Η ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

–          Ανεβαίνουμε;

–          Ανεβαίνουμε τη σκάλα.

–          Πού πάμε;

–          Όπου μας πάει η σκάλα.

–          Είναι μακριά;

–          Όλα είναι εδώ, τίποτα δεν είναι μακριά.

–          Η Κίνα είναι μακριά.

–          Η Κίνα δεν είναι εδώ.

–          Και ποιος είναι εδώ;

–          Εσύ κι εγώ.

–          Και η σκάλα.

Σκάλες. Τις δημιούργησε ο άνθρωπος για να ανεβαίνει και να κατεβαίνει. Συνήθως για να κατεβαίνει, όλο και πιο χαμηλά. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί άνθρωποι έχουν υψοφοβία, αλλά κανένας δεν έχει χαμηλοφοβία: Εκεί είναι η ανθρώπινη φύση, στα χαμηλά.

–          Ε, κοίτα: Είναι μία πόρτα.

–          Μην την ανοίξεις.

–          Γιατί;

–          Αν την ανοίξεις θα βγουν από μέσα όλα τα κακά του κόσμου.

–          Το κουδούνι γράφει «Πανδώρα».

–          Μην την ανοίξεις.

–          Θα την ανοίξω.

–          Κάνε ό,τι θες, εγώ προχωράω.

–          Να χτυπήσω το κουδούνι;

–          Να ανέβεις τη σκάλα.

–          Και η πόρτα;

–          Άσε την πόρτα στην ησυχία της.

Πόρτες. Τις έφτιαξε ο άνθρωπος για να μπαίνει και να βγαίνει. Κυρίως για να μπαίνει και να κλειδώνεται πίσω από αυτές. Κι όταν ακόμα βγαίνει από μια πόρτα, στην πραγματικότητα την κλείνει πίσω του και μπαίνει σε ένα ακόμα πιο στενό δωμάτιο. Μόνος του, όπως γεννήθηκε.

–          Κοίτα, κι άλλη πόρτα.

–          Μα τι συμβαίνει πια με σένα;

–          Είναι ωραία πόρτα.

–          Σταμάτα πια να κοιτάς                                                                 δεξιά
κι

αριστερά

–          Δε θέλω να κοιτάξω μπροστά.

–          Γιατί;

–          Γιατί βαριέμαι, βλέπω μόνο μια σκάλα.

–          Βλέπεις όλα τα άλλα και χάνεις το νόημα.

–          Ποιο είναι το νόημα;

–          Ότι δεν υπάρχει νόημα.

–          Θέλω να υπάρχει νόημα.

–          Είσαι ανόητος.

–          Αυτή η συζήτηση δεν έχει νόημα.

Νόημα. Δεν υπήρχε ποτέ στον κόσμο, και ούτε θα υπάρξει ποτέ. Το επινόησε ο άνθρωπος για να μπορεί να πιστέψει σε κάτι που δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Συνεχίζει να το ψάχνει με μανία, αγνοώντας ότι ποτέ δεν θα το βρει. Γιατί δεν υπάρχει. Και δε θα υπάρξει ποτέ.

–          Κουράστηκα, θέλω να καθίσω.

–          Κάτσε, εγώ θα συνεχίσω.

–          Δε θέλω να μείνω μόνος.

–          Τότε έλα μαζί μου.

–          Δε θέλω να έρθω μαζί σου.

–          Τότε μείνε εκεί που είσαι.

–          Θα γυρίσω πίσω.

–          Γύρνα πίσω.

–          Κοίτα, ένα παράθυρο.

–          Θέλεις να πηδήξεις;

–          Όχι, θέλω να δω έξω.

–          Σε λίγο θα είσαι έξω.

–          Σε λίγο θα είμαι εγώ το παράθυρο.

Παράθυρα. Τα έφτιαξε ο άνθρωπος για να κοιτάζει έξω. Τα χρησιμοποιεί για να βλέπει αυτά που δεν μπορεί να ζήσει επειδή δεν μπορεί να βγει έξω. Δεν τα ανοίγει ποτέ, εκτός κι αν είναι να πηδήξει στο κενό. Όταν σπάνε τα τζάμια, σπάνε και οι άνθρωποι.

–          Φτάνουμε;

–          Ήμασταν ήδη εκεί.

–          Δε βλέπω τίποτα.

–          Δεν υπάρχει τίποτα να δεις.

–          Βλέπω ένα ταβάνι.

–          Επειδή δεν βλέπεις μπροστά σου.

–          Τελειώνει αυτή η σκάλα;

–          Τελείωσε πριν καν αρχίσει.

–          Και πού καταλήγει;

–          Στο ταβάνι.

Ταβάνια. Τα έφτιαξαν οι άνθρωποι για να προστατευτούν από τον εαυτό τους. Μην και βγάλουν ποτέ φτερά και πετάξουν. Όσο πιο ψηλό το ταβάνι, τόσο πιο χαμηλός ο άνθρωπος. Και όσο πιο πολλά τα ταβάνια πάνω από το κεφάλι του, τόσο πιο ασφαλής νιώθει.

–          Κοίτα, ένα ψόφιο περιστέρι.

–          Αυτό σημαίνει πως φτάσαμε.

–          Πού φτάσαμε;

–          Στην κορυφή του κόσμου.

–          Και τι είναι εκεί;

–          Τα πάντα.

–          Είσαι στην κορυφή τώρα;

–          Πάντα ήμουν εκεί.

–          Και τι βλέπεις;

–          Τίποτα.

–          Τίποτα;

–          Τίποτα.

–          Δεν βλέπεις τον κόσμο;

–          Βλέπω ένα τίποτα.

–          Εμένα με βλέπεις;

–          Δε βλέπω τίποτα.

–          Τυφλώθηκες;

–          Δεν είχα ποτέ μάτια.

–          Εγώ φοβάμαι να ανέβω, γυρίζω πίσω.

–          Δεν υπάρχει γυρισμός.

–          Και η σκάλα;

–          Γκρεμισμένη.

–          Η Πανδώρα;

–          Νεκρή.

–          Τότε θα μείνω μαζί σου, να τυφλωθώ.

–          Είσαι ήδη τυφλός.

Άνθρωπος. Τον επινόησε ο ίδιος ο άνθρωπος για να έχει κάποιον να μιλάει. Μετά το μετάνιωσε και σταμάτησε να του μιλάει. Τώρα θέλει να τον σκοτώσει και να μείνει μόνος του. Αλλά δεν θα το κάνει ποτέ. Γιατί είναι άνθρωπος.

———————————

ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΡΑΤΙ

Φαινόταν σαν ένα ακόμα συνηθισμένο απόγευμα στο Παγκράτι. Οι νοικοκυρές έβλεπαν την αγαπημένη τους σαπουνόπερα στην τηλεόραση, τα παιδιά διάβαζαν τα μαθήματά τους (αλλά κρυφά έβλεπαν κι αυτά τηλεόραση), ενώ όσοι και όσες δεν έβλεπαν τηλεόραση ήταν στο δρόμο και έκαναν τα ψώνια της ημέρας. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν και οι πρώτοι που κατάλαβαν ότι εκείνο το απόγευμα δεν ήταν ένα ακόμα συνηθισμένο απόγευμα στο Παγκράτι.

Όταν εκείνο το απόγευμα ο Παναγιώτης Μιχαήλ βγήκε από την πολυκατοικία που έμενε, στην Ερατοσθένους, δεν ήταν μόνος του όπως συνήθως. Κρατούσε στο χέρι του ένα λουρί, το οποίο κατέληγε στον λαιμό ενός μικρού δράκου. Ο δράκος ήταν κατακόκκινος, με δύο μικρά πτερύγια στην πλάτη του και κάθε τόσο έβγαζε καπνούς από τα ρουθούνια του.

Πρώτο είδε τον δράκο ένα μικρό παιδί, που είχε πάρει η μητέρα του μαζί στα ψώνια. «Κοίτα, μαμά, κοίτα έναν κόκκινο σκύλο!», είπε στη μητέρα του, η οποία κοίταζε τη βιτρίνα ενός καταστήματος. «Δεν υπάρχουν κόκκινοι σκύλοι, Νίκο» του απάντησε αδιάφορα, συνεχίζοντας να περιεργάζεται τη βιτρίνα. «Μα κοίτα, κοίτα τον!», επέμεινε ο μικρός. Τότε η μητέρα του κοίταξε προς το μέρος του δράκου και έβγαλε μία κραυγή έκπληξης.

«ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ», φώναξε έντρομη, «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ;».

«Μη φοβάστε», την καθησύχασε ο Παναγιώτης, «είναι απλά ένας δράκος».

«ΕΙΣΑΙ ΤΡΕΛΟΣ, ΑΝΘΡΩΠΕ ΜΟΥ;», συνέχισε να ουρλιάζει αυτή. «ΠΩΣ ΦΕΡΝΕΙΣ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΤΕΡΑΣ ΕΔΩ ΠΕΡΑ; ΔΡΑΚΟΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΡΑΤΙ; ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ; ΝΙΚΟ, ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ< ΜΗΝ ΤΟ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙΣ!». Πήρε το παιδί αγκαλιά και απομακρύνθηκε τρέχοντας.

Οι φωνές της τράβηξαν την προσοχή των περαστικών, που κοίταζαν πλέον με γουρλωμένα μάτια τον δράκο, ο οποίος αδιάφορος για όλα αυτά έξυνε το αυτί του με το πόδι του. Οι περαστικοί συζητούσαν μεταξύ τους, χωρίς να αποστρέφουν το βλέμμα τους από τον δράκο. «Μα πού ακούστηκε; Δράκος στο Παγκράτι;», έλεγε ένας. «Καλέ, αυτό βγάζει καπνούς απ’τα ρουθούνια, θα μας κάψει ζωντανούς!», είπε κάποια άλλη. «Μαμά, θέλω κι εγώ έναν δράκο», είπε ένα παιδί.

Αγνοώντας τα σχόλιά τους, ο Παναγιώτης συνέχισε τον δρόμο του – εξάλλου γι’αυτό  είχε βγει από το σπίτι, για να βγάλει βόλτα τον δράκο του, να πάρει τον αέρα του. Απ’όπου κι αν περνούσε, οι περαστικοί τον ρωτούσαν πού τον βρήκε, αν τσουρουφλίζει, αν βγαίνει και σε άλλα χρώματα – αλλά αυτός δεν απαντούσε. Μόνο σε έναν απάντησε, που ρώτησε πώς τον φωνάζει. «Γιάγκο», απάντησε χαμογελώντας. «Γιάγκο Δράκο». Και συνέχισε τον δρόμο του.

Επιστρέφοντας στην πολυκατοικία του, συνάντησε στην πόρτα τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, τον δικηγόρο Ιάσονα Χαρίση. Ο Χαρίσης δεν ενθουσιάστηκε καθόλου στη θέα του δράκου.

«Πού το πας αυτό το τέρας; Δεν πιστεύω να το βάλεις μέσα στην πολυκατοικία;», τον ρώτησε.

«Φυσικά και θα τον βάλω μέσα, στο σπίτι θα τον έχω. Του έχω φτιάξει και ειδικό δωμάτιο από μη εύφλεκτη ουσία για να μην κάνει καμία ζημιά», απάντησε.

«Μα δεν μπορώ να επιτρέψω να μπει ένας δράκος στην πολυκατοικία, είναι κίνδυνος για όλους μας», του είπε αυστηρά ο Χαρίσης.

«Δεν είναι καθόλου κίνδυνος, είναι ήμερος σαν γατάκι, σας το εγγυώμαι».

«Είμαι ο διαχειριστής αυτής της πολυκατοικίας και σου απαγορεύω να μπεις με αυτό το θηρίο στους χώρους της».

«Κι εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης αυτού του δράκου και δεν θα τον βγάλω από την πολυκατοικία μέχρι να μου δείξετε πού γράφει ο κανονισμός της πολυκατοικίας ότι απαγορεύονται οι δράκοι».

Λέγοντας αυτήν την κουβέντα, ο Παναγιώτης πήρε τον δράκο του και ανέβηκαν στο διαμέρισμά του. Ο Χαρίσης δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια: Πήρε τον κανονισμό της πολυκατοικίας και τον ξεκοκάλισε, ψάχνοντας να βρει κάποια διάταξη που να απαγορεύει τους δράκους. Δεν βρήκε τίποτα. Απελπισμένος, πήρε τηλέφωνο την αστυνομία, ζητώντας του να πάνε στην πολυκατοικία και να συλλάβουν τον δράκο. Οι αστυνομικοί του απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, αφού θα’πρεπε να γίνει επίσημη καταγγελία εις βάρος του δράκου και του ιδιοκτήτη του, όμως δεν μπορούσε να τον καταγγείλει χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό. Έτσι, ο δράκος έμεινε.

Με τον καιρό, οι κάτοικοι του Παγκρατίου αγάπησαν τον δράκο. Στο κάτω-κάτω, πού αλλού στην Αθήνα θα έβρισκε κανείς έναν δράκο; Πουθενά. Οι Παγκρατιώτες ήταν περήφανοι για τον δράκο τους. Όταν ο Παναγιώτης τον έβγαζε βόλτα, όλοι τον χάιδευαν στο κεφάλι, κι αυτός κουνούσε χαρούμενα την ουρά του και χαμήλωνε τ’αυτιά του. Από εκεί που ήταν ένας κοινός θνητός και κανείς δεν ασχολιόταν μαζί του, ξαφνικά ο Παναγιώτης έγινε ο πιο δημοφιλής κάτοικος της περιοχής. Όλες οι κοπέλες ήθελαν να βγουν ραντεβού μαζί του, όλοι οι άνδρες ήθελαν να βγουν για μπύρες μαζί του. Κι όλα αυτά χάρη στον δράκο του.

Μάλιστα, η φήμη του δράκου εξαπλώθηκε και πέρα από τα σύνορα του Παγκρατίου όταν ένα βράδυ δύο διαρρήκτες επιχείρησαν να μπουν στο διαμέρισμα του Παναγιώτη. Το επόμενο πρωί, σύμφωνα με τον θρύλο, βρέθηκαν απανθρακωμένοι στο δωμάτιο του δράκου. «Μπάρμπεκιου τους έκανε», έλεγε θριαμβολογώντας ο Παναγιώτης, κερδίζοντας τον θαυμασμό και τη ζήλεια των άλλων.

Λίγους μήνες αργότερα, όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο δράκος δεν ήταν καλά. Δεν αντιδρούσε πια στα χάδια των περαστικών. Δεν έτρωγε ούτε από το χέρι του Παναγιώτη. Δεν είχε καν διάθεση να μουγκρίσει θυμωμένα στον Χαρίση, όπως έκανε πάντα όταν τον έβλεπε. Φαινόταν κουρασμένος και αδιάφορος για οτιδήποτε.

Έτσι, ο Παναγιώτης πήρε τον δράκο αγκαλιά και τον πήγε στον κτηνίατρο. Ο γιατρός τον εξέτασε παντού, του πήρε τη θερμοκρασία, έλεγξε τη γλώσσα του, έπιασε την ουρά του, και τελικά αποφάνθηκε ότι ο δράκος ήταν μια χαρά σωματικά, και μάλλον το πρόβλημά του ήταν ψυχολογικό.

«Λογικό είναι», είπε ο γιατρός, «σκέψου ότι είναι μόνος στον κόσμο. Όση αγάπη κι αν του δίνεις εσύ και οι άλλοι Παγκρατιώτες, αυτός νιώθει ότι δεν υπάρχει κανένας όμοιος με αυτόν στον κόσμο, δεν μπορεί να βρει έναν θηλυκό δράκο να αναπαραχθεί, νιώθει ότι δεν έχει νόημα η ζωή του. Δε θέλει να ζήσει».

Ο γιατρός είχε δίκιο. Η κατάσταση του δράκου όλο και χειροτέρευε, μέχρι που λίγες μέρες αργότερα πέθανε από ασιτία. Όλο το Παγκράτι μαζεύτηκε στην κηδεία του, ακόμα και ο Ιάσων Χαρίσης ήταν εκεί, αν και δε φαινόταν και τόσο στενοχωρημένος. Στον τάφο του έγραψαν: «Εδώ είναι θαμμένο το πιο αξιαγάπητο πλάσμα που πέρασε ποτέ από το Παγκράτι». Μετά από την κηδεία, οι περισσότεροι δεν ξαναμίλησαν ποτέ μεταξύ τους, επιστρέφοντας στην παλιά τους γνώριμη ρουτίνα.

Για σκέψου, όμως, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν τους είχε πει κάποιος για τη Βίρνα, την δράκαινα του Αιγάλεω…

—————————–

ΑΜΝΗΣΙΑ

Ως γιατρός, έχω ζήσει κατά καιρούς πολλά παράξενα περιστατικά, άλλα επώδυνα και άλλα αστεία. Κανένα από αυτά, όμως, δε συγκρίνεται με αυτό που μου συνέβη πριν από λίγες εβδομάδες.

Είχε νυχτώσει και ετοιμαζόμουν να γυρίσω στο σπίτι μου, όταν η γραμματέας μου με ενημέρωσε ότι στην αίθουσα αναμονής είχε φτάσει λίγο νωρίτερα ένα ζευγάρι χωρίς ραντεβού. Της είπα απρόθυμα να τους φέρει μέσα.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκε μπροστά μου ένας άνδρας, γύρω στα 50, με ένα χαζό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Του είπα να καθίσει, και κάθισε στην καρέκλα, διατηρώντας το ίδιο χαζό χαμόγελο.

«Λοιπόν; Τι έχουμε εδώ;», τον ρώτησα.

«Δεν ξέρω», μου απάντησε.

«Τι εννοείτε; Αν δεν ξέρετε εσείς τότε ποιος ξέρει;»

«Η κυρία έξω, αυτή με έφερε εδώ».

Νόμιζα ότι με κορόιδευε. Τον κοίταξα μ’ ένα βλέμμα αποδοκιμασίας, το οποίο καθόλου δεν τάραξε το χαζό του χαμόγελο.

«Εντάξει, ας σοβαρευτούμε τώρα», του είπα ψυχρά. «Ποιο είναι το πρόβλημά σας;»

«Πρόβλημα; Δεν έχω κανένα πρόβλημα!», μου είπε γεμάτος ενθουσιασμό.

Η υπομονή μου είχε αρχίσει να εξαντλείται. Βγήκα στην αίθουσα αναμονής και ζήτησα σε έντονο ύφος εξηγήσεις από την κυρία που καθόταν εκεί. Αυτή μου εξήγησε, με δάκρυα στα μάτια, ότι ο σύζυγός της είχε πάθει αμνησία. Έτσι, στα καλά καθούμενα, είχε ξεχάσει τα πάντα. Δε θυμόταν ούτε το όνομά του, ούτε το όνομά της, ούτε τη διεύθυνση του σπιτιού του, ούτε το τηλέφωνό του – τίποτα. Σαν να είχαν διαγραφεί όλα από τη μνήμη του. Ένιωσα τύψεις για τον αρχικό μου θυμό και της υποσχέθηκα να κάνω ότι μπορώ για να επανέλθει η μνήμη του.

Επέστρεψα στο ιατρείο. Ο σύζυγος της κυρίας καθόταν ακόμα εκεί, στην καρέκλα του, με το ίδιο χαμόγελο στο πρόσωπο.

«Λοιπόν, απ’ ό,τι φαίνεται πάσχετε από αμνησία, αγαπητέ μου», του είπα με το πιο γλυκό μου ύφος.

«Για να το λέτε εσείς, κάτι θα ξέρετε», μου απάντησε χαμογελαστά.

«Για πείτε μου, λοιπόν, πώς σας λένε;»

«Δεν ξέρω.»

«Τη γυναίκα σας πώς τη λένε;»

«Την κυρία έξω; Δεν ξέρω.»

«Εμένα πώς με λένε;»

«Δεν έχω ιδέα.»

«Μάλιστα…Παιδιά έχετε;»

«Δεν ξέρω.»

«Και τι δουλειά κάνετε;»

«Δεν ξέρω.»

«Πόσων ετών είστε;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι ύψος έχετε;»

«Δεν ξέρω.»

Ήταν φανερό πως η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Πράγματι, ήταν σαν να είχαν σβηστεί τα πάντα από τη μνήμη του. Βέβαια, ο ίδιος δεν καταλάβαινε τη σοβαρότητα της κατάστασης και συνέχιζε να χαμογελά, χωρίς να ενοχλείται καθόλου από τις απανωτές ερωτήσεις μου.

Βγήκα και πάλι στην αίθουσα αναμονής και εξήγησα στην κυρία ότι δεν υπάρχει καμία θεραπεία γι’ αυτό που είχε συμβεί στον σύζυγό της, και ότι λογικά η μνήμη του θα επανερχόταν το ίδιο ξαφνικά και απροειδοποίητα όπως εξαφανίστηκε, ίσως σε λίγες ώρες, ίσως σε λίγες μέρες, αλλά ίσως και σε εβδομάδες. Τρομοκρατήθηκε στην ιδέα, και με ικέτευσε να της δώσω κάποιο χάπι, κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει την κατάσταση. Της είπα ότι δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο, και ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει. Απελπισμένη, πήγε στο ιατρείο, πήρε τον χαρωπό σύζυγό της από το χέρι και έφυγαν.

Πίστευα ότι δεν θα τους ξανάβλεπα ποτέ, όμως μετά από λίγες μέρες, πηγαίνοντας να ανοίξω το ιατρείο μου, είδα εκείνο τον κύριο στην πόρτα να με περιμένει. Δε φαινόταν το ίδιο χαρούμενος όσο την τελευταία φορά που τον είχα δει.

«Γιατρέ μου!», αναφώνησε μόλις με είδε. «Γιατρέ μου! Θυμήθηκα! Τα θυμήθηκα όλα! Λες και ξαφνικά μου ήρθε η φώτιση του Αγίου Πνεύματος, και τα θυμήθηκα όλα!»

Προσπάθησα να πω κάτι, αλλά συνέχισε: «Με λένε Βασίλη Βαρδικιώτη, είμαι 53 χρονών, τη γυναίκα μου τη λένε Χρυσούλα, έχουμε δύο παιδιά, τον Πέτρο και την Αγγελική, μένω στην οδό Κεφαλληνίας 31 στην Κυψέλη, είμαι ψυκτικός στο επάγγελμα, και έχω ύψος 1.75».

Πήγα να του πω ότι χαιρόμουν που τα θυμήθηκε όλα αυτά, αλλά και πάλι δε με άφησε να τον διακόψω: «Όλα τα θυμήθηκα, γιατρέ. Θυμήθηκα τα χρέη μου στην τράπεζα για το στεγαστικό. Θυμήθηκα τον εθισμό μου στο αλκοόλ. Θυμήθηκα ότι η γυναίκα μου μού σπάει τα νεύρα με την γκρίνια της κάθε μέρα. Θυμήθηκα τους άχρηστους πολιτικούς που έχουμε. Θυμήθηκα το καζανάκι που είχε χαλάσει και έσταζε. Τα θυμήθηκα όλα, γιατρέ.»

Ακολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Δεν ήξερα πια τι να του πω. Τελικά, τη σιωπή την έσπασε πάλι αυτός:

«Γιατρέ, πώς μπορώ να ξαναπάθω αμνησία;»

———————————————————-

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΚΑΚΟΙ

Ο παππούς έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του καθώς έμπαινε στο σπίτι. Φαινόταν πολύ κουρασμένος – όλο το απόγευμα φρόντιζε τον κήπο. Σκάλιζε το χώμα, κλάδευε τους θάμνους, πότιζε το παρτέρι. Όμως τώρα ήταν η ώρα να ξεκουραστεί. Έβαλε κρασί σε ένα ποτήρι και κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακριβώς απέναντι από την πολυθρόνα, καθόμουν εγώ με τη γιαγιά μου, που μου μάθαινε ένα παιχνίδι με χαρτιά.

Ήταν ωραίο εκείνο το καλοκαίρι με τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό. Καμιά φορά μου έλειπαν οι γονείς μου, όμως η αγάπη του παππού και της γιαγιάς μου αναπλήρωναν το κενό τους. Με φρόντιζαν πολύ, ο καθένας με τον τρόπο του. Η γιαγιά μου έφτιαχνε τα αγαπημένα μου φαγητά, έπαιζε μαζί μου και απαντούσε ψύχραιμα στις αμέτρητες απορίες μου. Ο παππούς μου, από την άλλη, ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που δε σου δείχνουν την αγάπη τους, αλλά την καταλαβαίνεις από τις πράξεις τους. Και επίσης, έλεγε πολύ ωραίες ιστορίες.

Εκείνο το βράδυ, όπως καθόταν κατάκοπος στην πολυθρόνα του, κοίταξε προς το μέρος μου και μου είπε: «Σου’χω πει ποτέ για τον εξωγήινο;». «Ποιον εξωγήινο;», τον ρώτησα έκπληκτος. «Έναν εξωγήινο που’ξερα παλιά», μου είπε. «Αλήθεια, δε σου’χω πει γι’αυτόν;». «Όχι, παππού». «Έλα ‘δω να σου πω την ιστορία του».

Παράτησα τρέχοντας τα χαρτιά και τη γιαγιά μου, και έτρεξα στην πολυθρόνα του παππού μου. Αυτός με πήρε αγκαλιά και μου διηγήθηκε την ιστορία του φίλου του, του εξωγήινου:

«Ήταν πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμουν στην ηλικία σου. Ήμασταν με δύο φίλους μου και παίζαμε σε μία αλάνα έξω από την πόλη, όπως κάναμε κάθε απόγευμα τα καλοκαίρια, που δεν είχαμε σχολείο. Μια μέρα, που λες, εκεί που παίζαμε, κλώτσησα δυνατά την μπάλα και πήγε πίσω από μία μάντρα. Πήγα, λοιπόν, να πάρω την μπάλα. Και τότε είδα κουλουριασμένο σε μια γωνιά τον εξωγήινο.

«Πώς ήταν ο εξωγήινος, παππού;», τον ρώτησα ανυπόμονα.

«Δεν ήταν και πολύ διαφορετικός από μας, παιδί μου. Ήταν μόνο πιο κοντός, πολύ κοντός. Και μαυριδερός, λες και είχε περάσει μέσα από καμινάδα. Και τα μάτια του ήταν πιο μικρά από τα δικά μας, σαν κουμπότρυπες. Και φόραγε κι αυτά τα παράξενα ρούχα… Αλλά το καταλάβαινες ότι δεν ήταν από τα μέρη μας, ότι ήταν διαφορετικός από μας.

«Και δεν φοβηθήκες μήπως ήταν κακός και ήθελε να σας πειράξει;»

«Όχι, παιδί μου, ήταν καλός. Δεν ήθελε να μου κάνει κακό, φαινόταν από τα μάτια του, έμοιαζε τρομαγμένος. Γι’αυτό κι εγώ φώναξα τους φίλους μου , να τον βοηθήσουμε, να μη φοβάται. Τον φέραμε στην αλάνα και τον ρωτούσαμε αν είναι καλά, κι από πού είναι, και τι δουλειά έχει στα μέρη μας, αλλά δεν καταλάβαινε, δεν ήξερε τη γλώσσα μας. Έλεγε κάτι δικά του, σε άλλη γλώσσα, που δεν την ξέραμε εμείς. Έτσι, τον πήραμε μαζί μας. Φωνάξαμε τους γονείς μας, και ήμασταν περήφανοι που είχαμε βρει έναν εξωγήινο, περιμέναμε ότι θα μας έλεγαν «μπράβο» και θα μας έκαναν και κανένα δώρο, αλλά αυτοί άρχισαν να μας φωνάζουν. «Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;», μας έλεγαν. «Κοιτάξτε τον πώς είναι, πού ξέρετε τι αρρώστιες κουβαλάει; Κι άμα είναι επικίνδυνος; Δε σας έχουν πει να μη μιλάτε σε ξένους; Να τον πάρετε από ‘δω, να φύγει». Δεν τον ήθελαν καθόλου.»

«Κι εσείς τι κάνατε, παππού; Τον διώξατε;»

«Ε, δεν μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς, αφού δεν τον ήθελε κανείς. Είχαν βγει και οι γείτονες στα μπαλκόνια, μας κοιτούσαν περίεργα, ούτε κι αυτοί ήθελαν έναν εξωγήινο στη γειτονιά τους. Έτσι, τον αφήσαμε να φύγει. Αλλά ξαναπήγαμε την επόμενη μέρα στην αλάνα και τον βρήκαμε εκεί, με το ίδιο τρομαγμένο βλέμμα. Ε, τότε είπαμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας: Όλο εκείνο το καλοκαίρι πηγαίναμε κάθε απόγευμα στην αλάνα και καθόμασταν μαζί με τον εξωγήινο. Ήταν πολύ έξυπνος, και μετά από λίγο καιρό μιλούσε τη γλώσσα μας, έστω και σπαστά. Μας είπε και την ιστορία του: Στον πλανήτη του, έλεγε, είχε πέσει πόλεμος και πείνα, και ένα βράδυ μπήκε κρυφά σε έναν ιπτάμενο δίσκο και έφυγε από εκεί. Δεν ήθελε να έρθει στον δικό μας πλανήτη, ήθελε να πάει αλλού, σε έναν πλανήτη που ήξερε ότι θα ζούσε καλύτερα, όμως στο δρόμο χάλασε ο ιπτάμενος δίσκος, κι έτσι κατέληξε στη Γη. Δεν ήξερε κανέναν εδώ, και δεν είχε τρόπο να φύγει, γι’αυτό είχε κρυφτεί σε εκείνη τη μάντρα, χωρίς να ξέρει τι να κάνει.»

«Και μετά; Τι έγινε μετά;»

«Στο τέλος του καλοκαιριού, ο φίλος μας ο εξωγήινος ήταν σχεδόν σαν εμάς: Μιλούσε πια τη γλώσσα μας, και του είχαμε αγοράσει με το χαρτζιλίκι μας κανονικά ρούχα, σαν αυτά που φορούσαμε όλοι. Αν τον κοίταζες από μακριά, φαινόταν σαν ένας από εμάς. Έπρεπε να τον πλησιάσεις για να δεις το μαυριδερό του δέρμα και τα εξωγήινα μάτια του και να καταλάβεις ότι ήταν διαφορετικός. Όταν τον παρουσιάσαμε ξανά στη γειτονιά μας, οι γονείς και οι γείτονές μας φαίνονταν πιο χαρούμενοι: Και πάλι τους ενοχλούσε το χρώμα του και το σχήμα των ματιών του και το ύψος του, αλλά ήταν τόσο ευγενικός και καλοπροαίρετος που τελικά αποφάσισαν να τον φιλοξενήσουμε. Μάλιστα, κάποιος του έδωσε μία αποθήκη που είχε στο σπίτι του για να μένει εκεί, με αντάλλαγμα να τον βοηθάει στη δουλειά του. Πράγματι, ο εξωγήινος δεν είχε κανένα πρόβλημα, ήταν πολύ εργατικός και τον βοηθούσε κάθε μέρα στις δουλειές του, και μετά πήγαινε και βοηθούσε και τους άλλους στις δουλειές τους, χωρίς ποτέ να γκρινιάζει ή να τους ζητάει τίποτα ιδιαίτερο.

«Και πού είναι τώρα ο εξωγήινος, παππού;»

«Θα σου πω, παιδί μου: Τον εξωγήινο δεν τον συμπαθούσαν όλοι. Κάποιοι τον μισούσαν επειδή έκανε όλες τις δουλειές χωρίς να ζητάει τίποτα, κι έτσι δεν είχαν αυτοί δουλειά, και κάποιοι τον μισούσαν απλά επειδή δεν ήταν σαν εμάς, μόνο και μόνο για το χρώμα του δέρματός του. Έτσι, όταν κάποια στιγμή άρχισαν να συμβαίνουν άσχημα πράγματα στη γειτονιά μας, αυτοί κατηγόρησαν τον εξωγήινο. Και ακόμα και οι άλλοι γείτονες, που τόσο τους είχε βοηθήσει, δεν είπαν τίποτα, δεν τον υποστήριξαν, κι ας ήξεραν ότι ποτέ δε θα έκανε κακό σε κανέναν. Και μια μέρα βρήκαν το πτώμα του σε μια γωνία, κάποιος τον είχε σκοτώσει. Ποτέ δε μάθαμε ποιος ήταν. Κανείς δεν ήθελε να μάθει, και κανείς δεν τον έκλαψε. Και αυτή, παιδί μου, ήταν η ιστορία του εξωγήινου.»

Μόλις το είπε αυτό, με κατέβασε από την αγκαλιά του και έκανε να σηκωθεί.

«Ε, παππού!», διαμαρτυρήθηκα εγώ.

«Τι είναι πάλι;», γκρίνιαξε.

«Δε μου είπες το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας!»

«Δεν υπάρχει παιδί μου ηθικό δίδαγμα. Δεν έχουν όλες οι ιστορίες ηθικό δίδαγμα.»

«Λες ψέματα! Όλες οι ιστορίες έχουν! Πες μου, ποιο είναι;»

«Εντάξει, λοιπόν, άκουσέ με καλά: Αυτή η ιστορία μας μαθαίνει πως ό,τι κι αν βλέπεις στην τηλεόραση και στις ταινίες, εσύ αυτό πρέπει να ξέρεις πάντα: Στο τέλος κερδίζουν πάντα οι κακοί.».

—————————————

ΣΗΜΑΙΕΣ

Στην πόλη μας, όλα τα σπίτια έχουν σημαίες. Πάντα, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, το κάθε σπίτι είχε τη δική του σημαία. Σημαίες πολύχρωμες, με περίτεχνα σχέδια, που ήταν το καμάρι κάθε οικογένειας.

Ο νόμος έλεγε πως δεν μπορούσαν δύο σπίτια να έχουν την ίδια σημαία. Το κάθε σπίτι έπρεπε να έχει τη δική του σημαία, που να αντιπροσωπεύει τους κατοίκους του και μόνο.

Η σημαία μας ήταν ένα από τα πράγματα που θυμάμαι με νοσταλγία από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν πορτοκαλί, με τέσσερα μαύρα λιοντάρια στις γωνίες της και στη μέση ένα παράξενο σύμβολο που ο πατέρας μου περιέγραφε ως «σύζευξη». Πάντα τσακωνόμασταν με τους γείτονες, που είχαν μία σημαία μπλε με κίτρινες ρίγες και μία ασημένια ασπίδα στο κέντρο.

Από μικρό παιδί, οι γονείς μου με έμαθαν πόσο σημαντικό πράγμα είναι η σημαία, με έμαθαν να τη σέβομαι, να την υπηρετώ και να δίνω και την ψυχή μου γι’αυτήν. Σε όλα τα σπίτια έτσι γινόταν, έτσι έλεγε η παράδοση.

Κάθε μέρα, μόλις ξυπνούσαμε, ανεβαίναμε όλοι στην ταράτσα του σπιτιού και χαιρετούσαμε τη σημαία. Τραγουδούσαμε γι’αυτήν, την υμνούσαμε και της ορκιζόμασταν πίστη και αφοσίωση. Και το βράδυ, πριν κοιμηθούμε, την αγκαλιάζαμε και της ζητούσαμε να μας προστατεύσει όσο θα κοιμόμασταν.

Τα προβλήματα άρχισαν λίγα χρόνια αργότερα, όταν εγώ βρισκόμουν στην εφηβεία. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου παντρεύτηκε μία κοπέλα, και ήθελε να κρατήσει για το νέο του σπίτι την παλιά του σημαία. Ο πατέρας μου αρνήθηκε κατηγορηματικά, το ίδιο και εγώ και τα άλλα αδέλφια μου. Είχαμε ορκιστεί πίστη στη σημαία μας και δεν μπορούσαμε να την παραχωρήσουμε σε κάποιον άλλο, ακόμα κι αν ήταν ο ίδιος μας ο αδελφός. Έτσι, κι αυτός αναγκάστηκε να φτιάξει μία καινούργια, μία κόκκινη σημαία με κάτι εργαλεία στη μέση της – δε μου άρεσε καθόλου, αναρωτιόμουν πώς του ήρθε κάτι τέτοιο.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: Όταν ήρθαν νέοι γείτονες απέναντί μας, όχι μόνο ξήλωσαν την μπλε-κίτρινη σημαία των προηγούμενων γειτόνων μας, αλλά έβαλαν μία απαίσια σημαία στη θέση της, μία ασπροκόκκινη με έναν περίεργο σταυρό στο κέντρο της. Μάλιστα, επειδή ζήλευαν τη δική μας σημαία, πολλές φορές πηδούσαν κρυφά στην ταράτσα μας, κατέβαζαν τη δική μας σημαία και ύψωναν τη δική τους.

Αυτό έκανε έξαλλο τον πατέρα μου, που κάθε μέρα τσακωνόταν μαζί τους και τους ζητούσε το λόγο. Κι εγώ τσακωνόμουν με τα παιδιά τους, δύο υπεροπτικά ξανθά κορίτσια με γαλάζια μάτια, που επέμεναν ότι η δική τους σημαία ήταν η καλύτερη και γι’αυτό θα την ύψωναν σε όλα τα σπίτια της πόλης. Τους έλεγα ότι αυτό απαγορευόταν και ότι το κάθε σπίτι έπρεπε να έχει τη δική του σημαία, αλλά γελούσαν μαζί μου, μού έλεγαν ότι δεν ήξερα τίποτα.

Σύντομα, στα περισσότερα σπίτια κυμάτιζε η άσχημη σημαία των γειτόνων μας με τον παράξενο σταυρό. Πολλές φορές έμπαιναν με τη βία στα σπίτια και ανάγκαζαν τις οικογένειες να υψώνουν τη σημαία τους. Μην αντέχοντας την ατίμωση της σημαίας τους, ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν ή μετανάστευσαν σε άλλες πόλεις. Η πόλη μας ερήμωσε.

Τότε, όλοι εμείς που είχαμε απομείνει με τις δικές μας σημαίες αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας εναντίον των δόλιων γειτόνων μου. Αφήσαμε στην άκρη τις πολύχρωμες σημαίες μας και ενωθήκαμε όλοι κάτω από μία κοινή σημαία. Μετά από σκληρές μάχες, καταφέραμε να διώξουμε τους κακούς γείτονες από την πόλη μας και να υψώσουμε την κοινή μας σημαία σε όλα τα σπίτια.

Στην πόλη μας, όλα τα σπίτια έχουν σημαίες. Λευκές σημαίες, που μας θυμίζουν πάντα τη μεγάλη νίκη μας.

————————————–

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚ ΜΠΟΪΛ

«Τι να σας πω, κι εγώ δεν ξέρω. Κι όταν γεννήθηκε ήταν τόσο χαριτωμένο μωρό ο Μαρκ, και ήμασταν σίγουροι ότι θα γινόταν κάτι μεγάλο στη ζωή του. Δεν ξέρω πού χάθηκε στον δρόμο. Θυμάμαι που όταν ήταν μικρός του άρεσε να παίζει με τα νομίσματα – ξέρετε, σε όλα τα παιδιά αρέσει να παίζουν με τα νομίσματα, επειδή είναι έτσι γυαλιστερά και δροσερά στην αφή… Σαν πρίγκηπα τον είχαμε. Τα καλύτερα ρούχα του αγοράζαμε, και τα καλύτερα παιχνίδια. Κανένα άλλο παιδί στο Μπρίστολ δεν τα είχε όλα αυτά που είχε ο Μαρκ. Ποτέ δεν θα καταλάβω τι έγινε στη συνέχεια.»

(Μάργκαρετ Μπόιλ, μητέρα του Μαρκ)

«Ο Μαρκ; Ναι, τον θυμάμαι. Ξέρετε, ήταν το παιδί που σιχαίνεται να έχει κάθε δάσκαλος. Αυτό που κάνει συνέχεια ερωτήσεις. Βλέπετε, για τα παιδιά ο δάσκαλος είναι ο Θεός και πρέπει να έχει όλες τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις, και αν δεν ξέρει την απάντηση σε κάποια ερώτηση απομυθοποιείται τελείως στα μάτια τους. Εγώ αυτό το έπαθα με τον Μαρκ. Μια μέρα άρχισε να ρωτάει για το χρήμα, και γιατί το χρειαζόμαστε, και γιατί όλοι το θέλουν τόσο πολύ, και πώς μπορεί να βγάλει κανείς πολύ χρήμα, τέτοια πράγματα. Με κόλλησε στον τοίχο. Δεν είχα τι να του απαντήσω – εξάλλου, δεν ήμουν η κατάλληλη να του απαντήσω, φαντάζομαι ότι το χαρτζιλίκι του ήταν μεγαλύτερο από τον μισθό μου. Ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει, 25 χρόνια μετά. Δε με εκπλήσσει αυτό που πήγε κι έκανε.»

(Αμέλια Λίβινγκστον, δασκάλα του Μαρκ στο δημοτικό)

«Μαρκ, Μαρκ, Μαρκ… Α, ναι, τον θυμήθηκα! Ήμασταν στην ίδια τάξη στο Γυμνάσιο. Ένα ήσυχο παιδί ήταν, δεν κάναμε πολλή παρέα. Θυμάμαι ότι ήταν φοβερός στα μαθηματικά, ο καλύτερος της τάξης, μπορεί και του σχολείου. Έκανε πράξεις σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μια φορά που είχαμε βγει γύρω στους 10 συμμαθητές σε μία καφετέρια, όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τα υπολόγισε όλα μόνος του: Ποιος πλήρωνε πόσα, πόσα ρέστα θα είχαμε, το φιλοδώρημα του σερβιτόρου, τα πάντα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τα πλήρωσε όλα από την τσέπη του. Αλήθεια, τι κάνει; Είναι καλά; Από το σχολείο έχω να τον δω… Τι; Σοβαρά; Δεν το πιστεύω!»

(Μάλκολμ Μπράουν, συμμαθητής του Μαρκ)

«Ο Μαρκ, ε; Προτιμώ να μην τον θυμάμαι. Περάσαμε κάποιες καλές στιγμές μαζί, αλλά αυτό είναι όλο. Γνωριστήκαμε στο κολλέγιο, σπουδάζαμε και οι δύο οικονομικά. Εντάξει, εμένα δε με ενδιέφεραν ποτέ τα οικονομικά, οι γονείς μου με πίεζαν να σπουδάσω εκεί. Αλλά αυτός πραγματικά το ήθελε, λες και ήταν γεννημένος γι’ αυτό. Εμένα μου φαινόντουσαν όλα ακατανόητα, αλλά αυτός έμοιαζε λες και τα είχε έμφυτα. Με βοήθησε να τελειώσω το κολλέγιο, αυτό του το αναγνωρίζω. Αλλά κάποια στιγμή άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα. Άρχισε να παθιάζεται με το χρήμα, να με επικρίνει για όλα τα έξοδά μου, να μαζεύει λεφτά στην τράπεζα και να μην ξοδεύει ποτέ τίποτα. Έγινε ένας μικρός Σκρουτζ Μακ Ντακ. Εκεί ήταν που χωρίσαμε, εγώ ήθελα να κάνω τη ζωή μου, δεν άντεχα τέτοια καταπίεση. Χωρίσαμε με πολύ άσχημο τρόπο. Δεν τον ξαναείδα από τότε. Έμαθα γι’αυτό που έγινε. Ίσως να πάω να τον επισκεφθώ μια μέρα.

(Κριστίν  Μπράντμπερι, φίλη του Μαρκ)

«Α, ο Μαρκ. Ένας από τους καλύτερους υπαλλήλους που είχα ποτέ μου. Φοβερός τύπος. Πάντα στην ώρα του, πάντα γεμάτος ενέργεια, πάντα με μία καλή ιδέα στο κεφάλι. Ο ιδανικός υπάλληλος.  Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να φτάσει σε διευθυντική θέση, ήταν ο πιο νέος διευθυντής που είχαμε ποτέ στην εταιρεία. Και ξέρεις πώς τα κατάφερε; Με σκληρή δουλειά και πολλή θέληση. Ήταν πάντα έτοιμος να πατήσει επί πτωμάτων για να περάσει το δικό του, έτοιμος να κάνει τα πάντα για να πάρει το επιπλέον μπόνους του. Ναι, αυτός ο τύπος είχε φιλοδοξίες και ήταν αποφασισμένος να τις ικανοποιήσει. Και έτσι ξαφνικά, μια μέρα ήρθε και μου είπε ότι παραιτείται. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Προσπάθησα να τον μεταπείσω, να του δώσω αύξηση, να του δώσω κι άλλη προαγωγή, αλλά ήταν αμετανόητος. Μου έλεγε και κάτι ακατανόητα πράγματα για τον καπιταλισμό και τα λεφτά, αλλά δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, βρισκόταν σε παραλήρημα. Τώρα που το μαθαίνω αυτό που πήγε κι έκανε, τι να πω; Τον λυπάμαι. Τίποτα παραπάνω.»

(Στιούαρτ Πέμπριτζ, ιδιοκτήτης πολυεθνικής εταιρείας, πρώην εργοδότης του Μαρκ)

«Για να είμαι ειλικρινής, όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν κατάλαβα τίποτα. Τη μια στιγμή μιλούσαμε μαζί περί ανέμων και υδάτων όπως συνήθως μετά τη δουλειά, και την άλλη είχε φύγει τρέχοντας, χωρίς να μου πει τίποτα, εκτός από ένα «αυτό είναι, αυτή είναι η λύση!». Εκείνη την ώρα συζητούσαμε για το χρήμα, και πόσο ωραία θα ήταν μία κοινωνία χωρίς χρήμα, αλλά και πόσο ανέφικτη. Εγώ πάντα τα σκεφτόμουν αυτά, γιατί μια ζωή άφραγκος είμαι, αλλά αυτός φαίνεται ότι δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Ε, τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Πάντως, αν το καλοσκεφτείς, μια χαρά την περνάει. Ίσως αυτός να είναι ο σωστός κι εμείς οι ανάποδοι, δεν ξέρω. Μπορεί κάποτε να ακολουθήσω κι εγώ το παράδειγμά του.»

(Κέβιν Ρόμπερτς, φίλος του Μαρκ)

Μένει άφραγκος επειδή έτσι θέλει

Σταμάτησε να χρησιμοποιεί χρήματα όχι επειδή χρεοκόπησε ή έμεινε άνεργος αλλά από επιλογή. Θεωρεί ότι όλα τα δεινά της υφηλίου σχετίζονται με το χρήμα και είπε να πάψει να αποτελεί μέρος αυτών

Άφραγκος όχι επειδή έτσι τo έφερε η καταραμένη η οικονομική κρίση αλλά από δική του επιλογή, ο Μαρκ Μπόιλ σταμάτησε να χρησιμοποιεί χρήματα κάποια στιγμή του 2008. Σήμερα, κοντά δυο χρόνια μετά, ο 31χρονος Βρετανός παραμένει ταπί κι όχι απλά ψύχραιμος αλλά πανευτυχής.

Ο Μπόιλ, απόφοιτος οικονομικού πανεπιστημίου και άλλοτε διευθυντής σε επιχειρήσεις, πλέον ζει σε ένα τροχόσπιτο κοντά στον πόλη του Μπρίστολ.

Τα τρόφιμά του τα καλλιεργεί ο ίδιος σε μια οργανική φάρμα στην οποία εργάζεται ως εθελοντής τρεις ημέρες την εβδομάδα (σημειώνεται πως ο 31χρονος δεν καταναλώνει ούτε κρέας ούτε ζωικά προϊόντα). Το φαγητό του το ετοιμάζει σε ένα φούρνο με ξύλα και το ηλεκτρικό του ρεύμα το εξασφαλίζει με τη βοήθεια ενός ηλιακού ταμπλό.

Με την πολύτιμη συνδρομή της ηλιακής ενέργειας φορτίζει και τον φορητό ηλεκτρονικό του υπολογιστή ενώ έχει ακόμη και κινητό τηλέφωνο αλλά μόνο για εισερχόμενες κλήσεις. Όσο για τα λοιπά καθημερινά, τα δόντια του τα πλένει όχι με οδοντόπαστα αλλά με ένα μείγμα από κόκαλα σουπιάς και μάραθο, και τα ρούχα του στο χέρι με ένα αυτοσχέδιο απορρυπαντικό φτιαγμένο από ξηρούς καρπούς.

«Συζητούσα με ένα φίλο για τα προβλήματα της υφηλίου και συνειδητοποίησα πως όλα τους συνδέονται με τα νομίσματα, τότε ήταν που αποφάσισα να απαρνηθώ το χρήμα, πούλησα το σπίτι μου και παράτησα τη δουλειά μου, δεν έχω υπάρξει περισσότερο ευτυχής και υγιής στη ζωή μου», δηλώνει ο Μπόιλ ο οποίος μάλιστα έκανε την περιπέτειά του βιβλίο με τον τίτλο «The Moneyless Man: A Year of Freeconomic Living».

(απόσπασμα από εφημερίδα)

———————————————————

Η ΟΜΙΧΛΗ

Ας το παραδεχτούμε: Ο καθένας από μας θέλει να πιστεύει (και μάλλον πίστεψε κάποια στιγμή στη ζωή του) πως έχει γεννηθεί με κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, πως διαθέτει κάτι που κανένας άλλος στον κόσμο δε διαθέτει, που είναι απολύτως μοναδικό. Από την άλλη, βέβαια, ας μη γελιόμαστε: Ελάχιστοι διαθέτουν κάποιο τόσο ξεχωριστό στοιχείο στην πραγματικότητα. Εγώ, ας πούμε, δεν έχω τίποτα. Ήξερα, όμως, κάποιον που είχε ένα αληθινά μοναδικό χάρισμα.

Αν τον γνώριζες για πρώτη φορά δε σου φαινόταν χαρισματικός άνθρωπος. Θα ’λεγες ότι είναι ένας κοινός θνητός, όπως όλοι μας – μπορεί να τον έλεγες και βαρετό. Συνήθως μιλούσε για την μονότονη δουλειά του, ή για κάτι που έδειξαν χθες οι ειδήσεις. Έπρεπε να περάσεις λίγο χρόνο μαζί του για να καταλάβεις πως είχε ένα σπάνιο χάρισμα.

Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω αυτό που είχε. Άλλες φορές εμφανιζόταν σαν μία παράξενη μορφή πρόβλεψης του μέλλοντος, άλλες φορές σαν εξωπραγματική ικανότητα παρατηρητικότητας, ενώ μερικές φορές έμοιαζε να μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο γύρω του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι παντού έβλεπε σημάδια. Σε κάθε δίλημμα που είχε, κοίταζε γύρω του και έβρισκε πάντα μία απάντηση. Και η απάντηση αυτή ήταν πάντα η σωστή.

Τον είχα ρωτήσει πολλές φορές γι’ αυτό, αλλά ποτέ δεν ήθελε να μου μιλήσει. Τον έβλεπα, κάθε φορά που τον ρωτούσα έσκυβε το κεφάλι και κοίταζε το έδαφος, λες και ντρεπόταν για το μοναδικό του χάρισμα. Μια μέρα, όμως, εκεί που καθόμασταν σε ένα μπαρ, μου μίλησε. Και μου τα είπε όλα. Φαίνεται πως ήθελε να τα βγάλει όλα από μέσα του, να μοιραστεί με κάποιον αυτό το βάρος.
Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε το χάρισμά του ήταν στα 5 του χρόνια, όταν η μητέρα του τον έστειλε για ψώνια στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, και μπήκε στον πειρασμό με τα ρέστα να αγοράσει μία σοκολάτα, παρά τη ρητή απαγόρευση των γονιών του. Αμφιταλαντεύτηκε για λίγο μεταξύ «σωστού» και «λάθους». Και τότε, κάτι παράξενο συνέβη: Σαν να καλύφθηκαν τα πάντα γύρω του από μια πυκνή ομίχλη και να εξαφανίστηκαν. Όλα, εκτός από την πελάτισσα που μιλούσε στο τηλέφωνο του ψιλικατζίδικου με κάποιον δικό της – δεν υπήρχαν κινητά τότε, βλέπεις. Και η πελάτισσα εκείνη την ώρα έλεγε στο τηλέφωνο: «Να του πεις να κάνει ό,τι θέλει. Ό,τι θέλει να κάνει, κανέναν μη ρωτήσει». Αμέσως, η ομίχλη αραίωσε και όλα έγιναν όπως πριν. Αυτό το εξέλαβε σαν σημάδι: Κάποιος ή κάτι του έστελνε ένα μήνυμα, να πάρει τη σοκολάτα που τόσο ήθελε. Και πράγματι, την πήρε.

Μετά από λίγο, όμως, βρέθηκε μπροστά σε ένα δεύτερο δίλημμα: Να ομολογήσει στη μητέρα του την ατασθαλία του ή να επινοήσει ένα ευφάνταστο ψέμα, π.χ. ότι του έπεσαν τα λεφτά στον δρόμο ή ότι τα έδωσε σε κάποιον ζητιάνο, για να αποφύγει την κατσάδα; Κοντοστάθηκε για λίγο, κι αμέσως έπεσε και πάλι η ομίχλη, που κάλυψε τα πάντα, εκτός από ένα αυτοκίνητο που περνούσε την ίδια ώρα από εκείνο το δρόμο, από το οποίο ακουγόταν στη διαπασών ένα τραγούδι: «Πες μου την αλήθεια κι ας είναι συμφορά/πες μου την κι ας είναι πικρή». Η ομίχλη διαλύθηκε και πάλι, και ο φίλος μου ήξερε τι έπρεπε να κάνει: Να πει την αλήθεια. Και πράγματι, αυτό έκανε. Και η μητέρα του, παραδόξως, δεν τον κατσάδιασε καθόλου. Αντίθετα, μάλλον σκέφτηκε πως ίσως ήταν υπερβολικά αυστηρή μαζί του, που δεν τον άφηνε να αγοράσει μία σοκολάτα, και έγινε πιο ελαστική σε αυτό το θέμα.

Από τότε, ήξερε πως πάντα θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτό το χάρισμά του για να αντιμετωπίσει κάθε δίλημμα. Ήξερε πως με το που θα εμφανιζόταν μπροστά του ένα δίλημμα, αμέσως θα εμφανιζόταν και η μαγική ομίχλη του, που θα του έδειχνε την σωστή λύση. Μου είπε για εκείνη την κοπέλα, που την είχε ερωτευτεί τρελά, όμως όταν ήρθε η ώρα να της πει τι ένιωθε γι’ αυτήν, η ομίχλη κάλυψε τα πάντα, εκτός από μία πινακίδα STOP στον δρόμο. Δυσκολεύτηκε πολύ να χωνέψει τον χρησμό της ομίχλης, όμως τελικά τον αποδέχθηκε, καταπνίγοντας τα αισθήματά του για την κοπέλα. Η οποία, όπως έμαθε πολλά χρόνια αργότερα, έκανε τρεις αποτυχημένους γάμους και μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές. Για άλλη μια φορά, η ομίχλη είχε δίκιο.

Μου είπε για τις θρησκευτικές και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, που τις όρισαν κάποια συνθήματα σε τοίχους που του υπέδειξε η ομίχλη. Μου είπε για σημαντικές επαγγελματικές αποφάσεις που πήρε επειδή η ομίχλη του επέστησε την προσοχή σε κάποια χαζή τηλεοπτική διαφήμιση – και ήταν όλες σωστές. Μου είπε ακόμα και για τη μάρκα του αυτοκινήτου του, που με τον τρόπο της του επέβαλε η ομίχλη, και το οποίο δεν χάλασε ποτέ.

Όσο μου τα έλεγε όλα αυτά, φαινόταν δυστυχισμένος. Χαιρόταν, βέβαια, που μοιραζόταν με κάποιον όλα αυτά που έκρυβε τόσα χρόνια μέσα του, αλλά έμοιαζε να τον βασανίζει κάτι. Αναρωτήθηκα τι παράπονο θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος που διαθέτει ένα τέτοιο χάρισμα, τι άλλο θα μπορούσε να χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένος. Τον ρώτησα, λοιπόν, τι έλειπε από τη ζωή του.

«Το λάθος», μου απάντησε. «Ξέρεις τι πάει να πει να παίρνεις πάντα τη σωστή απόφαση; Να ξέρεις ότι όλα θα πάνε καλά; Ότι δεν θα υπάρξει ποτέ καμία έκπληξη στη ζωή σου επειδή κάποιος ή κάτι φροντίζει να παίρνει για σένα τις σωστές αποφάσεις; Είναι φρικτό. Δεν είναι ανθρώπινο. Θα ήθελα κι εγώ να είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, να κάνω λάθη, να μετανιώνω γι’ αυτά και μετά να τα ξανακάνω. Να, σκέψου εκείνη την  κοπέλα. Θα ’θελα να την είχα παντρευτεί, να είχαμε χωρίσει, να κλεινόμουν μαζί της στο ψυχιατρείο. Και δεν έγινε ποτέ, γιατί δεν ήταν «σωστό». Ξέρεις πόσο θα ήθελα μία δεύτερη ευκαιρία να κάνω λάθος; Όχι, δεν μπορείς να ξέρεις. Δε θα μάθεις ποτέ.»

Λέγοντας αυτήν την τελευταία του κουβέντα, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας από το μπαρ. Έτρεξα πίσω του, αλλά δεν τον πρόλαβα.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Εκείνο το βράδυ, καθώς περπατούσε σε έναν σκοτεινό δρόμο του κέντρου, κάποιος τον μαχαίρωσε θανάσιμα για να τον ληστέψει. Φαντάζομαι ότι η ομίχλη προσπάθησε να τον αποτρέψει, όμως αυτός την αγνόησε. Ήθελε οπωσδήποτε να κάνει ένα λάθος. Κι όταν ο ληστής του είπε «τα λεφτά σου ή τη ζωή σου», η ομίχλη μάλλον θα του έδειξε με τον τρόπο της τα λεφτά, όμως αυτός την αγνόησε, προτιμώντας να δώσει τη ζωή του, κάνοντας έτσι το πρώτο και τελευταίο του λάθος.

———————————————————————————–

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ, ΜΑΡΙΑ

Μετά από μία ακόμα κουραστική μέρα, ο Χάρης ήταν και πάλι ελεύθερος να κάνει ό,τι ήθελε στον ελεύθερο χρόνο του, ο οποίος φυσικά δεν ξεπερνούσε τις 2 ώρες, με αποτέλεσμα να περιορίζονται σημαντικά οι επιλογές του. Με γρήγορο βήμα έφτασε μέχρι τον σταθμό του μετρό, κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες και πρόλαβε να μπει στο βαγόνι τη στιγμή ακριβώς που έκλειναν οι πόρτες πίσω του.

Επιτέλους, στάθηκα μια φορά τυχερός! Ωραίο είναι κι αυτό, μία ευχάριστη αλλαγή στη ζωή μου. Πού ξέρεις, μπορεί κάποια μέρα να βρω και θέση να καθίσω. Α, τότε θα είμαι πανευτυχής.

«Επόμενη στάση, Ευαγγελισμός»

…Χμμμ…Για κοίτα…Αυτή εκεί είναι ίδια η Μαρία. Ή όχι; Κάτσε να τη δω καλύτερα…Μπα, όχι, δε μοιάζει με τη Μαρία. Είναι πιο στρουμπουλή. Και τα μαλλιά της είναι κάπως διαφορετικά. Όχι, δε μοιάζει με τη Μαρία. Καμία δε μοιάζει με τη Μαρία. Η Μαρία είναι μοναδική. Αυτή εκεί είναι μόνο ένα κακέκτυπο της Μαρίας. Ένα στρουμπουλό, καστανόξανθο κακέκτυπο της Μαρίας. Ααααααααααχ, τι να κάνει άραγε τώρα η Μαρία; Να με σκέφτεται καθόλου;

Οι πόρτες του μετρό άνοιξαν και πάλι, και έκλεισαν μετά από λίγο. Δεν βγήκε κανείς από το βαγόνι, ούτε μπήκε κανείς. Λες και ανοιγόκλεισαν μόνο επειδή ήταν η δουλειά τους αυτή, που την εκτελούσαν με δημοσιοϋπαλληλική βαριεστημάρα. Το κακέκτυπο της Μαρίας εξακολουθούσε να στέκεται απέναντί του, αφοσιωμένη ευλαβικά στην οθόνη του hitech κινητού της, αγνοώντας εντελώς τις σκέψεις του Χάρη.

«Επόμενη στάση, Μέγαρο Μουσικής»

Μπα, δε με σκέφτεται η Μαρία. Και γιατί να με σκεφτεί, άλλωστε; Αφού είμαι κότα. Ποτέ δεν τολμώ να της πω τι νιώθω γι’αυτήν. Φοβάμαι ότι θα μου πει κι αυτή εκείνο το αξιολύπητο «σε βλέπω σαν φίλο», που λένε συχνά οι γυναίκες όταν θέλουν να ξεφορτωθούν ευγενικά κάποιον ενοχλητικό επίδοξο εραστή. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που θα το ακούσω αυτό από γυναίκα, αλλά θα πονέσει περισσότερο από ποτέ. Γιατί η Μαρία δεν είναι απλώς μία γκόμενα. Είναι η γυναίκα της ζωής μου και το ξέρω. Το νιώθω κάθε φορά που είμαι δίπλα της. Ακόμα κι αυτό το κακέκτυπό της εκεί απέναντι που βλέπω τώρα, ακόμα κι αυτό μου προκαλεί ένα φτερούγισμα μέσα μου. Κι ας μην είναι η Μαρία. Καμία δεν είναι σαν την Μαρία.

Οι πόρτες άνοιξαν και πάλι. Μπήκε ένα νεαρό ζευγάρι, από αυτά που τα χείλη τους ξεκολλάνε μόνο για να εκφράσουν πόσο αγαπούν ο ένας τον άλλο. Το κακέκτυπο της Μαρίας κοιτούσε το υπερπέραν, έχοντας πια κρύψει το κινητό της στην τσέπη της.

«Επόμενη στάση, Αμπελόκηποι»

Να, έτσι θα’πρεπε να είμαστε εγώ με τη Μαρία, σαν αυτό το ζευγαράκι. Να αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε σαν να μην υπάρχει αύριο. Αλλά τι να με κάνει εμένα η Μαρία; Δε θα είμαι ποτέ αρκετά καλός γι’αυτήν. Δε θα είμαι ποτέ αρκετά όμορφος για να με προσέξει, δε θα είμαι ποτέ αρκετά πλούσιος για να μπορώ να την συντηρήσω, ούτε αρκετά επιτυχημένος για να με θαυμάζει. Θα είμαι γι’αυτήν πάντα ο «κολλητός» της, ο άνθρωπος στον οποίο θα τρέχει να κλάψει κάθε φορά που κάποιο κάθαρμα της κάνει την καρδιά κομμάτια. Αλλά ποτέ δε θα μου δώσει την ευκαιρία να ενώσω εγώ τα κομμάτια της, Πάντα θα υπάρχει κάποιος άλλος. Άραγε αυτή εκεί απέναντι να έχει πονέσει; Να την έχει παρατήσει κι αυτήν κάποιος; Λες να τη λένε Μαρία; Τώρα που την βλέπω, σαν να της μοιάζει κάπως τελικά.

Ο συρμός είχε φτάσει στους Αμπελοκήπους. Κατέβηκαν 5-6 άνθρωποι από το βαγόνι, και μπήκαν άλλοι τόσοι. Η κοπέλα απέναντι είχε φορέσει τα ακουστικά της και ταξίδευε στον κόσμο που δημιουργούσε με τη μουσική της. Το ζευγάρι συνέχιζε να φιλιέται, αγνοώντας επιδεικτικά τα λαίμαργα βλέμματα των περισσοτέρων συνεπιβατών τους.

«Επόμενη στάση, Πανόρμου»

Ξέρεις κάτι; Δε μου αξίζει η Μαρία. Όχι, δε μου αξίζει. Μου αξίζει κάτι καλύτερο από τη Μαρία. Μου αξίζει κάποια που δε θα με βλέπει μόνο σαν φίλο. Κάποια που θα ενδιαφέρεται για τα αισθήματά μου όσο θα ενδιαφέρομαι κι εγώ για τα δικά της. Όχι κάποια που θα με θυμάται μόνο όταν την παρατάνε οι γκόμενοι για να μου λέει τον πόνο της, μόνο και μόνο για να πέσει στην αγκαλιά του επόμενου μαλάκα μετά από μία βδομάδα. Όχι, μου αξίζει κάτι καλύτερο απ’αυτό. Κάτι πολύ καλύτερο. Ίσως αυτή η γοητευτική κοπέλα εκεί απέναντι; Ποιος ξέρει…

Όταν άνοιξαν οι πόρτες στην Πανόρμου, μία ηλικιωμένη κυρία έσπρωξε την γοητευτική κοπέλα που στεκόταν απέναντι για να βγει, και παραλίγο να την ρίξει κάτω. Τελικά, της έπεσε μόνο το αριστερό ακουστικό από το αυτί της, αλλά γύρισε και την κοίταξε με ένα παγερό βλέμμα. Το ζευγαράκι δεν πήρε χαμπάρι τίποτα απ’αυτά, καθώς ήταν απασχολημένο με άλλα πράγματα.

«Επόμενη στάση, Κατεχάκη»

Κοίτα να δεις τι ευγενική κοπέλα είναι, ούτε κουβέντα δεν έβγαλε, κι ας πήγε να την πάρει παραμάζωμα εκείνη η γριά! Σιγά μην ήταν έτσι η Μαρία. Η Μαρία θα την έβριζε, θα φώναζε και θα την άκουγαν μέχρι τα Εξάρχεια, ρεζίλι θα γινόταν. Τέτοια είναι. Αλλά ποιος νοιάζεται γι’αυτήν; Δεν την χρειάζομαι. Κανείς δεν την χρειάζεται, γι’αυτό την παρατάνε όλοι. Ενώ αυτή εδώ…Αυτή μάλιστα, είναι ιδανική! Άσε που είναι και πιο ωραία, με τα πιασίματά της και τις καμπύλες της, όχι σαν την άλλη, που ήταν λες και είχε καταπιεί σκουπόξυλο. Γυναίκα με τα όλα της, ρε παιδί μου! Αυτή είναι για μένα, τέλος!

Οι πόρτες του μετρό άνοιξαν στην Κατεχάκη. Εντελώς αναπάντεχα, χωρίς καμία προειδοποίηση, η γυναίκα με τα όλα της αποβιβάστηκε από το μετρό, κοιτώντας μπροστά της με άδειο βλέμμα. Μαζί της κατέβηκε και το ζευγαράκι, αφήνοντας τον Χάρη μόνο του στο βαγόνι.

«Επόμενη στάση, Εθνική Άμυνα»

Βλάκα! ΒΛΑΚΑ! Πώς την άφησες να φύγει έτσι; Αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής σου και την άφησες απλά να φύγει; Έπρεπε να κατεβείς κι εσύ μαζί της, να την ακολουθήσεις, να μάθεις τα πάντα γι’αυτήν, να την γοητεύσεις, να την κατακτήσεις, να την κάνεις δική σου! Κι εσύ απλά την άφησες να φύγει; ΒΛΑΚΑ! Και τώρα ποιο θα είναι το αντικείμενο του πόθου σου; Για ποια θα ζεις και θα πεθαίνεις; ΒΛΑΚΑ!

Στην Εθνική Άμυνα, ο Χάρης κατέβηκε με σκυμμένο το κεφάλι. Δεν έβλεπε γύρω του, παρά μόνο περπατούσε μηχανικά προς την έξοδο. Είχε πια νυχτώσει.

Μαρία θα τη λένε, να δεις. Ναι, μόνο αυτό το όνομα θα της ταίριαζε. Μαρία. Ναι, της ταιριάζει τέλεια αυτό το όνομα. Να με σκέφτεται άραγε η Μαρία; Να θυμάται τις στιγμές που περάσαμε μαζί; Πρέπει επιτέλους να της αποκαλύψω τα αισθήματά μου γι’αυτήν. Αλλά φοβάμαι ότι θα μου πει κι αυτή εκείνο το αξιολύπητο «σε βλέπω σαν φίλο», που λένε συχνά οι γυναίκες όταν θέλουν να ξεφορτωθούν ευγενικά κάποιον ενοχλητικό επίδοξο εραστή. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που θα το ακούσω αυτό από γυναίκα, αλλά θα πονέσει περισσότερο από ποτέ. Γιατί η Μαρία δεν είναι απλώς μία γκόμενα. Είναι η γυναίκα της ζωής μου και το ξέρω.

«Επόμενη στάση, Μαρία»

Advertisements

18 Σχόλια to “The Seminars”

  1. renata Says:

    Κλαπ, κλαπ, κλαπ! Eύγε, μαθητά Stranger.

    (Το ρίχνω στην τρελή, γιατί χτύπησες φλέβα. )

    1. The_Stranger Says:

      Ευχαριστώ! Τα χρωστάω όλα στο Twitter. 😛

  2. hkalant Says:

    Ταυτίστηκα τώρα…
    Έλα ρε γιατί επέλεξες αυτό το όνομα; Και εντάξει αυτό, αλλά και η κατάσταση η ίδια;

    1. The_Stranger Says:

      Δεν έχω ιδέα για το όνομα, πραγματικά. Ούτε για το «Μαρία» – στην πραγματικότητα δεν συμπαθώ καν αυτό το όνομα. Μυστήριο.

  3. konstantinos Says:

    nice!
    Μου άρεσαν αυτές οι αλλαγές στις σκέψεις του για τη Μαρία…
    Μπράβο!
    Και που στρώθηκες και το έγραψες! Εγώ απλώς το αναβάλλω!
    Καλή συνέχεια!

    1. The_Stranger Says:

      Μη νομίζεις, αν δεν είχα ξεκινήσει κι εγώ αυτά τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής δεν θα το έγραφα ποτέ. 🙂

  4. crzbrn Says:

    Μπράβο @The_Stranger νομίζω πως είναι ένα από τα καλύτερα κείμενα που έχω διαβάσει από σένα.
    Κοίτα εσύ που τα seminars κάνουν δουλειά τελικά 😛 Καλή συνέχεια και καλή δύναμη σου εύχομαι.

    1. The_Stranger Says:

      Και να σκεφτείς ότι, υπό κανονικές συνθήκες, όσο περνάει ο καιρός θα εξελίσσομαι! Ευχαριστώ! 🙂

  5. netkos Says:

    Πολύ όμορφο. Μπράβο. Το ευχαριστηθηκα. Από την άλλη, σε καταλαβαίνω απόλυτα, όσον αφορά τη μαγεία και τη βάσανο του γραψιματος. Τα ίδια περνώ κι εγώ εδώ και καιρό, αλλά χωρίς σεμινάρια, επί του παρόντος. Συνέχισε.

    1. The_Stranger Says:

      Μαγεία και βάσανο, ακριβώς. Ωραίο βάσανο, βέβαια, αλλά πάντα βάσανο. Θα συνεχίσω! 🙂

  6. yvris Says:

    μαρη κουφαλα stranger, γιατι δεν εμφανιζεται αυτο στην αρχικη; και μπαινω καθε μερα και κανω refresh περιμενοντας το καινουργιο αρθρο; :Ρ
    επιτελους και ειχαμε παθει στερηση. Τι σεμιναρια κανεις; πού;

    1. The_Stranger Says:

      Σσσσσσστ, είναι μυστικό. Μην πεις σε κανέναν ότι κάνω σεμινάρια δημιουργικής γραφής και γράφω ένα διήγημα την εβδομάδα. 😛

  7. Sunny Says:

    Πραγματικά πολύ ωραία και τα 2, με άγγιξαν, μπράβο! Περιμένω τα επόμενα! 🙂

    1. The_Stranger Says:

      Thanks! Έρχονται και τα επόμενα! 🙂

  8. Λία Τσ. Says:

    Χαίρομαι για την πρόοδό σου νεαρέ 😉


  9. Εκτός από τη «σημαία», που ήταν περισσότερο φορτισμένο κοινωνικά, όλα τα άλλα μου άρεσαν. Το καλύτερο βλέπω πως το έβαλες στο τέλος.

    1. The_Stranger Says:

      Οι «Σημαίες» ήταν το μοναδικό που γράψαμε εκείνη την ώρα, με πίεση χρόνου. Το έγραψα σε μισή ώρα, και είναι μάλλον λογικό να μην είναι τόσο καλό όσο τα άλλα.

      Όσο για το καλύτερο, αν εννοείς το «Επόμενη Στάση, Μαρία», αυτό ήταν το πρώτο που έγραψα – τα διηγήματα παρατίθενται σε φθίνουσα σειρά, από το πιο πρόσφατο στο πιο παλιό. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s