Ιουνίου 2009



Να λοιπόν η έκπληξη που σας έλεγα: 14 γνωστά πολιτικά πρόσωπα, όπως τα απαθανάτισε κάποια παλιομοδίτικη φωτογραφική μηχανή το μακρινό 1977. Πόσα από αυτά μπορείτε να αναγνωρίσετε; Οι περισσότερες απαντήσεις είναι πολύ εύκολες, άλλες είναι πολύ δύσκολες. Οι απαντήσεις θα δοθούν αύριο. Ξεκινάμε:

1. Τότε βουλευτής Πειραιώς και αργότερα Υπουργός σε  κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας (εύκολο).

28062009188

2. Η μόνη γυναίκα αυτού του quiz, και από τις ελάχιστες εκείνης της Βουλής. Δεν έχει αλλάξει καθόλου! (πανεύκολο)

28062009190

3. Στέλεχος για χρόνια της ΕΡΕ και της Νέας Δημοκρατίας, δε συμμετέχει πλέον στην πολιτική ζωή του τόπου. Δεν έχει αλλάξει και δραματικά από τότε.

28062009189

4. Επίσης παλιό στέλεχος της ΕΡΕ και της ΝΔ, που πλέον απέχει από την πολιτική. Βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει και θα τον βρείτε εύκολα.28062009202

5. Ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Το 1977 εξελέγη με περισσότερες ψήφους από κάθε άλλον υποψήφιο. Ευκολάκι.28062009208

6. Το 1977 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με την ΝΔ και έχει διατελέσει αρκετές φορές υπουργός. Δεν έχει αλλάξει καθολου!28062009210

7. ΟΚ, αυτό βγάζει μάτι. Αλλά κοιτάξτε μαλλί!!!!!!!28062009211

8. Ποιος είναι αυτός ο κύριος με την καρό γραβάτα, που μοιάζει με τον Μανώλη Μαυρομμάτη;28062009212

9. Αυτό είναι λίγο πιο δύσκολο, γιατί δεν είναι πρωτοκλασάτο στέλεχος. Αλλά κοιτάξτε αυτό το βλέμμα, πίσω από τα γυαλιά…Δε σας τρομάζει;28062009213

10. Δεν χρειάζεστε βοήθεια για να τον βρείτε, έτσι;28062009214

11. Παρακαλώ επιστρατεύστε όλη τη φαντασία σας για να καταλάβετε ποιο στέλεχος της ΝΔ είναι ο εικονιζόμενος…

28062009216

12. Εύκολο, έτσι; Δεν έχει αλλάξει και καθόλου από τότε!28062009218

13. Ίσως το πιο δύσκολο απ’όλα. Στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, όχι από τα πρωτοκλασάτα. Hint: Αφαιρέστε το μουστάκι.28062009219

14. Ένα ακόμα δυσκολάκι για το τέλος. Το 1977 εξελέγη Βουλευτής Πειραιώς της ΝΔ για δεύτερη φορά.28062009221


Κυριακή, η μέρα που ξεκουράστηκε ο Θεός από το εξοντωτικό (αλλά και ανούσιο) έργο της Δημιουργίας, η μέρα που διεξάγονται τα σημαντικότερα ποδοσφαιρικά παιχνίδια, η μέρα που γίνονται κάθε τόσο εκλογές…Και φυσικά η μέρα που όλοι οι αργόσχολοι εφοδιάζονται με (κατ’ ευφημισμόν) εφημερίδες και κατασκηνώνουν σε κάποια καφετέρια, ξεφυλλίζοντας αδιάφορα τις ασπρόμαυρες σελίδες τους. Ναι, η Κυριακή είναι μια πολύ σημαντική μέρα.

Τόσο σημαντική, που πιστεύω ότι είναι εντελώς ηλίθιο να την περάσεις αγκαλιά με μία εφημερίδα. Γι’αυτό κι εγώ έκανα κάτι άλλο: Βόλτα στο Μοναστηράκι, φυσικά με στάσεις στα παλαιοβιβλιοπωλεία, ώστε να βρω κάτι της προκοπής να διαβάσω. Και πιστέψτε με, βρήκα πολλά τέτοια.

Με περιορισμένο μπάτζετ, λόγω οικονομικής κρίσης, αρκέστηκα σε πολύ συγκεκριμένες αγορές. Όχι, δυστυχώς δεν μπόρεσα να αγοράσω το άλμπουμ της Ρanini για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988 με όλα τα αυτοκόλλητα συμπληρωμένα, γιατί έκανε 30 ευρώ. Αλλά μεταξύ μας, και να τα είχα, δύσκολα θα τα επένδυα σε κάτι τέτοιο.

Συνολικά αγόρασα τρία βιβλία και ένα περιοδικό, τα οποία κόστισαν συνολικά το αστρονομικό ποσό των 8,5 ευρώ. Διαβάζοντας παρακάτω τις αγορές μου, πιθανόν να καταλάβετε κι εσείς αυτό που εγώ ξέρω εδώ και χρόνια: Ότι ο εγκέφαλός μου είναι ελαττωματικός. Το πρόβλημα είναι ότι έχει λήξει η εγγύηση και δε μου τον αλλάζουν. Πουτάνα γραφειοκρατία.

Ξεκινάμε, λοιπόν, από την λιγότερο παράλογη αγορά. Είναι ένα βιβλίο με δοκίμια του Ουμπέρτο Έκο, σχετικά με τα ΜΜΕ, τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και άλλα τέτοια ενδιαφέροντα. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ‘Σημειώματα’, και εκδόθηκε το 1990 από τον Εκδοτικό Οργανισμό Θεσσαλονίκης. Μου αρέσουν οι προβληματισμοί και οι σκέψεις του Έκο, έστω κι αν συνήθως το συμπέρασμά του είναι ότι και οι δύο πλευρές έχουν τα δίκια τους και δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι καλύτερο τελικά. Πρέπει να είναι ωραίος τύπος.

Πάμε τώρα στο περιοδικό. Είναι το τεύχος #0 (!) του περιοδικού Γκραν Γκινιόλ, της περίφημης Jemma Ρress, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο ‘Η τέχνη του αισθητικά ακραίου’. Περιέχει κάποια πολύ καλά κόμικς (αδυναμία μου οι μονοσέλιδες ιστορίες του Dοuglas Ρaszkiewicz) και πολλά ενδιαφέροντα άρθρα, κυρίως από τον χώρο του gοthic, αλλά και ένα καταπληκτικό αφιέρωμα στους Τούρκους υπερήρωες των κόμικς! Ανεκτίμητο τεύχος!

Καθώς προχωράμε, η τρέλα όλο και αυξάνεται. Γιατί μπορεί να είμαστε στη μέση του καλοκαιριού, αυτό όμως καθόλου δε με εμπόδισε να πάρω ένα βιβλίο με τίτλο ‘Άγιε Βασίλη, Δεν Είσαι Καθόλου Εντάξει!’. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 1991, αποτελείται από 100 πραγματικά γράμματα που έστειλαν παιδιά από την Ιταλία στον Άγιο Βασίλη. Μόνο που αυτά τα γράμματα δε φτάσανε ποτέ στη Λαπωνία, αλλά κατέληξαν σε μία ειδική υπηρεσία του ιταλικού ταχυδρομείου, που συγκεντρώνει αυτά τα γράμματα και απαντά στα παιδιά. Εκεί τα βρήκαν δύο δημοσιογράφοι της ‘Reppublica’ και σταχυολόγησαν τα πιο συγκινητικά, αστεία και αθώα γράμματα. Ακούγεται γελοίο, αλλά αν δεν το διαβάσετε δεν μπορείτε να καταλάβετε.

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος: Σε ένα σκονισμένο ράφι βρήκα ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο ‘Οι 300 της Βουλής των Ελλήνων’, με ένα σκίτσο του Σπύρου Ορνεράκη στο εξώφυλλο και το έμβλημα της ‘Καθημερινής’ από κάτω. Και μαντέψτε τι περιέχει αυτό το βιβλιαράκι: Τον βίο και την πολιτεία των 300 κυρίων και κυριών που εξελέγησαν βουλευτές στις εκλογές του…1977!!! Κουφαθήκατε; Πάντως, είναι μια πολύ προσεγμένη έκδοση για την εποχή της, με πλήρη στοιχεία των βουλευτών και φωτογραφίες του καθενός ξεχωριστά. Και πρέπει να σας πω ότι αρκετοί από αυτούς τους 300 βρίσκονται ακόμα στην πολιτική ζωή της χώρας.

Αλλά αυτό θα το καταλάβετε καλύτερα αύριο, που σας ετοιμάζω μια έκπληξη… En garde!


(Τα τραγούδια που έχει μονίμως στην playlist ο πρωθυπουργός της χώρας, σύμφωνα με άκυρες – αλλά αστείες – πηγές:)

1. Goin’ Through ft. NEBMA – Δεν Κάνω Εκλογές

2. Έλενα Παπαρίζου – Πυροτεχνήματα (Οι Προεκλογικές Δεσμεύσεις)

3. Μαρία Ιακώβου & Θηρίο – Μαύρα Μεσάνυχτα Από Πολιτική

4. Άννα Βίσση – Στην Πυρά (Οι Μετανάστες)

5. Αντώνης Ρέμος – Μέχρι το Τέλος του Κόσμου (Θέλω να Κυβερνάω)

6. Ελεωνόρα Ζουγανέλη – Κόψε Και Μοίρασε τη Χώρα

7. Φίλιππος Πλιάτσικας – Μπαλαρίνες Επιτρέπονται Στην Κυβέρνηση

8. Stavento – Στον Κόσμο Μας

9. Μιχάλης Χατζηγιάννης – Δε Φεύγω (Από την Εξουσία)

10. Locomondo – Πίνω Μπύρες και Παίζω Pro

11. Έφη Σαρρή – Αφρικανέ, Αφρικανέ (Τράβα στη Χώρα σου, Μωρέ)

12. Σάκης Ρουβάς – Όλα Γύρω Σου Σαπίζουν

13. Αντύπας – Πωλείται Όπως Είναι Επιπλωμένο (Το Κόμμα)

14. Γιώργος Μάης – Απαράδεκτη (Κυβέρνηση)

15. Ξύλινα Σπαθιά – Δεν Έχει Τέλος (Ο Εφιάλτης)

16. Ζακ Στεφάνου – Στον Πάτο

17. Κώστας Τουρνάς – Ο Πιο Κακός Πολιτευτής
Bonus tracks:

Θόδωρος Ρουσόπουλος & Γιώργος Βουλγαράκης – Δε Θέλω Τέτοιους Φίλους

Γιώργος Καρατζαφέρης – Επικίνδυνα Σε Θέλω


Πολλοί λένε ότι το αρχαιότερο επάγγελμα όλων των εποχών είναι η πορνεία. Κάνουν λάθος. Το αρχαιότερο επάγγελμα στην ανθρώπινη ιστορία είναι η δημοσιογραφία. Βέβαια, εν τη ευρεία εννοία, και η δημοσιογραφία ένα είδος πορνείας είναι. Επομένως, ίσως και να έχουν ένα δίκιο κι οι άλλοι.

Ο πρώτος δημοσιογράφος ήταν ένας νεαρός άνθρωπος των σπηλαίων, ο οποίος ζούσε με τους γονείς του σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, κάπου στην Αλταμίρα. Η καθημερινότητά του ήταν βαρετή: Κάθε πρωί ξυπνούσε, έτρωγε το πρωινό του (σάντουιτς με σαύρα, συνήθως) και μετά δεν είχε τι να κάνει, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε σχολείο (αλλά και να υπήρχε, τι θα μάθαιναν τα παιδιά; Γλώσσα δεν υπήρχε, ιστορία δεν υπήρχε, μαθηματικά δεν υπήρχαν…όλο γυμναστική και διάλειμμα θα κάνανε!). Ακόμα χειρότερα, κάποιες φορές η μητέρα του τον ανάγκαζε να τη βοηθήσει στις αγγαρείες του σπιτιού: Σιδέρωμα προβιάς, ξαράχνιασμα και ξενυχτερίδιασμα, πότισμα των θάμνων και τέτοια.

Λογικό ήταν ο ήρωάς μας να προσπαθεί να λείπει από το σπίτι, ώστε να γλιτώνει τις αγγαρείες. Σε μια από αυτές τις βόλτες του, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, είδε κάτι που του άλλαξε τη ζωή: ένας γείτονάς του, που έμενε στη διπλανή σπηλιά, την ώρα που μάζευε λουλούδια για τη γυναίκα του (την οποία μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε απατήσει με μια χαριτωμένη πιθηκίνα – οι άντρες δεν έχουν αλλάξει από τότε) δεν πρόσεξε το τριαξονικό μαμούθ που διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα το λιβάδι, με αποτέλεσμα το μαμούθ να τον πολτοποιήσει, μαζί με τα λουλούδια, και να τον παράτησε εκεί αβοήθητο να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν το πρώτο καταγεγραμμένο τροχαίο ατύχημα της ιστορίας (κι ας μην είχε τροχούς).

Μετά το αρχικό σάστισμα, ο ήρωάς μας αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό, ώστε να διηγηθεί στους συγχωριανούς του όλα όσα συνέβησαν. Έφτασε στην κεντρική πλατεία, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι αργόσχολοι άνθρωποι των σπηλαίων και έπαιζαν μια προϊστορική μορφή ταβλιού, αλλά και οι κυνηγοί που είχαν επιστρέψει από το κυνήγι και χαλάρωναν με ένα παγωμένο κοκτέιλ Βlοοdy Mammοth.

Η διήγηση του ήρωά μας ήταν συγκλονιστική. Με άναρθρες κραυγές και έντονες χειρονομίες αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες του τροχαίου στους εμβρόντητους συγχωριανούς του, που δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Μετά το τέλος της συγκλονιστικής διήγησής του, όλοι τον επευφήμησαν με ενθουσιώδεις κραυγές και χειροκροτήματα. Ο πρώτος δημοσιογράφος της ανθρώπινης ιστορίας είχε μόλις ολοκληρώσει το πρώτο του ρεπορτάζ.

Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο αναπάντεχη: ο ήρωάς μας έκανε το ταλέντο του επάγγελμα. Τριγυρνούσε όλη τη μέρα σε δάση, βουνά και χωριά, και μόλις βράδιαζε καλούσε τους συγχωριανούς του σε μια μικρή σπηλιά, την οποία είχε επιλέξει επειδή είχε καλή ακουστική και δεν έκαναν αντίλαλο οι κραυγές του. Εκεί οι ‘πελάτες’ του πλήρωναν ένα αντίτιμο (συνήθως ένα μπούτι από μαμούθ ή ένα διακοσμητικό απολίθωμα τριλοβίτη), και ο ήρωάς μας τους διηγείτο όσα είχαν δει τα μάτια του, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και συναρπαστικές περιγραφές. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν πάντα ενθουσιώδεις, και οι θεατές κάθε βράδυ ήταν και περισσότεροι. Δεν ήταν απλά το πρώτο δελτίο ειδήσεων όλων των εποχών, αλλά και το μοναδικό που κατάφερε να πιάσει θεαματικότητα 100%, κάτι που πετύχαινε κάθε μέρα, εκτός κι αν τύχαινε να έχει ματς προϊστορικού Champiοns League, οπότε έχανε αρκετούς θεατές. Είπαμε, δεν ήταν και ο Λαζόπουλος.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο ήρωάς μας έκανε κάποια πολύ σημαντικά ρεπορτάζ, όπως εκείνο για τα σάπια κρέατα μαμούθ που σερβίριζε το πρώτο εστιατόριο της ιστορίας, ή τη συνέντευξη με τον εφευρέτη του τροχού. Ωστόσο, όταν είδε πως το κοινό άρχισε να βαριέται με τις ειδήσεις του, αποφάσισε να τις κάνει λίγο πιο ενδιαφέρουσες, δημοσιοποιώντας κουτσομπολιά για διάφορους συγχωριανούς του, τα οποία έκαναν θραύση κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό – μάλιστα, δημιούργησε και ένα μεσημεριανό δελτίο, στο οποίο έλεγε αποκλειστικά τέτοια κουτσομπολιά, το λεγόμενο και ‘μεσημεριανάδικο’.

Δυστυχώς, το τέλος του ήταν τραγικό: Ενώ διερευνούσε μια υπόθεση πολιτικής διαφθοράς, για κάτι μίζες που έπαιρνε ένας πολιτικός της εποχής, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Κανείς δεν τον ξαναείδε έκτοτε. Το πιο πιθανό είναι ότι τον δολοφόνησαν επειδή ήξερε πολλά, ενώ μια φήμη της εποχής έλεγε πως τον είχε πολτοποιήσει κι αυτόν ένα μαμούθ, την ώρα που έπαιρνε συνέντευξη από την ερωμένη ενός επιφανούς συγχωριανού του. Όπως και να’χει, ο πρώτος δημοσιογράφος πέθανε πάνω στο καθήκον.

Τη βαριά κληρονομιά που άφησε πίσω του την εκμεταλλεύτηκε ένας αδίστακτος επιχειρηματίας της εποχής, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση του δελτίου ειδήσεων, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο κουτσομπολιό και δημιουργώντας ψεύτικες ειδήσεις όταν έβλεπε τη θεαματικότητα να πέφτει. Επίσης, αυτός ήταν που διέκοψε για πρώτη φορά δελτίο ειδήσεων για να διαφημίσει ένα προϊόν της εποχής (μία αλοιφή για το δάγκωμα της νυχτερίδας), αλλά και ο πρώτος που έκανε έκτακτο δελτίο ειδήσεων, όταν ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την περιοχή (αν και τελικά αποδείχθηκε πως ήταν απλά ένας βροντόσαυρος που είχε ξεμείνει από την Ιουρασική περίοδο).

Ε, τα υπόλοιπα τα ξέρετε…


Με αφορμή το σημερινό (απαράδεκτο) κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου και του City, αποφάσισα να γράψω ένα κείμενο για την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια. Βλέπετε, έχω σπουδάσει δημοσιογραφία, έχω διαβάσει βιβλία για τη δημοσιογραφία, όμως κανένα από αυτά τα βιβλία δε με προετοίμασε έστω και στο ελάχιστο γι’αυτό που θα αντιμετώπιζα σε αυτόν τον χώρο. Θεωρήστε αυτό το κείμενο ως μία προειδοποίηση προς τους μελλοντικούς δημοσιογράφους, ή ως μία ελεγεία στην παραδοσιακή και καλώς εννοούμενη δημοσιογραφία. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο λακωνικός, γιατί δεν θέλω να γράφω σε συνέχειες. Κι αν ακόμα δεν καταλάβατε τον τίτλο, ετοιμαστείτε για μια μεγάλη βουτιά μέσα στα σκατά. Και μιλάμε για βαθιά σκατά.

Κεφάλαιο πρώτο: Τα σημερινά ΜΜΕ. Τα σημερινά ΜΜΕ είναι τα εξής: Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες, τα περιοδικά και το Internet. Τέσσερα παραδοσιακά μέσα και ένα πιο πρόσφατο. Ας δούμε ποια είναι η κατάσταση σε αυτά σήμερα:

1. Τηλεόραση: Με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, σχεδόν όλοι οι Έλληνες ανακάλυψαν μια νέα πηγή ενημέρωσης, τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Τα οποία προτιμούσαν από τις εφημερίδες, γιατί ήταν πιο ζωντανά και είχαν πιο πρόσφατες ειδήσεις. Αλλά από το 1989 έχουν αλλάξει πολλά. Τότε, το δελτίο ειδήσεων είχε πολλές διαφορετικές ειδήσεις, πολιτικές, αστυνομικές, διεθνείς, αθλητικές, ό,τι σημαντικό γινόταν στην Ελλάδα και τον κόσμο. Σήμερα, τα δελτία ειδήσεων είναι μονοθεματικά. Παίρνουν μία και μόνο είδηση και την ξεχειλώνουν. Την αναλύουν, μέχρι να την κάνουν νιανιά. Μπλέκουν την είδηση με το σχόλιο, κάτι που στην παραδοσιακή δημοσιογραφία θα ήταν λόγος απόλυσης. Στρατολογούν δημοσιογράφους που διψάνε για δημοσιότητα – δεν τους αρκεί πια να λένε τις ειδήσεις, θέλουν να είναι οι ίδιοι οι ειδήσεις. Φυσικά, αυτό προκαλεί αηδία στο νοήμον κοινό, που ήδη αναζητά άλλες πηγές ενημέρωσης, πιο αντικειμενικές και πιο ειδησεογραφικές. Με λίγα λόγια, ο κόσμος ψάχνει μακριά από την τηλεόραση αυτά που το 1989 τον οδήγησαν στην τηλεόραση. Φανταστείτε: Τέτοια είναι η κατάντια των δελτίων, που ένα βλαμμένο ριάλιτι μαγειρικής όχι μόνο τα κοντράρει στα ίσια, αλλά τα περνάει κιόλας. Κι όμως, κανείς δε φαίνεται να έχει πάρει το «μήνυμα».

2. Ραδιόφωνο: Το ραδιόφωνο είναι ο μεγάλος χαμένος της τελευταίας 20ετίας. Παραγκωνισμένο από την τηλεόραση, που πάντα διέθετε κατώτερου επιπέδου πρόγραμμα αλλά κέρδιζε λόγω της δύναμης της εικόνας, έχασε πολλούς ακροατές. Αυτό επηρέασε πολλούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Και για τους μεν μουσικούς σταθμούς, η λύση ήταν εύκολη: Απολύουμε όλους τους υπαλλήλους και αφήνουμε τη μουσική να παίζει όλο το 24ωρο με έτοιμες playlists. Αλλά οι ενημερωτικοί; Ε, αυτοί είτε έκλεισαν επειδή δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τον ΣΚΑΪ (όπως καλή ώρα ο City), είτε άλλαξαν χίλια ονόματα (όπως ο παλιός Planet), είτε έκαναν περικοπές υπαλλήλων (όπως ο Flash). Τι απέμεινε; 30 πανομοιότυποι μουσικοί σταθμοί, που παίζουν τα ίδια τραγούδια κάθε μέρα, 3-4 αθλητικοί σταθμοί που εκμεταλλεύονται τη μανία των οπαδών και 4-5 ενημερωτικοί σταθμοί, εκ των οποίων ο ένας έχει σχεδόν όλο το μερίδιο και οι άλλοι λίγο-πολύ φυτοζωούν. Τουλάχιστον, πρέπει να τους αναγνωρίσω ότι το επίπεδο ενημέρωσης είναι πολύ καλύτερο από αυτό της τηλεόρασης.

3. Εφημερίδες: Από το κακό στο χειρότερο. Δεν υπάρχει ούτε μία ανεξάρτητη και αντικειμενική εφημερίδα. Όλες οι εφημερίδες υπόκεινται σε συμφέροντα πολιτικών, επιχειρηματιών και, φυσικά, δημοσιογράφων. Διαβάζοντας μια εφημερίδα, νιώθεις ότι διαβάζεις το προεκλογικό φέιγ-βολάν κάποιου κόμματος. Γι’αυτό και οι πωλήσεις τους πέφτουν κατακόρυφα και, προκειμένου να τις αυξήσουν, καταφεύγουν σε μη-δημοσιογραφικά τερτίπια. Προσφέρουν τζιπ, ταξίδια, DVD, CD, κουπόνια, κι ό,τι άλλο μπορεί να χρησιμεύσει ως μαξιλαράκι για την ελεύθερη πτώση. Αλλά το κακό έχει γίνει: Οι εφημερίδες πλέον αντιμετωπίζονται με καχυποψία από τους αναγνώστες, που τελικά τις αγοράζουν με κριτήρια περιοδικού ποικίλης ύλης: «Θα πάρω αυτήν, γιατί μου αρέσει το DVD που δίνει». Κι έτσι η έντυπη δημοσιογραφία έχει πεθάνει προ πολλού.

4. Περιοδικά: Τα περιοδικά δεν είναι ακριβώς ΜΜΕ, αλλά τυπικά ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Υπάρχουν ελάχιστα ενημερωτικά περιοδικά – ειδικά από τότε που έκλεισε το «Αντί», δεν υπάρχει σχεδόν κανένα. Κυριαρχούν τα γυναικεία περιοδικά, τα τηλεοπτικά περιοδικά, τα κόμικς και τα «ποικίλης ύλης» – των οποίων η ύλη ουσιαστικά δεν ποικίλλει, γιατί κάθε μήνα γράφουν τα ίδια.

5. Ίντερνετ: Η μόνη ελπίδα; Πιθανόν. Σε αυτό στρέφονται τώρα οι απογοητευμένοι αναγνώστες, ακροατές και θεατές, που θέλουν μια πιο σφαιρική άποψη. Θα τη βρουν, όμως; Εξαρτάται. Ακριβώς επειδή το Διαδίκτυο είναι τόσο αχανές, ο χρήστης πρέπει να ξέρει που να ψάξει για να βρει κάτι καλό. Αλλιώς θα πέσει στα κλασικά portals, τα οποία ανήκουν στους ίδιους μαλάκες που εκδίδουν τις «αντικειμενικές» εφημερίδες. Τα εναλλακτικά sites ενημέρωσης είναι μια όαση στην ενημερωτική έρημο της εποχής, και το καλό είναι ότι ολοένα και αυξάνονται. Αλλά κι εδώ κάποιες φορές υπάρχουν συμφέροντα. Ποιος μου εγγυάται ότι το Χ blog δεν δημοσιεύει μια είδηση επειδή ο ιδιοκτήτης του έχει μια κόντρα με αυτόν που θίγεται από την είδηση; Χρειάζεται προσοχή.

Όπως καταλαβαίνετε, η ενημέρωση σήμερα βρίσκεται σε άσχημα χέρια. Αλλά πάμε να δούμε ποια είναι αυτά τα χέρια.

Κεφάλαιο δεύτερο: Η ιδιοκτησία των ΜΜΕ. Σκεφτείτε για λίγο τους σημαντικότερους τηλεοπτικούς σταθμούς. Τους μεγαλύτερους ενημερωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τις πιο ευπώλητες εφημερίδες. Και τώρα σκεφτείτε: Ποιοι διευθύνουν αυτά τα μέσα; Ε, λοιπόν δε θέλει πολλή σκέψη: Το 95% αυτών που τα διευθύνουν είναι επιχειρηματίες, που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημοσιογραφία. Είναι άνθρωποι επιτυχημένοι στο χώρο τους, ιδιαίτερα ευκατάστατοι και με πολλές γνωριμίες. Αλλά δεν έχουν καμία σχέση με τη δημοσιογραφία. Και ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο; Ότι δεν θέλουν καν να έχουν σχέση με τη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφία τους ενδιαφέρει μόνο στο βαθμό που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να προωθήσουν την προσωπική τους ατζέντα, εκβιάζοντας ουσιαστικά πολιτικά πρόσωπα και στρέφοντας την κοινή γνώμη εναντίον ή υπέρ αυτών που τους βολεύουν. Αυτό που συμβαίνει στην ελληνική δημοσιογραφία είναι ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει σε οποιονδήποτε κλάδο του οποίου επικεφαλής τοποθετείται κάποιος άσχετος με τον κλάδο. Πόσοι επιχειρηματίες δεν ανέλαβαν ποδοσφαιρικές ή μπασκετικές ομάδες και τις κατέστρεψαν; Τον Alpha Digital τον θυμάστε, αλήθεια;

Βλέπετε, λοιπόν, ότι αυτά τα χέρια είναι μαχαίρια. Λάθος άνθρωποι ορίζουν τις τύχες τις δημοσιογραφίας, ενώ οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι πλέον έχουν λιγότερη αξία από ανίκανους προσωπικούς συμβούλους και αετονύχηδες opinion makers. Ποια είναι, αλήθεια, η θέση των δημοσιογράφων στη σημερινή δημοσιογραφία;

Κεφάλαιο τρίτο: Οι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Τη βιτρίνα και τη λάντζα. Στη βιτρίνα βρίσκονται κατά κύριο λόγο οι παλιάς κοπής δημοσιογράφοι, αυτοί που για κάποιον λόγο έγιναν γνωστοί στο ευρύ κοινό και εξαργύρωσαν αυτήν τη δημοσιότητά τους με μια ευάερη θέση σε κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο ή με μία μεγάλη στήλη σε μια εφημερίδα. Είναι το 3% περίπου του συνόλου των δημοσιογράφων, αλλά είναι αυτολι που βγάζουν το κακό όνομα στο υπόλοιπο 97%. Δοκιμάστε το: Συστηθείτε σε κάποιον ως δημοσιογράφος, και το λιγότερο που θα κάνει θα είναι να στραβομουτσουνιάσει. Εξαιτίας αυτής της μειοψηφίας, οι δημοσιογράφοι θεωρούνται λεφτάδες, τσιράκια της κάθε εξουσίας, ρουφιάνοι, γλύφτες, αλήτες με την ευρεία έννοια. Ωστόσο, η πλειοψηφία που βρίσκεται πίσω από αυτή τη βιτρίνα, κάνοντας τη βρώμικη δουλειά των βιτρινάτων, τη «λάντζα», είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που οι περισσότεροι φαντάζονται. Άνθρωποι σχεδόν εξαθλιωμένοι, που δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα παίρνοντας το βασικό μισθό και κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να απολυθούν, είτε γιατί η εταιρεία κάνει περικοπές, είτε γιατί στη θέση τους θα έρθει κάποιος φρέσκος απόφοιτος Πανεπιστημίου ή κάποιας ιδιωτικής σχολής, που θα δουλέψει τζάμπα για αρκετούς μήνες μέχρι τελικά να δει το χρώμα του χρήματος (ή να απολυθεί, σαν τον προκάτοχό του – που είναι πιο πιθανό). Άνθρωποι που δεν μπορούν να έχουν γνώμη για τίποτα, καθώς η γνώμη είναι αποκλειστικό προνόμιο των βιτρινάτων. Άνθρωποι που αξίζουν τα δεκαπλάσια από αυτά που παίρνει ένας τηλεστάρ για να κάνει ένα αποτυχημένο δελτίο ειδήσεων, αλλά ζουν με πενταροδεκάρες, για να μπορούν οι σταρ της δημοσιογραφίας να αμείβονται με παραφουσκωμένους μισθούς χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτα, εκτός από το να προωθούν τους εαυτούς τους όπως μπορούν.

Ποια είναι, λοιπόν, η θέση του δημοσιογράφου σε αυτό το σύστημα; Στη λάντζα. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις στη βιτρίνα, και όταν πια φτάσεις εκεί παύεις ουσιαστικά να είσαι δημοσιογράφος. Είσαι πλέον βολεμένος. Ο δημοσιογράφος δεν είναι πλέον τίποτα παραπάνω από τον κωπηλάτη μιας τεράστιας γαλέρας. Δεν έχει συμμετοχή στο χάραγμα της ρότας της γαλέρας – οι ειδήσεις έρχονται άνωθεν, δεν τις βρίσκει ο ίδιος. Απλώς γράφει τους στίχους σε μια έτοιμη μουσική. Αλλά είναι αυτό δημοσιογραφία;

Κεφάλαιο τέταρτο: Ηθική και δημοσιογραφία. Όλα αυτά που περιγράφω είναι η κατάσταση της σημερινής δημοσιογραφίας – υπάρχουν και εξαιρέσεις, βέβαια, αλλά αυτές απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η σημερινή δημοσιογραφία είναι οι κωλοτούμπες του Πρετεντέρη, τα θριαμβευτικά εξώφυλλα των εφημερίδων χωρίς περιεχόμενο, οι «προκάτ» ειδήσεις (όπως αυτή για τη συνάντηση του Ερντογάν με τον Καραμανλή την Κυριακή…Τι κατάντια…), οι εκδοτικοί και τηλεοπτικοί πόλεμοι διαφόρων επιχειρηματιών, οι εφημερίδες και οι ραδιοφωνικοί που ελαφρά την καρδία τα αφεντικά τους διαλύουν επειδή δεν τους αποφέρουν τα απαραίτητα κέρδη, οι χιλιάδες δημοσιογράφοι που είναι άνεργοι ή δουλεύουν τζάμπα. Αυτή είναι η κατάσταση. Ίσως να το παρατηρήσατε κι εσείς: Αυτό ΔΕΝ είναι δημοσιογραφία. Είναι κάτι άλλο. Πείτε το δημαγωγία, διαπλεκόμενα συμφέροντα, απάτη, πείτε το όπως θέλετε. Αλλά δημοσιογραφία δεν είναι. Εγώ άλλα σπούδασα. Βέβαια, έπρεπε να το φανταστώ. Όλοι αυτοί που διευθύνουν σήμερα τα ελληνικά ΜΜΕ, οι επιχειρηματίες και οι εφοπλιστές, πώς έγιναν πλούσιοι και απέκτησαν τόσο μεγάλη επιρροή; Προφανώς όχι με ελεημοσύνη. Για να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο, όλοι τους χρειάστηκε να κάνουν πράγματα ανήθικα. Να πατήσουν επί πτωμάτων, να εκμεταλλευθούν καταστάσεις, να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους με κάθε μέσο. Τι περίμενα, λοιπόν; Ότι αναλαμβάνοντας μια εφημερίδα ή ένα κανάλι θα ξεχνούσαν τις παλιές τους συνήθειες; Φυσικά και όχι.

Αυτή είναι, λοιπόν, η κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο της δημοσιογραφίας. Κουράγιο, τελειώνει αυτό το κείμενο. Μένει μόνο κάτι ακόμα.

Κεφάλαιο πέμπτο: Το μέλλον της δημοσιογραφίας. Εδώ μπαίνω σε βαθιά νερά, γιατί δε μιλάω για καταστάσεις που έχω ζήσει, αλλά προσπαθώ να προβλέψω το μέλλον. Το δοκιμάζω με κάθε επιφύλαξη. Τϊποτα, λοιπόν, δε δείχνει να αλλάζει στο μέλλον στα παραδοσιακά μέσα. Τα δελτία ειδήσεων δε θα αλλάξουν, τουλάχιστον όχι όσο πρέπει. Αντίθετα, θα παραμείνουν πρωτίστως μονοθεματικά. Ίσως κάποια, απέναντι στον «κίνδυνο» του ριάλιτι, εντάξουν και κάποιες πιο «ανάλαφρες» ειδήσεις, ερμηνεύοντας εντελώς λανθασμένα το μήνυμα των απογοητευμένων τηλεθεατών. Κακό δικό τους, γιατί όλο και λιγότεροι θα τα εμπιστεύονται πια. Από την άλλη, οι εφημερίδες θα συνεχίζουν να υποβιβάζουν οι ίδιες το περιεχόμενό τους, προωθώντας ως σημαντικότερη παροχή τους το δωράκι-δόλωμα προς αναποφάσιστους αναγνώστες. Κάποιες ίσως υποβιβαστούν οι ίδιες σε μαγκαζίνα, αφού τελικά δεν προσφέρουν τίποτα παραπάνω από ένα περιοδικό σαν το Nitro, π.χ. Οι προσφορές είναι η αρχή του τέλους για τις εφημερίδες. Ξεκίνησαν με απλά και αθώα κουπόνια, αλλά όσο πάνε και χειροτερεύουν. Ζήτημα είναι αν οι μισοί από αυτούς που αγοράζουν κυριακάτικη εφημερίδα την ξεφυλλίζουν έστω και λίγο, προτού βάλουν το DVD στην ταινιοθήκη τους, όπου συνήθως μένει σκονισμένο για μήνες. Κατάντια. Όσο για το ραδιόφωνο, αυτό ίσως να έχει κάποια κέρδη από τους αηδιασμένους τηλεθεατές, αλλά ποιος θέλει να ακούει ειδήσεις χωρίς να τις βλέπει μπροστά του; Μακροπρόθεσμα, τα όποια κέρδη του θα χαθούν και πάλι, καθώς πολλοί θα στραφούν στο Διαδίκτυο για την ενημέρωσή τους.

Ναι, στο Διαδίκτυο πρέπει να είναι το μέλλον. Από αυτό ξεφυτρώνουν συνέχεια ανεξάρτητες ενημερωτικές ιστοσελίδες, διαδικτυακά κανάλια με σοβαρές και ενδιαφέρουσες ειδήσεις και υγιείς, ανεπηρέαστες γνώμες. Φυσικά, με τον ίδιο ρυθμό ξεφυτρώνουν και τα «επαγγελματικά» blogs που διασύρουν όποιον δεν τους αρέσει, τα «στρατευμένα» sites που ανήκουν στους ίδιους που εκδίδουν εφημερίδες και διευθύνουν κανάλια, και οι ενημερωτικές ιστοσελίδες που αναμασούν τις ειδήσεις που τους πασάρουν τα παραδοσιακά μέσα. Αλλά είπαμε, το Ίντερνετ θέλει ψάξιμο για να βρεις αυτό που θες. Και θα πρέπει να φιλήσεις πολλούς βατράχους μέχρι να βρεις τελικά τον μαγεμένο πρίγκηπα.

Και τι ρόλο θα παίξουν σε όλα αυτά οι δημοσιογράφοι; Κατά κύριο λόγο διακοσμητικό. Οι περισσότερες αλλαγές θα γίνουν εν αγνοία τους, καθώς σε αυτήν την πορεία άλλοι είναι οι καπετάνιοι. Οι δημοσιογράφοι θα παραμείνουν στην εξαθλιωμένη θέση τους, εκτός από κάποιους τυχερούς που θα καταφέρουν να βάλουν τη φάτσα τους στη βιτρίνα. Εκτός, φυσικά, αν οργανωθούμε. Και με τη λέξη «οργάνωση» σίγουρα δεν εννοώ μια ανούσια 24ωρη απεργία, που περισσότερο βολεύει τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, παρά τους ανησυχεί. Αλλά τι θα γινόταν αν ξαφνικά όλοι οι κακοπληρωμένοι ρεπόρτερ, συντάκτες και παιδιά για όλες τις δουλειές αποφάσιζαν να απεργήσουν; Πολύ απλά, η Τρέμη θα έβγαινε στο δελτίο των 8 και θα άνοιγε κουβέντα με τον Πρετεντέρη για το πόση ζέστη έκανε σήμερα, ενώ οι εφημερίδες δεν θα έβγαιναν καν. Για φανταστείτε τις φάτσες των μεγαλοεκδοτών…

Και με αυτήν την όμορφη εικόνα, της απελπισμένης γκριμάτσας των μεγαλοεκδοτών, κλείνω αυτό το επικών διαστάσεων κείμενο. Βγαίνοντας από το λάκκο με τα σκατά, μην ξεχάσετε να κάνετε ένα μπάνιο.

Καληνύχτα και καλή μας τύχη.

Υ.Γ.: Ρίξτε μια ματιά και στο blog των απολυμένων του Ελεύθερου Τύπου και του City: http://ergazomenoieleftherostipos.blogspot.com/


Το Religulous (ή, σε άθλια ελληνική μετάφραση, «Πίστευε και Γέλα») είναι ένα προσωπικό εγχείρημα του Bill Maher, ενός αμερικανού κωμικού με μεγάλη προϋπηρεσία στο πιο δύσκολο είδος κωμωδίας, την stand-up comedy. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τις διάφορες θρησκείες του κόσμου, από την οπτική γωνία ενός άθεου, διανθισμένο με αρκετές χιουμοριστικές ατάκες και μπόλικη αμφιβολία.

Είναι περιττό να πω ότι μου άρεσε η ταινία – αν και κάποιες φορές το χιούμορ του Maher ήταν κάπως άκομψο, όταν γελοιοποιούσε κατάμουτρα τους θρησκευόμενους συνομιλητές του. Αλλά το Religulous έχει ένα μειονέκτημα: Δεν πρόκειται να αλλάξει τη γνώμη κανενός. Κανένας πιστός δεν θα προβληματιστεί για τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη θρησκεία του μέσω ενός ντοκιμαντέρ, και μάλιστα ενός ντοκιμαντέρ που χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό το χιούμορ ως όπλο – και το χιούμορ σχεδόν ποτέ δεν λειτουργεί ως μέσο πειθούς. Αυτή η ταινία δε θα αφυπνίσει συνειδήσεις. Εκτός κι αν κάποιος σταθεί στο «κήρυγμα» του Maher, στο τέλος της ταινίας, που είναι και το μοναδικό σημείο όπου μιλάει σοβαρά και εκφράζει τη δική του γνώμη για τη θρησκεία.

Αυτό το «κήρυγμα» μετέφρασα (γιατί οι υπότιτλοι δεν ήταν εντελώς ακριβείς) και σας παραθέτω, είτε για να συγκατανεύσετε στα όσα ενδιαφέροντα υποστηρίζει ο Maher, είτε για να κουνήσετε το κεφάλι σας και να καταραστείτε αυτόν τον άθεο που υποσκάπτει τα θεμέλια της ήδη μισογκρεμισμένης σας πίστης. Η επιλογή είναι δική σας.

«Η ειρωνεία με τη θρησκεία είναι ότι, εξαιτίας της ικανότητάς της να οδηγεί τους ανθρώπους σε καταστροφικούς δρόμους, ίσως και να προκαλέσει τη συντέλεια του κόσμου.

Πρέπει να πεθάνει η θρησκεία για να ζήσει ο άνθρωπος. Είναι πολύ αργά για να λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις από ανθρώπους παράλογους, από αυτούς που θα οδηγούσαν ένα πλοίο, όχι με τη βοήθεια πυξίδας, αλλά ερμηνεύοντας τα εντόσθια ενός κοτόπουλου. Ο Τζορτζ Μπους προσευχήθηκε πολύ για το Ιράκ, αλλά δεν έμαθε και πολλά γι’αυτό.

Πίστη σημαίνει να μετατρέπεις την απουσία σκέψης σε αρετή. Δεν είναι λόγος υπερηφάνειας. Αυτοί που κηρύττουν και ανυψώνουν την πίστη είναι πνευματικοί δουλέμποροι. Κρατούν την ανθρωπότητα δέσμια της φαντασίας και της βλακείας. Αυτές γέννησαν και δικαιολόγησαν τόση τρέλα και καταστροφή.

Η θρησκεία είναι επικίνδυνη, γιατί επιτρέπει στους ανθρώπους που δεν έχουν όλες τις απαντήσεις να νομίζουν ότι τις έχουν. Οι περισσότεροι σκέφτονται ότι είναι υπέροχο όταν κάποιος λέει «Θεέ μου, θα κάνω ό,τι μου πεις». Μόνο που δεν υπάρχουν θεοί που όντως να μας μιλούν. Αυτό το κενό καλύπτεται από ανθρώπους διεφθαρμένους, με προσωπικές φιλοδοξίες.

Και όποιος σας πει ότι ξέρει τι συμβαίνει όταν πεθαίνεις, σας υπόσχομαι ότι δεν ξέρει. Πώς είμαι τόσο σίγουρος; Γιατί ούτε εγώ ξέρω, και αυτός δεν έχει πνευματικές δυνάμεις που δεν κατέχω εγώ.

Η μόνη πρέπουσα στάση του ανθρώπου απέναντι στο μεγάλο ερώτημα δεν είναι η αλαζονική βεβαιότητα της κάθε θρησκείας, αλλά η αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι ταπεινή, και έτσι πρέπει να είναι και ο άνθρωπος, δεδομένου ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπινα λάθη.

Γι’αυτό οι λογικοί άνθρωποι, οι αντι-θρησκοι, πρέπει να λύσουν τη σιωπή τους και να αποκαλυφθούν. Και αυτοί που θεωρείτε τους εαυτούς σας μετριοπαθείς θρησκευόμενους, πρέπει να κοιταχτείτε στον καθρέφτη και να συνειδητοποιήσετε ότι η παρηγοριά που σας προσφέρει η θρησκεία κοστίζει δραματικά.

Αν ανήκετε σε ένα πολιτικό κόμμα ή μια κοινωνική ομάδα που λειτουργεί με βάση τον ρατσισμό, τη μισογυνία, την ομοφοβία, τη βία και την καθαρή άγνοια, όπως η θρησκεία, θα έπρεπε να παραιτηθείτε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αν δεν το κάνετε, τους διευκολύνετε. Γιατί οι εξτρεμιστές αντλούν τη νομιμότητά τους από τα δισεκατομμύρια των συνοδοιπόρων τους.

Αν τελειώσει ο κόσμος, ή οδηγηθεί κουτσός προς το μέλλον από τα παρεπόμενα μιας θρησκείας που την ενέπνευσε η πυρηνική τρομοκρατία, ας θυμηθούμε ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα: Ότι μάθαμε να επισπεύδουμε τον μαζικό θάνατο, προτού ξεπεράσουμε τη νευρολογική διαταραχή του να τον ευχόμαστε. Αυτό είναι.

Ωρίμασε ή πέθανε.»


– Ίσως δεν είμαι ο κατάλληλος για να εκφέρω γνώμη για αυτό το θέμα. Δε μένω στο κέντρο της Αθήνας, δεν έχω δεχθεί ποτέ επίθεση από μετανάστη, και δεν είμαι στέλεχος του ΛΑΟΣ. Ακόμα χειρότερα, ανήκω στη μειοψηφία εκείνη που βλέπει με συμπάθεια τους μετανάστες, σαν θύματα του συστήματος και όχι σαν θύτες. Δεν έχει χρειαστεί ποτέ να κλέψω ή να σκοτώσω για να ζήσω – κάποιοι εξ αυτών, όμως, χρειάστηκε να το κάνουν. Κι εγώ θα το έκανα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και οι ταραχές που προκαλούν κάποιοι; Ίσως να τρέφουν όντως κάποιο μίσος για την Ελλάδα. Αλλά γιατί; Το είχαν και πριν μεταναστεύσουν εδώ; Ή μήπως τους το δημιούργησαν οι συμπεριφορές των Ελλήνων;

– Πρέπει να είναι το χειρότερο πράγμα στον κόσμο να έχεις δύο πατρίδες και να μη σε δέχεται καμία από τις δύο. Στους μετανάστες συμβαίνει αυτό ακριβώς: Φεύγουν από τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν, διωγμένοι ουσιαστικά από μία ανυπόφορη κατάσταση, και έρχονται σε μία άλλη, η οποία όχι μόνο δεν τους θέλει, αλλά κάνει και τα πάντα για να τους διώξει. Και αν δεν καταφέρει να τους διώξει, τότε κάνει κάτι ακόμα χειρότερο: Τους εκμεταλλεύεται στυγνά.

– Για την κατάσταση στον Άγιο Παντελεήμονα, την Ομόνοια, τη Μενάνδρου και τις άλλες περιοχές δε φταίνει ούτε οι μετανάστες, ούτε οι κάτοικοι. Φταίνε αυτοί που «έσπρωξαν» τους μετανάστες σε αυτές τις περιοχές, δημιουργώντας ένα γκέτο αμερικανικού τύπου, μέσα στο οποίο φυσικό είναι να κυριαρχεί η εξαθλίωση και η εγκληματικότητα. Καμία κυβέρνηση δεν είχε ποτέ ένα οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο σοβαρό. Για όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια ευθύνονται όλες οι κυβερνήσεις από το ’90 και έπειτα, με την κατηγορία της εγκληματικής αμέλειας.

– Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι ένα πολύ ενοχλητικό φαινόμενο. Ελπίζω ότι είναι προσωρινό. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να γίνει «της μόδας» ο ρατσισμός. Αλλά φοβάμαι πως είναι αναπόφευκτο. Αυτά συμβαίνουν όταν τα κόμματα ποιούν την νήσσαν στις ανάγκες του λαού, αλλά δε διστάζουν να κάνουν άνω-κάτω το πρόγραμμά τους εν μία νυκτί εξαιτίας μιας δημοσκόπησης. Μέσα σε μια μέρα επιστρατεύεται η αστυνομία για επιχειρήσεις-«σκούπα», ασκούνται ξαφνικά πιέσεις στην Τουρκία για την καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης (τόσα χρόνια στ’αρχίδια μας, όμως) ετοιμάζονται μέχρι και στρατόπεδα συγκέντρωσης – ναι, σύντομα θα’χουμε κι απ’αυτά. Μπράβο μας.

– Οι επιχειρήσεις «σκούπα» της Αστυνομίας δεν είναι τυχαίο που ονομάζονται έτσι. Πράγματι, κάθε φορά που γίνεται σε μία περιοχή αυτή η επιχείρηση, οι μετανάστες (που στη συγκεκριμένη περίπτωση παίρνουν το ρόλο των «σκουπιδιών» που μαζεύει η σκούπα) μεταφέρονται σε άλλες περιοχές, σαν να τους σπρώχνει εκεί μια αόρατη σκούπα – π.χ., αν η «σκούπα» γίνεται στην Ομόνοια, μαζεύονται όλοι στον Άγιο Παντελεήμονα. Το θέμα είναι ότι δεν έχει γίνει ποτέ μια επιχείρηση «φαράσι», για να μαζέψει αυτά που έχει σπρώξει η «σκούπα».

– Όλα τα (ημί)μετρα που προαναγγέλονται για την επίλυση του προβλήματος στηρίζονται στον ρατσισμό. Στο να κάνουμε τους μετανάστες να αισθάνονται παρείσακτοι και, όσους δεν τους μαζέψουν οι κλούβες, να τους αναγκάσουμε να σηκωθούν να φύγουν από μόνοι τους. Όμως αυτό το θέμα δε θέλει αγριάδα και τσαμπουκάδες. Θέλει στοργή και προδέρμ. Θέλει ώριμη σκέψη και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Θέλει υπομονή και όχι κινήσεις εντυπωσιασμού για να επιστρέψουν τα απολωλότα πρόβατα στο νεοδημοκρατικό μαντρί. Αλλά τέτοιες αρετές δε διαθέτει κανένας από τους 300 της σημερινής Βουλής…

– Ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε άλλους μετανάστες. Πράγματι, αν σήμερα αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα ενσωμάτωσης των μεταναστών, φανταστείτε να έρθει κι άλλο ένα εκατομμύριο. Το πρώτο που πρέπει να γίνει, λοιπόν, είναι να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία οι ήδη υπάρχοντες μετανάστες, μια διαδικασία που θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει εδώ και 20 χρόνια, και πιθανότατα θα χρειαστεί άλλα τόσα μέχρι να ολοκληρωθεί. Και σε αυτή τη διαδικασία δεν αρκεί η κρατική πρωτοβουλία, αλλά πρέπει να βοηθήσουμε και όλοι εμείς. Όσο θεωρούμε τους μετανάστες «ξένους» και «περιθωριακούς», αποτελούμε και εμείς μέρος του προβλήματος.

– Για τους «κανονικούς» ανθρώπους ισχύει το «αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Για τους μετανάστες ισχύει το αντίστροφο. Είναι ένοχοι μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, προς μεγάλη απογοήτευση των μπάτσων που στο μεταξύ τους έχουν εξευτελίσει και σαπίσει στο ξύλο. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί ξεσηκώνονται;

– «Ρατσισμός είναι τα βλέμματα στο λεωφορείο». Ρατσιστές δεν είναι μόνο οι μπάτσοι που πλακώνουν στο ξύλο μετανάστες απλά και μόνο επειδή δεν είναι Έλληνες. Ρατσιστές είναι και αυτοί που αποφεύγουν να κάθονται δίπλα σε μετανάστες στο λεωφορείο. Ρατσιστές είναι κι αυτοί που κοιτάζουν με μισό μάτι τις φασαριόζικες παρέες μεταναστών στο μετρό. Ρατσιστές είναι κι αυτοί που σιχαίνονται να πιάσουν τις μπάρες στο μετρό, επειδή προηγουμένως τις έπιανε ένας μαύρος. Ρατσιστές είμαστε, εν αγνοία μας πολλές φορές, όλοι μας.

– Εν κατακλείδι: Κατανόηση χρειάζεται, όχι τσαμπουκάς. Κι οι μετανάστες άνθρωποι είναι, σαν κι εμάς. Και ειδικά οι Ελληνάρες, ας έχουν υπ’όψιν τους πως πολλοί Έλληνες χρειάστηκε να μεταναστεύσουν λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν στην Ελλάδα, και δεν ήταν όλοι ακριβώς «καλά παιδιά» εκεί που πήγαν – εκτός κι αν νομίζετε ότι ο «Νικ Δε Γκρικ» έγινε διάσημος επειδή έφτιαχνε τα καλύτερα σουβλάκια. Ας αφήσουμε κάποιους συνανθρώπους μας να έχουν δικαίωμα στο όνειρο. Γιατί είναι δικαίωμά τους.

Επόμενη σελίδα: »