Μαΐου 2013



Μπήκα στο δωμάτιο με τα μούτρα κατεβασμένα. Ήταν φανερό ότι κάτι συνέβαινε, θα το καταλάβαινε οποιοσδήποτε. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Καθόταν στο κρεβάτι με μια απίστευτη ηρεμία, τόσο που για μια στιγμή σκέφτηκα να κρατηθώ και να μην το πω. Όμως δε γινόταν. Ή τώρα ή ποτέ.

«Πρέπει να σου πω κάτι. Όμως δε θέλω να με διακόψεις. Άσε με να σου πω αυτά που έχω να πω. Εντάξει;». Καμία αντίδραση. Ίσως να το είχε καταλάβει ήδη, σκέφτηκα. Έτσι, πήρα θάρρος και άρχισα.

«Ξέρεις ότι σε ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά, με το που σε είδα. Σκέφτηκα «εδώ είμαστε, η αναζήτηση έλαβε τέλος». Και όταν σε κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου, ένιωθα ευτυχισμένος.

Στην αρχή πηγαίναμε πολύ καλά, νομίζω ότι δε θα διαφωνήσεις σε αυτό. Περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί, και ήμασταν καλά. Θυμάσαι εκείνη τη μέρα που την περάσαμε σχεδόν ολόκληρη αγκαλιά; Ήθελα να μάθω τα πάντα για σένα, μου είχες κινήσει το ενδιαφέρον.

Όμως δεν ξέρω τι συνέβη. Κάποια στιγμή κουράστηκα. Δε φταις εσύ, και θέλω να το ξέρεις αυτό. Εγώ φταίω, όχι εσύ. Βλέπεις, δεν μπορώ τελικά να δεσμευτώ σε κάτι τόσο μεγάλο. Δεν είμαι γι’ αυτά εγώ. Όμως είμαι σίγουρος ότι θα βρεις κάποιον που πραγματικά να σου αξίζει, κάποιον καλύτερο από μένα, κάποιον που να μπορεί να αντέξει περισσότερο. Κάποιον που να είναι φτιαγμένος γι’ αυτό.

Και θα μου πεις τώρα, και με το δίκιο σου, αφού δεν ήμουν φτιαγμένος για όλο αυτό γιατί σε έμπλεξα κι εσένα που δε μου έφταιγες και σε τίποτα. Δεν ξέρω, αλήθεια. Πίστευα ότι με σένα θα ήταν διαφορετικά. Όμως δεν ήταν. Τελικά είμαι άλλος τύπος ανθρώπου. Από αυτούς που δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε κάτι τόσο μεγάλο, που θέλουν μικρές περιπέτειες στη ζωή τους, όχι μεγάλες δεσμεύσεις. Εσύ είσαι για άλλα πράγματα, θέλεις χρόνο, αφοσίωση, θέλεις αποκλειστικότητα. Όμως πιέζομαι πολύ για να σου τα προσφέρω αυτά.

Βασανιζόμαστε και οι δύο, το βλέπω. Εσύ θες να μου πεις τα δικά σου, όμως εγώ δε θέλω πια να τα ακούσω όπως στην αρχή. Και εγώ χρειάζομαι κάτι να με χαλαρώνει όταν γυρίζω κουρασμένος από τη δουλειά, όχι να με κουράζει κι άλλο. Ναι, με κούρασες, ορίστε, το είπα. Χάθηκε η μαγεία.

Γι’ αυτό και λέω να χωρίσουν οι δρόμοι μας εδώ. Όσο είναι ακόμα αξιοπρεπές και για τους δύο. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα. Χωρίς κακίες, χωρίς μίσος. Απλά δεν ταιριάξαμε. Συμβαίνει. Τι λες κι εσύ;

Εντάξει λοιπόν, φεύγω. Ίσως ξανασυναντηθούμε κάποτε, ποτέ δεν ξέρεις. Είναι μικρός ο κόσμος και η ζωή. Γι’ αυτό πρέπει να τη ζούμε όπως θέλουμε. Αντίο».

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, και κατάφερα να μην κοιτάξω πίσω μου. Φάνηκα δυνατός, όπως έπρεπε. Όπως ήθελα.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που έμπλεξα με μυθιστόρημα. Τελικά, είμαι από αυτούς που δεν μπορούν να δεσμευτούν σε κάτι τόσο μεγάλο. Μερικοί είμαστε φτιαγμένοι για διηγήματα, άντε και καμιά νουβέλα. Δεν είναι κακό. Συμβαίνει.


Αποφάσισα να γράψω ένα κείμενο. Και να το γεμίσω με τις σκέψεις μου, τις καλύτερες και τις καθαρότερες σκέψεις μου.

Το έγραψα. Βγήκε 1.500 λέξεις.

Αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να αφαιρέσω τα σημεία που είναι politically incorrect – μπορεί κάποιος να θιγόταν από αυτά που έγραφα. Έτσι, έμειναν 1.346 λέξεις.

Μετά σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να σβήσω και τα σημεία που αναφέρονταν σε δικές μου μνήμες και συναισθήματα – ποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει κάτι τόσο προσωπικό; Έτσι, έμειναν 1.206 λέξεις.

Όμως μετά σκέφτηκα ότι πρέπει να σβήσω και τα κομμάτια που μπορεί να πρόδιδαν ποιος είμαι ή πού μένω – δεν είναι αυτή εποχή να ρισκάρεις με κάτι τέτοια. Έτσι, έμειναν 1.083 λέξεις.

Αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να διαγράψω οποιαδήποτε πολιτική αναφορά – αλλιώς θα μπορούσαν να με κατηγορήσουν ότι ανήκω σε κάποιον πολιτικό χώρο και δεν είμαι αντικειμενικός. Έτσι, έμειναν 828 λέξεις.

Και μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να σβήσω και τις σκέψεις μου που είχαν να κάνουν με τη θρησκεία – τι μπορεί να ξέρει ένας θνητός για το Θεό; Έτσι, έμειναν 681 λέξεις.

Όμως μετά σκέφτηκα ότι θα ήταν τίμιο να σβήσω και τις σκέψεις που δεν ήταν εντελώς δικές μου, αλλά τις είχα εμπνευστεί από άλλους – δεν είχε νόημα αν δεν τις είχα σκεφτεί εγώ πρώτος. Εκεί έγινε σφαγή, έμειναν μόνο 274 λέξεις.

Και μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να διαγράψω όλες εκείνες τις λέξεις και τις φράσεις που πίστευα ότι δεν είχα επεξεργαστεί σωστά – θα μπορούσα να τις ξανασκεφτώ και να επανέλθω αργότερα. Έτσι, έμειναν 72 λέξεις.

Αλλά βέβαια μετά σκέφτηκα ότι ήταν απαραίτητο να διαγράψω οτιδήποτε δεν έβγαζε νόημα – αν δεν έβγαζα εγώ νόημα, δε θα έβγαζε κανένας. Και αφού είχαν μείνει μόνο κάτι σκόρπιες αντωνυμίες και άρθρα, δεν έμεινε καμία λέξη.

Έμειναν μόνο οι σκέψεις, καταδικασμένες σε ισόβια δεσμά, με μόνη ελπίδα να τις απελευθερώσουν πρόωρα λόγω καλής διαγωγής.

Ίσως, κάποτε.

(στην @Ioanafire. Γιατί έτσι.)


Ίσως να το έχεις νιώσει κι εσύ. Είναι αυτό το αίσθημα ότι δεν ανήκεις πουθενά. Πως ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω σου δε σε αφορά, δε σε ρωτά κανείς, δεν ενδιαφέρεται κανείς για το αν υπάρχεις κι εσύ, είσαι μόνος σου, διαφορετικός, περιθωριοποιημένος, ξένος. Οι ειδήσεις που μεταδίδουν τα ΜΜΕ τους είναι κατασκευασμένες ή επιλεγμένες από άλλους και απευθύνονται σε αυτούς τους άλλους ή στους ομοίους τους, αλλά όχι σε σένα. Οι γιορτές και τα πανηγύρια τους είναι γιορτές που δε σε αγγίζουν, που δε σου λένε τίποτα, και όταν εσύ νιώθεις την ανάγκη να γιορτάσεις, κανείς δε γιορτάζει μαζί σου. Τα τραγούδια τους, οι ταινίες τους, οι εκπομπές τους, όλος τους ο πολιτισμός μοιάζει να απευθύνεται σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από σένα. Η εκπαίδευσή τους έχει στόχο να αναπαραγάγει τους εαυτούς τους, να δημιουργήσουν κλώνους των εαυτών τους, ανθρωπάκια ίδια και απαράλλαχτα με αυτούς και εντελώς διαφορετικά από εσένα. Οι πολιτικοί τους εκλέγονται από άλλους και κάνουν τα χατίρια άλλων, αλλά δεν ασχολούνται μαζί σου. Δεν είναι όλοι εναντίον σου. Αλλά είναι όλοι απέναντί σου, σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο εσύ δεν έχεις καμία διάθεση να ταξιδέψεις ξανά.

Είναι σαν να έχεις φυτρώσει σε ένα δέντρο, μαζί με όλους τους άλλους, να μεγάλωσες εκεί, να πέρασες ωραίες μέρες μαζί τους, και μια μέρα, ξαφνικά, να ωρίμασες και να έπεσες στο έδαφος. Απροειδοποίητα, χωρίς κανένας να σου πει ότι μια μέρα θα φύγεις από εκεί και θα αλλάξουν τα πάντα. Και μόνος, γιατί οι άλλοι έμειναν στο δέντρο. Δεν ωρίμασαν ποτέ. Και θα σαπίσουν εκεί. Και τώρα;

Καθένας μόνος του πορεύεται στη ζωή. Θα έχεις και γονείς, και αδέλφια, και φίλους, και εχθρούς, και είδωλα, αλλά πάντα θα προχωράς μόνος σου. Εσύ και οι ιδέες σου, σε έναν κόσμο που πάντα θα θέλει να σου επιβάλει τις δικές του ιδέες, για να μπορέσεις να γίνεις μέρος του. Κι αν δε θες να γίνεις μέρος του; Τότε ζεις στο περιθώριο. Μόνος σου, εσύ και οι ιδέες σου.

Κάποια στιγμή δεν μπορείς άλλο να προσαρμόζεσαι. Θέλεις να κάνεις το δικό σου. Να αφήσεις πίσω σου αυτό που ήδη υπάρχει και να αρχίζεις να φτιάχνεις κάτι καινούργιο. Αλλά αυτό που ήδη υπάρχει δεν πρόκειται να σε αφήσει. Θέλει το μονοπώλιο, κι εσύ θέλεις να δημιουργήσεις έναν ανταγωνιστή του. Θα σε πολεμήσει. Θα σε χλευάσει. Θα σε καταστρέψει. Και τότε, στην καλύτερη περίπτωση θα μείνεις εκεί, στα συντρίμμια αυτού που προσπάθησες να χτίσεις, προσπαθώντας ξανά, σε πείσμα των καιρών, να χτίσεις έστω ένα σπιτάκι από lego, και στη χειρότερη περίπτωση θα αποδεχθείς ότι ήταν λάθος σου να πας κόντρα σε αυτό που ήδη υπάρχει και θα προσχωρήσεις σε αυτό, και θα αρχίσεις να πολεμάς με όλη σου τη μανία όποιον τολμήσει να το ανταγωνιστεί.

Πνίγεσαι. Προχωράς μονίμως στο δρόμο με δύο χέρια γύρω από το λαιμό σου, που σου αφήνουν αρκετό χώρο ίσα-ίσα για να ανασάνεις, υπό την απειλή ανά πάσα στιγμή να σφίξουν και να σου κόψουν οριστικά την αναπνοή. Δεν το θέλουν στ’ αλήθεια, αλλά θα το κάνουν αν χρειαστεί. Αυτό που πραγματικά θέλουν είναι να πας με το μέρος τους. Να γίνεις σαν αυτούς, να υποχωρήσεις στην πίεσή τους, να αποδεχθείς ότι αυτοί έχουν δίκιο κι εσύ άδικο, και κανένα δικαστήριο ποτέ δε θα συμφωνήσει περί του αντιθέτου, γι’ αυτό το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να δηλώσεις υποταγή στο παλιό, στο υπάρχον, στο παντοτινό. Αλλά κι αν δε δηλώσεις ποτέ υποταγή, δε θα διστάσουν να σε εξοντώσουν για να μη μολύνεις το παλιό, το υπάρχον, το παντοτινό με νέες, επικίνδυνες ιδέες. Ο σκοπός τους είναι ιερός, όμως η ίδια τους η Εκκλησία είναι ανίερη.

Ξέρεις ότι το μίσος είναι δηλητήριο που σκοτώνει ακαριαία. Αυτόν που το έχει μέσα του, αυτούς στους οποίους το δίνει, αυτούς που θα βρεθούν στο δρόμο τους κατά λάθος, αυτούς που θα το καταπιούν χωρίς να το καταλάβουν. Αλλά το μίσος είναι και ναρκωτικό, που το μοιράζουν αφειδώς τα κανάλια. Όσο περισσότερο έχεις, τόσο περισσότερο χρειάζεσαι για να είσαι καλά. Και προσπαθείς να ξεφύγεις από το μίσος, για να μη γίνεις πρεζάκι. Το αντικαθιστάς με διάφορα υποκατάστατα: Απέχθεια, αδιαφορία, απομόνωση, απόγνωση, ό,τι βρεις πρόχειρο. Μεθαδόνη. Υψώνεις τείχος για να μπορέσεις να μη γίνεις σαν τους άλλους, αλλά η κερκόπορτα είναι χαλασμένη. Σαμποτάζ. Μίσος. Ζούγκλα. Μια κοινωνία στην οποία υπάρχει τόσο μίσος, δεν είναι πια κοινωνία. Είναι ζούγκλα.

Και είναι και το άλλο. Όταν εσύ λες κάτι, πρέπει πάντα να το αποδεικνύεις. Και όσες αποδείξεις κι αν φέρεις, ποτέ δε θα είναι αρκετά πειστικές. Όταν οι άλλοι λένε κάτι, το λένε σαν θέσφατο, και όποιος δεν το αποδεχθεί είναι εμπαθής και κακόβουλος. Κι άμα σ’ αρέσει. Αλλιώς, τα μπογαλάκια σου και σε άλλο πλανήτη, γιατί αυτόν τον κάναμε σαν τα μούτρα μας και δεν υπάρχει ούτε μία γωνιά του που να μην έχει υποφέρει από την ανθρώπινη αλαζονεία, και γουστάρουμε κιόλας. Είμαστε οι κυρίαρχοι, οι καλύτεροι, οι ισχυρότεροι, οι ανίκητοι. Δε θες να είσαι με τους νικητές; Όχι ρε φίλε, δε θέλω. Θέλω να είμαι με οποιονδήποτε έχει ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί σου. Θέλω να είμαι με οποιονδήποτε τολμήσει να σου πάει κόντρα. Θέλω να είμαι με την αλήθεια. Θέλω να είμαι απέναντί σου. Θέλω να με βλέπεις και να μου κάνεις κωλοδάχτυλα πριν αρχίσεις την επίθεσή σου. Θέλω να βλέπω το μίσος σου να ξεχειλίζει από τ’ αυτιά σου όταν θα πεθαίνεις από υπερβολική δόση. Θέλω να πατήσω πάνω στο πτώμα σου και εκεί πάνω να βάλω το πρώτο τούβλο του νέου οτιδήποτε που θα προκύψει. Θέλω να ζήσω.

Τουλάχιστον ξέρω τι θέλω. Αλλά αυτό δεν είναι και πολύ παρήγορο, γιατί και ο άλλος απέναντι ξέρει τι θέλει. Η διαφορά μας είναι ότι αυτός έχει όλα τα μέσα για να το αποκτήσει, ενώ εγώ έχω μόνο τον εαυτό μου. Και τις ιδέες μου. Εγώ και οι ιδέες μου. Εναντίον όλων. Κάπως έτσι γράφεται η ανθρώπινη ιστορία.