Οκτώβριος 2010



Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω πρήξει με την σχεδόν καθημερινή γκρίνια μου για τα στραβά και ανάποδα της ζωής μου. Ναι, έχω πλήρη επίγνωση του ότι ένας ταλαντούχος μουσικός θα μπορούσε με ένα μπαγλαμαδάκι ή/και ένα μπουζούκι να μελοποιήσει αυτό το ημερολόγιο, και να βγάλει έναν δίσκο με περισσότερο κλάμα από ολόκληρη τη δισκογραφία του Καζαντζίδη και του Πλούταρχου μαζί. Βέβαια, πρέπει κι εσύ να μου αναγνωρίσεις ότι με αυτά που συμβαίνουν γύρω μου, θα έπρεπε να είμαι είτε κρετίνος, είτε ζάπλουτος για να πλέω σε πελάγη ευτυχίας, και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είμαι τίποτα από αυτά τα δύο.

Ωστόσο, σήμερα θα κάνω την έκπληξη, και θα σου γράψω για όλα αυτά τα μικρά ή μεγάλα χαρούμενα πράγματα που μπορούν να σε κάνουν να βλέπεις τη ζωή με αισιοδοξία, ακόμα κι αν πολλές φορές δεν τους δίνεις σημασία, προτιμώντας αντίθετα να εστιάσεις σε όλα τα αρνητικά που σου κατακρημνίζουν τη διάθεση, με έναν θαυμαστό (όσο και παράδοξο) μαζοχισμό. Έτσι, για πλάκα. Και για την Krotkaya, που μου το ζήτησε.

Ας αρχίσουμε από τα πολύ βασικά: Πρώτα απ’όλα, ζω. Δεν έχω σκοτωθεί σε τροχαίο (που είναι απορίας άξιον, καθώς κατά γενική ομολογία οδηγώ χειρότερα κι από τυφλό μπαμπουίνο με πάρκινσον), δεν έχω σκοτωθεί σε κάποιον από τους αμέτρητους πολέμους που διεξάγονται σε όλο τον κόσμο, δεν έχω πεθάνει από την πείνα σε κάποια από τις φτωχές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής. Είμαι ζωντανός. Και αυτό είναι από μόνο του ένας λόγος για να πανηγυρίζω, κάθε μέρα που περνάει.

Όσο για το πώς ζω, σίγουρα δεν είμαι όπως με φανταζόμουν πριν από δέκα χρόνια. Ωστόσο, θα μπορούσα να είμαι χειρότερα. Μπορεί να είμαι άνεργος, αλλά τουλάχιστον έχω ανθρώπους γύρω μου να με στηρίζουν οικονομικά (και ψυχολογικά, ασφαλώς). Και μπορεί εδώ και μερικούς μήνες να έχει πέσει κάπως η ψυχολογία μου, αυτό όμως δε σημαίνει απολύτως τίποτα για το μέλλον. Ξέρεις αυτήν τη φράση που λέει «θέλω να γίνω αυτό που ήμουν όταν ήθελα να γίνω αυτό που είμαι τώρα»; Ε, εγώ λέω: «Θέλω να γίνω αυτό που θα είμαι όταν θα θυμάμαι πόσο για τα μπάζα ήταν αυτός που είμαι τώρα». Έχω ακόμα όνειρα για το μέλλον, έχω φιλοδοξίες και στόχους. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρω, ότι θα φτάσω κάποτε να θυμάμαι όλα αυτά που μου συμβαίνουν τώρα και να γελάω (όπως μου συμβαίνει πάντα με κάθε τραυματική εμπειρία). Και ξέρεις κάτι; Οποιοσδήποτε μπορεί να βάλει εμπόδια στο δρόμο μου προς τα όνειρά μου, όμως κανείς δεν μπορεί να μου στερήσει τη θέλησή μου να τα προσπεράσω και να πετύχω αυτό που ονειρεύομαι.

(σε παρακαλώ, αν αρχίσω να ακούγομαι σαν τον Κοέλιο, ρίξε μου δυο σφαλιάρες να συνέλθω. Είπαμε να γράψουμε δυο-τρεις αισιόδοξες κουβέντες, όχι αμπελοφιλοσοφίες της κακιάς ώρας.)

Πρόσφατα είχα μια άσχημη εμπειρία στη δημοσιογραφία και αποφάσισα να κινηθώ προς άλλες επαγγελματικές κατευθύνσεις. Κι αυτό γιατί πλέον πιστεύω ότι είναι καλύτερο να ταλαιπωρηθείς λίγο παραπάνω στην αναζήτηση εργασίας, αλλά να σε σέβονται, παρά να βολευτείς σε μια εξευτελιστική δουλειά, και να γελάνε μαζί σου. Ευτυχώς, είμαι από αυτούς που έχουν πάντα ανοιχτό το κινητό τους, στην περίπτωση που η ζωή τους στείλει κάποιο μήνυμα, κι έτσι πήρα κι αυτό το SMS. Και πλέον βλέπω το μέλλον πολύ πιο αισιόδοξα. Κι αν χρειαστεί να δουλέψω ξανά σε βιβλιοπωλείο προκειμένου να βγάλω τα προς το ζην, θα το κάνω ευχαρίστως, πολύ περισσότερο απ’ό,τι την προηγούμενη φορά, όταν είχα μονίμως το άγχος της επαγγελματικής εξέλιξης. Και θα το κάνω, γιατί είναι αξιοπρεπές.

Επιπλέον, σκέφτηκα ότι τόσο καιρό που κάθομαι, θα μπορούσα να έχω κάνει κάτι εποικοδομητικό, όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους γύρω μου. Μετάνιωσα γι’αυτό, κι έτσι αποφάσισα να συμμετάσχω στους atenistas, μια ανεξάρτητη κίνηση Αθηναίων (και όχι μόνο) πολιτών που κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να γίνει καλύτερη η πόλη της Αθήνας. Ειδικά αν επιβεβαιωθούν τα προγνωστικά και κερδίσει ακόμα μια τετραετία ο Κακλαμάνης σαν δήμαρχος της Αθήνας, η πόλη μας θα χρειαστεί ΠΟΛΛΗ βοήθεια από τέτοιες πρωτοβουλίες, και θα ένιωθα πραγματικά ένοχος αν δεν έπαιρνα κι εγώ μέρος σε κάτι τέτοιο. Αντί να χαλάω τον (άφθονο) ελεύθερο χρόνο μου παίζοντας Pro, μπορώ να τον επενδύω για το καλό της Αθήνας. Και ξαφνικά νιώθω περήφανος για τον εαυτό μου.

Βλέπεις, λοιπόν, ότι δεν είναι όλα μαύρα. Υπάρχουν ακόμα όνειρα, υπάρχει ελπίδα, υπάρχει χαμόγελο στη ζωή. Και μπορεί οι καταστάσεις να παγώνουν αυτό το χαμόγελο πολλές φορές, όμως όλα τα προβλήματα ξεκινούν όταν αρχίσεις να πιστεύεις ότι δεν θα χαμογελάσεις ποτέ ξανά στη ζωή σου. Και όλα τα προβλήματα σταματούν την ίδια στιγμή που χαμογελάς, χωρίς να σκέφτεσαι τι θα γίνει σε πέντε λεπτά, σε μία ώρα, αύριο, μεθαύριο, του χρόνου, σε δέκα χρόνια.

Και τώρα θα κλείσω αυτήν την ευχάριστη παρένθεση, και θα σε καληνυχτίσω με μία εξίσου ευχάριστη φωτογραφία, την οποία τράβηξα προχθές στα Πατήσια, και λίγο-πολύ συμπυκνώνει το νόημα όλων όσων σου έγραψα σήμερα (που φτάνουν περίπου τις 1.000 λέξεις, και μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις – τυχαίο; Ναι, τυχαίο. Αλήθεια, δεν τις υπολόγισα.):

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

άργησα λίγο να σου γράψω, το ξέρω. Ελπίζω να μην ανησύχησες μήπως αυτοκτόνησα από τη στενοχώρια μου, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αστείο – ξέρεις αυτό που λένε, ότι το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να χάνεις κάποιον από την οικογένειά σου; Ε, στην περίπτωσή μου ήταν περισσότερο σαν να χάνεις το καπάκι της οδοντόκρεμας. Τόσο τραγικό. Και στοιχηματίζω ότι και ο/η άτυχος/η που κλήθηκε να πάρει τη θέση μου δεν θα αντέξει για πολύ. Αν, δηλαδή, δεν τα έχει ήδη παρατήσει.

(εδώ που τα λέμε, φτηνά τη γλίτωσα με αυτά που έγραψα στο blog μου, με μια ψωροαπόλυση. Την τελευταία φορά που συνέβη κάτι αντίστοιχο ήμουν φαντάρος, και λίγο έλειψε να καταλήξω στο Στρατοδικείο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, που κάποτε θα τη διηγούμαι και θα γελάω, αντί να τρέμω σαν το ψάρι.)

Ο λόγος που δε σου έγραφα τόσες μέρες δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς ποιος ήταν, αλλά πρέπει να έχει να κάνει με την προσπάθεια ανάνηψης των αδικοχαμένων μου εγκεφαλικών κυττάρων, στην οποία έχω αφοσιωθεί τον τελευταίο καιρό, προκειμένου να καθυστερήσω όσο γίνεται το Αντενάουερ. Όχι κάτσε…το Λιρντάμερ, εννοούσα…Όχι, περίμενε…ααααα, το θυμήθηκα: Το Αλτσχάιμερ.

Αυτό που συνειδητοποίησα, πάντως, αυτές τις μέρες, είναι το πόσο σημαντικό είναι το feedback που λαμβάνει κανείς από τους αναγνώστες του. Και ειδικά το feedback που προέρχεται από ανθρώπους που δε μασάνε τα λόγια τους, που δε σου χρωστάνε καλές κουβέντες και που δε διστάζουν να σου πουν αυτό που σκέφτονται κατάμουτρα. Από αυτούς που δε φοβούνται μήπως σε προσβάλουν και παρεξηγηθείς και μιλάνε αυθόρμητα και ειλικρινά. Ξέρεις, πάντα προτιμούσα τα αρνητικά σχόλια από τα θετικά. Τα θετικά σχόλια σίγουρα σου προκαλούν μία ικανοποίηση, όμως αυτή είναι προσωρινή. Αντίθετα, τα αρνητικά σχόλια, όταν δεν κρύβουν εμπάθεια, είναι πολύ πιο χρήσιμα, γιατί σου επισημαίνουν αυτά που κάνεις λάθος. Λαμβάνοντας υπ’όψιν τα αρνητικά σχόλια, σε βάθος χρόνου μπορείς να τα βελτιώσεις και να γίνεις καλύτερος. Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μία πρόσκαιρη ικανοποίηση.

Ας αλλάξουμε, όμως, θέμα και κλίμα: Τις προάλλες συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Είδα ένα καταπληκτικό όνειρο, από τα καλύτερα που έχω δει σε όλη μου τη ζωή – δε χρειάζεται να μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, αρκεί να σου πω ότι πρωταγωνιστούσα εγώ και δύο γυναίκες. Πέρα από το προφανώς εξωφρενικό του περιεχόμενο, το όνειρο ήταν απίστευτα ρεαλιστικό αφού εκτυλισσόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόμουν, ενώ τη μία από τις γυναίκες την ξέρω, κι έτσι πίστεψα ότι όλα αυτά συνέβαιναν στ’αλήθεια. Κάποια στιγμή, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό ήταν πολύ σουρεαλιστικό για να είναι πραγματικό, κι έτσι τσιμπήθηκα στο μπράτσο για να σιγουρευτώ ότι δεν κοιμόμουν. Πράγματι, δεν ξύπνησα με το τσίμπημα, κι έτσι συνέχισα κανονικά να κάνω ό,τι έκανα. Και, όπως καταλαβαίνεις, λίγο αργότερα ξύπνησα. Συμπέρασμα: Ένας ακόμα μύθος καταρρίπτεται. Επόμενος στόχος: Να αποδείξω ότι είναι εφικτό να φταρνιστώ χωρίς να κλείσω τα μάτια μου. Εδώ και 15 χρόνια το προσπαθώ, χωρίς επιτυχία, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Στο μεταξύ, σήμερα είναι 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου. Είναι μία από τις ελάχιστες ονομαστικές γιορτές που θυμάμαι κάθε χρόνο, κι αυτό γιατί στο σχολείο μου η γιορτή του Αγίου Δημητρίου ήταν αργία, επειδή ο συγκεκριμένος άγιος ήταν πολιούχος. Έτσι, σε συνδυασμό με τις αργίες της 27ης και 28ης Οκτωβρίου, είχαμε ένα υπέροχο τριήμερο, που ενίοτε γινόταν και τετραήμερο ή και πενθήμερο, όταν έπεφτε και το Σαββατοκύριακο κολλητά. Γι’αυτόν τον λόγο, ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο top-3 των αγαπημένων μου αγίων, μαζί με τον Άγιο Βασίλη και τον Άγιο Πο*τσο, μεγάλη η χάρη του.

Α, δε σου είπα και το άλλο: Χθες το βράδυ, κάθισα και είδα ολόκληρη την διακαρναβαλική συνέντευξη του πρωθυπουργού. Ναι, αλήθεια. Δε σου λέω ότι ήταν εύκολο, αλλά όταν έχεις δει για οκτώ ολόκληρες ώρες σερί Μελέτη, Μενεγάκη και Λαμπίρη, δύο ώρες με τον Γιωργάκη σου φαίνονται παιχνιδάκι. Περίμενα να πει κανένα φοβερό νέο, όπως π.χ. ότι αδυνάτισε ο Πάγκαλος ή ότι βρήκε στο δρόμο 500.000 θέσεις εργασίας και δεν έχει πού να τις δώσει, αλλά φευ. Όλο κάτι ακαταλαβίστικα έλεγε, για το πώς το ΠΑΣΟΚ έσωσε τη χώρα καταστρέφοντάς την. Αλλά το κορυφαίο που είπε, και πραγματικά με άγγιξε (και μάλιστα με άγγιξε τόσο πολύ, που στοιχειοθετεί άνετα και μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση), ήταν η φράση «[χάρη στο δικό μας ασφαλιστικό] ξέρουν τα νέα παιδιά ότι θα πάρουν σύνταξη». Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς για γέλια ή για κλάματα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Να γελάσω με την παιδική αφέλεια του ανθρώπου που κυβερνάει περιχαρής ένα καράβι που έχει ήδη αρχίσει να βουλιάζει; Ή να κλάψω με την προφανή ασχετοσύνη του ανθρώπου που διδάσκει εδώ και έναν χρόνο σε μία τάξη Δημοτικού και δεν έχει μάθει ακόμα τα μικρά ονόματα των μαθητών του; Δεν ξέρω, ειλικρινά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη. Θα πεθάνω δουλεύοντας, με το κεφάλι μου να πέφτει με δύναμη πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, εστιάζοντας, όχι τυχαία, στο πλήκτρο «Escape».

Θα σε αφήσω στην ησυχία σου τώρα, καληνυχτίζοντάς σε με μία σοφή συμβουλή: Ό,τι δε σε σκοτώνει, θα επιστρέψει κάποια στιγμή για να ολοκληρώσει αυτό που άφησε στη μέση. Και θα επιστρέψει πιο δυνατό.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ως γνωστόν, όλα τα καλά πράγματα κρατάνε λίγο. Αυτή είναι μια αντικειμενική συμπαντική αλήθεια, ένα αξίωμα που μπορεί να μην αποδεικνύεται από κάποιον μαθηματικό τύπο, αλλά αποδεικνύεται κάθε μέρα στη ζωή μας. Το θέμα είναι με τα κακά πράγματα: Άραγε αυτά κρατάνε πολύ, ακολουθώντας τον απαράβατο «Νόμο του Μέρφι», ή μήπως αυτός ο νόμος έχει, όπως και όλοι οι νόμοι που σέβονται τον εαυτό τους, τα παραθυράκια του; Να μία ερώτηση που θα πρέπει να απασχολήσει τους φιλοσόφους του 21ου αιώνα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνη τη δουλειά στο site, όπου θα έβλεπα κάθε μέρα τα κουτσομπολίστικα προγράμματα και θα έγραφα για τις «ειδήσεις» που προέκυπταν από αυτά; Και για εκείνο το ταξιδιωτικό site που ανήκε στον ίδιο όμιλο και στο οποίο θα συμμετείχα; Ε, ξέχνα τα. Απολύθηκα πριν καν ξεκινήσω! Πρέπει να είναι κάποιου είδους ρεκόρ Γκίνες, πρέπει να το ψάξω.

Το ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας είναι το γιατί απολύθηκα. Κι αυτό γιατί η αιτία της απόλυσης ήταν…το blog μου! Ένα post το οποίο έγραψα και δημοσίευσα την ίδια μέρα που συμφώνησα να κάνω τον μαλ…ε, τον δημοσιογράφο εννοώ (δηλαδή προχθές), στάθηκε η αφορμή για να διακοπεί άδοξα και απότομα η συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο όμιλο. Και ενώ οπωσδήποτε δεν είμαι ο πρώτος που χάνει τη δουλειά του εξαιτίας κάποιων σχολίων του σε προσωπική ιστοσελίδα ή στο Facebook, νομίζω ότι είμαι αυτός που την έχασε πιο γρήγορα απ’όλους τους άλλους. Κι αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα κατόρθωμα.

Τώρα εσύ μάλλον θα περιμένεις να διαβάσεις ένα πύρινο λογύδριο, στο οποίο θα βρίζω θεούς και δαίμονες, θα καταριέμαι τα σχεδόν αφεντικά μου και θα κλαίω τη μοίρα μου με μαύρο δάκρυ. Και, μεταξύ μας, αν αυτό το κείμενο το έγραφα την ίδια μέρα που πληροφορήθηκα την διακοπή της συνεργασίας, μπορεί και να έμοιαζε κάπως έτσι. Αλλά σήμερα, που είμαι σαφώς πιο ήρεμος και κατασταλαγμένος, θα κάνω την έκπληξη, ξεκινώντας να κάνω την αυτοκριτική μου. Γιατί αν δεν μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου κατάματα στον καθρέφτη και να του πεις «έκανες μαλακία ρε τούβλο», τότε δεν έχεις δικαίωμα να πεις το ίδιο σε κανέναν άλλο. Ό,τι κι αν σου έχει κάνει.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: Δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Ακόμα κι αν σε ταΐζει ψίχουλα. Και ειδικά όταν ξέρεις ότι πίσω από το χέρι κρύβεται ένα τεράστιο ψυγείο, από το οποίο είναι πιθανό στο μέλλον το χέρι να αρχίσει να βγάζει μεζέδες και να σε ταΐζει πολύ καλύτερα. Εγώ παρέβην αυτήν την πολύ θεμελιώδη αρχή, και το αποτέλεσμα είναι γνωστό.

Επιπλέον, υπήρξα αφελής. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι «από πάνω» μου θα διαβάσουν το συγκεκριμένο κείμενο, αγνόησα τον κίνδυνο και αποφάσισα να το γράψω, κι ας ήξερα ότι δεν θα τους άρεσε ιδιαίτερα. Για κάποιον δικό μου, απροσδιόριστο λόγο πίστευα ότι δεν θα τους ενοχλούσε τόσο, ώστε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Φυσικά, έκανα λάθος.

Τέλος, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι κάποιες από τις εκφράσεις που χρησιμοποίησα ήταν υπέρ το δέον σκληρές, μέχρι και υπερβολικές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αλγεινές εντυπώσεις για πρόσωπα και πράγματα που δεν ήθελα να θίξω. Ας πούμε ότι ήμουν κάπως «ατσούμπαλος» σε αυτά που έγραφα, προφανώς λόγω εκνευρισμού, και αυτό προκάλεσε κάποιες παρεξηγήσεις.

Κάπου εδώ ο κατήγορος κάθεται στη θέση του, και τον λόγο παίρνει ο συνήγορος υπεράσπισης.

Πρώτα απ’όλα, το blog είναι ένας χώρος προσωπικής έκφρασης. Μπορεί αυτός ο χώρος να εκτίθεται και σε άλλους, σε αντίθεση με ένα πραγματικό προσωπικό ημερολόγιο, όμως δεν παύει να αποτελεί κάτι το προσωπικό. Αυτό που έκανα εγώ ήταν να εξωτερικεύσω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με τη δημοσιογραφία γενικότερα, αλλά και την συγκεκριμένη δουλειά που μου ανατέθηκε. Μάλιστα, μπορεί να ήμουν κάπως υπερβολικός ή/και σκληρός, όμως πιστεύω ότι ήταν προφανές ότι δεν ήθελα να θίξω ούτε τους «από πάνω» μου, ούτε τον συγκεκριμένο όμιλο – εξάλλου, αν ήταν αυτός ο στόχος μου, θα μιλούσα με ονόματα και διευθύνσεις, και όχι με ανώνυμες αοριστολογίες. Το πρόβλημά μου δεν ήταν το γεγονός ότι το ποσό που θα με πλήρωναν ήταν εξευτελιστικό, κι αυτό γιατί ξέρω καλά ότι έτσι είναι τα πράγματα παντού στον δημοσιογραφικό κλάδο. Το πρόβλημά μου είναι καθαρά αυτοί που επέτρεψαν να καταντήσει το επάγγελμα σε τόσο τραγική κατάσταση, ώστε να θεωρείται όχι απλά θεμιτό και νόμιμο, αλλά και απαραίτητο, να υπάρχουν τέτοιοι μισθοί. Δε φταίει αυτός που εκμεταλλεύεται μια κατάσταση, αλλά αυτός που τη δημιουργεί. Επομένως, σε αυτό το κομμάτι μιλάμε μάλλον για μια λυπηρή παρεξήγηση.

Αυτό που μου είπε ο διευθυντής στο τηλέφωνο, κατά λέξη, ήταν «δε θέλουμε να κρατάμε κανέναν με το ζόρι». Καλά κάνουν, βέβαια. Ωστόσο, πόσο ευτυχισμένος μπορεί να είναι κανείς όταν πληρώνεται περίπου 300 ευρώ το μήνα για να δουλεύει οκτώ ώρες τη μέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα; Πρέπει να ζορίζεται λίγο. Επιπλέον, αν αυτή η έλλειψη ενθουσιασμού από τη μεριά μου δεν ήταν εμφανής στα κείμενά μου, και άρα ήμουν καλός στη δουλειά μου (όπως μου είπαν ότι ήμουν), τότε έχει πραγματικά τόσο μεγάλη σημασία το τι νιώθω μέσα μου; Δεν είναι πιο σημαντικό να γίνεται σωστά η δουλειά; Εξάλλου, αν πραγματικά ήμουν τόσο ζορισμένος που δεν άντεχα, δε θα τα παρατούσα και θα έφευγα μόνος μου;

Μια παρατήρηση ακόμα πάνω σε αυτό το θέμα: Όταν ένας άνθρωπος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και σκοπεύει κάποτε να κάνει καριέρα σε αυτόν τον κλάδο, έχει κάποια όνειρα. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα όνειρα αυτά δεν περιλαμβάνουν καθημερινή οκτάωρη εγκεφαλική εξόντωση με πρωινές και μεσημεριανές εκπομπές. Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, όταν τον βάλεις να κάνει μια τέτοια δουλειά, ασφαλώς και δεν θα την κάνει με ενθουσιασμό. Ασφαλώς και θα την κάνει σαν αγγαρεία. Θα την κάνει μόνο και μόνο επειδή την βλέπει σαν «πάτημα» για να ανέβει κάπου πιο ψηλά. Θα την κάνει καλά, ακόμα κι αν δεν του αρέσει, με την προοπτική της επαγγελματικής ανέλιξης. Θα είναι το «αγροτικό» του. Πού ακριβώς είναι το κακό σ’αυτό;

Και κάτι τελευταίο: Αν έστω και ένας νέος άνθρωπος διάβασε εκείνο το post και εξαιτίας αυτού αποφάσισε να μην σπουδάσει δημοσιογραφία, τότε χαλάλι και η δουλειά που έχασα, και οι δουλειές που θα χάσω στο μέλλον για τον ίδιο λόγο. Δυστυχώς, δεν νομίζω ότι υπάρχει πια χειρότερος επαγγελματικός κλάδος, και είναι καιρός να το μάθουν όλοι αυτό.

Όλη μέρα χθες αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος που έγραψα εκείνο το κείμενο. Αν έπρεπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, να συγκρατήσω τα νεύρα μου, να παραμείνω το «καλό παιδί» που ήμουν πάντα. Ήμουν πολύ μπερδεμένος. Αλλά με την υποστήριξη και των δικών μου ανθρώπων (που είναι πολύτιμη σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν εσύ δεν μπορείς να δεις καθαρά), συνειδητοποίησα ότι δεν έχασα και τίποτα. Εντάξει, ήταν μια ευκαιρία, αν έκανα λίγη υπομονή θα μπορούσα να βγω κερδισμένος – αλλά πού θα οδηγούσε αυτό; Θα έκανα την αυτολύπηση καριέρα. Ποιος το θέλει πραγματικά αυτό; Κανένας.

Και τώρα; Τώρα, πάλι άνεργος. Με την καρτούλα μου, με το χιλιοτυπωμένο βιογραφικό μου, με το ημερολόγιό μου και με τα όλα μου. Αλλά όλα αυτά, με μία διαφορά: Αλλαγή προσανατολισμού. Η πόρτα που έκλεισε πίσω μου, πιθανότατα θα κάνει ρεύμα και θα κλείσουν μαζί της κι άλλες πόρτες – τα νέα διαδίδονται ταχύτατα. Η δημοσιογραφία μοιάζει πια καμμένο χαρτί. Πρέπει να στραφώ σε άλλους κλάδους, με πρώτη τη διαφήμιση. Όχι πως εκεί είναι τέλεια τα πράγματα, όμως μπορώ να ελπίζω σε κάτι παραπάνω. Από Δευτέρα θα αρχίσω να στέλνω βιογραφικά με το τσουβάλι. Ποτέ δεν ξέρεις.

Κλείνοντας αυτήν την καταχώρηση, θα ήθελα να σου γνωρίσω έναν σοφό άνθρωπο, που πραγματικά νιώθω ότι με καταλαβαίνει. Dilbert, έχεις τον λόγο.


Αγαπητό ημερολόγιο,

από την τελευταία φορά που σου έγραψα, έχουν γίνει πολλά. Για την ακρίβεια, δε θυμάμαι καν πότε σου έγραψα για τελευταία φορά. Κάτσε να κάνω ένα ξεφύλλισμα…Αααα, θυμήθηκα. Πριν από οκτώ μέρες ήταν. Ξέρεις, όταν κωλοβαράς όλη μέρα, οκτώ μέρες δεν είναι μεγάλο διάστημα. Μπορείς πολύ εύκολα να θυμηθείς τι έκανες πριν οκτώ μέρες, οκτώ εβδομάδες ή και οκτώ μήνες. Και αυτό επειδή πάνω-κάτω κάθε μέρα κάνεις το ίδιο: Κωλοβαράς. Όταν, όμως, έχεις κάτι να κάνεις, οτιδήποτε, ακόμα και την πιο αστεία και ηλίθια δουλειά του κόσμου, ξαφνικά η ζωή αποκτά νόημα. Ή ίσως όχι τόσο νόημα, όσο μία ελπίδα ότι κάποτε θα αποκτήσει νόημα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνο το ταξιδιωτικό site; Ε, μου ανέθεσαν να παρουσιάσω και δεύτερο προορισμό. Ήτοι, ακόμα 250 ευρώ στην τσέπη μου (που φυσικά δεν θα τα πάρω αμέσως, αλλά σε δυο-τρεις μήνες, αλλά αυτή είναι μια άλλη, πονεμένη ιστορία).

Επιπροσθέτως, εδώ και πέντε μέρες συνεργάζομαι με ένα site «ποικίλης ύλης», όπως συνηθίζουμε να λέμε ευγενικά τα κουτσομπολίστικα sites και περιοδικά. Πρώτα τα καλά νέα: Δουλεύω από το σπίτι, οκτώ ώρες τη μέρα, και η δουλειά μου είναι να βλέπω τηλεόραση και να γράφω σχετικά με αυτά που βλέπω. Με άλλα λόγια, μπορώ να δουλεύω φορώντας τις πυτζάμες μου, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με έναν φραπέ σε ακτίνα χειρός ανά πάσα στιγμή. Δεν ακούγεται πολύ ωραίο για να είναι αληθινό;

Και τώρα τα κακά νέα: Πρώτον, πρέπει να ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Θα μου πεις, αυτό συμβαίνει πάνω-κάτω σε όλες τις δουλειές. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Γιατί δεν θα μπορώ να βλέπω όποιο πρόγραμμα θέλω. Πρέπει να βλέπω όλες τις πρωινές εκπομπές, καθώς και μία από τις μεσημεριανές κουτσομπολίστικες. Οκτώ ώρες γεμάτες ξανθιές, σελέμπριτις, ψευτοσελέμπριτις και ό,τι άλλο πιάσει το δίχτυ της δημοσιότητας. Οκτώ ώρες εγκεφαλικής νέκρωσης. Οκτώ δύσκολες ώρες. Κάθε μέρα. ΚΑΙ τα Σαββατοκύριακα. Εξακολουθεί να σου φαίνεται πολύ ωραίο για να είναι αληθινό; Μάλλον όχι, ε;

Και πού να σου πω το καλύτερο, που είναι το οικονομικό κομμάτι…Λοιπόν, δώσε βάση: Θα αμείβομαι μηνιαίως με 360 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 360 ευρώ ΜΙΚΤΑ), τα οποία θα αυξάνονται στο ιλιγγιώδες ποσό των 480 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 480 ευρώ ΜΙΚΤΑ) στην περίπτωση που γράφω πάνω από 100 κείμενα το μήνα, κάτι που εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα συμβαίνει. Δε σου φαίνονται πολλά, ε; Και πού να ακούσεις και τη συνέχεια: Για να πάρω αυτά τα χρήματα (όχι αμέσως, αλλά μετά από δυο-τρεις μήνες) θα πρέπει να βγάλω μπλοκάκι του ΤΕΒΕ, ώστε να είμαι ασφαλισμένος. Το μπλοκάκι του ΤΕΒΕ κοστίζει γύρω στα 350 ευρώ το δίμηνο, επομένως ανακεφαλαιώνουμε: Η μηνιαία μου αμοιβή θα είναι 480 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 480 ευρώ ΜΙΚΤΑ), άρα κάθε δίμηνο οι απολαβές μου θα αγγίζουν το αστρονομικό ποσό των 960 ευρώ μικτά (επαναλαμβάνω: 960 ευρώ ΜΙΚΤΑ). Από αυτά, θα αφαιρούνται περίπου 350 ευρώ κάθε δίμηνο, κι έτσι καταλήγουμε στο τελικό ποσό των 600 ευρώ το δίμηνο. Το δίμηνο, έτσι; Δηλαδή, 300 ευρώ το μήνα. 300 ευρώ ρε μαλάκα. Ποια γενιά των 592 ευρώ μου λες; Εγώ θα πρέπει να ζω με 300 ευρώ το μήνα. Επαναλάμβάνω: 300 ευρώ. Όχι μικτά. Φρικτά.

Βέβαια, για να μην γκρινιάζω ασύστολα, ας τονίσω σε αυτό το σημείο ότι ο όμιλος στον οποίο θα δουλεύω διαθέτει διάφορα μέσα (μεταξύ των οποίων και το ταξιδιωτικό site που λέγαμε), στα οποία πιθανότατα θα γράφω σποραδικά, συμπληρώνοντας κάποια έσοδα και (ελπίζω) συγκεντρώνοντας έναν αξιοπρεπή μισθό. Αρκεί να δείξω πόσο γαμάτος είμαι, πόσο καλύτερος είμαι από όλους τους άλλους και πόσο αξίζω να με πληρώνουν κάτι παραπάνω. Αν ισχύουν όλα αυτά, ασφαλώς.

Εννοείται ότι τα ποσά είναι ελεεινά, αν πρέπει να τους δώσω έναν χαρακτηρισμό. Το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο αρχισυντάκτης: «Η αξία του κειμένου έχει πια ευτελιστεί». Και φυσικά δεν φταίει ούτε αυτός, ούτε και ο δημοσιογραφικός όμιλος. Φταίνε όλοι αυτοί που επέτρεψαν σε έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο να φτάσει σε τόσο τραγικό σημείο, ώστε όποιος θέλει να μπει σε αυτόν να πρέπει να φτύσει αίμα για να βγάλει έναν μισθό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητος. Δεν ξέρω ποιοι φταίνε, δεν τους γνωρίζω προσωπικά. Αλλά ξέρω ότι μιλάμε για μια απίστευτη, σχεδόν σουρεαλιστική κατάντια. Μιλάμε για ένα κανονικό σκλαβοπάζαρο. Με φαντάζομαι αντικείμενο πλειστηριασμού, βρώμικο και ταλαιπωρημένο, σε μία αίθουσα με κοστουμαρισμένους τύπους που φοράνε μαύρα γυαλιά και καπνίζουν πούρα…

«Περνάμε στο αντικείμενο υπ’αριθμόν 484. Είναι ένας υγιής άνθρωπος, από καλή οικογένεια, έχει σπουδάσει στο καλύτερο σχολείο της Αθήνας, έχει σπουδάσει Δημοσιογραφία και περιμένει με αγωνία το επόμενο αφεντικό του. Τιμή εκκίνησης: Ένα κομμάτι ψωμί. Ακούω προσφορές…Α, ο κύριος με το μαύρο κοστούμι προσφέρει Ένα κομμάτι ψωμί ΚΑΙ δωρεάν καφέ! Άλλη προσφορά;…Α, πολύ ωραία, ο κύριος στα δεξιά προσφέρει ΔΥΟ κομμάτια ψωμί! Κάποιος άλλος;…ΩΩΩΩΩΩΩ, μεγάλη προσφορά από τον κύριο με το παπιγιόν, προσφέρει 20 ολόκληρα ευρώ τον μήνα! Κάποια καλύτερη προσφορά;…ΩΩΩΩΩΩΩ, 30 ευρώ από τον κύριο με το μαύρο κοστούμι! Ποιος το περίμενε! Έχουμε καλύτερη προσφορά; Όχι; 1…2…3! Κατοχυρώθηκε στον κύριο με το μαύρο κοστούμι! Καλορίζικος!»

Και κάπως έτσι, ξεκινάει η ταραχώδης καριέρα μου στη δημοσιογραφία. Μη με ρωτάς πού το ξέρω ότι θα είναι ταραχώδης, αποκλείεται να είναι ομαλή. Και θα το λέω σε όλους, όπου βρεθώ κι όπου σταθώ: «Μακριά από τη δημοσιογραφία. Τόσες δουλειές υπάρχουν στον κόσμο, διαλέξτε μία άλλη, δε χάθηκε κι ο κόσμος. Κι αν θέλετε ντε και καλά να γράφετε κάπου, ξεκινήστε ένα blog, για να γράφετε τις εμπειρίες σας από τη βαρετή δημοσιοϋπαλληλική δουλειά σας. Μακριά από τη δημοσιογραφία». Και φυσικά μην περιμένεις να σταματήσω να σου γράφω – επειδή τώρα έχω μια αγγαρεία να κάνω κάθε πρωί, δε σημαίνει απαραιτήτως ότι έχω και δουλειά. Ακόμα άνεργος είμαι. Την άλλη βδομάδα θα ανανεώσω και την κάρτα μου.

Λοιπόν, αγαπητό μου ημερολόγιο, αρκετά κλαψούρισα για σήμερα. Και πρέπει να κοιμηθώ κιόλας, γιατί αύριο πρέπει να δω τη Μελέτη (τι την βάλανε κι αυτήν την κακομοίρα τέτοια βάρβαρη ώρα; 7:30 το πρωί;;;), μη χάσω καμιά είδηση. Καληνύχτα, και μην ξεχνάς: Όταν βλέπεις στο βάθος του σκοτεινού τούνελ ένα φως να λάμπει, μη χαίρεσαι: Μπορεί να είναι το τρένο που έρχεται καταπάνω σου.


Αγαπητό ημερολόγιο,

τις τελευταίες μέρες με βασανίζει ένα επίμονο ερώτημα, το οποίο είναι μάλλον ρητορικό, αλλά εγώ επιμένω (ως πτωχός πλην τίμιος μαζοχιστής) να προσπαθώ να του δώσω μια απάντηση, και μάλιστα την απάντηση που με συμφέρει. Το ερώτημα είναι: «Υπάρχει ιδανική δουλειά;».

Πάντα έτεινα να πιστεύω πως υπάρχει η τέλεια δουλειά, και είναι κάτι που συμβαίνει όταν κάποιος σε πληρώνει για να κάνεις κάτι που θα έκανες με ευχαρίστηση και δωρεάν – με άλλα λόγια, όταν κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα. Για παράδειγμα, όταν ήμουν μικρός σκεφτόμουν ότι η ιδανική δουλειά για μένα θα ήταν «δοκιμαστής videogames», γιατί τα βιντεοπαιχνίδια τα λάτρευα και θα ήταν ονειρικό να με πληρώνει κάποιος για να παίζω παιχνίδια. Ωστόσο, φαίνεται πως υπάρχει ένα πρόβλημα σε αυτή τη συλλογιστική: Άπαξ και αρχίσεις να κάνεις κάτι επαγγελματικά, παύεις να το βλέπεις σαν χόμπι. Το αντιμετωπιζεις ως «δουλειά», σχεδόν ως αγγαρεία, και δεν το απολαμβάνεις όσο θα το απολάμβανες αν ήσουν ένας κοινός ερασιτέχνης.

Πάρε για παράδειγμα τους ποδοσφαιριστές: Προφανώς, για να διαλέγουν αυτό το επάγγελμα σημαίνει ότι αγαπάνε το ποδόσφαιρο σαν άθλημα, και ονειρεύονται να τους πληρώνει κάποιος ανοιχτοχέρης πρόεδρος ομάδας για να παίζουν το αγαπημένο τους άθλημα. Ναι, αλλά άμα δεις πόσοι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές «σέρνονται» μέσα στο γήπεδο επειδή βλέπουν τα παιχνίδια ως αγγαρεία (άσε που τον μισθό τους τον έχουν εξασφαλισμένο, ακόμα κι αν βάλουν οκτώ αυτογκόλ στο ματς), θα καταλάβεις ότι ο επαγγελματισμός βλάπτει σοβαρά το χόμπι.

Και όλες αυτές οι σκέψεις δε μου γεννήθηκαν καθόλου τυχαία. Βλέπεις, τις τελευταίες μέρες ήμουν πολύ απασχολημένος με την νέα μου αποστολή: Να γράψω μια σειρά από κείμενα τουριστικού χαρακτήρα για έναν νομό της Ελλάδας, τον οποίο μάλιστα διάλεξα ο ίδιος με τα χεράκια μου, επειδή κατάγομαι από εκεί. Και μπορεί το «τουριστικό ρεπορτάζ» (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) να μην είναι ακριβώς αυτό που ονειρευόμουν να κάνω στη ζωή μου όταν γραφόμουν για πρώτη φορά στη σχολή μου, πριν από 8 χρόνια, αλλά είναι μια μορφή δημοσιογραφίας. Και εγώ δημοσιογράφος θέλω να γίνω, έτσι δεν είναι;

Η δουλειά που είχα να κάνω δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Κάποια τηλέφωνα σε νομαρχίες, δήμους, μουσεία και τοπικά μαγαζιά, μια ξεγυρισμένη έρευνα σε ολόκληρο το Internet για χρήσιμες πληροφορίες, και πολύ-πολύ γράψιμο. Όχι, δεν ήταν καθόλου δύσκολα όλα αυτά. Ήταν, όμως, αφόρητα βαρετά. Τόσο βαρετά, που κάποιες φορές σταματούσα να γράφω, ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και κοίταζα για ώρα το ταβάνι, σαν να περίμενα καρτερικά να πέσει στο κεφάλι μου και να έχω μια καλή δικαιολογία για να σταματήσω να κάνω αυτό που έκανα. Βέβαια, το ταβάνι δε μου έκανε ποτέ το χατίρι, κι έτσι συνέχιζα μετά από λίγο να γράφω. Μετά από τρεις μέρες ακατάπαυστης πληκτρολόγησης (και ακατανίκητης βαρεμάρας), σήμερα έστειλα με e-mail στην αρχισυντάκτρια της ιστοσελίδας το πόνημά μου. Αύριο περιμένω την ανταπόκρισή της, που είτε θα είναι θετική (άρα θα αναλάβω κι άλλους νομούς, και θα πληρωθώ περισσότερα λεφτά, αλλά θα τα χαλάσω όλα στους ψυχολόγους που θα τρέχω για να με συνεφέρουν από αυτήν την τραυματική περίοδο της ζωής μου), είτε θα είναι αρνητική (άρα θα πρέπει να κάτσω να διορθώσω όσα λάθη έχω κάνει, που είναι ακόμα πιο βαρετό από το να γράφεις καινούργια κείμενα, αφού είναι καθαρά δημοσιοϋπαλληλική δουλειά και δεν απαιτεί δημιουργικότητα ή φαντασία, αλλά αποκλειστικά και μόνο χρόνο). Δεν είμαι σίγουρος τι από τα δύο προτιμώ να ακούσω.

Και αναρωτιέμαι: Αν ήθελα εγώ μεθαύριο να κάνω μια εκδρομή στον συγκεκριμένο νομό, και έκανα όλα αυτά που έκανα αυτές τις μέρες για να βρω πληροφορίες για ξενοδοχεία και ταβέρνες, ακόμα κι αν χρειαζόταν να περάσω τρεις μέρες μπροστά από έναν υπολογιστή, θα το έβρισκα βαρετό; Μάλλον όχι, γιατί θα το έκανα καθαρά για τον εαυτό μου, από χόμπι. Θα το έκανα τζάμπα, αλλά θα το απολάμβανα. Αντίθετα, τώρα που κάποιος δέχεται να με πληρώσει για να το κάνω, νιώθω λες και είμαι καταδικασμένος σε καταναγκαστικά έργα. Άραγε αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα, ή είναι κάποιο κατασκευαστικό λάθος της φύσης, που επηρεάζει όλους τους ανθρώπους;

Από την άλλη, βέβαια, την τελευταία εβδομάδα δημοσιεύτηκαν σε site ποικίλης ύλης και δύο άλλα κείμενά μου, με θέματα που έχουν να κάνουν με την τηλεόραση. Γι’αυτά τα κείμενα δε βαρέθηκα καθόλου να γράφω – αντίθετα, θα μπορούσα να γράψω βιβλίο ολόκληρο, αλλά δε θα το διάβαζε κανένας, οπότε θα ήταν κρίμα να πάει χαμένος τόσος κόπος. Μήπως, λοιπόν, τελικά με ενδιαφέρει να γράφω μόνο για θέματα που θέλω να γράφω; Και άραγε έχω την πολυτέλεια να περιμένω μέχρι να μου δοθεί η ευκαιρία να γράφω αυτά που θέλω να γράφω; Ή μήπως αν με πλήρωναν από το συγκεκριμένο site θα το έβλεπα και πάλι σαν αγγαρεία και θα βαριόμουν να γράφω; Πφφφφφφφ, δεν ξέρω. Υποθέτω ότι ο χρόνος θα τα δείξει όλα – αν προλάβει, πριν αρχίσω να τον σκοτώνω πάλι.

Επίσης, αυτές τις μέρες εκτός από την «δουλειά» μου μίσησα και τον έλεγχο ορθογραφίας του Word. Και εντάξει, να δεχτώ ότι δεν αναγνωρίζει τη λέξη «κρεατικά» και μου την κοκκινίζει. Και εντάξει, καταλαβαίνω ότι του είναι δύσκολο να κατανοήσει τι είναι το «ράφτινγκ» και μου το κοκκινίζει κι αυτό. Αλλά να μου διορθώνει το «αντικρύζω» σε «αντικρίζω»; Ε όχι, αυτό πάει πολύ. Και ναι, επειδή το έψαξα, ξέρω ότι ο Μπαμπινιώτης θεωρεί σωστό το «αντικρίζω», αλλά τόσα χρόνια στο Δημοτικό που μάθαινα ότι όλα τα ρηματα που τελειώνουν σε -ίζω γράφονται με «ι», ΕΚΤΟΣ από τα «αντικρύζω», «κελαρύζω», «αθροίζω» δεν τα πετάω στα σκουπίδια έτσι απλά. Εγώ «αντικρύζω» θα το γράφω, κι ας με βάλουνε και φυλακή.

Μ’αυτά και μ’αυτά, τόσες μέρες δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ κανονικά. Άσε που προχθές είδα στον ύπνο μου ότι οδηγούσα σε έναν επαρχιακό δρόμο (πιθανότατα του νομού για τον οποίο έγραφα), και ξαφνικά ο δρόμος πλημμύρισε, το αυτοκίνητο χάλασε και εγώ κολυμπούσα ανάμεσα στα πλινθόκτιστα σπίτια, και μετά δε θυμάμαι τι έγινε, γιατί τέλειωσε η κασέτα και η μνήμη μου δεν κατέγραψε το τέλος. Αλλά απόψε θα κοιμηθώ ήσυχος. Αύριο να δούμε.

Θα σε αποχαιρετίσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, με μια φωτογραφία που τράβηξα τις προάλλες και είναι ήδη από τις αγαπημένες μου. Αποτελεί ένα σκληρό (αλλά ρεαλιστικό) σχόλιο για τον χουλιγκανισμό και τις συνεπειές του, και παράλληλα μια πραγματική «γροθιά στο στομάχι» για τον κάθε μικροαστό που δεν αναρωτιέται ποτέ ποιες είναι οι γενεσιουργές αιτίες του χουλιγκανισμού και κατά πόσον ευθύνεται ο ίδιος για την εμφάνισή και την εξάπλωσή του.

(έλα, πλάκα κάνω. Να η φωτογραφία:)


Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι είμαστε αχάριστα πλάσματα. Δεν εκτιμάμε αυτό που έχουμε, γιατί ανά πάσα στιγμή επιθυμούμε κάτι άλλο που δεν έχουμε, και όταν αποκτήσουμε αυτό το κάτι άλλο, ανακαλύπτουμε ότι πάλι δεν είμαστε πλήρεις, γιατί μας λείπει και κάτι ακόμα, το οποίο κι αυτό όταν το αποκτήσουμε θα γκρινιάζουμε για κάτι άλλο που θέλουμε, και πάει λέγοντας. Και ίσως αυτό είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα υπέρ της θεωρίας της εξέλιξης (γιατί μια τέτοια συμπεριφορά την περιμένεις και από τις μαϊμούδες) και κατά της θεωρίας της Δημιουργίας (γιατί αν ο Θεός μας έφτιαξε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, τότε έχει κι αυτός το ίδιο ελάττωμα, άρα δεν είναι Παντοδύναμος).

Έτσι κι εγώ, μια ζωή θεωρούσα τον εαυτό μου γκαντέμη. Έναν από αυτούς τους τύπους που ακόμα κι αν παίξουν 43 νούμερα στο Λόττο, θα κληρωθούν τα άλλα έξι. Και η αλήθεια είναι ότι, σε ό,τι έχει να κάνει με τα λεγόμενα «τυχερά» παιχνίδια, πολύ σπάνια κερδίζω. Ακόμα και στο κορώνα-γράμματα, συνήθως χάνω. Βέβαια, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι είμαι αρτημελής, έχω μια οικογένεια και ένα σπίτι να μείνω, και γενικά σίγουρα δεν δικαιολογώ σε καμία περίπτωση τον χαρακτηρισμό του «γκαντέμη», δεδομένου του πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο. Γκαντέμης είναι αυτός που γεννήθηκε σε μια φαβέλα στη Βραζιλία και πετάει χαρταετούς για να ειδοποιεί τους μαφιόζους ότι έρχονται οι μπάτσοι. Γκαντέμης ειναι αυτός που ζει μια χαρά τη ζωή του στη Χιροσίμα, και μια ωραία πρωία σκάει μια ατομική βόμβα και εξαϋλώνεται. Γκαντέμης είναι το βρέφος που γεννιέται στο Νταρφούρ, και έχει τόσες ελπίδες να φτάσει τα 50 χρόνια, όσες το καναρίνι μου να πατήσει στο φεγγάρι. Εγώ δεν είμαι «γκαντέμης». Κανένας από μας δεν είναι. Γκρινιάρηδες είμαστε όλοι, απλά γκρινιάρηδες. Και αχάριστοι.

Που λες, πάντα με θεωρούσα γκαντέμη. Σαν απόδειξη αυτής της θεωρίας, πρόβαλλα πάντα το επιχείρημα ότι δεν είχα κερδίσει ποτέ σε έναν, έστω, διαγωνισμό. Έστω ένα σετ κατσαρόλες, ή έναν αποχυμωτή. Κάτι, τέλος πάντων, έτσι, για να μη γκρινιάζω. Προχθές, όμως, κέρδισα για πρώτη φορά. Ήταν ένας διαγωνισμός για μια «μυστική προβολή» σε έναν κινηματογράφο. Όταν μου έστειλαν το μήνυμα ότι κέρδισα, δεν πίστευα στα μάτια μου. Μια ολόκληρη θεωρία, που πίστευα πια ότι ήταν ακλόνητη, κατέρρεε μπροστά μου εντελώς απροσδόκητα. Αλλά όλα αυτά, φυσικά, τα σκέφτηκα πολύ αργότερα, γιατί εκείνη την ώρα ήμουν απλά χαρούμενος που είχα κερδίσει επιτέλους κάτι.

Πηγαίνοντας χθες στο σημείο προβολής, είχα αγωνία. Τι θα μας έδειχναν; Για να είμαι ειλικρινής, είχα την ελπίδα ότι θα ήταν κάτι πολύ σπέσιαλ, π.χ. το «The Social Network», που το περιμένω με αγωνία. Τελικά δεν ήταν και τόσο σπέσιαλ: Είδαμε το «Buried», αυτήν την ταινία που ένας τύπος είναι για μιάμιση ώρα κλεισμένος σε ένα φέρετρο, θαμμένος κάτω από το έδαφος, και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας δε βλέπεις τίποτα άλλο, παρά έναν απελπισμένο τύπο να μιλάει σε ένα κινητό. Δε θα πω ψέματα, η ταινία δεν είναι κακή. Ή, για να το θέσω αλλιώς: Η ταινία είναι όσο καλή μπορεί να είναι μια ταινία με έναν και μοναδικό πρωταγωνιστή, σε ένα και μοναδικό φέρετρο. Δηλαδή, αν εξαιρέσεις κάτι βαρβάτα χασμουρητά στη μέση του έργου, ήταν αρκετά ενδιαφέρον. Αλλά ακόμα κι αν βλέπαμε το «Ο Μπάτμαν και η επίσκεψη στον οδοντίατρο», πάλι δεν θα γκρίνιαζα – τζάμπα ταινία είδα, στο κάτω-κάτω. Και αυτό το δικαίωμα, να δω τζάμπα ταινία, το ΚΕΡΔΙΣΑ.

Σε άλλες ειδήσεις από το εσωτερικό, τώρα: Βρήκα δουλειά. Που λέει ο λόγος, δηλαδή.

Εξηγούμαι: Σήμερα είχα και πάλι interview, στην εταιρεία που είχα πάει και την προηγούμενη εβδομάδα, για να συζητήσουμε τη συμμετοχή μου σε ένα ταξιδιωτικό site. Μετά από λίγα λεπτά, το interview μετατράπηκε σε μίτινγκ μεταξύ όλων των συντελεστών της ιστοσελίδας, και πριν καλά-καλά το καταλάβω, βρέθηκα με δουλειά: Μέχρι την Τρίτη πρέπει να γράψω μια σειρά σύντομων τουριστικών κειμένων, για έναν νομό της Ελλάδας. Αν όλα πάνε καλά, θα γράψω κι άλλες παρόμοιες σειρές για έναν ή δύο άλλους νομούς, και θα πληρωθώ με 250 ευρώ (καθαρά) για κάθε μία από αυτές τις σειρές κειμένων. Δεν είναι πολλά τα χρήματα, αλλά από το σπίτι θα δουλεύω, τι απαιτήσεις να έχω; Άλλωστε, αν όλα πάνε καλά, μπορεί να παραμείνω σαν μόνιμος συνεργάτης, με πιο μόνιμο μισθό.

Φυσικά, το να γράφω για τα τουριστικά αξιοθέατα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ το όνειρό μου, αλλά είναι ένα καλό ξεκίνημα. Εξάλλου, η εταιρεία στην οποία ανήκει το site έχει και πολλά άλλα παραρτήματα, αρκετά πιο ενδιαφέροντα, στα οποία ελπίζω ότι ίσως κάποτε να μεταπηδήσω και να κάνω κάτι που μου αρέσει περισσότερο. Και όπως και να το κάνεις, δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω, έτσι δεν είναι;

Εννοείται ότι, γυρίζοντας το βράδυ από την εταιρεία, ήμουν χαρούμενος. Αλλά ξέρεις τι είναι ακόμα καλύτερο από το να γυρίζεις στο σπίτι μετά από ένα επιτυχημένο interview; Να γυρίζεις στο σπίτι μετά από ένα επιτυχημένο interview, και να βρίσκεις μια ζεστή πίτσα να σε περιμένει. Ναι, αν πρέπει να οπτικοποιήσω την απόλυτη ευτυχία, αυτή θα ήταν η εικόνα της: Ψυχική ικανοποίηση, ζεστή πίτσα και μια σοκολάτα γάλακτος για επιδόρπιο. Και σεξ, ίσως, αλλά αυτό δε μας έκατσε σήμερα.

Θυμάσαι που σου έλεγα για αυτήν την αλλαγή στη ζωή μου, αυτό το απροσδόκητο change of fortune; Ε, συνεχίζεται. Και συνεχίζει να με εκπλήσσει και να με αποστομώνει. Και σε παρακαλώ, αν αρχίσω να ακούγομαι σαν τον Κοέλιο, να μου ρίχνεις καμιά σφαλιάρα να συνέλθω. Θα μου αξίζει.

Λοιπόν, θα σε αφήσω στην ησυχία σου (και αυτή τη φορά μάλλον θα σε αφήσω για μερικές μέρες, γιατί πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να τελειώσω αυτή τη δουλειά μέχρι την Τρίτη), και θα σε καληνυχτίσω με μια εικόνα, από αυτές που βλέπεις κάθε μέρα στους δρόμους, αλλά συνήθως τις προσπερνάς αδιάφορα, χάνοντας μια πολύ καλή ευκαιρία στιγμιαίας φιλοσοφίας:

(αν τολμάς, απάντα καταφατικά)


Αγαπητό ημερολόγιο,

πολλές φορές, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν σε τι είναι καλοί, ώστε να ασχοληθούν με αυτό κάποτε επαγγελματικά. Εξάλλου, για να κάνεις μια δουλειά, πρέπει οπωσδήποτε να σου προσφέρει και κάποια ευχαρίστηση. Μπορεί να είσαι εκ γενετής το μεγαλύτερο ταλέντο του κόσμου στα μαθηματικά, αλλά αν δεν το καλλιεργήσεις και αφοσιωθείς στα αγαπημένα σου αρχαία και στα λατινικά, θα καταλήξεις φιλόλογος – ίσως όχι ιδιαίτερα ταλαντούχος φιλόλογος, αλλά τουλάχιστον ευτυχισμένος (με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι θα βρεις δουλειά, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο). Ποιος ξέρει πόσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται μαθαίνοντας να κάνουν δουλειές που δεν τους ταιριάζουν, ενώ έχουν μία έμφυτη κλίση προς κάποια εντελώς διαφορετική επαγγελματική κατεύθυνση, και ούτε καν το ξέρουν;

Όπως συμβαίνει στους περισσότερους, έτσι και για μένα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Όταν ήμουν 5 χρονών, αποφάσισα ότι ήθελα να γίνω σκουπιδιάρης, γιατί με εντυπωσίαζε ο τρόπος που πέταγαν οι σκουπιδιάρηδες τις σακούλες με τα σκουπίδια στον τεράστιο κάδο του απορριμματοφόρου, σαν να έπαιζαν μπάσκετ. Στην πορεία, συνέβησαν δύο πράγματα. Πρώτον, τα απορριμματοφόρα αυτοματοποιήθηκαν και εδώ και πολλά χρόνια σηκώνουν τους κάδους μόνα τους, στερώντας από τους σκουπιδιάρηδες τη χαρά του παιχνιδιού. Και δεύτερον, όλοι με κοίταζαν με μισό μάτι κάθε φορά που το έλεγα, οπότε κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω κατεύθυνση.

Κατά καιρούς αποφάσισα να γίνω ποδοσφαιριστής (όταν είδα τον Μαραντόνα να κάνει «κολπάκια» με την μπάλα για πρώτη φορά, στο Μουντιάλ του 1990), ζωγράφος (αγνοώντας, δυστυχώς, το γεγονός ότι μια μαϊμού με πάρκινσον μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από μένα) και τραγουδιστής (είχα σαν είδωλο τον Πασχάλη – ευτυχώς, αυτό το στάδιο δεν κράτησε για πολύ). Μόνο αστροναύτης δεν ήθελα να γίνω ποτέ από τις κλασικές «αγορίστικες» dreamjobs, γιατί φοβόμουν την έλλειψη βαρύτητας. Α, και γιατρός, επειδή όταν ήμουν 4 χρονών είχα ξεφυλλίσει μια ιατρική εγκυκλοπαίδεια, και οι φριχτές εικόνες που αντίκρυσα τότε με στοιχειώνουν ακόμα και σήμερα.

Κάποια στιγμή, κάπου στο Γυμνάσιο, αποφάσισα ότι θα γινόμουν δικηγόρος. Θυμάμαι ότι έβλεπα φανατικά μια (άκυρη) εκπομπή στο New Channel, με δικαστικές υποθέσεις, στην οποία πρωταγωνιστούσε σε κάθε επεισόδιο ο ίδιος δικαστής («The Judge» νομίζω ότι τη λέγανε). Επίσης, σε όποιο σίριαλ ή ταινία έβλεπα σκηνή σε δικαστήριο, κόλλαγα σαν βεντούζα στην οθόνη της τηλεόρασης. Ναι, φαινόταν ότι είχα βρει τον προορισμό μου. Βέβαια, λογάριαζα χωρίς τα γονίδιά μου, που με έχουν προικίσει με λιγότερη πειθώ κι από τον Πινόκιο όταν διηγείται ιστορίες από το ψάρεμα. Και κάπως έτσι απομακρύνθηκε η πιθανότητα να υπηρετήσω τον δεύτερο πιο αντιπαθητικό επαγγελματικό κλάδο στον κόσμο.

Με την αφελή ικανοποίηση της μαρίδας που μόλις έχει γλιτώσει από το στόμα της τσιπούρας και κατευθύνεται προς την κατεύθυνση του καρχαρία, αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος, δηλαδή να ακολουθήσω τον ΠΙΟ αντιπαθητικό επαγγελματικό κλάδο στον κόσμο. Βέβαια, τότε δεν το ήξερα αυτό. Ήμουν σε ένα όμορφο ροζ συννεφάκι, και από εκεί πάνω η δημοσιογραφία φαινόταν σαν ένα σημαντικότατο λειτούργημα, σαν τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον καθένα από εμάς και τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, στην κοινωνία μας και στον κόσμο. Έτσι, μπήκα στη σχολή, αποφοίτησα, και μόνο όταν βγήκα στην αγορά εργασίας έπεσα απότομα από το συννεφάκι μου και προσγειώθηκα ανώμαλα στον ασπρόμαυρο κόσμο της ανεργίας.

Κάποια στιγμή είχε περάσει από το μυαλό μου το να ασχοληθώ με τη διαφήμιση, αλλά αυτό το σενάριο το απέρριψα αμέσως, γιατί πάντα ήθελα το επάγγελμά μου να προσφέρει κάτι στην κοινωνία. Γι’αυτό ήθελα να γίνω δικηγόρος, για να βοηθάω τον κόσμο να υπερασπιστεί το δίκιο του – αλλά μετά κατάλαβα ότι η δικηγορία δεν είναι η επιστήμη της δικαιοσύνης, αλλά η τέχνη του να πείσεις τον δικαστή ότι εσύ έχεις δίκιο, ακόμα κι αν ξέρεις ότι δεν έχεις. Γι’αυτό ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, για να ενημερώνω τον κόσμο για όλα όσα τον ενδιαφέρουν και πρέπει να μάθει – αλλά μετά κατάλαβα ότι η δημοσιογραφία δεν είναι η επιστήμη της ενημέρωσης, αλλά η τέχνη της διαστρέβλωσης και της πλύσης εγκεφάλου. Και γι’αυτό δεν ήθελα να γίνω διαφημιστής, γιατί αυτό το επάγγελμα δεν έχει κανένα ανθρωπιστικό προκάλυμμα: Ο διαφημιστής θέλει απλά να σε πείσει ότι το προϊόν του είναι το καλύτερο. Ωστόσο, αυτό που δεν είχα εκτιμήσει τότε, ήταν το γεγονός ότι τουλάχιστον ο διαφημιστής είναι ειλικρινής: Δεν προσποιείται ότι υπηρετεί κάποιον ευγενέστερο σκοπό, πέρα από το να σε πείσει για το προϊόν που διαφημίζει και να βγάλει το μεροκάματό του.

Όλο αυτό που έχω γράψει μέχρι τώρα υποτίθεται ότι θα ήταν ο πρόλογος, αλλά μου βγήκε λίγο μεγάλος για καταχώριση ημερολογίου (τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ο πρόλογος θα ήταν υπερβολικά μεγάλος ακόμα κι αν έγραφα το «Πόλεμος και Ειρήνη»). Που λες, όλα αυτά στα γράφω γιατί σήμερα είχα συνέντευξη σε διαφημιστική εταιρεία.

(ναι, πάλι. Και δε σου είπα τίποτα, πάλι για γούρι. Μου φαίνεται ότι αρχίζω και γίνομαι προληπτικός.)

Πήγα, λοιπόν, σε αυτό το interview, και μίλησα με έναν άνθρωπο που με έβαλε σε πολλές σκέψεις. Διαφημιστής και ο ίδιος, και επιτυχημένος μάλιστα, με «έμπασε» στον κόσμο της διαφήμισης, κάνοντάς με να σκεφτώ σοβαρά να αλλάξω ξανά επαγγελματική κατεύθυνση, στα 26 μου. Έχοντας δει κάποια δείγματα γραφής μου, κυρίως στο Twitter, μου είπε πως θα μπορούσα να κάνω αυτήν τη δουλειά, μπαίνοντας σε έναν κλάδο που μπορεί να έχει χτυπηθεί σοβαρά από την οικονομική ύφεση (και ειδικά από την αυξημένη φορολογία), όμως είναι σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από τη δημοσιογραφία, που νοσηλεύεται εδώ και χρόνια σε κώμα, περιμένοντας κάποιον να τη βγάλει επιτέλους από την πρίζα και το μαρτύριό της. Ηθικές αναστολές για τον κοινωνικό ρόλο της διαφήμισης δεν έχω πια (αφού είδα τα χειρότερα), οπότε ποιο είναι το πρόβλημα; Κανένα πρόβλημα.

Αν, λοιπόν, υπάρξει κάποια θέση στην εταιρεία για κειμενογράφο, θα πάω εκεί να δουλέψω. Έστω και σαν trainee, με αντάλλαγμα κάτι συμβολικό, «ένα σακί πατάτες», όπως μου είπε ο ίδιος αστειευόμενος (ή τουλάχιστον ελπίζω να αστειευόταν). Βέβαια, υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο να με πάρουν και από εκείνο το site, όπου είχα πάει για interview τις προάλλες. Και υπάρχει και εκείνο το γυναικείο site, για το οποίο είμαι ακόμα σε standby mode. Υπάρχει, δηλαδή, και το ενδεχόμενο να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε δύο πιθανές δουλειές. Διάολε, πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο περιζήτητος.

Νιώθεις κι εσύ αυτήν την αλλαγή; Μία change of fortunes; Λες και, εκεί που έτρεχα με το αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα, ξαφνικά κάνω μια επιδέξια μανούβρα και επιστρέφω απροσδόκητα στο κανονικό ρεύμα κυκλοφορίας; Εγώ το νιώθω. Θα διαβάσω το ωροσκόπιό μου για αυτήν την εβδομάδα, να δω αν το είχε προβλέψει κανείς.

Λοιπόν, λέω να πέσω για ύπνο. Αλλά πριν πέσω για ύπνο, θα τσιμπηθώ, για να σιγουρευτώ ότι δεν βλέπω όνειρο και όντως τα ζω όλα αυτά. Θα σε καληνυχτίσω, με μια φωτογραφία που εκφράζει την εργασιακή μου συμπεριφορά, όπου κι αν δουλέψω τελικά:

Επόμενη σελίδα: »