκε τον Μάιο του 1984 στην Αθήνα. Ήταν μοναχοπαίδι και αυτό τον επηρέασε βαθιά, καθώς πάντα ένιωθε μια ανείπωτη μοναξιά και μια βαθιά μελαγχολία. Το μόνο καλό της υπόθεσης είναι ότι δεν είχε κανέναν μαλάκα αδερφό να του κλέβει τα αυτοκινητάκια και να του μασουλάει τα playmobil – αλλά ποτέ δεν το εκτίμησε δεόντως.
Από μικρός αμφισβητούσε τα πάντα. Οι γονείς του δεν ήξεραν πώς να τον πείσουν ότι όντως υπάρχει Άγιος Βασίλης. Στο σχολείο δεν έβγαινε έξω από την τάξη όταν τον απέβαλλε κάποιος δάσκαλος, γιατί «δεν αναγνώριζε την εξουσία του». Και οι καθηγητές του στα Θρησκευτικά έτρεμαν από το φόβο τους κάθε φορά που σήκωνε το χέρι του για να εκφράσει κάποια απορία σχετικά με την ύπαρξη του Θεού.
Φυσικά, όλα αυτά δεν περνούσαν απαρατήρητα από τους συμμαθητές του σε ένα από τα πιο γκλαμουράτα σχολεία της Αθήνας. Απομονώθηκε σταδιακά από όλους, περισσότερο από δική του επιλογή, καθώς θεωρούσε ότι όλοι θα κατέληγαν στο μέλλον (ή ήταν ήδη) καπιταλιστικά ρομποτάκια με τεχνητές ανάγκες και διαστρεβλωμένες απόψεις περί ηθικής και ισότητας. Κοινώς, έγινε κομμουνιστής.
Σαν τυπικός κομμουνιστής, λάτρευε το διάβασμα. Και όταν δεν διάβαζε Μπακούνιν, Μαγιακόφσκι και Μαρξ, έριχνε καμιά ματιά και στα σχολικά βιβλία. Και έτσι πέρασε σε μια καλή σχολή στο Πολυτεχνείο, που ούτε ο ίδιος δεν θυμάται καλά-καλά πώς την λένε. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε, γιατί θεωρούσε πως το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα ήταν άδικο και μεροληπτικό υπέρ των πλουσίων – και η είσοδός του στο Πολυτεχνείο θεωρούσε πως το αποδείκνυε αυτό.
Εννοείται πως συμμετείχε ενργά σε όλες τις καταλήψεις, καθώς και σε όλες τις πορείες. Και έτσι γνώρισε και τη Ζαχαρούλα, γλιτώνοντάς την από τη σύλληψη με μία εξαιρετική ρίψη μολότοφ από το ύψος της μεγάλης περιοχής των Everest στο Σύνταγμα.

Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν καλύτερα εκείνο το μεσημέρι και κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή ότι τους συνέδεαν πολλά κοινά. Εντάξει, αυτός ήταν πλούσιος και αυτή φτωχή. Αυτός ήταν μοναχοπαίδι και αυτή είχε 6 αδέρφια. Αυτός ήταν αναρχοκομμούνι και αυτή ψήφιζε Καρατζαφέρη. Αλλά είχαν και κοινά που υπερκάλυπταν αυτές τις ασήμαντες διαφορές, όπως τα δύσκολα παιδικά τους χρόνια και το γεγονός ότι και οι δύο έβλεπαν «Κάντυ-Κάντυ» όταν ήταν μικροί.
Από εκείνη τη μέρα έγιναν αχώριστοι. Και μαζί ένιωσαν το ρίγος του πρώτου φιλιού, την χαρά του πρώτου έρωτα, την απογοήτευση της πρώτης σεξουαλικής επαφής (και την ευτυχία όλων των επόμενων).
Όταν ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους, αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Οι γονείς του Βασίλη, όμως, ήταν αρνητικοί, καθώς δεν μπορούσαν να δεχτούν μία βλαχάρα με χωριάτικο accent για νύφη τους. Και ο Βασίλης έκανε το μόνο που ήξερε να κάνει: Τους πήγε κόντρα και έφυγε μαζί με την Ζαχαρούλα για να ζήσει μαζί της στην Κάτω Κορακόπετρα, όπου θα ήταν ευτυχισμένοι στον αιώνα τον άπαντα.

Δυστυχώς, εκεί δεν βρήκαν δουλειά σχετική με τις σπουδές τους. Ειδικά η Ζαχαρούλα, με την πτυχιακή της εργασία «Η Σημαντική Προσφορά της Βλάχικης Προφοράς στην Σύγχρονη Ελλήμική Κοινωνία», δεν είχε και πολλές ελπίδες. Έτσι, έγιναν αγρότες και κτηνοτρόφοι στα χωράφια του πατέρα της Ζαχαρούλας.

Πριν μερικούς μήνες, ο Βασίλης πήρε τη μεγάλη απόφαση: αγόρασε ένα δαχτυλίδι και το επόμενο πρωί το έριξε στον κουβά με το γάλα που μόλις είχε αρμέξει από τις αγελάδες του. Όταν η Ζαχαρούλα άδειασε τον κουβά στα πήλινα δοχεία που φτιάχνουν το γιαούρτι, άκουσε ξαφνικά ένα αναπάντεχο «ντλονκ». Μόλις έβγαλε το δαχτυλίδι από μέσα, εμφανίστηκε από πίσω της ο Βασίλης, που έπεσε στα γόνατα και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Και, για να έχουμε φτάσει ως εδώ, προφανώς δέχτηκε.

Και έτσι φτάνουμε στη μέρα του γάμου…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)


(περίληψη προηγουμένων: Παρά τις αντιρρήσεις της συζύγου σου, τελικά ταξιδεύετε οικογενειακώς στην μαγευτική Κάτω Κορακόπετρα, με σκοπό να παραστείτε στον γάμο της ανιψιάς σου, της Ζαχαρούλας. Και έχετε μόλις φτάσει έξω από το σπίτι του αδελφού σου, Πέμπτη απόγευμα…)

Ανοίγεις την πόρτα του αυτοκινήτου με ενθουσιασμό και τρέχεις προς το κατώφλι του σπιτιού. Αλλά πριν προλάβεις να πεις «καλησπέρα», έχουν ήδη ξεχυθεί από παντού δεκάδες αδέλφια, ξαδέλφια, θείοι, θείες, ανίψια, κουνιάδες, όλοι πληροφορημένοι για την άφιξή σου και αποφασισμένοι να σε πνίξουν στις αγκαλιές τους και να σε πεθάνουν στα φιλιά. Και έτσι γίνεται: ο ένας μετά τον άλλο (ή καμιά φορά και οι δύο μαζί), όλοι οι συγγενείς σου σε περικυκλώνουν, σε αγκαλιάζουν εγκάρδια και σε φιλούν σταυρωτά.

– «Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό», λέει το ένα παιδί.
– «Ναι, κι εγώ…Σε ένα θρίλερ με ζόμπι του Τζορτζ Ρομέρο…», απαντά το άλλο.

Πράγματι, αν δεν ήξερες ότι όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι έχουν φιλικές διαθέσεις, δεν θα το μάντευες με τίποτα. Άσε που τα πρόσωπα πολλών είναι τόσο παραμορφωμένα από τα γηρατειά και την κούραση, που το μόνο που τους διαφοροποιεί από ένα καθωσπρέπει ζόμπι είναι ότι από τα χείλη τους, αντί για αίμα, στάζουν τα σάλια τους.
Κάνοντας τον σταυρό τους, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας βγαίνουν από το αυτοκίνητο και γίνονται δεκτά με τον ίδιο ενθουσιασμό. Ειδικά τα παιδιά τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης, καθώς όλοι τους τσιμπάνε τα μάγουλα, παρατηρούν πόσο μεγάλωσαν (στα τελευταία δέκα χρόνια που έχουν να τους δουν) και ψάχνουν να δουν σε ποιον από τους δύο γονείς μοιάζουν. Και αυτή είναι η απόδειξη ότι δεν είναι πάντα καλό να τυγχάνεις «ειδικής μεταχείρισης» – συγκεκριμένα στο χωριό είναι σαν να έχεις «ειδική μεταχείριση» στο Γκουαντάναμο.
Με την πρόφαση ότι πηγαίνουν να τακτοποιηθούν, η γυναίκα και τα παιδιά σου μεταφέρονται στο δωμάτιό τους, όπου και σκουπίζονται διακριτικά από τα σάλια και αλλάζουν ρούχα, γιατί πλέον τα παλιά μυρίζουν προβατίλα. Εσύ παραμένεις μαζί με όλους τους άλλους, που ανυπομονούν να μάθουν τα νέα σου. Αλλά εσύ δεν έχεις νέα, οπότε κάνεις το λάθος να τους ρωτήσεις για τα δικά τους νέα. Και μετά εύχεσαι να μην τους είχες ρωτήσει.

– Η κατσίκα του Παντελή πέθανε προψές, κόλλησε αρρώστια, λέει, και τώρα είναι σε καραντίν’ το χουράφ’ του!
– Ο τράγος της Μιχάλαινας αφήνιασε και τράκαρε το αυτοκίνητο του κυρ-Θανάση, κουμμάτια το έκανε!
– Τα προυόβατα της Βαγγελιώς μπήκαν στο χουράφι του Λευτέρη και τ’μάδησαν, φύλλο χλωρό δεν τ’άφησαν!

Φυσικά, η οικογένειά σου σε αφήνει στο έλεός τους και αρνείται να ξεμυτίσει από το δωμάτιο, παρά μόνο όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο: στην ώρα του φαγητού.
Το φαγητό στο χωριό δεν είναι απλή υπόθεση. Βλέπεις, κανείς δε λυπάται να σφάξει 30 αρνιά για να εκδηλώσει τη χαρά του (με τον ίδιο τρόπο που οι αστοί δεν λυπούνται να «σφάξουν» 30 μεροκάματα για να πάρουν ένα home cinema), κι έτσι το τραπέζι είναι γεμάτο με κάθε λογής κρέατα, με ιδιαίτερη έμφαση στα παϊδάκια και τα λουκάνικα. Και είναι ακριβώς σε ένα τέτοιο τραπέζι που ο Ζαμπούνης σκίζει τα πτυχία του και τα βιβλία του και αρχίζει να μασουλάει παϊδάκια κρατώντας τα με το ένα χέρι.
Ωστόσο, η γυναίκα σου δεν συμμερίζεται αυτή τη χαρά. Και μόνο που βλέπει τα ξίγκια και τα λάδια να τρέχουν από παντού, της έρχεται δυσφορία. Έτσι, περιορίζεται σε δύο μπουκιές σαλάτα (κι αυτές με το ζόρι) και μισή φέτα ψωμί. Η οικοδέσποινα παρεξηγείται:

– Φάε, καλέ, έχει ωραίο λουκάνικο, χουριάτικο, ούχι σαν τα δικά σας, έχει και πίτα με ωραίο κατσικίσο τυρί, και μπιφτέκια με κρέας δικό μας, και…
– Ευχαριστώ, αλλά δεν μπορώ να φάω, είμαι χορτοφάγος (σ.σ. χτες δεν ήταν)
– Τι, δηλαδής τρουώς μουνάχα χουόρτα; Τι είσαι, κνελ;
– Ναι, ναι (σ.σ. συγκαταβατικό χαμόγελο, το ίδιο που θα έδειχνε σε έναν σχιζοφρενή δολοφόνο που απειλούσε να την πετσοκόψει με ηλεκτρικό πριόνι)

Ακολουθεί γενικευμένο και μεγαλόφωνο γέλιο. Κάτι πάει στραβά. Σε σκουντάει και σου λέει συνωμοτικά:

– Γιατί γελάνε; Τι είναι το «κνελ»;
– Κουνέλι, αγάπη μου, Κ’νελ’. Έτσι το λένε εδώ.

Και τότε είναι η δική της σειρά να βάλει τα γέλια, τόσο δυνατά που επισκιάζει όλους τους υπόλοιπους. Οι χωριανοί συμπεραίνουν ότι έχει πολύ πλάκα, αφού γελάει με τον εαυτό της, και ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι στην εκτίμησή τους – δηλαδή, στο πρώτο σκαλοπάτι.

Το βράδυ, κουρασμένοι από το ταξίδι, σηκώνεστε νωρίς από το τραπέζι και πέφτετε όλοι για ύπνο. Βέβαια, πριν το ταξίδι είχες ενημερώσει την οικογένειά σου για το πόσο ωραία και ήρεμα κοιμάσαι στην εξοχή, που έχει καθαρό αέρα και απόλυτη ησυχία. Αλλά παρέλειψες (σκοπίμως) να τους ενημερώσεις για τα περίφημα «κουνούπια-ελικόπτερα», τα οποία συχνάζουν στο χωριό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και είναι τρεις φορές πιο αιμοβόρα από τον Κόμη Δράκουλα και τριάντα φορές πιο ενοχλητικά από αυτόν – τουλάχιστον ο Δράκουλας δεν ζουζουνίζει όλο το βράδυ στ’αυτιά σου.

Και ενώ όλοι πιστεύουν ότι τα χειρότερα έχουν περάσει, στην πραγματικότητα αυτά δεν έχουν έρθει ακόμα. Γιατί σύντομα η οικογένεια θα μάθει τους λόγους για τους οποίους το ξύπνημα με ξυπνητήρι είναι καλύτερο από το ξύπνημα με κόκορα, που είναι οι εξής:

1. Το ξυπνητήρι έχει ένα κουμπάκι που, όταν το πατήσεις, σταματάει να ουρλιάζει. Ο κόκορας όχι.
2. Το ξυπνητήρι σου δίνει τη δυνατότητα να το ρυθμίσεις ώστε να χτυπήσει στις 10, στις 11, στις 12 ή και καθόλου. Ο κόκορας «χτυπάει» πάντα την ίδια ώρα.
3. Υπάρχει μια πιθανότητα να ξεχάσεις να ρυθμίσεις το ξυπνητήρι ή να του τελειώσουν οι μπαταρίες και να μην χτυπήσει. Ο κόκορας είναι αυτορυθμιζόμενος και έχει επαναφορτιζόμενες μπαταρίες.

(σ.σ. Ωστόσο, το ξυπνητήρι έχει ένα και μοναδικό μειονέκτημα έναντι του κόκορα: όταν χαλάσει δεν μπορείς να το φας κρασάτο – ή μάλλον μπορείς, αλλά δεν είναι το ίδιο νόστιμο)

Μετά από ένα γερό παρασκευιάτικο πρωινό (που σημαίνει φρέσκο γάλα, φρέσκα φρούτα, φρέσκα αυγά και μπαγιάτικος καφές), ακολουθεί μία ξενάγηση στο «κτήμα του μπαμπά», μία μεγάλη έκταση μέσα στο χωριό, την οποία σκοπεύεις να αγοράσεις και να χτίσεις εκεί ένα σπιτάκι, στο οποίο θα περάσεις τα τελευταία χρόνια της ζωής σου. Σκέψη την οποία συμμερίζεται απόλυτα η γυναίκα σου, αρκεί να την αφήσεις στην Αθήνα και να πας μόνος σου στο κουτσοχώρι, που δεν έχει The Mall και Notos Galleries.
Ακολουθεί μια σύντομη επίσκεψη στο (μοναδικό) παντοπωλείο του χωριού, η οποία κρατάει πάνω από μισή ώρα, καθώς το έτερόν σου ήμισυ διπλοτσεκάρει την ημερομηνία λήξης κάθε πράγματος, γιατί «ποιος ξέρει κάθε πότε κάνουν ξεσκαρτάρισμα εδώ κάτω». Είναι κι αυτές οι αποκαλύψεις του Ευαγγελάτου…
Το μεσημέρι περνάει ήσυχα, ξανά στο τραπέζι των βασανιστηρίων των οικόσιτων ζώων. Όλοι απολαμβάνουν το πλούσιο γεύμα, εκτός από αυτήν που ο καθένας υποψιάζεται, και η οποία πήγε κατευθείαν για ύπνο, καθώς «είναι αδιάθετη και κουράστηκε πολύ σήμερα». Φυσικά, χθες δεν ήταν αδιάθετη, ούτε και σήμερα είναι. Αλλά η μοναξιά του δωματίου είναι ο καλύτερος τρόπος να κρύψει τα πατατάκια και τα κρουασάν που αγόρασε κρυφά από το παντοπωλείο, και τα οποία σημαίνουν το άδοξο τέλος μιας ακόμα αδικοχαμένης δίαιτας, που κράτησε 36 ολόκληρες ώρες…

Μετά τον καθιερωμένο μεσημεριανό ύπνο, ανακοινώνεις την ευχάριστη έκπληξη:

– Θα πάμε στο νεκροταφείο, να αφήσουμε λουλούδια στη μαμά και στον μπαμπά. Θα έρθετε;

Παραδόξως, στέκεσαι τυχερός. Τα παιδιά ξέχασαν να αγοράσουν μπαταρίες και ξέμειναν από μουσική και ηλεκτρονικά παιχνίδια, ενώ η γυναίκα σου έχει φουσκώσει (εν αγνοία σου) από τα πατατάκια και δέχεται να έρθει για να χωνέψει.
Το νεκροταφείο είναι λίγο έξω από το χωριό, σε έναν καταπράσινο λόφο, από αυτούς που νομίζεις ότι υπάρχουν μόνο στα ντοκιμαντέρ του National Geographic. Αν αυτός ο λόφος ήταν στην Αθήνα, θα είχε καταπατηθεί από κάποιον μεγαλοκαρχαρία και θα γινόταν πολυτελές θέρετρο (αντί να φιλοξενεί πολυτελή φέρετρα). Είναι ακριβώς το μέρος που θα έρθει στο μυαλό σου αν σε ρωτήσουν «πού θα ήθελες να θαφτείς όταν πεθάνεις;», λίγο πριν συνειδητοποιήσεις ότι ελάχιστη σημασία έχει πού θα σε θάψουν, αφού θα είσαι δύο μέτρα κάτω από το χώμα και δεν θα έχεις και την καλύτερη δυνατή θέα.
Τα παιδιά καταριούνται την τύχη τους που δεν προνόησαν για μπαταρίες και τον μαλάκα τον παντοπώλη που δεν φέρνει μπαταρίες. Κοιτάζουν με εμφανή αδιαφορία τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρώπων που δεν θα μπορούσαν να τους ενδιαφέρουν λιγότερο και προσεύχονται να εισακουστεί η επιθυμία τους και να αποτεφρωθούν όταν έρθει εκείνη η μέρα. Η δε σύζυγός σου γελάει με τα χωριάτικα ονόματα των νεκρών, μακριά από όλους τους άλλους για να μη θεωρηθεί βλάσφημη.

Έχουμε φτάσει αισίως στο απόγευμα της Παρασκευής. Από εκείνο το χρονικό σημείο μέχρι το επόμενο μεσημέρι, δεν αλλάζει απολύτως τίποτα σε σχέση με το προηγούμενο 24ωρο. Κάνετε ακριβώς τα ίδια πράγματα: Φαγητό, ύπνος, ξύπνημα με κόκορα, πρωινό, βόλτα στο κτήμα, φαγητό, ύπνος. Και σύντομα συνειδητοποιούν όλοι πως στο χωριό η ζωή θυμίζει ριπλέι κάλπικου πέναλτι σε ποδοσφαιρικό αγώνα: Βλέπεις συνεχώς τα ίδια πράγματα, όλο και σε πιο αργή κίνηση. Αλλά το μεσημέρι του Σαββάτου αρχίζουν επιτέλους οι ετοιμασίες για το χαρμόσυνο γεγονός: Τον γάμο της Ζαχαρούλας…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)


(περίληψη προηγουμένων: Η ανιψιά σου η Ζαχαρούλα από το χωριό παντρεύεται. Ζωή σε λόγου μας. Παρακάμπτοντας τις έντονες αντιρρήσεις της συζύγου σου, καταφέρνεις να την «πείσεις» ότι πρέπει να πάτε οικογενειακώς στον γάμο.)

Οι επόμενες μέρες κυλούν ήσυχα. Αυτό συμβαίνει επειδή η γυναίκα σου δεν σου μιλάει, και δεν είναι απαραίτητα κακό. Τελικά σπάει τη σιωπή της μερικές μέρες αργότερα, και αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό. Αλλά τον σκοπό σου τον έχεις πετύχει: η οικογένεια θα παραστεί στον γάμο της Ζαχαρούλας, έστω και με χειροπέδες.
Στο μεταξύ μεσολαβούν οι καλοκαιρινές διακοπές. Τα όσα συνέβησαν σε αυτές τις διακοπές θα άξιζε να αναφερθούν στην ξεχωριστή έκδοση «Αθάνατες ελληνικές διακοπές» και ουδεμία σχέση έχουν με τον αθάνατο ελληνικό γάμο. Σημασία έχει ότι όλοι ξεκουράστηκαν (και όσοι δεν ήταν κουρασμένοι απλά μετέφεραν την τεμπελιά τους σε ένα νησί του Αιγαίου) και είναι πλέον έτοιμοι για το μεγάλο ταξίδι στην Κάτω Κορακόπετρα. Όχι ιδιαίτερα πρόθυμοι, αλλά σίγουρα έτοιμοι.
Και φτάνουμε στις 29 Αυγούστου. Πέμπτη, δύο μέρες πριν από το γάμο. Έχεις ήδη ετοιμάσει τη μία και μοναδική βαλίτσα σου και δεν βλέπεις την ώρα να μπεις στο αυτοκίνητο και να φύγεις για το χωριό. Το ίδιο και η γυναίκα σου, που ακόμα ελπίζει ότι θα αλλάξεις γνώμη και θα της πεις, έστω και την τελευταία στιγμή, «δεν χρειάζεται να έρθεις, μωρέ, θα πάω μόνος μου καλύτερα». Κάτι που φυσικά δεν σκοπεύεις να κάνεις, γιατί αν πας στον γάμο χωρίς τη γυναίκα σου, θα αρχίσουν όλοι να κουτσομπολεύουν. Ο αδερφός σου ο Χρήστος θα προσπαθήσει να σου προξενέψει μια 25άρα Ρωσίδα για να ξετρελαθείς μαζί της και να χωρίσεις. Η αδερφή σου η Ησαϊα θα θυμηθεί εκείνη τη φορά που κόντεψε να κάνει εμετό όταν είδε το αρνί στη σούβλα. Και όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς σου απλά θα σου πουν πόσο αντιπαθητικιά είναι και ότι κακώς έμπλεξες μαζί της, ενώ πίσω από την πλάτη σου θα παίζουν στοιχήματα under/over: «με πόσους τον έχει κερατώσει η λεγάμενη;». Ενώ αν σε δουν να την σέρνεις από τα μαλλιά κρατώντας ένα ρόπαλο στο χέρι θα σου πουν πως καλά κάνεις και της επιβάλλεσαι και θα συμπεράνουν ότι ο γάμος σας πάει πολύ καλά.
Τελικά αποδέχεται το γεγονός ότι θα περάσει τρεις μέρες στα βουνά και στα λαγκάδια. Δέχεται ακόμα και να περάσετε πρώτα από τους άλλους συγγενείς σου, που μένουν σε διάφορα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας. Αλλά πριν δεχτεί, σου έχει ήδη θέσει τους όρους της:

1. Καθ’όλη τη διάρκεια του ταξιδιού οι μουσικές επιλογές θα καθορίζονται από την συνοδηγό.
2. Καμία στάση δεν μπορεί να ξεπεράσει σε διάρκεια τα 30 λεπτά, με εξαίρεση την στάση για φαγητό.
3. Σε καμία περίπτωση η ταχύτητα του οχήματος δεν θα υπερβεί τα 100 χλμ/ώρα.
4. Απαγορεύονται αυστηρότατα οι προσπεράσεις, ειδικά στην Εθνική Οδό Πατρών-Κορίνθου.
5. Σε περίπτωση δυνατής βροχής ή έκτακτης σωματικής ανάγκης, επιβάλλεται η άμεση ακινητοποίηση του οχήματος και η προσωρινή παραμονή στην πλησιέστερη καφετέρια.
6. Σε περίπτωση παράβασης έστω και ενός από τους προαναφερθέντες κανόνες από τον οδηγό, οι υπόλοιποι επιβάτες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την άμεση επιστροφή τους στην Αθήνα.

Θέλοντας και μη, τους δέχεσαι και αρχίζεις να φορτώνεις τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο, το οποίο καταλαβαίνει τι τρέχει, αλλά έχει την ίδια όρεξη με την γυναίκα σου να τρέχει στις ερημιές και αρχίζει να αγκομαχάει, ελπίζοντας ότι θα σε πείσει να μην πας ή έστω να πάρεις το ΚΤΕΛ. Μάταια, φυσικά. Και κάπως έτσι ξεκινά το ταξίδι.
Πριν ακόμα βγείτε από την Αθήνα, έχεις ήδη εντοπίσει το «παραθυράκι» των όρων της γυναίκας σου και το εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο: αρχίζεις να λες την ιστορία της ζωής σου, για τον παλιό καλό καιρό στο χωριό, όπου όλα ήταν αγνά και ωραία και δεν υπήρχαν άχρηστες πολυτέλειες όπως τηλεόραση, στερεοφωνικό, ψυγείο, εσωτερική τουαλέτα και θερμοσίφωνας, για το δάσος γύρω από το χωριό όπου τα αδέρφια σου κυνηγούσαν λαγούς και πέρδικες και άλλα τέτοια, που θα έκαναν ακόμα και τον σκηνοθέτη-ευεργέτη όσων υποφέρουν από αϋπνίες, τον Αγγελόπουλο, να χασμουριέται.
Αλλά κι αυτή δε μένει με σταυρωμένα χέρια. Το φονικό της όπλο ακούει στο όνομα «CD του Πετρέλη». Και μπορεί να μην σας πείθει και πολύ σαν φονικό όπλο, αλλά προφανώς αυτό το λέτε γιατί δεν το έχετε ακούσει ποτέ στη διαπασών. Ευτυχώς τα παιδιά δεν ακούνε ούτε την βιογραφία του ενός, ούτε τα καψουροτράγουδα της άλλης. Κι αυτό γιατί τα παιδιά κάνουν ό,τι πιο υγιές σε αυτό το ταξίδι για να περάσει η ώρα: Ακούνε τη δική τους μουσική στην δική τους διαπασών στα δικά τους ακουστικά. Δεν ασχολούνται με κανέναν και δεν ανταποκρίνονται σε τίποτα. Με αυτά τα προσόντα, πιθανότατα στο μέλλον θα γίνουν εξαιρετικοί γιατροί ή δικαστές.
Η αλήθεια είναι πως ένα τέτοιο ταξίδι θα έπρεπε να αρέσει στον οποιονδήποτε. Στην διαδρομή μπορείς να απολαύσεις τη θέα από τον Ισθμό της Κορίνθου, το μεγαλείο της γέφυρας που ενώνει το Ρίο με το Αντίρριο, τα επιβλητικά βουνά της Αιτωλοακαρνανίας…Αλλά είναι λίγο δύσκολο να τα απολαύσεις όλα αυτά όταν ξέρεις ότι στην επόμενη στροφή μπορεί να βρεθείς κονιορτοποιημένος κάτω από τις ρόδες μιας θηριώδους νταλίκας – και οι πιθανότητες δεν είναι καθόλου λίγες.
Λίγο έξω από την Κόρινθο κάνεις την πρώτη στάση. Η κυρία σου διαισθάνεται ότι σύντομα θα απομακρυνθεί εντελώς από το πολιτισμένο μέρος του πλανήτη και αγοράζει όλα όσα πιστεύει ότι δεν θα βρει στο χωριό σου: Τσιγάρα, καφέ φίλτρου, τσιγάρα, περιοδικά, τσιγάρα, εφημερίδα, τσιγάρα, κοκακόλες, τσιγάρα. Α, και έναν αναπτήρα. Και με την ευκαιρία χτυπάει κι έναν καπουτσίνο, που σιγά μην ξέρουν οι ορεσίβιοι να φτιάχνουν και καπουτσίνο.
Η δεύτερη στάση είναι αμέσως μετά από την γέφυρα, στο Αντίρριο. Φαίνεται πως όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό βλέποντας ένα έργο που τελικά ολοκληρώθηκε και σκέφτηκαν ότι θα ήταν κρίμα να το κλείσουν χωρίς να φάνε κάτι. Έτσι, σταματάτε σε ένα μαγαζί «του δρόμου», το οποίο χρεώνει το βάρος του σάντουιτς σε χρυσό και τα σουβλάκια σαν να ήταν γεμισμένα με σολωμό και χαβιάρι – και όχι τόσο νόστιμα.
Οι επόμενες τρεις στάσεις είναι «δικές σου»: Σε τρία μικροσκοπικά χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, από αυτά που δεν φαίνονται στον χάρτη ούτε με μικροσκόπιο. Εκεί οι συγγενείς σου σας υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες και μεγάλο ενθουσιασμό, λες και έχει έρθει στο σπίτι τους η Δρούζα να τους πάρει συνέντευξη. Αυτοί προσπαθούν να σε κρατήσουν κοντά τους όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά η γυναίκα σου κοιτάει απελπισμένα το ρολόι της κάθε τόσο και σου ρίχνει εμπρηστικά βλέμματα, την ώρα που προσπαθεί να φανεί ευγενική με το σόι σου για να τους αποδείξει πόσο σκύλα ΔΕΝ είναι. Με την απειλή των 30 λεπτών πάνω από το κεφάλι σου, τους χαιρετάς βιαστικά και τους υπόσχεσαι να τα πείτε πιο αναλυτικά το Σάββατο, στο γλέντι..
Το ταξίδι συνεχίζεται χωρίς απρόοπτα. Η γυναίκα σου δεν μιλάει καθόλου γιατί έχει ζαλιστεί από τις στροφές και δεν θέλει να το παραδεχτεί. Το CD του Πετρέλη έχει αντικατασταθεί από αυτό του Χατζηγιάννη. Κάποια στιγμή, εξαιτίας του εφιαλτικού συνδυασμού στροφών και μουσικής, νιώθεις κι εσύ το ίδιο συναίσθημα στο στομάχι σου με αυτό που νιώθει η γυναίκα σου. Αλλά ούτε εσύ το παραδέχεσαι, γιατί της είχες πει ότι ο δρόμος είχε φτιαχτεί και οποιαδήποτε συζήτηση θα αποβεί εις βάρος σου. Τα παιδιά είναι στον κόσμο τους, αν και εύχονται να παρέμεναν επ’άπειρον σε αυτόν και να μη χρειαζόταν να μεταφερθούν στον θαυμαστό κόσμο των ζώων (όπως αποκαλούν μεταξύ τους το χωριό).
Η άφιξη στο χωριό γίνεται το απόγευμα. Σταματάς το αυτοκίνητο (τι ευτυχία, να μην χρειάζεται να ψάξεις μέρος να παρκάρεις!), ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις. Το ταξίδι έλαβε τέλος, αλλά η περιπέτεια όχι…

(η συνέχεια στο επόμενο…)

Επόμενη σελίδα: »