Δεκέμβριος 2007



Κάθε χρόνο φτάνει μια στιγμή που πρέπει να κάνεις τον απολογισμό της χρονιάς που φεύγει. Να δεις πού τα πήγες καλά και πού τα θαλάσσωσες, να κρίνεις αν ήταν μια καλή ή μια απαίσια χρονιά, να αποφασίσεις αν θα πρέπει να ευχαριστήσεις τον Θεό για όσα σου έφερε φέτος ή να του απευθύνεις ένα μεγαλοπρεπές κωλοδάχτυλο. Αυτή η στιγμή είναι τώρα.

Για να δούμε λοιπόν πώς κύλησε μια ολόκληρη χρονιά blogging για τον υποφαινόμενο:

Ιανουάριος

Η χρονιά ξεκίνησε με ένα καλωσόρισμα στο νέο χρόνο (Καλωσήρθες 2007), μπας και τον καλοπιάσουμε και μας φερθεί επιεικώς ή έστω επιεικέστερα από τον προηγούμενο. Τότε περνούσα ακόμα μια μετεφηβική μελαγχολική φάση και έγραφα ό,τι μου κατέβαινε: Για την παραδοσιακή ελληνική γκρίνια, για το κάρμα, για την αστρολογία, για τις ταινίες που έβλεπα, για τον Ντέιβιντ Μπέκαμ (!) και διάφορα άλλα. Επίσης, τον Ιανουάριο έκαναν την εμφάνισή τους η lovelist και η hatelist μου, καθώς και ο Δωδεκάλογος του Γύφτουλα – που εξακολουθεί να είναι από τα αγαπημένα μου «παιδιά».

Φεβρουάριος

Τα σκοινιά της μελαγχολίας μου είχαν ήδη χαλαρώσει αρκετά, με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα χαζοχαρούμενα κείμενα, με αποκορύφωμα τα «Ανέκδοτα για όλα τα γούστα«. Αλλά δεν έλειψαν και τα μελαγχολικά μέχρι αηδίας, όπως εκείνο για τον Ιταλό αστυνομικό που πέθανε κατά τη διάρκεια επεισοδίων στο Παλέρμο (ποιος τον θυμάται τώρα…). Αλλά ευτυχώς ο Φεβρουάριος είναι ο μικρότερος μήνας του χρόνου, που σημαίνει λιγότερη παραγωγή άθλιων posts. Thank God It’s February.

Μάρτιος

Το πιο σημαντικό γεγονός του Μαρτίου ήταν η μετακόμισή μου από το ετοιμοθάνατο i-blog στα σαλόνια της WordPress, που σηματοδοτήθηκε με το post «Παρ’το στεφάνι μας, παρ’το γεράνι μας«. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια περίοδος παρατεταμένης (και ανεξήγητης) ευτυχίας, κάτι που αντανακλάται στα επόμενα posts. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Αν ο Θεός έφτιαχνε τον κόσμο σε chatroom«, «Αν γινόταν σήμερα δικτατορία» και «Σοδομίζοντας το Yassou Maria» (σιγά μην τη γλίτωνε η Eurovision!). Θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάτι νέο ξεκίνησε αυτό το μήνα – όχι απαραίτητα καλό, αλλά νέο.

Απρίλιος

Ο Απρίλιος είναι ένας απαίσιος μήνας, γιατί κάθε χρόνο μου θυμίζει ότι μεγάλωσα κι άλλο. Φυσικά, αυτό δε με εμπόδισε να αφιερώσω ένα ολόκληρο post στα γενέθλιά μου και να δεχτώ αρκετές απρόσμενες ευχές – και μάλιστα όχι όλες κλισέ! Ακόμα 3 posts ήταν επηρεασμένα από το Πάσχα, ενώ για πρώτη φορά αυτόν τον μήνα αφιέρωσα post αποκλειστικά σε φωτογραφίες, και μάλιστα δύο φορές (This is pastaaaaaaaaa και 10 εικόνες που αξίζουν πάνω από 1000 λέξεις έκαστη). Τέλος, πρέπει να παραδεχτώ ότι τα «Μικρότερα βιβλία του κόσμου» και τα δημόσια nightclubs παραμένουν ακόμα και σήμερα αγαπημένα (αλλά μόνο για μένα) posts.

Μάιος

Τον Μάιο ανθίζουν τα λουλούδια, προετοιμάζεται η έλευση του καλοκαιριού και, ειδικά αυτόν τον Μάιο, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου. Παραδόξως δε με απέλυσαν, αν και το μόνο που έκανα ήταν να διαβάζω blogs και να γράφω για το δικό μου – αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πληρωνόμουν, οπότε είμαστε πάτσι. Τουλάχιστον πρόλαβα ως εργαζόμενος να παρακολουθήσω το Champions Festival, στα πλαίσια του τελικού του Champions League, και να βγάλω και μπόλικες φωτογραφίες τρελαμένων Άγγλων και Ιταλών, τις οποίες φυσικά ανέβασα και εδώ. Επίσης, τον Μάιο συμμετείχα για πρώτη φορά σε μία πρωτοβουλία των blogs, (Κλειστόν λόγω αυστηρής λογοκρισίας) και έκτοτε όλα έχουν αλλάξει στον πλανήτη – εκτός από την βλακεία, που παραμένει αήττητη και μάλιστα με μηδέν παθητικό τερμάτων.

Ιούνιος

Ο Ιούνιος ήταν ο πρώτος μήνας κατά τη διάρκεια του οποίου δεν ανανέωνα τακτικά το blog μου, μιας και είχε μπει καλοκαίρι και το προτελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει κανείς όταν έχει 40 βαθμούς υπό σκιάν είναι να γράψει μπούρδες – το τελευταίο είναι να τις διαβάσει. Ωστόσο, ήταν ο μήνας που πήρα το απολυτήριό μου από τη σχολή, ο μήνας που πήγα στη συναυλία των Scorpions και ο μήνας που κάηκε η μισή Πάρνηθα – αυτό τώρα τι το ήθελα; Personal favourite αυτού του μήνα ήταν το post για το 6ο Πανελλαδικό Συνέδριο Τεμπελιάς και Βαρεμάρας, πιθανότατα επειδή το blog μου ήταν χορηγός επικοινωνίας και ψυχικής υποστήριξης.

Ιούλιος

Τον Ιούλιο σφίξαν κι άλλο οι ζέστες και τα posts μειώθηκαν ακόμα περισσότερο, προφανώς επειδή είναι αδύνατο να γράψεις στον υπολογιστή όταν κρατάς το αρκουδίσιον σφιχτά στην αγκαλιά σου. Ευτυχώς που έβγαινα πού και πού, όπως ας πούμε σε εκείνη τη διαδήλωση για την καμένη Πάρνηθα, ενώ αν βαριόμουνα πραγματικά δημοσίευα κανένα παλιό κείμενο που είχα καταχωνιασμένο στα ανεξερεύνητα βάθη του PC μου. Και τελικά μου έμεινε μια απορία από αυτόν τον μήνα: Ποιος είναι ο Χάνος Παστέλης;;;

Αύγουστος

Τώρα μάλιστα…8 κείμενα έγραψα όλα κι όλα τον Αύγουστο! Ίσως θα ήταν καλύτερο να σας γράψω μία έκθεση για το πώς πέρασα στις διακοπές μου…Α, δεν θέλετε; Καλά, περάστε στο ντούκου αυτόν τον μήνα – όπως ακριβώς έκανα κι εγώ…

Σεπτέμβριος

Τέρμα το διάλειμμα, τα κεφάλια μέσα. Ο Σεπτέμβριος ήταν μήνας πρόωρων (ο Θεός να τις κάνει, ακόμα και οι πέτρες τις είχαν προβλέψει!) εκλογών. Και οι εκλογές είναι το αγαπημένο θέμα για οποιονδήποτε θέλει να κάνει χαβαλέ, όπως ο υποφαινόμενος – αλλά και ο Λάκης Λαζόπουλος, που κατά τη διάρκεια των εκλογών έγινε πιο περιζήτητος κι από τα 500ευρα. Τα μισά μου τα κείμενα αυτόν το μήνα ασχολήθηκαν με την πόλιτική, γι’αυτό και δεν θέλω να τα θυμάμαι. Πάλι καλά που στο μεταξύ είχαμε την Εθνική Μπάσκετ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και την ολική κατάρρευση του υπολογιστή μου, και είχα κι άλλα πράγματα να γράψω, αλλιώς θα είχα πεθάνει από ανία.

Οκτώβριος

Ο Οκτώβριος ήταν πιο ενδιαφέρων από τον Σεπτέμβριο – καθόλου παράξενο, αφού δεν είχε εκλογές. Αντίθετα, είχε την πρώτη εκτός έδρας νίκη του Ολυμπιακού, την ασθένεια του Χριστόδουλου, τα Βραβεία Αρίων και πολλά άλλα happennings. Επίσης, τον Οκτώβριο για πρώτη φορά επιχείρησα να πειραματιστώ με ένα παρακμιακό πρόγραμμα Photoshop. Αποτέλεσμα; Ένα εκκλησιαστικό CD και μία ανακοίνωση εξαφάνισης

Νοέμβριος

Όσο πλησιάζουμε στο τέλος της χρονιάς, τα κείμενα γίνονται όλο και πιο χαρούμενα (αλλά όχι απαραίτητα και πιο αστεία). Και το αποκορύφωμα είναι το επικών διαστάσεων πόνημά μου με τίτλο «Αθάνατος Ελληνικός Γάμος«, το οποίο ολοκληρώθηκε μετά από 8 εφιαλτικά επεισόδια και απέσπασε τις καλύτερες κριτικές από την αντίστοιχη στήλη των New York Times. Αν το πιστέψατε αυτό το τελευταίο, σας υπενθυμίζω ότι μετά τις γιορτές θα πρέπει να επιστρέψετε στο φρενοκομείο σας.

Δεκέμβριος

Επιτέλους, αυτός ο απολογισμός φτάνει στο τέλος του! Ο Δεκέμβριος κινήθηκε στα ίδια επίπεδα με τον Νοέμβριο, αλλά πιο χριστουγεννιάτικα. Highlight του μήνα ήταν η έλευση του πολυπόθητου Playstation 3, το οποίο αναγκάστηκα να αφήσω στην άκρη για να γράψω αυτό το κακόμοιρο post. Μεγάλη η χάρη σας.

Συνοψίζοντας, ήταν μια καλή χρονιά – αν όχι για κάποιον πιο προφανή λόγο, τότε σίγουρα γιατί θα μπορούσε να ήταν πολύ-πολύ χειρότερη. Ευχαριστώ όσους μου έκαναν παρέα κατά τη διάρκεια των 12 αυτών μηνών, τόσο εξωblogικούς όσο και ενδοblogικούς, και πολύ περισσότερο αυτούς με τους οποίους διαφώνησα – πεθαίνω για μια καλή διαφωνία! Επίσης ευχαριστώ τον Γαλαξιακό Φαρσέρ, ο οποίος ήταν τόσο καλός μαζί μου που έχω κάτι μήνες να τον αναφέρω στο blog μου. Και πριν αυτός ο επίλογος αρχίσει να μοιάζει σαν απονομή Όσκαρ (και μάλιστα χωρίς να έχω πάρει ούτε μισό βραβείο), τον κλείνω με ένα κλασικό κλισέ: Με το καλό να μας μπει το 2008!!!


santa.gif

Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ενημερώνει τον κόσμο για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αυτό το ήξερε καλύτερα από τον καθένα ο Στάνλεϊ. Έχοντας ήδη εμπειρία 30 χρόνων στις μεγαλύτερες αμερικανικές εφημερίδες, ο Στάνλεϊ ήξερε πια πολύ καλά τι ήθελε να μάθει ο κόσμος και του το προσέφερε απλόχερα.

Όμως το πραγματικό του ταλέντο ήταν οι συνεντεύξεις. Είχε πάρει συνέντευξη από όλες σχεδόν τις σημαντικές προσωπικότητες του κόσμου: Πολιτικούς, καλλιτέχνες, διανοούμενους, επιχειρηματίες, αθλητές. Είχε την μοναδική ικανότητα να πηγαίνει την συζήτηση εκεί που ήθελε και να οδηγεί το αντικείμενο της συνέντευξης σε αποκαλύψεις για τον εαυτό του που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να εκμαιεύσει.

Κάποτε αποφάσισε ότι ήταν καιρός να βγάλει ένα βιβλίο, στο οποίο θα συγκέντρωνε τις σημαντικότερες συνεντεύξεις που είχε πάρει σε αυτά τα 30 χρόνια. Φυσικά, του φάνηκε πολύ δύσκολο να αποφασίσει ποιες θα έμπαιναν στο βιβλίο και ποιες όχι, αλλά τελικά κατέληξε σε 99 από αυτές. Σε εκείνο το σημείο ήταν που ο Στάνλεϊ συνειδητοποίησε ότι ίσως κάποια μεγάλη προσωπικότητα να έλειπε από την πρωτότυπη «συλλογή» του και θα έπρεπε να πάρει ακόμα μία μεγάλη συνέντευξη για να συμπληρώσει τις 100 που χρειαζόταν για το βιβλίο.

Κάθε μέρα διάβαζε εφημερίδες, έβλεπε ειδήσεις, ενημερωνόταν για τα πάντα. Όμως δεν έβρισκε κάποιον που πραγματικά να άξιζε να του πάρει συνέντευξη και να μην το είχε κάνει ήδη. Είχε σχεδόν απελπιστεί όταν, περπατώντας στους χριστουγεννιάτικους δρόμους της Νέας Υόρκης, είδε έναν πλαστικό Άγιο Βασίλη να χορεύει έξω από ένα κατάστημα στους διαχρονικούς ρυθμούς του Jingle Bells. Αυτό ήταν: Θα έπαιρνε μία πραγματικά μοναδική στα χρονικά συνέντευξη από τον πραγματικό Άγιο Βασίλη!

Φυσικά, αντιμετώπισε αρκετές δυσκολίες προκειμένου να πετύχει τον απίθανο στόχο του. Η σημαντικότερη ήταν ότι δεν ήξερε πού θα έβρισκε τον Άγιο Βασίλη. Με όλους τους υπόλοιπους τα πράγματα ήταν απλά: Ένα τηλέφωνο στη γραμματέα ή στον ατζέντη, ένα ραντεβού και τέλος. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση; Πολλοί έλεγαν ότι έμενε στη Λαπωνία, σε ένα δικό του χωριό, άλλοι πίστευαν ότι ζει στον Βόρειο Πόλο, ενώ μια άλλη, λιγότερο δημοφιλής θεωρία τον ήθελε να ζει στην Καππαδοκία.

Κι όμως, τελικά ο Άγιος Βασίλης βρισκόταν πολύ πιο κοντά απ’όσο νόμιζε ο Στάνλεϊ. Μετά από πολυήμερη έρευνα στο Google και σε άλλες μηχανές αναζήτησης, ο Στάνλεϊ ανακάλυψε το blog του πραγματικού Άγιου Βασίλη και του έστειλε ένα e-mail για να συναντηθεί μαζί του. Ο Άγιος Βασίλης ήταν εξαιρετικά low profile και απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις, όμως μετά από πολλές πιέσεις δέχτηκε να εκπληρώσει την ευχή του Στάνλεϊ, ο οποίος προέβαλε το επιχείρημα ότι ήταν καλό παιδί όλο το χρόνο. Και την επόμενη μέρα, ο Στάνλεϊ βρισκόταν στην απέραντη παραλία του Μαλιμπού, στην Φλόριντα.

Φτάνοντας στο σπίτι του Άγιου Βασίλη, αναρωτήθηκε αν όντως είχε τη σωστή διεύθυνση. Μπροστά του είχε μία τεράστια έπαυλη με ιδιωτική παραλία, πισίνα και μία αστραφτερή Aston Martin στο γκαράζ – όχι ακριβώς αυτό που περίμενε να δει. Αλλά και ο ίδιος ο Άγιος Βασίλης δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που περίμενε να δει: Ντυμένος με ένα λεπτό φανελάκι, βερμούδα-μαγιό και σαγιονάρες, χωρίς μούσια και με βαμμένα μαλλιά δεμένα κοτσίδα, με μαύρα γυαλιά ηλίου, χωρίς την χαρακτηριστική κοιλάρα του και με σχεδόν νεανικό πρόσωπο, δεν θύμιζε σε τίποτα τον κλασικό Άγιο Βασίλη που όλοι ξέρουν.

– Εσύ πρέπει να είσαι ο Στάνλεϊ, σωστά;
– Ναι, Άγιε Βασίλη…
– Μπορείς να με λες Μπίλι, οι φίλοι έτσι με φωνάζουν.
– Όχι, προτιμώ το «Άγιε Βασίλη».
– ΟΚ, πάντως εγώ στο πρότεινα. Θα καθήσουμε μέσα ή προτιμάς να τα πούμε κάνοντας μερικές βουτιές στην πισίνα;
– Εεεε…Δεν ξέρω, ότι σε βολεύει εσένα…
– Καλά, ας κάτσουμε μέσα. Άλλωστε, δεν έχουμε και πολύ χρόνο, έχω πολλές δουλειές αυτήν την περίοδο.

Ο Άγιος Βασίλης τον οδήγησε στο σαλόνι, όπου τον έβαλε να καθήσει σε έναν αναπαυτικό καναπέ. Ο ίδιος κάθησε σε μία πολυθρόνα απέναντί του. Ο Στάνλεϊ έβγαλε το μαγνητόφωνο, το ακούμπησε στο τραπέζι και πάτησε το REC. Η συνέντευξη άρχισε αμέσως μετά.

– Καλημέρα, Άγιε Βασίλη.
– Καλημέρα, Στάνλεϊ.
– Άγιε Βασίλη, φαντάζομαι ότι είναι μια αρκετά δύσκολη περίοδος για σένα τα Χριστούγεννα…
– Δεν είναι και τόσο τραγικά τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, εγώ είμαι απλά ο προϊστάμενος του τμήματος Δώρων. Τα δώρα κατασκευάζονται από καλικάτζαρους στην Κίνα και συσκευάζονται σε ένα εργοστάσιο στο Μεξικό. Εγώ απλά αποφασίζω ποια δώρα θα πάνε πού.
– Ναι, αλλά έχεις να τα μοιράσεις και στα σπίτια…
– Α, όχι πια. Αυτό ήταν όντως πολύ κουραστικό, γι’αυτό και τελικά το ανέθεσα σε μια εταιρεία κούριερ.
– Κούριερ; Και οι τάρανδοι; Το έλκηθρο;
– Ε, πάνε αυτά. Οι τάρανδοι έχουν πια βγει στην σύνταξη, όσοι ζουν ακόμα, ενώ το έλκηθρο το έδωσα σε μια μάντρα ανταλλακτικών για παλιοσίδερα. Είμαι και γέρος άνθρωπος πια, δεν μπορώ να μετακινούμαι, να μπαίνω σε καμινάδες και τέτοια…
– Γέρος άνθρωπος; Πάντως εγώ μια χαρά σε βρίσκω, καμία σχέση με τον παππούλη που βλέπουμε στις διαφημίσεις…
– Ε, μην κοιτάς τώρα, είναι που έκανα και το λίφτινγκ πριν δύο μήνες.
– Λίφτινγκ;
– Ναι, μη σου φαίνεται παράξενο. Κι εγώ το σκεφτόμουν στην αρχή, αλλά με έπεισε ο φίλος μου ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός – γαμώ τα παιδιά ο Γρηγόρης -, που μου είπε ότι οι μισοί Άγιοι και σχεδόν όλες οι Αγίες έχουν κάνει τουλάχιστον μία πλαστική επέμβαση. Προσθετικές στήθους, κολλαγόνα, ρινοπλαστική…Ε, το πήρα κι εγώ απόφαση και έκανα λίφτινγκ. Και με την ευκαιρία έκανα και μία λιποαναρρόφηση.
– Είχα πάντα την εντύπωση ότι ο Άγιος Βασίλης πρέπει να είναι λίγο χοντρούλης…
– Κι εγώ το ίδιο, μέχρι που ο γιατρός μου είπε ότι το ζάχαρό μου έχει χτυπήσει κόκκινο από τα μπισκότα που έτρωγα τα Χριστούγεννα και έπρεπε οπωσδήποτε να χάσω κιλά.
– Και η κόκκινη στολή με τον σκούφο και τις μπότες;
– Α, αυτά τα έχω μόνο για τις διαφημίσεις της Coca Cola πια. Τα έχω καταχωνιάσει στο πατάρι – άλλωστε αυτή η στολή πάντα μου έφερνε φαγούρα…
– Επίσης, οι περισσότεροι πιστεύουν πως μένεις στη Λαπωνία ή στον Βόρειο Πόλο…
– Όντως, παλιά έμενα εκεί πάνω. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς 350 μέρες τον χρόνο κάθομαι, οπότε γιατί να μην κάθομαι σε μία παραλία με ένα δροσερό κοκτέιλ στο χέρι, αντί να τουρτουρίζω από το κρύο μες στους πάγους;
– Αλήθεια, αυτές τις 350 μέρες του χρόνου τι κάνεις;
– Ε, εδώ στην παραλία κάνω τα μπάνια μου, βγαίνω καμιά φορά για clubbing με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ που έχει σπίτι εδώ κοντά, μιλάω στο τηλέφωνο με το αφεντικό, τέτοια πράγματα…
– Το «αφεντικό»; Τι εννοείς;
– Ε, δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ; Υπάλληλος είμαι κι εγώ, τίποτα παραπάνω. Εργοδότης μου είναι ο Θεός. Αυτός κανονίζει τα ωράρια, τα μπάτζετ, τους μισθούς, τα πάντα.
– Είμαι σίγουρος πως οι αναγνώστες θα ήθελαν πολύ να μάθουν πώς είναι ο Θεός…
– Α, είναι πολύ καλός. Ευγενικός με όλους, εξυπηρετικός, καλόκαρδος, το ιδανικό αφεντικό! Δεν μπορώ να έχω παράπονο!

Ξαφνικά, το ύφος του Άγιου Βασίλη έγινε μελαγχολικό.

– Να σου πω κάτι off the record;

Ο Στάνλεϊ κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έκλεισε το μαγνητόφωνο.

– Βασικά, ο Θεός είναι πολύ σπαζαρχίδης. Θέλει τα πάντα τα γίνονται στην εντέλεια και άμα κάνεις την παραμικρή μαλακία σε στέλνει στο Διάολο. Άσε που οι χορηγίες του στο τμήμα Δώρων όλο και μειώνονται και άμα συνεχίσουμε έτσι, ο επόμενος ισολογισμός μας θα βγει αρνητικός. Να φανταστείς ότι φέτος  αναγκάστηκα παράτυπα να μεταφέρω 1000 παιδιά από την λίστα των καλών στη λίστα των κακών για να γλιτώσουμε τα δώρα τους.
– Και γιατί είπες άλλα πριν;
– Γιατί κάτι έχει ακουστεί τελευταία για μαζικές απολύσεις και δεν είμαστε για τέτοια τώρα…Ακόμα το πληρώνω το δάνειο για το σπίτι…
– Μάλιστα…Μπορούμε τώρα να συνεχίσουμε κανονικά τη συνέντευξη;
– Ναι, φυσικά.

Ο Στάνλεϊ πάτησε ξανά το REC και συνέχισε:

– Πρέπει να αγαπάς πολύ τα παιδιά για να το κάνεις αυτό εδώ και τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι;
– Ε, τα συμπαθώ τα παιδιά, είναι αλήθεια. Έτσι την πήρα τη δουλειά, άλλωστε…
– Θα μας πεις την ιστορία;
– Αν και δε μου πολυαρέσει, θα στην πω. Ήμουν στην Καππαδοκία πριν μερικές εκατοντάδες χρόνια. Μια μέρα ήμουν έξω από ένα σχολείο και μοίραζα στα παιδάκια σοκολάτες και καραμέλες. Εκεί με είδε ένας άγγελος και, εντυπωσιασμένος με την αγάπη που έδειχνα στα παιδιά, μου πρότεινε να καταθέσω το βιογραφικό μου για τη θέση του προϊσταμένου στο τμήμα Δώρων, που μόλις είχε δημιουργηθεί. Ε, ο Θεός εντυπωσιάστηκε από το βιογραφικό, με προσέλαβε και τη συνέχεια την ξέρεις…
– Ήσουν τυχερός που ήταν εκεί ο άγγελος, ε;
– Πράγματι, γιατί αν δεν ήταν ο άγγελος και ήταν κανένας αστυνομικός θα καταλάβαινε ότι προσπαθούσα να αποπλανήσω ένα αγοράκι που μου είχε γυαλίσει και θα με έκλειναν στη στενή.

Ο Στάνλεϊ γούρλωσε τα μάτια, αλλά δεν είπε τίποτα.

– Άγιε Βασίλη, γιατί δεν έχεις εμφανιστεί ποτέ δημόσια;
– Βασικά, αυτό είναι ένα τρικ που μου έμαθε το τμήμα PR του Παραδείσου: Όσο λιγότερο εμφανίζεσαι, τόσο περισσότερο διάσημος γίνεσαι και διατηρείς τη φήμη σου. Άσε που δεν έχεις στα πόδια σου το κάθε κουτσούβελο να γκρινιάζει για τα δώρα του και να θέλει να βγει φωτογραφία μαζί σου. Το ίδιο έκανε και ο Έλβις και είδες τι επιτυχία είχε.
– Ναι, αλλά οι διαφημίσεις της Coca Cola;
– Άλλο οι διαφημίσεις. Ακόμα και σε αυτές ήμουν αρνητικός, αλλά όταν είδα την επιταγή με τα πολλά μηδενικά δεν μπορούσα να αρνηθώ. Καταλαβαίνεις, έτσι; Μου έδιναν εκατομμύρια ολόκληρα για να παίξω σε μια διαφήμιση 15 δευτερολέπτων και να μου βγάλουν 2 φωτογραφίες. Θα ήμουν βλάκας αν δεν δεχόμουν – άσε που μετά θα έκαναν ανάλογη πρόταση στον Άγιο Νικόλαο και μου κάθεται στο λαιμό αυτός ο τύπος…
– Τα γράμματα που σου στέλνουν τα παιδιά τα λαμβάνεις;
– Η υπηρεσία μας έχει ειδικό τομέα ανάγνωσης γραμμάτων, στην Λαπωνία. Οι υπεύθυνοι εκεί συμβουλεύονται τις λίστες καλών και κακών παιδιών που καταρτίζω κάθε χρόνο και αναλόγως είτε μου διαβιβάζουν την επιθυμία του παιδιού, είτε πετάνε το γράμμα στα σκουπίδια. Τα καλύτερα γράμματα τα κορνιζάρω – όπως εκείνο από ένα αγοράκι στο Αφγανιστάν, που ήθελε το τροχόσπιτο της Barbie. Τρελά γέλια, σου λέω!
– Αλήθεια, πάντα αναρωτιόμουν με ποιο κριτήριο αποφασίζεις ποια παιδιά είναι καλά και ποια κακά…
– Κοίτα, δεν υπάρχει συγκεκριμένο κριτήριο. Γενικά, τα παιδιά που ακούνε τους γονείς τους, τρώνε όλο το φαϊ τους, κάνουν τα μαθήματά τους, δεν κάνουν φασαρία το μεσημέρι και δεν παίζουν ποδόσφαιρο μέσα στο σπίτι είναι καλά παιδιά. Όλα τα υπόλοιπα είναι κακά παιδιά. Αλλά αν ήταν ετσι θα μοίραζα 2-3 δώρα κάθε χρόνο και θα έχανα τα bonus μου, οπότε είμαι λίγο πιο ελαστικός.
– Κλείνοντας αυτήν την συνέντευξη, θα ήθελες να μας εκμυστηρευτείς κάτι που δεν έχεις πει ποτέ σε κανέναν;
– Ναι…Ο Ρούντολφ ο τάρανδος δεν είχε λαμπερή κόκκινη μύτη, όπως λέει το τραγούδι, αλλά λαμπερό κόκκινο πέος και γι’αυτό ξεχώριζε από όλους τους άλλους ταράνδους – αλλά πώς να το πεις αυτό σε μικρά παιδιά; Με πιάνεις, έτσι;
– Σε ευχαριστούμε, Άγιε Βασίλη.
– Εγώ ευχαριστό, Στάνλεϊ.

Πριν ακόμα ο Άγιος Βασίλης τεντώσει το χέρι του για χειραψία, ο Στάνλεϊ είχε ήδη φύγει τρέχοντας από τι σπίτι.

Η συνέντευξη δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Ούτε το βιβλίο εκδόθηκε. Ο Στάνλεϊ πούλησε το σπίτι του, παράτησε την οικογένειά του και εξαφανίστηκε. Κανείς δεν τον έχει δει από τότε. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τον είδαν σε ένα αφρικανικό κρατίδιο να παίρνει συνέντευξη από τον μάγο της φυλής Χαλιούμπα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι προσπαθεί να βρει την εσωτερική του γαλήνη στο Θιβέτ, κοντά στον Δαλάι Λάμα. Κανείς από αυτούς δεν ασχολείται με έναν ημίτρελο ζητιάνο στην περιοχή του Μαλιμπού, ο οποίος κυκλοφορεί όλη μέρα στους δρόμους ουρλιάζοντας ότι «δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης», εισπράττοντας βλέμματα αποδοκιμασίας από τους περαστικούς, οι οποίοι ούτως ή άλλως γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Εκτός από έναν πολύ συγκεκριμένο κάτοικο της περιοχής, που κάθε φορά που τον βλέπει χαμογελάει και σκέφτεται: «Αυτά παθαίνουν τα κακά παιδιά όταν ζητάνε δώρα από τον Άγιο Βασίλη»…

 ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!


Επιτέλους, ήρθε και στο σπίτι μας ο Άη Βασίλης! Και μας έφερε…

ps3_med2.jpg αυτό!!!

Ε, ποιος το γαμάει τώρα το blogging… 😛

Υ.Γ.: Just kidding, σε 1-2 μέρες θα μου έχει περάσει…)


Δεν ξέρω τι τον έχει πιάσει χριστουγεννιάτικα τον Gog  και έχει βαλθεί να διαφωνήσουμε επί παντός επιστητού. Γιορτή της αγάπης, σου λέει μετά…Αλλά λατρεύω αυτές τις μικροδιαφωνίες, που μου δίνουν τη δυνατότητα να τσακώνομαι (τρόπος του λέγειν) με τους άλλους χωρίς να χαλάω τη σχέση μου μαζί τους. Δηλαδή, η ευεργετική επίδραση του καβγά, χωρίς τις αρνητικές του συνέπειες. Fuckin’ beautiful!

Και αυτή τη φορά, η διαφωνία μας εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: Πριν λίγες μέρες ήταν ο Λάκης Λαζόπουλος, τώρα είναι ο Δημήτρης Δανίκας.

Ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος να μιλήσω για κριτικούς κινηματογράφου, καθώς μέχρι πριν μερικούς μήνες τους αντιπαθούσα όλους ανεξαιρέτως. Τους έβλεπα σαν παρασιτικούς οργανισμούς που βασανίζουν τα υποψήφια θύματά τους θάβοντάς τα στην λάσπη, πριν τα καταβροχθίσουν ζωντανά και αμάσητα. Αλλά μερικές πρόσφατες κριτικές που διάβασα, και ειδικά του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου, με έκαναν λίγο πιο επιεική απέναντί τους. Εξακολουθώ να μην τους συμπαθώ, αλλά κάποιες φορές κατανοώ την θέση τους.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να το κάνω αυτό για τον Δημήτρη Δανίκα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση διανοούμενου-κριτικού, ο οποίος έχει ένα κοινό με τον Λαζόπουλο: Πιστεύει ότι μπορεί να κρίνει τα πάντα και να έχει δίκιο σε όλα όσα λέει.

Δεν αμφισβητεί κανείς τις γνώσεις του Δανίκα σε σχέση με τον κινηματογράφο. Προφανώς και έχει σπουδάσει το αντικείμενό του και το ξέρει καλά. Αρκεί αυτό, όμως;

Κατά τη γνώμη μου δεν αρκεί. Η κριτική του ικανότητα παρεμποδίζεται από τις κομμουνιστικές εμμονές του, με βάση τις οποίες καθορίζεται ο βαθμός κάθε ταινίας. Με άλλα λόγια: Χολιγουντιανό blockbuster; Δεν πα’ να πάρει 15 Όσκαρ – πάνω από 5 στα 10 δεν θα πάρει. Λιθουανικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Ακόμα κι αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης του δεν μπορεί να κρατηθεί ξύπνιος σε όλη τη διάρκειά του έργου, ο minimum βαθμός του Δανίκα είναι το 8.

Το πρόβλημα με τον Δανίκα, λοιπόν, είναι ότι δεν είναι αντικειμενικός κριτής. Τα δικά του, εντελώς υποκειμενικά κριτήρια, αφορούν μόνο τον ίδιο και καμιά διακοσαριά ομοϊδεάτες του και οπωσδήποτε όχι τον κόσμο που ενδιαφέρεται να δει μια ωραία ταινία στο σινεμά. Δηλαδή, η κριτική του Δανίκα είναι περισσότερο πολιτική, παρά κινηματογραφική. Και αυτό εμένα, προσωπικά, με ενοχλεί.

Και με ενόχλησε περισσότερο από ποτέ όταν έκανε την (θρυλική, πλέον) κριτική του για τους «300». Στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε εντοπίσει μια εξωφρενική αμερικανική προπαγάνδα σε βάρος του Ιράν σε μία ταινία που αποθεώνει την σπαρτιατική αυτοθυσία του Λεωνίδα και των 300 του και βασίζεται σε ένα κόμικ που βγήκε πολύ πριν από τα σενάρια για εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράν. Η κριτική αυτή ήταν, για μένα, το Βατερλώ του. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται απλά για μια γελοία κριτική, αν δεν ήταν τόσο εκνευριστικά ξερολίστικη και ψευδοεπιστημονική. Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία την έκαναν ενοχλητική.

Τα τελευταία χρόνια, ο Δανίκας απέκτησε και δική του στήλη στα «Νέα», την πρώτη σε πωλήσεις καθημερινή εφημερίδα. Ως τι, άραγε; Μάλλον ως διανοούμενος. Αν και η λέξη αυτή δεν έχει πια τόσο μεγάλη αξία – να φανταστείτε ότι υπάρχουν «διανοούμενοι» που πιστεύουν ότι το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτέ. Άμα ήταν έτσι, θα έπρεπε η μισή Ελλάδα να έχει στήλη σε εφημερίδα.

Ίσως γίνομαι υπερβολικά πικρόχολος με έναν άνθρωπο που ούτε καν γνωρίζω. Αλλά διαβάζοντας εδώ και πολλά χρόνια τις γνώμες του (επειδή πάντα στο σπίτι υπήρχαν τα «Νέα»), μπορώ να τον κρίνω επαγγελματικά. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, η οποία είναι να παρουσιάζει τις κινηματογραφικές ταινίες από την δική του οπτική γωνία μεν, με μία στοιχειώδη αντικειμενικότητα δε. Και σε αυτό το δεύτερο μέρος είναι που χάνει τον μπούσουλα, καθώς ο μέσος θεατής του κινηματογράφου δεν ενδιαφέρεται για το (συνήθως ανύπαρκτο) καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό μήνυμα μιας αμερικανικής κωμωδιούλας, αλλά για το αν αυτή η κωμωδία θα πετύχει τον σκοπό της, ο οποίος είναι να προκαλέσει γέλιο. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα και δεν είναι απαραίτητα – ούτε καν χρήσιμα, θα’λεγα.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, αντιπαθώ τον Δημήτρη Δανίκα. Και νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα, αλλά μαζί του – ή μήπως κάνω λάθος;


Όταν ήμουν μικρός, ήξερα πως υπάρχει ένας καλός κύριος ονόματι Βασίλης (τόσο καλός που όλοι τον έλεγαν «Άγιο»), ο οποίος αγαπάει πολύ τα παιδάκια και τους φέρνει δώρα κάθε Χριστούγεννα. Μετά, οι ίδιοι αναξιόπιστοι πληροφοριοδότες που μου είπαν αυτήν την παπαριά (οι γονείς μου, δηλαδή) την πήραν πίσω, λέγοντας ότι δεν ήταν αλήθεια και ότι στην πραγματικότητα αυτοί μου έπαιρναν τα δώρα και όχι ο Άγιος Βασίλης (κάτι που έπρεπε να είχα αντιληφθεί νωρίτερα, καθώς δεν μπορεί κοτζάμ άγιος άνθρωπος να ήταν τόσο φτηνιάρης).

Αλλά μεγαλώνοντας έμαθα την πραγματική αλήθεια: Άγιος Βασίλης υπάρχει, και μάλιστα δεν είναι μόνο ένας! Υπάρχουν πολλοί Άγιοι Βασίληδες σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, καθένας εκ των οποίων εξειδικεύεται σε μία συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα: Μαύρος Άγιος Βασίλης για τους μαύρους, Κινέζος Άγιος Βασίλης για τους Κινέζους, ξανθιά Άγιος Βασίλης για τις ξανθιές κλπ.

Στην Ελλάδα έχουμε επίσης αρκετούς Αγιοβασίληδες, που καλύπτουν συγκεκριμένους τομείς της ελληνικής πραγματικότητας. Εσείς από ποιον θα πάρετε το δώρο σας αυτά τα Χριστούγεννα;

Ο Άγιος Emoβασίλης

Ο Άγιος Emoβασίλης έρχεται για να σκορπίσει μιζέρια και δυστυχία στα emo παιδάκια όλης της Ελλάδας! Ντυμένος με μια κατάμαυρη καμπαρντίνα, αντί για την παραδοσιακή κόκκινη στολή, και με τεράστιες μαύρες στρατιωτικές μπότες στα πόδια, ξεχωρίζει από κάθε άλλον Άγιο Βασίλη. Ξεχωρίζει επίσης για το έντονο βάψιμό του κάτω από τα μάτια με μαύρο μολύβι και για την μαύρη φράντζα που πέφτει μπροστά από το ένα του μάτι. Καπνίζει σαν φουγάρο και έχει τα νύχια του βαμμένα (τι έκπληξη!) μαύρα. Ο σάκος του είναι γεμάτος ρούχα (μαύρα), CD των Placebo, λάμες από ξυράφια και κονκάρδες με νεκροκεφαλές. Αφήνει τα δώρα του κάτω από τα έλατα των μαυροφορεμένων προστατευομένων του, τυλιγμένα πάντα σε κατάμαυρο περιτύλιγμα. Μεταφορικό του μέσο; Ένα έλκηθρο που σέρνουν 8 λυσσασμένα (και κατάμαυρα) μαντρόσκυλα.

Ο Άγιος Βασίλειος ο Κολωνακιώτης (μεγάλη η χάρη του)

Ο Άγιος Βασίλειος ο Κολωνακιώτης είναι ο προστάτης του ελληνικού καταναλωτισμού. Φοράει κόκκινο παλτό Burberry (1.830 ευρώ, Burberry), κόκκινο βελούδινο σκούφο Lacoste (250 ευρώ, Lacoste), κόκκινο σατέν παντελόνι Gucci (2.260 ευρώ, Gucci), μαύρα δερμάτινα γάντια Moschino (720 ευρώ, Carouzos) και δερμάτινες μπότες Manolo Blahnik (860 ευρώ, ειδική παραγγελία από Καλογήρου). Ο σάκος που κουβαλάει είναι στην πραγματικότητα μια τεράστια Longchamp σε χρώμα ταμπά, η οποία περιέχει κάθε Χριστούγεννα εκπτωτικά κουπόνια για αγορές στον Καλογήρου, one-of-a-kind ρούχα στα χρώματα που θα φορεθούν την επόμενη χρονιά και πιστωτικές κάρτες χωρίς όριο. Τα δώρα του αποστέλλονται στους παραλήπτες τους μέσω ταχυδρομείου και γι’αυτό δεν χρειάζεται μεταφορικό μέσο. Ωστόσο, έχει μία κατακόκκινη Porsche Carrera για μόστρα.

Ο Άη Βασίλης Ελληνάρας (γνωστός και ως «Μπιλάρας»)

Ο Μπιλάρας προστατεύει τους απανταχού Ελληνάρες και τους ανταμοίβει για την προσήλωσή τους στα όσια και τα ιερά του τόπου μας, δηλαδή τον ωχαδερφισμό, τον χριστιανισμό, τον εθνικισμό και τα μπουζούκια.  Φοράει λαμέ κόκκινο σακάκι ανοιχτό μέχρι τον αφαλό, ώστε να φαίνεται καλύτερα η καδένα και ο σταυρός στον λαιμό. Στο ένα χέρι κρατάει το κομπολόι του και με το άλλο κουβαλάει τον σάκο του (με το σήμα του Σκλαβενίτη πάνω), ο οποίος περιέχει εικονίσματα της Παναγίας, ελληνικές σημαίες σε μέγεθος ταπετσαρίας, φανέλες της Εθνικής ποδοσφαίρου και μπάσκετ, το νέο single του Μακρόπουλου κλπ. Όλα αυτά τα παραδίδει από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντάς τα στις καμινάδες, με το κόκκινο κωλοφτιαγμένο Subaru Impreza του.

Ο Άγιος Βασίλης ο Ζωνιανός

Ναι, τα Ζωνιανά έχουν τον δικό τους, ολόδικό τους Άγιο Βασίλη! Φοράει την παραδοσιακή κρητική φορεσιά που όλοι γνωρίσαμε και αγαπήσαμε μέσα από το σίριαλ «Της Αγάπης Μαχαιριά», με δύο διαφορές: 1ον, η δική του φορεσιά είναι κόκκινη και όχι μαύρη και 2ον, δεν φοράει τζελ στα μαλλιά. Έχει πάντα μαζί του λίγη «νταφού» για να φτιάχνεται όσο θα μοιράζει στους πιστούς τα δώρα τους: Ποσότητες ινδικής κάνναβης σε διάφορες συσκευασίες, ανάλογα με το πόσο καλά παιδιά ήταν κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Δεν χρειάζεται έλκηθρο για να φτάσει στις καμινάδες των σπιτιών: Ανά πάσα στιγμή έχει την εντύπωση ότι μπορεί να πετάξει…Κυκλοφορεί κι οπλοφορεί (γιατί είναι Ζωνιανός) με μια Lamborghini που αγόρασε με τον ιδρώτα του προσώπου του.

Ο Άγκιος Μπαζίλης ο Μετανάζτης

Προστάτης των οικονομικών μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα, ο Μπαζίλης είναι η μοναδική τους ελπίδα σε αυτήν την κωλοχώρα που έχουν μπλέξει. Φοράει κόκκινη στολή που αγόρασε από Κινέζους και χριστουγεννιάτικο σκούφο από αυτούς που πουλάνε οι Πακιστανοί στα φανάρια. Ο «σάκος» του είναι στην πραγματικότητα μια μαύρη ανθεκτική σακούλα, στην οποία έχει όλα τα δώρα του: Πειρατικά CD και φτηνές απομιμήσεις ψεύτικων τσαντών (έτσι εξηγείται πού τα βρίσκουν όλα αυτά που πουλάνε), ενώ για τα πολύ καλά παιδιά υπάρχει και ένα super δώρο: Μια μόνιμη άδεια παραμονής στη χώρα! Δυστυχώς, μερικές φορές τα δώρα του αργούν να φτάσουν στον προορισμό τους, καθώς δεν διαθέτει δικό του μεταφορικό μέσο και αναγκάζεται να τα πηγαίνει με το λεωφορείο.

Ο Άγιος Βασίλης ο Συνταξιούχος

Ποιος είπε ότι ο Άγιος Βασίλης είναι προνόμιο των μικρών παιδιών; Για τους ηλικιωμένους υπάρχει ο Άγιος Βασίλης ο Συνταξιούχος. Ντυμένος με την παραδοσιακή στολή του Άη-Βασίλη (γιατί έτσι τον έχουν μάθει οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας), πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και φέρνει χαρά στον κάθε συνταξιούχο. Ο σάκος του είναι γεμάτος συντάξεις του ΙΚΑ, του ΤΕΒΕ και άλλων ταμείων, τις οποίες μοιράζει απλόχερα, καθώς και δωρεάν ζαρζαβατικά (γιατί οι τιμές στη λαϊκή έχουν φτάσει στα ύψη), ενώ όσοι ηλικιωμένοι είναι πραγματικά καλά παιδιά και δεν σπάνε τα νεύρα των άλλων με τις γκρίνιες τους κερδίζουν επιπλέον και αναδρομικά ΛΑΦΚΑ. Το παλιό,ξεβαμμένο έλκηθρό του σέρνουν 2 γέρικοι τάρανδοι – οι υπόλοιποι 6 έχουν πεθάνει από γηρατειά.


Οι μαμάδες ήταν πάντα πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Ο Βιζυηνός έγραψε το «Αμάρτημα της Μητρός Μου», ο Αλμοδόβαρ σκηνοθέτησε το «Όλα Για Τη Μητέρα Μου», η Τσανακλίδου τραγούδησε το «Μαμά Γερνάω», η Μαίρη Χρονοπούλου πρωταγωνίστησε στο «Μάνα Είναι Μόνο Μία» ενώ κάποιος Τζέιμς Γουίστλερ έγινε διάσημος ζωγράφος επειδή φιλοτέχνησε ένα πορτραίτο της μητέρας του, το γνωστό «Whistler’s Mother» (θα το θυμάστε και από την πρώτη ταινία του Mr. Bean – τι πάω και θυμάμαι, ε;).

Και να που ένας πολύ λιγότερο σημαντικός εργάτης του πνεύματος (έχετε την άδειά μου να γελάσετε φωναχτά) εμπνεύστηκε από τις μαμάδες μας. Οι οποίες μαμάδες έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία 20 χρόνια. Πόσο πολύ; Δείτε πόσο:

Κολατσιό

Πριν 20 χρόνια: Κωστάκη, σου έχω φτιάξει τοστ για να φας στο σχολείο. Μη φας τίποτα άλλο, το μεσημέρι σου έχω σουτζουκάκια!
Πριν 10 χρόνια: Κωστάκη, πάρε 200 δραχμές να φας μια τυρόπιτα στο σχολείο. Μη φας τίποτα άλλο, το μεσημέρι θα έχω φαγητό!
Σήμερα: Κωστάκη, πάρε 10 ευρώ να φας κάτι από τα Goody’s το μεσημέρι. Και πάρε κι ένα κλαμπ σάντουιτς για τον πατέρα σου, γιατί βαριέμαι να μαγειρεύω.

Καθαριότητα

Πριν 20 χρόνια: Τι χάλι είναι αυτό στο δωμάτιό σου; Θα στο καθαρίσω αυτή τη φορά, αλλά είναι η τελευταία.
Πριν 10 χρόνια: Τι χάλι είναι αυτό στο δωμάτιό σου; Να το καθαρίσεις μόνος σου, είσαι μεγάλο παιδί πια.
Σήμερα: Να φύγεις από το σπίτι αύριο το πρωί, θα έρθει η καθαρίστρια.

Έξοδος

Πριν 20 χρόνια: Πού πας; Να παίξεις με τους φίλους σου; Καλά, αλλά να είσαι πίσω στις 9.
Πριν 10 χρόνια: Πού πας; Για καφέ; Καλά, αλλά να είσαι πίσω στις 11.
Σήμερα: Πού πας; Στον Πλούταρχο; Καλά, αλλά θα έρθω κι εγώ.

Έλεγχος

Πριν 20 χρόνια: Τι βαθμοί είναι αυτοί; Από σήμερα είσαι τιμωρία!
Πριν 10 χρόνια: Τι βαθμοί είναι αυτοί; Κάτσε να έρθει ο πατέρας σου και θα δεις τι θα πάθεις!
Σήμερα: Τι βλαμμένη είναι αυτή η ιστορικού σου; Κάτσε να πάω να της τα πω ένα χεράκι!

Δώρα γενεθλίων

Πριν 20 χρόνια: Δεν έχω τόσα λεφτά για να σου πάρω αυτό που θες, διάλεξε κάτι πιο φτηνό.
Πριν 10 χρόνια: Δεν έχω τόσα λεφτά για να σου πάρω αυτό που θες, αλλά αν μου φέρεις καλούς βαθμούς στο επόμενο τρίμηνο θα σου το πάρω.
Σήμερα: Δεν έχω τόσα λεφτά για να σου πάρω αυτό που θες, αλλά θα το χρεώσω στην πιστωτική.

Πειθαρχία

Πριν 20 χρόνια: Για τιμωρία, δεν θα φας γλυκό σήμερα.
Πριν 10 χρόνια: Για τιμωρία, δεν θα πας στο πάρτυ της Αννούλας.
Σήμερα: Για τιμωρία, δεν θα δεις Nip/Tuck σήμερα.

Καταλληλότητα

Πριν 20 χρόνια: Δεν μπορείς να δεις αυτήν την ταινία, είναι μόνο για μεγάλους.
Πριν 10 χρόνια: Είσαι πολύ μικρός για να καταλάβεις αυτήν την ταινία, θα σου πάρω σε βίντεο το «Lion King».
Σήμερα: «Απαραίτητη η γονική συναίνεση»; Ε, και λοιπόν;

Αγγαρείες

Πριν 20 χρόνια: Πήγαινε πάρε μου τσιγάρα…Τι γιατί; Γιατί το λέω εγώ!
Πριν 10 χρόνια: Πήγαινε πάρε μου τσιγάρα…Και πάρε και μια σοκολάτα.
Σήμερα: Πήγαινε πάρε μου τσιγάρα…Και πάρε και ένα 5ευρο από το πορτοφόλι μου και πάρε ό,τι θες από το ψιλικατζίδικο.

Ηλεκτρονικά

Πριν 20 χρόνια: Πάλι στα ουφάδικα τα έφαγες τα λεφτά σου;
Πριν 10 χρόνια: Αμάν πια μ’ αυτό το Gameboy, θα χαλάσεις τα μάτια σου!
Σήμερα: Χα! Πάλι σε νίκησα! Παίζεις άλλο ένα;

Homework

Πριν 20 χρόνια: Έκανες τα μαθήματά σου;
Πριν 10 χρόνια: Έκανες τα μαθήματά σου;
Σήμερα: Έκανες τα μαθήματά σου;

(εντάξει, μερικά πράγματα δεν θα αλλάξουν ποτέ…)


Έχουμε φτάσει πια στα μέσα του Δεκέμβρη. Θα ήταν ανόητο να συνεχίσω να υποκρίνομαι ότι τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα, όταν δεν υπάρχει πια σπίτι χωρίς στολισμένο δέντρο, γιρλάντες και χαζοχαρούμενους αγιοβασίληδες. Έτσι, αποφάσισα να εγκλιματιστώ: Πήρα τα πρώτα μου Χριστουγεννιάτικα δώρα!
Believe it or not, και τα τρία είναι βιβλία. Μη βιαστείτε να με θαυμάσετε ή να με πείτε σπασίκλα – για να διαβάσω εγώ βιβλίο υπό κανονικές συνθήκες πρέπει να μου κολλήσεις πιστόλι στον κρόταφο, και πάλι ενδέχεται να προτιμήσω την λυτρωτική προοπτική της σφαίρας. Αλλά τι θα ήταν οι κανόνες αν δεν υπήρχαν οι εξαιρέσεις; Τίποτα δεν θα ήταν.

Σας παρουσιάζω εδώ τις τρεις νέες μεταγραφές της βιβλιοθήκης μου, που πρόκειται να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση ανάμεσα στα άπαντα της Μαφάλντα και την συλλογή των ΚΟΜΙΞ μου…

arkas.jpg

Το πρώτο δώρο ήρθε αναπάντεχα από την Δ. Να γιατί είναι σημαντικό να κάνεις παρέα με άτομα που σε ξέρουν καλά. Όπως πριν δύο χρόνια ο Gog μου είχε κάνει δώρο το λατρεμένο κόμικ «300», έτσι και η Δ. σκέφτηκε ότι θα ήταν αδιανόητο για έναν φανατικό οπαδό του Αρκά να μην έχει στην συλλογή του το νέο του βιβλίο, το θεατρικό έργο «Εχθροί Εξ Αίματος» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Το γνωστό χιούμορ του Αρκά, για πρώτη φορά χωρίς εικόνες, αλλά εξίσου δυνατό και με απρόσμενο (και κυρίως όχι χαρούμενο) τέλος. Δυστυχώς, υπερβολικά μικρό για να «χορτάσεις» Αρκά (ούτε 100 σελίδες!).
Για όσους έχουν κατέβει πρόσφατα από κάποιον άλλο γαλαξία, η υπόθεση του βιβλίου, όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο, είναι η εξής:

 «Μετά από ένα ατύχημα ο εγκέφαλος πέφτει σε κώμα. Τα υπόλοιπα ζωτικά όργανα, χτυπημένα κι αυτά και χωρίς ηγεσία, ορίζουν μια συνάντηση για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Στη συνάντηση έρχονται πρώτα το Παχύ και το Λεπτό Έντερο και αρχίζουν να συζητούν για το επεισόδιο, διαφωνώντας έντονα».

martinidis.jpg

Το δεύτερο δώρο το πήρα εγώ στον εαυτό μου, μπαίνοντας για τα καλά στο Χριστουγεννιάτικο κλίμα. Είναι το «Πώς Πάνε Στον Παράδεισο Του Αρκά», του Πέτρου Μαρτινίδη (εκδόσεις ύψιλον). Και, όπως προφανώς θα έχετε καταλάβει, έχει και αυτό σχέση με τον Αρκά.
Ο συγγραφέας κάνει μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία του γέλιου και στη συνέχεια προσπαθεί να ερμηνεύσει το χιούμορ του Αρκά, να το αναλύσει και να εξηγήσει γιατί έχει τέτοια αποδοχή.
Ειλικρινά, όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις του, υπάρχουν μερικά πράγματα που καλύτερα να μην επιχειρείς να τα αναλύσεις. Όσο εύστοχες και αν είναι πολλές από τις παρατηρήσεις του, άλλο τόσο είναι και περιττές για κάποιον που μεγάλωσε με το χιούμορ του Αρκά και δεν χρειάζεται «λυσάρι» για να το κατανοήσει. Ωστόσο, είναι καλό βιβλίο – το διάβασα σε μία νύχτα, αφού είναι και αυτό μόλις 94 σελίδες…

haderer.jpg

Αλλά δεν είναι μόνο ο Αρκάς. Το τρίτο βιβλίο που πήρα είναι το κόμικ «Η Ζωή Του Ιησού», του Αυστριακού Γκέραρντ Χάντερερ (εκδόσεις Οξύ). Ίσως να θυμάστε αρκετοί ότι το συγκεκριμένο κόμικ είχε ξεσηκώσει οργίλες αντιδράσεςι από την Εκκλησία και είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία του, ενώ ο Χάντερερ είχε καταδικαστεί από ελληνικό δικαστήριο για βλασφημία, κι όλα αυτά επειδή ο Χριστός στο συγκεκριμένο βιβλίο φέρεται να πίνει μπάφους (χωρίς να παίζει Pro, γιατί δεν είχε εφευρεθεί ακόμα – αλήθεια, πώς ζούσαν οι άνθρωποι χωρίς Playstation;).
Δυστυχώς, το βιβλίο αυτό ήταν και η μεγαλύτερη απογοήτευση για μένα. Αν και λατρεύω το politically incorrect και «αιρετικό» χιούμορ (όσοι έχετε διαβάσει παλιότερα post θα το έχετε διαπιστώσει), το συγκεκριμένο κόμικ δεν με ικανοποίησε. Αν και το σχέδιό του είναι πολύ καλό, το χιούμορ δεν κινείται στα ίδια επίπεδα και η γεύση που μου έμεινε στο τέλος ήταν κάπως πικρή.
Ηθικό δίδαγμα: Ό,τι προκαλεί ντόρο δεν είναι απαραίτητα και ενδιαφέρον…
Στα υπ’όψιν για το υπόλοιπο των Χριστουγέννων βρίσκονται τα δύο Persepolis της Marjane Satrapi, καθώς και οποιοδήποτε κόμικ του Dilbert καταφέρω να βρω. Α, αν βρω και κανένα Peanuts, ακόμα καλύτερα…

Υ.Γ.: Εντάξει, το ξέρω ότι όλα αυτά δεν είναι «βιβλία» με την συμβατική έννοια της λέξης, αλλά τι είδους βιβλία περιμένατε να δείτε από μένα; Το Εκκρεμές του Φουκώ;

Επόμενη σελίδα: »