Σεπτεμβρίου 2013



Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου του 2013 ήταν μία ιστορική μέρα. Είναι πολύ νωρίς για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη και ποιος κέρδισε από όλα αυτά (αν και κάτι υποψιαζόμαστε), αλλά σίγουρα ήταν μία πολύ ξεχωριστή ημέρα.

Από μόνο του το γεγονός ότι ένας Μιχαλολιάκος, ένας Κασιδιάρης, ένας Παναγιώταρος, ένας Λαγός και ένας άλλος που ούτε ξέρω και ούτε με νοιάζει το επίθετό του (και μία μέρα αργότερα και ένας Παππάς, που για ένα 24ωρο έγινε καπνός και ποιος ξέρει τι έκανε σε αυτό το διάστημα) βρέθηκαν δεμένοι με χειροπέδες, να φωνάζουν και να βρίζουν καθώς τους οδηγούν στα δικαστήρια της Ευελπίδων, από μόνο του αρκεί για να μας κάνει να χαμογελάσουμε για μία μέρα. Αλλά αυτό είναι όλο: Για μία μέρα.

Ας μείνουμε για λίγο σε αυτή τη μέρα όμως. Η πολιτική και η δικαιοσύνη μας δίνουν πολύ σπάνια λόγους για να χαμογελάμε, οπότε ας μην προσπερνάμε έτσι εύκολα αυτήν την ευκαιρία. Και ναι, οι συγκεκριμένοι δεν είναι οι μόνοι πολιτικοί που θα θέλαμε να δούμε με χειροπέδες. Αλλά ήταν μια καλή αρχή. Ήταν μια ενδιαφέρουσα αλλαγή από το συνηθισμένο, από τους πολιτικούς που εμπλέκονται σε εγκλήματα, βαριά και ασήκωτα εγκλήματα, και τη γλιτώνουν επειδή είναι βουλευτές, υπουργοί ή απλά φιλαράκια κάποιου μεγαλόσχημου.

Ήταν βέβαια και κάπως παράδοξο. Από εκεί που ο Μιχαλολιάκος ήταν ηγέτης ενός κόμματος, ξαφνικά έγινε εγκέφαλος (ο Χριστός κι η μάνα του) μίας εγκληματικής οργάνωσης. Από εκεί που ο Κασιδιάρης ήταν lifestyle φαινόμενο, που ενδιαφερόταν ο κόσμος να μάθει με ποια τα έχει και αν είναι καλό παιδί κατά βάθος, ξαφνικά έγινε ηγετικό στέλεχος της ίδια εγκληματικής οργάνωσης. Και από εκεί που η Χρυσή Αυγή ήταν «νόμιμο κόμμα, και άρα δεν μπορούμε να του κάνουμε τίποτα, γιατί ο λαός τους εξέλεξε, και ποιος μπορεί να πάει κόντρα στην ψήφο του παντοδύναμου ελληνικού λαού;», ξαφνικά έγινε αυτή η «εγκληματική οργάνωση» για την οποία μιλάνε όλοι με τα πιο απαξιωτικά λόγια. Έχει ο καιρός γυρίσματα, και μερικές φορές είναι απότομα αυτά τα γυρίσματα και σε παίρνουν παραμάζωμα αν δεν είσαι προσεκτικός.

Η αλήθεια είναι ότι οι χρυσαυγίτες δεν ήταν και πολύ προσεκτικοί. Άρχισαν να σκοτώνουν, στην αρχή μετανάστες. Τότε βέβαια δε νοιάστηκε κανείς, δεν είδα κανέναν υπουργό να στέλνει δικογραφίες στον Άρειο Πάγο, λες και δεν υπήρχε τίποτα. Λες και χαιρόταν και το σύστημα που άρχισε να «ξεβρωμίζει ο τόπος» και δεν έβλεπε το λόγο να πάει κόντρα σε αυτήν την τάση.

Όμως μετά άρχισαν να σκοτώνουν και Έλληνες. Και δεν ήταν «ένας τρελός που φόραγε μπλουζάκι της Χρυσής Αυγής», αλλά, όπως αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα, μία οργανωμένη εκτέλεση. Ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν απλά «ένας αριστερός», ήταν ένας ακτιβιστής κατά του φασισμού, σε μία ιστορικά αριστερή περιοχή που κάθε μέρα υπέκυπτε όλο και περισσότερο στο φασισμό. Ήταν ένας «επικίνδυνος» αριστερός. Και ήταν ένας «εύκολος» αριστερός, χωρίς σωματοφύλακες, χωρίς καμία προστασία. Εύκολο θύμα. Για τους φασίστες, τα εύκολα θύματα είναι τα μοναδικά θύματα.

Αυτό που δεν υπολόγιζαν, βέβαια, είναι το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να αντιδράσει στη δολοφονία ενός Έλληνα (αλλά μόνο ενός Έλληνα, μετανάστης δε μας κάνει) ένα κράτος του οποίου οι επικεφαλής θέλουν να κερδίσουν πάση θυσία τις επόμενες εκλογές. Εξοντώνοντας τη φασιστική ακροδεξιά, προς την οποία διέφυγαν πολλές ψήφοι στις προηγούμενες εκλογές, οι ψήφοι αυτές θεωρητικά μπορούν να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου έφυγαν, ενώ ταυτόχρονα η Νέα Δημοκρατία κερδίζει πόντους από τους «νοικοκυραίους» που ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει να προσελκύσει εδώ και ένα χρόνο. Και ξεχνιούνται και τα μνημόνια, και οι τρόικες, και οι Σόιμπλε, και η ανεργία, και τα πάντα.

Θα ήθελα πολύ να πιστεύω πως ο λόγος για τον οποίο διαλύεται η Χρυσή Αυγή είναι επειδή το κράτος αποφάσισε να τιμωρήσει το φασισμό, αλλά αδυνατώ να το πιστέψω. Ποιος θα τιμωρήσει το φασισμό; Ο Σαμαράς, ο Βορίδης, ο Άδωνις, ο Φαήλος και ο Λαζαρίδης; Σωθήκαμε. Μήπως θα τον τιμωρήσουν τα δικαστήρια που εδώ και ένα χρόνο (και βάλε) κοιμούνται τον ύπνο του Δικαίου κυριολεκτικά; Ή η αστυνομία που ούτως ή άλλως είναι βαθιά χωμένη στο φασισμό ήδη; Μπα. Δεν το βλέπω.

Άλλωστε, τα «καλά παιδιά» του κράτους, τα χαϊδεμένα ΜΜΕ, το λένε ξεκάθαρα: Οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής δεν διώκονται για τα φρονήματά τους (που θα ήταν παράνομο άλλωστε), αλλά για τις πράξεις τους. Ο πόλεμος δεν είναι κατά του φασισμού, γιατί με αυτόν τον τρόπο θα στρεφόταν και κατά των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής. Όμως τους ψηφοφόρους τους χρειάζονται, θέλουν να τους πάρουν πίσω στο «συνταγματικό μαντρί». Δεν έχουν πρόβλημα αν αυτοί οι ψηφοφόροι σιχαίνονται τους μετανάστες, τη δημοκρατία και το «σύστημα», που ο καθένας έχει έναν διαφορετικό ορισμό για το τι είναι τελικά αυτό το «σύστημα», ώστε να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «εξωσυστημικός». Τους νοιάζει μόνο αυτοί να ψηφίζουν το κόμμα που τους βολεύει.

Η αλήθεια είναι ότι τα ΜΜΕ μοιάζουν λίγο αφελή, βέβαια. Δείχνουν σαν να μην ξέρουν πως η προπαγάνδα της άλλης πλευράς είναι εξίσου (ή και ακόμα πιο) ισχυρή από τη δική τους. Δείχνουν σαν να μην ξέρουν την επίδραση που έχει το φασιστικό κήρυγμα μίσους σε έναν ευάλωτο άνθρωπο, αν και ξέρουν την επίδραση που έχει το δικό τους μεροληπτικό κήρυγμα ακόμα και σε όχι τόσο ευάλωτους ανθρώπους. Και δείχνουν σαν να μην ξέρουν πως αν η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από μόνη της δεν έκανε τον ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής να μη θέλει ούτε να ακούσει για Χρυσή Αυγή, το κήρυγμά τους κατά της Χρυσής Αυγής έχει τα ακριβώς αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα: Συσπειρώνει τους ψηφοφόρους της εναντίον του «σάπιου συστήματος» που εκπροσωπούν τα «τσοντοκάναλα». Ε, δεν μπορείς να τους ρίξεις και τόσο άδικο.

Για να καταλήξω και κάπου, όμως: Η σύλληψη βουλευτών της Χρυσής Αυγής ήταν ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός. Η καταδίκη τους σε φυλάκιση για σωρεία αδικημάτων, μετά από μία δίκαια δίκη, θα είναι ακόμα πιο χαρμόσυνο γεγονός. Όμως ο φασισμός δε νικιέται έτσι εύκολα. Ο φασισμός δε χρειάζεται κόμμα για να εκδηλωθεί. Με ή χωρίς Χρυσή Αυγή, ο φασίστας είναι φασίστας – απλά όταν υπάρχει η Χρυσή Αυγή, τον λέμε «χρυσαυγίτη». Και το στοίχημα είναι να δούμε τι θα κάνουμε με όλους αυτούς τους ευάλωτους ανθρώπους που θα ξαναψήφιζαν τη Χρυσή Αυγή ή οποιοδήποτε φασιστικό κόμμα αν τους ξαναδινόταν η ευκαιρία. Ας μην ξεγελιόμαστε από τους πανηγυρισμούς: Δεν τελειώσαμε με τον φασισμό. Είμαστε ακόμα στην αρχή.

Advertisements

Η αλήθεια είναι ότι κάναμε λάθος. Τεράστιο λάθος. Οι περισσότεροι από μας, όχι όλοι – κάποιοι το φώναζαν, προειδοποιούσαν, αλλά εμείς τους θεωρούσαμε στην καλύτερη περίπτωση υπερβολικούς, και συνήθως γραφικούς. Αλλά να που οι γραφικοί επιβεβαιώθηκαν και εμείς οι έξυπνοι, που ζούσαμε χωρίς να το ξέρουμε σε μία φούσκα που πετούσε ανέμελα πάνω από την Ιστορία, όταν έσκασε η φούσκα βρεθήκαμε ξαφνικά σε μία άλλη εποχή, σε μια εποχή που πιστεύαμε (εν μέρει ίσως επειδή θέλαμε πάρα πολύ να πιστεύουμε) πως είχε τελειώσει και δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ. Την εποχή του φασισμού.

Κι όμως, τα σημάδια ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια μας. Σήμερα το καταλαβαίνουμε – η ουσιαστική (αν και όχι τυπική κατάργηση του Συντάγματος από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, η δηλητηρίαση της Δημοκρατίας από βλαβερά επιχειρηματικά συμφέροντα, η απαξίωση των θεσμών, όλα αυτά συνέβαιναν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και την ευθύνη τη φέρουμε όλοι μας, όσο κι αν δε μας αρέσει να το ακούμε. Δεν προσπαθήσαμε αρκετά για να πετύχουμε κάτι καλό ως κοινωνία.

Και κάποια στιγμή, σε όλα αυτά προστέθηκε ο καταλύτης του φασισμού: Μία φρικαλέα οικονομική κρίση. Ένα σοκαριστικό κραχ, που είχε σαν αποτέλεσμα την εκτόξευση της ανεργίας, τη διάλυση του πολιτικού συστήματος και την εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ακριβώς δηλαδή αυτά που χρειάζονται για να ανθήσει η τραγωδία του φασισμού. Α, είναι και κάτι ακόμα που βοηθά πολύ τον φασισμό: Ένα ελαττωματικό εκπαιδευτικό σύστημα, που γεννά σαν κουνέλα αμέτρητα αμόρφωτα παιδιά, που αργότερα θα γίνουν εξ ορισμού το target group του φασισμού.

Και ξέρεις, ε; Αν είχαμε μάθει καλή ιστορία στο σχολείο, μπορεί και να είχαμε «διαβάσει» νωρίτερα τα σημάδια και να μην είχαμε αφήσει την Ιστορία να επαναληφθεί. Βλέπεις, μάθαμε να διαβάζουμε την Ιστορία σαν ευθεία γραμμή, αγνοώντας ότι κάνει κύκλους, ή ακόμα χειρότερα πιστεύοντας πως ο μόνος κύκλος που θα κάνει η Ιστορία θα είναι το «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι».

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Με ένα όλο και πιο τρομακτικό ποσοστό ανθρώπων γύρω μας να στρέφονται προς τον φασισμό. Να πιστεύουν πως η λύση στα προβλήματά τους εξαρτάται από την εξόντωση όλων των «διαφορετικών»: Των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, των αγύμναστων, των έξυπνων, όσων φοράνε πράσινα all-star. Και φυσικά των αριστερών. Των «άπλυτων», των απάτριδων, των προδοτών, των παιδιών του Στάλιν. Γιατί κάθε ακραία ιδεολογία πρέπει να έχει πολλούς εχθρούς για να πετύχει (όσο περισσότεροι οι «κακοί», τόσο μεγαλύτερο το μίσος, η κινητήρια δύναμη του φασισμού), όμως ένας από αυτούς πρέπει να ξεχωρίζει, πρέπει να είναι ο αρχικακός, η νέμεση, το boss που πρέπει να κερδίσεις για να περάσεις στο επόμενο επίπεδο. Για τους χρυσαυγίτες, αυτό είναι η Αριστερά, και όχι οι «ξένοι». Αυτήν πολέμησαν οι πρόγονοί τους, αυτήν πολεμούν και οι ίδιοι.

Βέβαια, τότε η διαμάχη ήταν πολύ διαφορετική. Τότε ήταν λιγότεροι οι θεωρητικοί της Αριστεράς και περισσότεροι οι πολεμιστές της. Σήμερα είμαστε όλοι σχεδόν θεωρητικοί, και άμα σκάσει απέναντι καμία κρότου-λάμψης το βάζουμε στα πόδια. Δεν είναι ντροπή να το παραδεχτούμε. Είμαστε βουτυρόπαιδα, κι αυτοί με τους μαιάνδρους είναι μαχαιροβγάλτες. Φάγαμε τα χρόνια μας μαθαίνοντας, ενώ αυτοί κάνοντας στρατιωτικά γυμνάσια. Ας πούμε ότι τα προγνωστικά δεν είναι υπέρ μας, έστω κι αν έχουμε καλή προϊστορία.

Τι κάνουμε, λοιπόν; Έλα ντε. Τόσα χρόνια θρέφαμε φίδια στον κήπο μας, και τώρα που μεγάλωσαν δεν ξέρουμε πώς να τα κουμαντάρουμε. Μάθαμε ένα σωρό πράγματα διαβάζοντας, αλλά ήταν όλα θεωρητικά, και η απόσταση από τη θεωρία στην πράξη ποτέ δε φαινόταν τόσο μακρινή. Τώρα που ήρθε η σειρά μας να αντιμετωπίσουμε τον φασισμό, είμαστε αμήχανοι σαν μικρά παιδιά που τα άφησαν απροστάτευτα στη ζούγκλα, να αντιμετωπίσουν τα θηρία με μόνο τους όπλο την παιδική τους αφέλεια.

Έτσι όπως τα κάναμε, να δούμε πώς θα ξεμπλέξουμε.


Εδώ και πολλά χρόνια αισθάνομαι πως αυτός ο κόσμος είναι φτιαγμένος από φόβους. Ότι κάποιοι δημιουργούν φόβους, που τους πλασάρουν στον κόσμο με τέτοιο τρόπο, ώστε να θέλουν όλοι να φοβηθούν. Και μετά, κάποιος άλλος (ή ακόμα και ο ίδιος) δημιουργεί ένα επαναστατικό προϊόν που έρχεται να διαλύσει αυτούς τους φόβους. Όλοι σπεύδουν να το αγοράσουν, μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι οι παρενέργειες του προϊόντος είναι άλλοι, περισσότεροι και χειρότεροι φόβοι. Και πάλι κάποιος δημιουργεί ένα νέο προϊόν, που είναι βελτιωμένη εκδοχή του προηγούμενου, δηλαδή είναι το ίδιο ακριβώς, αλλά δημιουργεί ακόμα περισσότερους και ακόμα πιο τρομακτικούς φόβους. Και πάει λέγοντας, μέχρι που πια δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς φόβους και καταλήγεις να παίρνεις το προϊόν σαν ναρκωτικό, για να μην πάθεις σύνδρομο στέρησης. Καταλήγεις ο χειρότερος φόβος σου να είναι να μην έχεις φόβους.

Ο φόβος της Χρυσής Αυγής είναι το τελευταίο επαναστατικό προϊόν της αγοράς. Κυκλοφορεί εδώ και μερικά χρόνια και είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο. Προκαλεί παράλυση και μόνο στο άκουσμά του. Και ακριβώς γι’ αυτό, όλοι φροντίζουν ώστε να το ακούς συχνά, γιατί πρέπει να πάρεις τη δόση σου. Είναι ο φόβος του εμφυλίου πολέμου, ο φόβος ότι κάποιος θα έρθει στο σπίτι σου να σε σαπίσει στο ξύλο, ο φόβος ότι κάποιος σε έχει βάλει στο μάτι και θέλει να σε εξοντώσει, ο φόβος ότι όλα αυτά που σήμερα θεωρείς δεδομένα αύριο μπορεί να έχουν εκτροχιαστεί. Είναι όλοι αυτοί οι φόβοι σε μία συσκευασία. Γι’ αυτό και είναι τόσο διαδεδομένο προϊόν, και γι’΄αυτό διαφημίζεται τόσο πολύ. Είναι σαν το Pretty Bra, αλλά ακόμα πιο τρομακτικό.

Ποιος τολμά να τα βάλει με τη Χρυσή Αυγή; Κατά τα φαινόμενα, κανείς. Η αστυνομία, που θα ήταν δουλειά της να τη σταματήσει, είναι το μπάσταρδο αδελφάκι της. Η δικαιοσύνη, που θα μπορούσε να την είχε εμποδίσει να λάβει μέρος στις εκλογές, δεν το έκανε. Οι πολιτικοί, που δήθεν την απεχθάνονται, δεν κάνουν τίποτα για να τη σταματήσουν, μόνο λόγια έχουν να πουν – σαν να κάνουν «καθρεφτάκι» και να περιμένουν ότι έτσι θα γλιτώσουν. Οι δημοσιογράφοι της συμπεριφέρονται σαν να είναι ένα lifestyle φαινόμενο, ή ακόμα χειρότερα, σαν να είναι απλώς το αντίπαλον δέος του ΣΥΡΙΖΑ. Και φυσικά οι απλοί πολίτες, βλέποντας πως κανείς δεν κάνει κάτι, μένουν και αυτοί άπραγοι και φοβισμένοι.

Έτσι, ενώ εμείς αναρωτιόμαστε αν έχουμε συνηθίσει ή όχι το Θηρίο, το Θηρίο έχει ξυπνήσει για τα καλά. Και θέλει να το ταΐσεις. Και ξέρεις με τι τρέφεται το Θηρίο, ε; Ναι, με φρέσκο, ζεστό ανθρώπινο αίμα.

Και ξαφνικά, εκεί που η Χρυσή Αυγή είναι ένα «αντισυστημικό» «κόμμα», που απλώς θέλει να «ξεβρωμίσει» ο «τόπος» από τους «ξένους», ο φασισμός δείχνει επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο, που του πήρε ένα χρόνο να το αποφασίσει. Γιατί ο φασισμός δεν είναι κιτς τελετές για τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο φασισμός δεν είναι γελοία κάμπινγκ με χλαμύδες και σανδάλια στην άμμο. Ο φασισμός δεν είναι lifestyle, δεν είναι μόδα, δεν είναι τάση, δεν είναι κάτι με το οποίο μπορείς να συμβιώσεις. Ο φασισμός είναι θάνατος. Μίσος. Σκοταδισμός. Απανθρωπιά. Παραλογισμός. Αλλά πάνω απ’ όλα, είναι θάνατος.

Εσύ δεν το ήξερες αυτό; Νόμιζες ότι πάντα οι χρυσαυγίτες θα παίζανε με τα Lego τους και θα άφηναν τη ζωή να συνεχίζεται όπως πριν, όπως όταν ο φασισμός ήταν απλά μια ανάμνηση; Αν δεν το ήξερες, τότε λυπάμαι, αλλά είσαι κρετίνος. Είχες έναν ολόκληρο χρόνο να το καταλάβεις, ακόμα κι αν ήσουν τόσο αργόστροφος που δεν το κατάλαβες από την πρώτη κιόλας μέρα, από το πρώτο «Εγέρθουτου», από τα πρώτα χαστούκια, από το πρώτο τατουάζ-αγκυλωτό σταυρό.

Αν όμως δεν ανήκεις σε αυτούς τους κρετίνους, τότε γιατί ρε μαλάκα πέφτεις από τα σύννεφα; Γιατί ρε μαλάκα κάνεις λες και δεν ήξερες τι τέρατα κυκλοφορούν διπλα σου; Γιατί ρε μαλάκα έπρεπε να σκοτωθεί ένας Έλληνας για να σοκαριστείς; Γιατί ρε μαλάκα; Γιατί;

Ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε επειδή κράτησε αξιοπρεπή στάση απέναντι στο φασισμό. Δε δολοφονήθηκε ούτε «για την μπάλα», ούτε για τα λεφτά, ούτε τίποτα άλλο. Δολοφονήθηκε επειδή δεν ήταν φασίστας. Δολοφονήθηκε επειδή τόλμησε να πει κακό λόγο για τη Χρυσή Αυγή. Δολοφονήθηκε επειδή είπε το αυτονόητο. Δολοφονήθηκε επειδή κανείς δε φρόντισε να προστατεύσει τους ανθρώπους από το Θηρίο, που έχει ξεφύγει από το κλουβί του και αρχίζει να σκοτώνει όποιον δεν του αρέσει.

Και κοίτα να δεις μια πλάκα: Όλοι αυτοί που θέλουν να μας επιβάλουν το φόβο για την πάρτη τους, όταν ένας «δικός τους» πάει και κάνει ακριβώς αυτό που του λένε, δηλαδή να σκοτώσει έναν από τους «άλλους», η Χρυσή Αυγή τον παρατάει στην τύχη του. Τον ξεγράφει, σαν να μην υπήρξε ποτέ. «Δεν έχουμε καμία σχέση με αυτόν», λένε. Γιατί στην πραγματικότητα είναι κοτόπουλα. Κότες που δίνουν ρόπαλα και μαχαίρια σε μικρά ανθρωπάκια που νομίζουν ότι είναι μεγάλα, και όταν πια αυτά τα ανθρωπάκια κάνουν τη δουλειά τους και δεν τα χρειάζονται πια, τα παρατάνε. Λιπόψυχα κουφάρια που παλεύουν να εμπνεύσουν φόβο στους άλλους, για να μη φανεί ο δικός τους.

Ελπίζω να καταλαβαίνεις ποιο είναι το μήνυμα της ημέρας. Όχι, δεν είναι το «καλύτερα να μη μιλάμε για τη Χρυσή Αυγή, γιατί είναι ψυχάκηδες και θα μαζέψουν άλλους τριάντα να μας σκοτώσουν». Το μήνυμα της ημέρας δεν το διδάσκει η Χρυσή Αυγή, αλλά ο Παύλος Φύσσας. Και είναι το «στάσου με αξιοπρέπεια απέναντι στο φασισμό». Για τον εαυτό σου, για τον Παύλο, για όλους τους Παύλους που θα ακολουθήσουν, για την οικογένειά σου, για ό,τι αγαπάς και εκτιμάς. Αξιοπρέπεια εναντίον φασισμού. Και τα σκουλίκια θα γίνουν πάλι ένα με το χώμα κάποια στιγμή.

Τέρμα πια τα «ίσως» και οι ίσες αποστάσεις. Ή με τους ανθρώπους, ή με τους φασίστες. Διάλεξε το φόβο σου.


Ερείπια. Γυναίκες-σκιάχτρα, αδύναμες, άχρωμες, σχεδόν άυλες, γυναίκες διαλυμένες, κατεστραμμένες, γυναίκες-ερείπια.

Πηγαίνοντας να παρακολουθήσω την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Ruins», με θέμα την προεκλογική διαπόμπευση οροθετικών γυναικών που με είχε εξοργίσει αφάνταστα πριν από ένα χρόνο, υπέθεσα ότι τα «Ερείπια» του τίτλου ήταν αυτές τις γυναίκες. Όταν έπεσαν οι τίτλοι του τέλους, δεν ήξερα αν η υπόθεσή μου ήταν ορθή.

Τις θυμάμαι αυτές τις γυναίκες. Θυμάμαι ιδιαίτερα την πρώτη που είχε διαπομπευθεί. Μία νεαρή Ρωσίδα. Το όνομά της, το πρόσωπό της, η ύπαρξή της έγινε τροφή για τα θηρία. Και τα θηρία ορμάνε εκεί που μυρίζουν αίμα. Ακόμα και αίμα οροθετικού – δεν τα νοιάζει καθόλου.

Και μετά, ξαφνικά, εμφανίστηκαν κι άλλες. Κι άλλες διαλυμένες γυναίκες, γυναίκες που δαιμονοποιήθηκαν και τα ονόματα και οι φωτογραφίες τους αναρτήθηκαν παντού, να μάθει όλος ο κόσμος τις «πομπές» τους. Ότι είχαν AIDS, και εκδίδονταν επίτηδες για να το κολλήσουν σε όλους τους αγνούς οικογενειάρχες που πλήρωναν λέει παραπάνω για να τις πηδήξουν χωρίς προφυλακτικό. Και διαμομπεύονταν οι γυναίκες, αλλά όχι οι «οικογενειάρχες».

Θυμάμαι ότι εκείνη την περίοδο είχα εξοργιστεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους. Είχα εξοργιστεί πρώτα απ’ όλα με τον αδιανόητο εξευτελισμό ανθρώπων, με την ανάρτηση όλων των στοιχείων τους σε κοινή θέα, παραβιάζοντας κάθε έννοια προσωπικού απορρήτου και κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Είχα εξοργιστεί με τον παλιομοδίτικο σεξισμό του «αυτή η πουτάνα που θα μας κολλήσει όλους AIDS», αλλά όχι και του «κοίτα τον μαλάκα, που πήγε με μια άγνωστη και δεν έβαλε προφυλακτικό». Είχα εξοργιστεί με τη λυσσασμένη αντίδραση των ΜΜΕ, που επέμεναν να τρομάζουν τον κόσμο για μία υποτιθέμενη θανάσιμη απειλή που αφορούσε τους πάντες και επισκίαζε τα πάντα. Είχα εξοργιστεί με την καθιερωμένη πολιτική εκμετάλλευση του γεγονότος, καθώς συνέπεσε με προεκλογική περίοδο, και στις προεκλογικές περιόδους ο φόβος είναι πιο αποτελεσματικός από οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Και είχα εξοργιστεί με τις σπασμωδικές αντιδράσεις μεμονωμένων ανθρώπων στον κύκλο μου, οι οποίοι μόνο που δε βγήκαν με πυρσούς στους δρόμους να κάψουν τις «μάγισσες» που σπέρνουν το θάνατο, σαν να ήταν Μεσαίωνας.

Και ήταν Μεσαίωνας. Ή μάλλον ήταν κάτι ακόμα χειρότερο.

Το ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή είναι μια αποκάλυψη. Δεν είναι μια γροθιά στο στομάχι – είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, από αυτές που τις τρως και πέφτεις στο καναβάτσο, και δε σηκώνεσαι ούτε αν ο διαιτητής μετρήσει μέχρι το εκατό. Είναι ένα σοκ, που σε κάνει να μουδιάζεις, σε σημείο που να μην μπορείς ούτε να κουνηθείς.

Γιατί όλα αυτά; Γιατί το Ruins σου λέει κάτι που δε θα σου πει ποτέ κανένα τηλεοπτικό κανάλι και καμία εφημερίδα: Ότι όλο αυτό ήταν ένα αρρωστημένο σχέδιο, τέτοιο που δεν το χωράει το μυαλό σου (αν φυσικά κι αυτό δεν είναι αρρωστημένο), ένα εξαιρετικά οργανωμένο σχέδιο, ένα σχέδιο εξάπλωσης του φόβου, καταστρωμένο για μια χούφτα ψήφους.

Σε τι συνίστατο το σχέδιο αυτό; Στην εκμετάλλευση μίας κατάστασης. Όταν βρέθηκε μία οροθετική ιερόδουλη (και μάλιστα αλλοδαπή) σε παράνομο οίκο ανοχής, αυτή ήταν μία ευκαιρία. Και δεν την άφησαν να πάει χαμένη. Σκέφτηκαν ότι εδώ υπήρχε ένα τεράστιο κοίτασμα φόβου που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Τι έκαναν λοιπόν οι αθεόφοβοι; Σκέφτηκαν πως όσο περισσότερες οροθετικές ιερόδουλες βρουν, τόσο το καλύτερο. Κι αν δεν ήταν ιερόδουλες; Κανένα πρόβλημα, θα τις «βάφτιζαν» ιερόδουλες και τα ΜΜΕ θα πήγαιναν στη βάφτιση και θα έπαιρναν χαρωπά και την μπομπονιέρα.

Πού θα έβρισκαν όμως τόσες οροθετικές; Ε, δε θέλει και πολλή σκέψη. Η μεγαλύτερη «δεξαμενή» οροθετικών είναι οι ναρκομανείς. Και η μεγαλύτερη «δεξαμενή» ναρκομανών είναι η Ομόνοια. Έστειλαν λοιπόν αστυνομικούς στην Ομόνοια να περιμαζέψουν με την κλούβα μπόλικες ναρκομανείς (είναι και βολικά θύματα, σάμπως καταλαβαίνουν εκείνη την ώρα τι συμβαίνει;) και τους έκαναν τεστ για AIDS. Καμιά τριανταριά από αυτές βγήκαν θετικές. Και τις κράτησαν.

Βέβαια, το να έχεις AIDS δεν είναι έγκλημα (τουλάχιστον δεν το γράφει πουθενά στον Ποινικό Κώδικα, μπορώ να το πω με βεβαιότητα). Επομένως, δεν μπορούσαν να φυλακίσουν όλες αυτές τις γυναίκες απλά επειδή είχαν AIDS. Όμως όταν υπάρχει θέληση για αλητεία, υπάρχει και τρόπος. Τις κατηγόρησαν λοιπόν ότι όχι μόνο ήταν ιερόδουλες, αλλά ήταν ιερόδουλες που έκαναν σεξ με άνδρες όχι για τα λεφτά, όχι για την ευχαρίστηση, αλλά μόνο και μόνο για να διασπείρουν τον ιό HIV. Και έτοιμος ο μύθος μας.

Όταν λοιπόν τα μαθαίνεις όλα αυτά και γυρίζεις πίσω το χρόνο, παθαίνεις σοκ. Θυμάσαι ότι αποδέχθηκες ως δεδομένο πως οι γυναίκες αυτές ήταν ιερόδουλες, επειδή το έλεγαν όλοι. Δεν μπήκες στον κόπο (και η αλήθεια είναι ότι και να έμπαινες, δύσκολα θα κατάφερνες να βγάλεις άκρη) να επιβεβαιώσεις ότι όντως εκδίδονταν, και δεν ήταν απλά δυστυχισμένες γυναίκες που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η επόμενη δόση τους. Απλά το αποδέχθηκες ως δεδομένο. Επειδή το έλεγαν όλοι.

Και μετά μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς πόσα άλλα τέτοια ψέματα σου έχουν πει. Πόσοι άλλοι έχουν υποφέρει όπως αυτές οι γυναίκες για να υποστηρίξουν έναν μύθο που εσύ αναγκαστικά αποδέχεσαι, επειδή δεν μπορείς να φανταστείς το αρρωστημένο σχέδιο που κρύβεται από πίσω; Πόσοι άλλοι πολιτικοί έχουν κερδίσει τις ψήφους τους πατώντας πάνω σε τέτοιους μύθους, βάφοντας τα χέρια τους με αίμα όπως οι ανεκδιήγητοι Λοβέρδος και Χρυσοχοΐδης; Πόσα άλλα είναι διατεθειμένα να σου κρύψουν τα ΜΜΕ που συνεργάζονται με τον πιο αηδιαστικό τρόπο με τους ίδιους ανθρώπους που επινοούν τους μύθους αυτούς, και τους διαδίδουν ευχαρίστως χωρίς κανένα δισταγμό;

Με άλλα λόγια, συνειδητοποιείς ότι τα «Ερείπια» δεν είναι οι οροθετικές που εξευτελίστηκαν.

«Ερείπια» είναι τα πολιτικά ερείπια που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο φόβο και δε διστάζουν να καταστρέψουν ζωές αθώων για να εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους.

«Ερείπια» είναι τα δημοσιογραφικά ερείπια που συναλλάσσονται με τα παραπάνω ερείπια, διαδίδοντας τα ψέματά τους, και παριστάνουν τους θεματοφύλακες της ηθικής, κουνώντας το δάχτυλο σε οποιονδήποτε τολμήσει να τους επικρίνει.

«Ερείπια» είναι τα δικαστικά ερείπια που δέχονται να παίξουν το παιχνίδι της εξουσίας, απαγγέλλοντας κατηγορίες που δεν ευσταθούν σε ανθρώπους που δεν ευθύνονται για περιστατικά που δε συνέβησαν ποτέ.

«Ερείπια» είναι φυσικά τα κοινωνικά ερείπια, η διαλυμένη κοινωνία που επιτρέπει σε όλα τα παραπάνω ερείπια να δρουν ανενόχλητα, χωρίς ποτέ να διεκδικεί κάτι καλύτερο, κάτι ανθρώπινο.

Εκείνες οι γυναίκες δεν είναι ερείπια. Μοιάζουν, αλλά δεν είναι. Έχουν ακόμα την αξιοπρέπειά τους. Ακόμα και στη ζάλη τους, στο στερητικό τους σύνδρομο, στην ανάγκη τους για την επόμενη δόση τους, ήταν πιο αξιοπρεπείς από τους εθισμένους στην εξουσία, τους εθισμένους στη δόξα, τους εθισμένους στις καρέκλες τους. Ακόμα και στιγματισμένες, με τα ονόματα και τις φωτογραφίες τους να παραμένουν σε κοινή θέα, είναι πιο αξιοπρεπείς από τους επιφανείς διώκτες τους.

Ένα μεγάλο «μπράβο» λοιπόν στη Ζωή Μαυρουδή και τους άλλους συντελεστές του ντοκιμαντέρ, που έφτιαξαν ένα πολύτιμο έργο, το οποίο ίσως κάποτε βοηθήσει στην απόδοση δικαιοσύνης, αν μπορούμε ακόμα να πιστεύουμε σε κάτι τέτοιο στον ελληνικό μας Μεσαίωνα, που προτιμά το κυνήγι μαγισσών από την έρευνα και την αναζήτηση της αλήθειας.

Θέλω να το δείτε. Να το δείτε όλοι. Να πάθετε αυτό που έπαθα κι εγώ, να πέσετε κι εσείς στο καναβάτσο, και όταν σηκωθείτε να είστε άλλοι, καλύτεροι άνθρωποι.

Να το ψάξετε. Να δείτε την ιστοσελίδα του ντοκιμαντέρ. Να δείτε το λογαριασμό του στο Twitter και τη σελίδα του στο Facebook. Να πληροφορηθείτε. Να πάθετε σοκ.

Τα χρειαζόμαστε αυτά τα μεγάλα σοκ. Τα έχουμε ανάγκη.


 

 

Πόσο καιρό είχα να ανεβάσω φωτογραφίες; Ούτε που θυμάμαι. Πρέπει να ήταν πολύς καιρός πάντως, γιατί μαζεύτηκαν 71 (εβδομήντα μία) φωτογραφίες. Απολαύστε ανεύθυνα.

CAM00039 CAM00043 CAM00050 CAM00053 CAM00056 CAM00060 CAM00062 CAM00067 CAM00068 CAM00071 CAM00078 CAM00080 CAM00095 CAM00098 CAM00100 CAM00102 CAM00104 CAM00108 CAM00113 CAM00118 CAM00120 CAM00127 CAM00130 CAM00138 CAM00174 CAM00176 CAM00177 CAM00180 CAM00182 CAM00184 CAM00186 CAM00188 CAM00190 CAM00192 CAM00194 CAM00196 CAM00198 CAM00200 CAM00201 CAM00202 CAM00204 CAM00205 CAM00206 CAM00217 CAM00243 CAM00288 CAM00290 CAM00308 CAM00315 CAM00357 CAM00359 CAM00361 CAM00363 CAM00365 CAM00367 CAM00371 CAM00421 CAM00449 CAM00451 CAM00454 CAM00455 CAM00457 CAM00459 CAM00461 CAM00506 CAM00528 CAM00531 CAM00535 CAM00537 CAM00540 CAM00541