Μαΐου 2007



nadir_copy.jpg

(μουσική υπόκρουση: Three Days Grace – I Hate Everything About You)
Τον τελευταίο καιρό πηγαινοέρχομαι συνεχώς και αδιαλείπτως από το ζενίθ στο ναδίρ και αντιστρόφως, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς. Δεν μπορώ να ξέρω γιατί, καθώς ο τρόπος που σκέφτομαι και λειτουργώ μου είναι ακόμα άγνωστος, αλλά η λέξη «κυκλοθυμικός» δεν επαρκεί πια για να περιγράψει την κατάστασή μου.
Φυσικά, εσείς βλέπετε μόνο το ζενίθ μου, ή τουλάχιστον αυτό που σε μένα φαίνεται έτσι. Όταν είσαι κυκλοθυμικός, δεν είναι πάντα αυτονόητος ο διαχωρισμός του καλού από το κακό, της χαράς από την λύπη, του νευρικού χαχανητού από το υστερικό κλάμα.
(μουσική υπόκρουση: Within Temptation – What Have You Done)
Γι’αυτό και μου είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή να πω τι ακριβώς νιώθω – πιθανότατα, σε 1 λεπτό θα νιώθω κάτι εντελώς διαφορετικό, οπότε δεν έχει νόημα να το πολυσκέφτομαι. Αλλά υποθέτω πως θα ήταν εντελώς βαρετό να ήμιουν φυσιολογικός. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι φίλοι μου είναι λίγο ή πολύ σαν εμένα: Δεν ξέρουν τι θέλουν, δεν ξέρουν τι νιώθουν, δεν ξέρουν πού τους πηγαίνει το μονοπάτι που διάλεξαν.
(μουσική υπόκρουση: Terror X Crew – Να Τους Δω Να Τρέχουν)
«Το μόνο που θέλω είναι να τους δω να τρέχουν»,λέει το τραγούδι. Ποιους, άραγε; Εγώ θα ήθελα να τους βλέπω όλους να τρέχουν προς κάποια αγκαλιά, προς κάποιον που αγαπάνε – αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι ακριβώς το πνεύμα του τραγουδιού.
(Μουσική υπόκρουση: Διάφανα Κρίνια – Αυτό Το Τραγούδι Δεν Είναι Για Σένα)
Το έχω ξαναπεί και θα το λέω μέχρι να αποδειχθεί λάθος, δηλαδή για πάντα: Τίποτα δεν είναι τόσο κακό, ώστε να μην μπορεί να γίνει χειρότερο. Αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, αλλά παραδόξως με παρηγορεί να το σκέφτομαι, να ξέρω ότι τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα.
Μα πού είναι η θετική μου σκέψη; Είναι δυνατόν αυτή να συνυπάρχει με τον σχεδόν αυθαίρετα απαισιόδοξο Νόμο του Μέρφι; Φυσικά και είναι δυνατόν – στο διχασμένο μου μυαλό. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έχω κάποια δεύτερη προσωπικότητα και δεν το ξέρω, κάποια αναπληρωματική προσωπικότητα που μερικές φορές βγαίνει στους δρόμους αντί για μένα χωρίς να το καταλάβω. Ιστορικό τρέλας δεν υπάρχει στην οικογένειά μου, αλλάποτέδεν είναι αργά για να ξεκινήσει ένα.
Κλείνω με τον απίστευτο μονόλογο του Διαβόλου-Αλ Πατσίνο από τον «Δικηγόρο του Διαβόλου» – ίσως κάποιοι από εσάς εντοπίσετε σε αυτόν την θεωρία του Γαλαξιακού Φαρσέρ…

«Για ποιον τα κάνεις όλα αυτά; Για τον Θεό; Αυτό είναι, για τον Θεό; Θα σου πω…Επίτρεψέ μου να σου δώσω κάποιες εμπιστευτικές πληροφορίες για τον Θεό. Ο Θεός λατρεύει να κοιτάζει. Είναι ένας φαρσέρ, σκέψου το. Δίνει στον άνθρωπο το ένστικτο, σας δίνει αυτό το εξαιρετικό δώρο και μετά τι κάνει; Σου ορκίζομαι, για την δική του ευχαρίστηση, για την κοσμική φάρσα του, καθορίζει τους κανόνες του αντίθετα από αυτό. Είναι η φάρσα όλων των εποχών. Κοίτα, αλλά μην αγγίζεις. Άγγιξε, αλλά μην γεύεσαι. Γεύσου, αλλά μην καταπιείς. Κι ενώ εσύ υποφέρεις, τι κάνει; Γελάει με την ψυχή του. Είναι εξυπνάκιας, είναι σαδιστής, είναι ένας Θεός σε άδεια. Να προσκυνήσω αυτό; Ποτέ! Είμαι εδώ από τότε που ξεκίνησε όλο αυτό. Έχω φροντίσει κάθε απόλαυση που ο άνθρωπος εμπνεύστηκε. Νοιάζομαι γι’αυτό που θέλει και ποτέ δεν τον έκρινα. Γιατί; Γιατί ποτέ δεν τον απέρριψα. Παρ’όλες τις ατέλειές του, είμαι οπαδός τοιυ ανθρώπου. Είμαι ανθρωπιστής!»

Advertisements

lookalike_five.jpg

Χθες μου συνέβη κάτι παράξενο. Δηλαδή παράξενο για μένα, γιατί σε όλους έχει συμβεί έστω και μία φορά: Με μπέρδεψαν με κάποιον άλλο στον δρόμο.
Ήταν βράδυ και περπατούσα μόνος μου στον δρόμο, χαμένος στον μίζερο (αλλά ειδικά διαμορφωμένο για μένα και μόνο) κόσμο μου. Κάποια στιγμή, ένα μηχανάκι delivery σταμάτησε κοντά μου. Ο οδηγός του, ένας πληθωρικός μελαμψός τύπος, με κοίταξε και μου φώναξε: «Πώς πάει; Όλα καλά;».
Τον κοίταξα με το παραξενεμένο βλέμμα της γάτας που κοιτάζει το πλυντήριο την ώρα που ο κάδος στριφογυρίζει. Προσπαθούσα να θυμηθώ αν τον ήξερα από κάπου ή να εξακριβώσω αν θα μπορούσε να είναι δραπέτης του Μαλανδρίνου, κωλομπαράς ή, απλά, σίριαλ κίλερ. Αφού κατέληξα στο αφελές συμπέρασμα πως τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορούσε να ισχύει, απάντησα διστακτικά: «Μια χαρά».
Προχώρησε λίγο και με ξανακοίταξε. «Πάντως, μοιάζεις πολύ με τον άλλο», μου είπε χαμογελώντας αμήχανα και έφυγε γκαζώνοντας.
Όχι, κύριος, εγώ δεν μοιάζω με κανέναν! Εκτός κι αν εννοούσες τον Γεωργούλη, οπότε αλλάζει το πράγμα. Αλλά επειδή οι πιθανότητες να συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι περίπου οι ίδιες με το να ξυπνήσω αύριο το πρωί και να έχω βγάλει ουρά και κεραίες στο κεφάλι, επιμένω: ΕΓΩ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΩ ΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ!
Δεν είναι τυχαίο: Εδώ και 23 χρόνια που δυσφημίζω τον κόσμο μας με την ύπαρξή μου, ποτέ δεν βρέθηκε κανείς να μου πει ότι μοιάζω με τον Χ τραγουδιστή, ή με τον Ψ ποδοσφαιριστή ή με τον Ω γείτονα του ξαδέρφου του μπατζανάκη του ή με τον…φτου, ξέμεινα από γράμματα. Ακόμα και όταν ήμουν μωρό, κανείς δεν μου έλεγε ότι μοιάζω με τον πατέρα μου ή την μάνα μου – τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτό είναι λίγο ύποπτο…θα πρέπει να το τσεκάρω…
Νιώθω παράξενα ξέροντας ότι εκεί έξω (και μάλιστα κάπου κοντά σε μένα, αφού η πιτσαρία για την οποία δούλευε ο ντελιβεράς είναι τοπική) βρίσκεται ένας σωσίας μου. Νιώθω πως δεν έσπασε το καλούπι όταν γεννήθηκα, όπως πίστευα, αλλά δημιούργησε ακόμα έναν σαν κι εμένα πριν σπάσει – τρέμε κόσμε, αυξάνομαι και πληθύνω μόνος μου! Το μόνο που μένει τώρα είναι να μου κανονίσει ο Φαρσέρ κι ένα ραντεβουδάκι μαζί του. Σε κάποια γωνία, στο περίπτερο, στο μετρό – μόνο στο κρεβάτι του να μη με στείλει. Δεν θα ήθελα να μάθω πώς είναι να κοιμάται κανείς μαζί μου, έχω ακούσει τις χειρότερες κριτικές, ότι ροχαλκίζω σαν ασθματική ατμομηχανή, κλωτσάω, πετάω μαξιλάρια, τραβάω μαλλιά, προσπαθώ να μπω σε ντουλάπες και άλλα ωραία.
Πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσω αυτόν τον «άλλο». Αν και επιμένω πως δεν γίνεται να είναι ο ίδιος με μένα – ούτε καν να μου μοιάζει. Αν μου πάρεις την μοναδικότητά μου, είναι σαν να μου παίρνεις την ίδια την ύπαρξή μου, δεν υπάρχει πια λόγος να ζω. Αλήθεια, μήπως να βάψω τα μαλλιά μου πράσινα ή να κάνω τατουάζ σε όλο μου το σώμα; Αποκλείεται και ο σωσίας μου να κάνει το ίδιο!
Ίσως απλά υπερβάλλω. Εντάξει, σίγουρα υπερβάλλω – αλλιώς δεν θα έκανα ούτε τον Τζόκερ να χαμογελάσει. Αλλά και πάλι: Να ξέρω ότι υπάρχει κάποιος που μου μοιάζει εκεί έξω και να μην έχω σκόρδα, ασημένιες σφαίρες και σταυρουδάκια για να τον αντιμετωπίσω αν χρειαστεί; Τι αφελές εκ μέρους μου – λες και δεν έχω έρθει ποτέ αντιμέτωπος  με τον εαυτό μου! Αφού πάντα μπροστά μου τον βρίσκω σε ό,τι κάνω! Απλά, αυτή τη φορά ίσως να τον δω ξαφνικά μπροστά μου, με σάρκα και οστά – ελπίζω να μην είναι βράδυ και τρομάξω…Εντάξει; Αυτοσαρκάστηκα αρκετά ή να ασελγήσω λίγο ακόμα στο πτώμα μου; Α, αρκεί τόσο; ΟΚ – ήσασταν εκπληκτικό κοινό κι εγώ πληκτικός αφηγητής. Το show της ζωής μου συνεχίζεται με ακόμα περισσότερα επεισόδια – μην το χάσετε, αν είστε αρκετά μαζοχιστές!


4a.jpg

Ημέρα: Τρίτη 4 μ.Π.
Ώρα: Δεν έχει σημασία – θο μπορούσε να είναι οποιαδήποτε ώρα της μέρας, αφού τις έχω όλες στη διάθεσή μου.
Τόπος: Το σπίτι μου, όπου σαπίζω ανελέητα.
Επιπλέον στοιχεία: Είμαι και σε δίαιτα – ναι, το ξέρω πως δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο πλην εμού και των τριγλυκεριδίων μου, αλλά είναι ένα επιπλέον στοιχείο.

Σήμερα είναι Τρίτη 4 μ.Π. (μετά Παραίτησιν). Κάποια πράγματα πάνε καλά, κάποια πάνε ακόμα χειρότερα. Τουλάχιστον, τίποτα δεν μένει ίδιο – αυτό είναι πολύ καλό για κάποιον που ο ενθουσιασμός του με οτιδήποτε έχει διάρκεια ζωής 5 λεπτά το πολύ.
Θυμάμαι τότε, την Πέμπτη 1 π.Π., που σκεφτόμουν πόσο θα άλλαζε η ζωή μου την Μέρα της Κρίσεως. Ονειρευόμουν εξωτικές παραλίες και χιλιάδες γκόμενες να έρχονται καταπάνω μου καθώς ψεκάζομαι με αφροδισιακό Aroxol, περίπου σαν τη διαφήμιση του Axe – μόνο που το Aroxol μυρίζει σαφώς πιο ωραία. Ε, έπεσα λίγο έξω. Για την ακρίβεια, έπεσα πιο έξω κι από το πλοίο της Louis που στουκάρισε σε εκείνο τον ύφαλο στη Σαντορίνη, αλλά προτιμώ να μην το κάνω θέμα.
Το βράδυ της Μέρας της Κρίσεως κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Για την ακρίβεια, σαν spazarhidus fterokaipoupoulus, μία σπάνια ράτσα πουλιών που όταν κοιμούνται βγάζουν ένα ροχαλητό που ακούγεται σαν σμήνος ελικόπτερων. Έτσι μου είπαν, τουλάχιστον – εγώ έχω την τύχη να μην με ακούω όταν κοιμάμαι.
Την επόμενη μέρα ένιωθα ότι ήθελα να κάνω τα πάντα. Να κάνω μπάντζι τζάμπινγκ χωρίς αλεξίπτωτο, να κυνηγήσω ελέφαντες στην Αφρική με ελβετικό σουγιά, να κάνω καταδύσεις χωρίς μπουκάλες οξυγόνου ή, το πιο επικίνδυνο απ’όλα, να περάσω από την Ομόνοια στις 3 το πρωί. Τελικά, δεν έκανα τίποτα από αυτά. Αντίθετα, πήρα πίτσες και κοκακόλες και είδα DVD μέχρι τα άγρια μεσάνυχτα.
Η επόμενη μέρα ήταν σαφώς πιο ενδιαφέρουσα. Φρόντισα να δω τους φίλους που έχασα τους προηγούμενους 7 μήνες. Πρώτη στάση στο Πασαλιμάνι, για καφέ μπροστά από τις θαλαμηγούς και τα καϊκια – σε κάτι τέτοια μέρη είναι που σιχαίνεσαι τη θάλασσα. Αν τυχόν πέσεις εκεί μέσα, θα βγεις με μόνιμο χαμόγελο, σαν τον Τζόκερ – αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό.
Επόμενη στάση στην Γλυφάδα για σινεμά. Τελικά, μόνο σινεμά δεν είδαμε. Εισιτήρια υπήρχαν μόνο στην πρώτη σειρά και μετά την τραυματική μου εμπειρία στην «Μέρα Ανεξαρτησίας», την οποία είχα δει πρώτο τραπέζι πίστα και βγήκα με σύνδρομο καταδίωξης από UFO, δεν το ξαναεπιχείρησα. Αλλά η βραδιά δεν πήγε χαμένη – φαγητό, ποτό, βάφλα με παγωτό βανίλια και καραμέλα (χωρίς σοκολάτα είναι άθλια), κανείς δεν χάνεται.
Τελευταίος σταθμός στο σπίτι ενός φιλικού ζευγαριού. Σας έχει τύχει ποτέ να μην μπορείτε ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ να θυμηθείτε το όνομα κάποιου που ξέρετε πολύ καιρό; Ε, αυτό μου συνέβη εκεί – επί δύο ολόκληρες ώρες έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ πώς την έλεγαν την κοπέλα. Και να φανταστείτε ότι το όνομά της έχει μόλις 3 γράμματα! Θαυμάζω τα χρυσόψαρα για την εξαιρετική τους μνήμη.
Χθες είχα τα πρώτα συμπτώματα του συνδρόμου στέρησης βασανιστηρίων. Ένιωσα για πρώτη φορά λίγο παράσιτο, συνειδητοποιώντας ότι όλοι γύρω μου δουλεύουν, εκτός από μένα και τον Καραμανλή. Αν και ένιωσα αρκετά καλύτερα όταν σκέφτηκα πως ο Καραμανλής είναι Πρωθυπουργός – αν μπορεί αυτός, τότε σίγουρα μπορώ κι εγώ!
Και σήμερα δεν άφησα το κρεβάτι μου για τίποτα – μόνο όταν εφευρεθεί το εκτινασσόμενο κρεβάτι θα σηκωθώ αδιαμαρτύρητα. Όλη μέρα άκουγα μουσική, έλυνα σταυρόλεξα, έγραφα κάτι μαλακίες για το blog μου – ώπα, αυτό το τελευταίο ξεχάστε το, δεν απευθυνόταν σε σας. Αυτή είναι ζωή! Ή μήπως…ζωή είναι αυτή; Δεν έχω αποφασίσει ακόμα.
Παρεμπιπτόντως, αν γνωρίζετε κάποιον που να χρειάζεται στην δουλειά του έναν ελαφρώς παρανοϊκό σχεδόν πτυχιούχο δημοσιογράφο με πλούσια προϋπηρεσία σε fora, blogs και νυχτερινά κέντρα (ως θαμώνας), πείτε του να μου στείλει ένα βιογραφικό – θα το μελετήσω και, αν είναι τυχερός, μπορεί να τον τιμήσω με την παρουσία μου.
Σήμερα είναι Τρίτη 4 μ.Π.. Κάποια πράγματα πάνε χάλια, κάποια πάνε ακόμα καλύτερα. Τουλάχιστον, τίποτα δε μένει ίδιο. Εκτός από αυτήν την παράγραφο, που κάτι μου θυμίζει – α, ναι, τα ίδια έγραφα και στην αρχή. Τι να πεις, επαναλαμβάνομαι…Τι να πεις, επαναλαμβάνομαι…


diet_coke_bacon.jpg

Σε όλους μας αρέσει να κρυφακούμε, να μπαίνουμε στη ζωή κάποιου άλλου από την μπαλκονόπορτα και να περιδιαβαίνουμε στο σαλόνι της. Και όταν ένας άγνωστος σου ανοίγει διάπλατα την πόρτα για να περάσεις, μπορεί να χάνεται ένα μέρος της γοητείας, όμως η απόλαυση παραμένει αναλλοίωτη. Σας μπέρδεψα; Φυσικά σας μπέρδεψα – αυτός ήταν ο σκοπός μου.
Χθες καθόμουν στα Starβλαξ, απολαμβάνοντας τον ήλιο, λίγο πριν αρχίσει να βρέχει και αρχίσω να απολαμβάνω τη βροχή. Λίγο αργότερα, το διπλανό τραπέζι απέκτησε ενοίκους. Ηταν μία μάνα με το παιδάκι της, περίπου 11-12 χρονών (το παιδάκι, όχι η μάνα!), και ο θείος του παιδιού, πιθανότατα ο αδερφός της (εκτός κι αν της ήταν κάτι άλλο και τον έχει συστήσει στο παιδί ως «θείο» – αλλά αυτό δεν μπορώ να το ξέρω…).
Όπως πάντα, είχα τη διάθεση να κρυφακούσω τις συζητήσεις τους, όμως δεν χρειάστηκε: Μιλούσαν τόσο δυνατά, που θα τους άκουγε και κουφός. Φυσικά, χάθηκε λίγη από την γοητεία του κρυφακούειν, αλλά αποζημιώθηκα με τη γοητεία του κρυφογελάν – γιατί δεν έπρεπε να καταλάβουν πως γελούσα μαζί τους.
Και πώς να μη γελάσω με αυτά που άκουγα! Το καημένο το παιδί είχε κάποια κιλά παραπάνω (μη φανταστείτε και κανέναν μπόγο, μια χαρά ήταν) και η μάνα του προσπαθούσε να το πείσει να κάνει δίαιτα. «Μην φας τη σαντιγί», «θα τρως μόνο σαλάτες», «τόλμα να φας πατάτες και θα δεις τι θα πάθεις», ξέρετε τώρα, οι γνωστές παρανοϊκές μαμάδες. Μόνο που το παιδί αποδείχθηκε σπίρτο μοναχό, σε αντίθεση με τη μάνα του, που ήταν another brick in the wall (τούβλο, ντε!).
Βλέπετε, η μάνα του ήταν εξίσου χοντρή (για την ακρίβεια, πολύ περισσότερο) και με μία ατάκα την αποστόμωσε: «Εσύ γιατί δεν κάνεις δίαιτα;». Εμφανώς ταραγμένη, του είπε πως το λέει για το καλό του. «Κι εγώ για το καλό σου το λέω, άμα πάθεις εσύ τίποτα εγώ τι θα κάνω;», την έστειλε ξανά αδιάβαστη. Κλασικό παράδειγμα της εξέλιξης των ειδών: Η αλεπού 100 και το αλεπουδάκι 120 (σε δείκτη IQ).
Μέχρι εκείνο το σημείο, τα πήγαινε πολύ καλά και το θαύμαζα, όμως τότε ανέλαβε δράση ο θείος. «Μα αν δεν αδυνατίσεις, θα έχεις πρόβλημα, δεν θα σε πλησιάζει κανένας…και καμία», του είπε και του έκανε την ερώτηση-παγίδα: «Εσύ θα έκανες παρέα με μια παχιά;» Εκεί την πάτησε. «Όχι, δεν μου αρέσουν οι παχιές», είπε, δίνοντάς του την ευκαιρία να κάνει μία μακροσκελή διάλεξη για τις αρετές των κοκαλιάρηδων και το μαρτύριο των χοντρών και χάνοντας οριστικά το debate. Μικρό είναι, θα μάθει.
Αναρωτιόμουν τι θα κάνω εγώ αν ποτέ μου βγει τόσο έξυπνο το παιδί μου – αν ποτέ αποφασίσω ότι αυτός ο κόσμος είναι τόσο υπέροχος ώστε να αξίζει να του αφήσω κάτι για να με θυμάται. Εγώ, που δεν μπορώ να πείσω τον σκύλο μου να μην κατουράει στο διάδρομο, που δεν μπορώ να πείσω τους αναγνώστες μου ότι έχω σώας τας φρένας, που δεν μπορώ καν να πείσω τον εαυτό μου ότι υπάρχω για κάποιον λόγο πάνω στον πλανήτη και δεν φύτρωσα κατά λάθος. Και να φανταστείτε ότι με προόριζαν για δικηγόρο – ολόκληρο σίριαλ θα γύριζαν με τις γκάφες μου, θα έλιωναν τα μηχανάκια της AGB από την υπερθέρμανση.
Αλλά με στοιχειώνει αυτή η σκέψη, πως κάποτε θα πω στο παιδί μου να κάνει δίαιτα και θα μου απαντήσει: «Εσύ γιατί δεν κάνεις δίαιτα;»…


Σήμερα πενθεί η blogόσφαιρα – και θα έπρεπε να θρηνεί και το ιατρικό επάγγελμα στο σύνολό του, αλλά δεν το βλέπω και πολύ πρόθυμο για κάτι τέτοιο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διατηρήσουμε το blog της Αμαλίας ( http://fakellaki.blogspot.com ) σαν μνημείο για τους επόμενους – να μάθουν όλοι για ποιον λόγο «θυσιάστηκε».

Αντίο, Αμαλία. Μας συγκλόνισες όλους…


res.jpg

Σήμερα ήταν η τελευταία μου μέρα στην δουλειά. Παραιτήθηκα μετά από 7 εξοντωτικούς μήνες. Στεναχωριέμαι; Όχι, δεν θα το’λεγα. Χαίρομαι; Όχι, οπωσδήποτε όχι. Το θέλω; Ναι, μάλλον το θέλω. Είναι η σωστή απόφαση; Θα δείξει, μόνο αυτό ξέρω. Είναι ηλίθιο να παίρνεις συνέντευξη από τον εαυτό σου; Ναι, πιστεύω πως είναι.
Ούτε καν αποχαιρέτησα τους πρώην συναδέλφους μου πριν φύγω. Δε μου έκαναν τίποτα – το ακριβώς αντίθετο, μου φέρθηκαν πάρα πολύ καλά, αν και ήμουν ο μικρότερος. Ποτέ δε μου φόρτωσαν αγγαρεία, ποτέ δεν θεώρησαν ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα από μένα. Αλλά σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς. Όταν αποφοίτησα από το σχολείο, δεν χαιρέτησα ούτε έναν συμμαθητή μου. Όταν χώρισα, δεν την αποχαιρέτησα. Και σήμερα, φεύγοντας, είπα πάλι «καληνύχτα», λες και θα τους ξαναδώ αύριο. Όμως δεν θα τους ξαναδώ – και αυτοί δεν το ξέρουν. Ναι, είμαι κάφρος – αλλά σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς, δεν τους αντέχω.
Από αύριο θα είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος – «άνεργος», θα έλεγε ένας απαισιόδοξος. Αλλά εγώ προτιμώ το «ελεύθερος». Από αύριο αρχίζω τις επελάσεις μου στις παραλίες (αν ακούσετε ότι εξώκειλε φάλαινα στο Πόρτο Ράφτη, ξέρετε ποιος θα είναι), αρχίζω τους 12ωρους ύπνους (μέχρι να τους ξαναβαρεθώ και να επιστρέψω στα ξενύχτια), οργανώνω τις συναυλίες του καλοκαιριού (όλοι Scorpions!!!), ξαναγυρίζω στους φίλους που με χάσανε. Ξεκινάω τις πρώτες διακοπές που πραγματικά μου αξίζουν – όλες οι προηγούμενες ήταν περιττές, αφού ήμουν τεμπέλης κατά συρροή και κατ’εξακολούθηση.
Ναι, θα μου λείψει ο υπολογιστής μου, αυτός από τον οποίο τόσους μήνες έγραφα τα posts μου – αλλά έχω και στο σπίτι υπολογιστή, κι ας τρέχει πιο αργά και από πρωταθλητή του σούμο. Θα μου λείψει ο χαβαλές που κάναμε με τους πρώην συναδέλφους μου κατά τη διάρκεια των αγώνων – αλλά γι’αυτό είναι οι φίλοι. Πάντως, σίγουρα δεν θα μου λείψει η μυρωδιά του τσιγάρου πάνω στα ρούχα μου – καιρός για την αντεπίθεση του αντικαπνιστή.
Φεύγω ικανοποιημένος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα χρήσιμος (γιατί αν περίμενα να κάνω κάτι χρήσιμο για την κοινωνία μέσα από το blog, καλά σαράντα), έμαθα σημαντικά πράγματα και ξενύχτησα όσο δεν είχα ξενυχτήσει στα προηγούμενα 22 χρόνια. Αφήνω το καλό για το καλύτερο, και όταν το καλύτερο δεν θα μου είναι αρκετό, θα μετακομίσω σε κάτι ακόμα καλυτερο. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω – αν ήξερα τις συνέπειες των πράξεών μου, θα ήμουν Θεός, και ως γνωστόν χώρος για Θεό δεν υπάρχει στο στενόμυαλο σύμπαν μου…


liv.jpg

Η 23η Μαϊου 2007 ήταν μία ξεχωριστή μέρα για την Αθήνα – εντάξει, μη βαράτε, για την Ελλάδα. Ήταν ο τελικός του Champions League. Ναι, το ξέρω ότι αυτό για τις γυναίκες είναι τόσο συναρπαστικό όσο είναι για τους άνδρες το τουρνουά σταυροβελονιάς της Κάτω Ραχούλας, αλλά είναι σημαντικό γεγονός, και όταν αυτό διεξάγεται στην πόλη σου (ΟΚ, στην ΧΩΡΑ σου! Αμάν πια!) δεν μπορείς παρά να ενθουσιαστείς.
Αν κάθε μέρα μαθαίνεις κάτι καινούργιο, μια τέτοια μέρα μαθαίνεις πολλά. Να, λοιπόν, τι μου έμαθε αυτή η μέρα, που θα περάσει στην ιστορία σαν μία από τις πιο ιδιαίτερες (προσοχή: όχι καλύτερες ή χειρότερες) της σχετικά σύντομης και προβλέψιμης ζωής μου:

– Τελικά, υπάρχουν κάποιοι λόγοι για τους οποίους αξίζει να ξυπνήσεις στις 8 το πρωί – δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Μην το κάνουμε και συνήθεια, όμως, να λείπει…

– Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το πάρει κάποιος άλλος. Κοέλιο, φάε τη σκόνη μου και κάτι άλλο που θα το κόψει η λογοκρισία.

– Αυτό που έγινε αυτές τις μέρες με τους οπαδούς της Λίβερπουλ (κυρίως) δεν θα ξαναγίνει ποτέ – ευτυχώς πρόλαβα και έβγαλα αρκετές φωτογραφίες. Έβαψαν κόκκινο το Σύνταγμα, έκαναν εθνικό μας ύμνο το «You’ll Never Walk Alone», μοίρασαν απλόχερα τρέλα στην Αθήνα και τους Αθηναίους. Θα μου λείψουν.

– Δεν υποστήριζα καμία από τις δύο ομάδες – δυστυχώς, η λατρεμένη μου Λιντς έπεσε στην τρίτη κατηγορία και όλα τα άλλα μου είναι αδιάφορα. Αλλά λυπήθηκα για τους οπαδούς της Λίβερπουλ, που τους έβλεπα στο μετρό να κλαίνε και να κάθονται απογοητευμένοι στα πατώματα – το ταξίδι από τον Παράδεισο στην Κόλαση διαρκεί πολύ περισσότερο από την αντίστροφη διαδρομή…

– Το Champions League δεν συνδυάζεται απαραίτητα με πίτσες, μπύρες και πατατάκια. Δεν το περίμενα, αλλά τελικά κράτησα ανέπαφη τη δίαιτα και χθες – τελικά, είναι καθαρά ψυχολογικό το θέμα: Αν δεν τρώνε οι άλλοι γύρω σου, δε νιώθεις ούτε εσύ την ανάγκη να φας.

– Ήταν η πρώτη φορά που η Λίβερπουλ ηττήθηκε σε τελικό Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από ομάδα που φορούσε άσπρα. Τώρα μπορείτε να κάνετε τους έξυπνους στην παρέα σας.

– Ο τελικός του επόμενου Champions League θα είναι καλύτερος – χειρότερος δεν μπορεί να είναι!

– Είχα ξεχάσει πόσο αδιάφορη είναι η απονομή ενός Κυπέλλου στα επίσημα του σταδίου και όχι στο κέντρο του – και δεν χρειαζόταν να μου το θυμίσει ο μεσιέ Πλατινί…

– Τι ωραία που θα ήταν να είχαμε κάθε μέρα 24ωρο μετρό, όπως χθες! ‘Εφυγα από τη δουλειά στις 2.30 τα ξημερώματα και η επιστροφή στο σπίτι ήταν πιο ευχάριστη από ποτέ.

– Δεν κυκλοφορεί κανένας στους δρόμους στις 3 το πρωί. Αυτό λίγο πολύ το φανταζόμουν, αλλά χθες το είδα από πρώτο χέρι.

– Επίσης, είναι πολύ απελευθερωτικό συναίσθημα να χορεύεις ζεϊμπέκικο στο πεζοδρόμιο της Μεσογείων. Δοκιμάστε το κάποια στιγμή που θα ξεμείνετε στους δρόμους μέχρι τα ξημερώματα – όχι απαραίτητα στη Μεσογείων.

– Ο Γαλαξιακός Φαρσέρ (ναι, ο Φαρσέρ, τρέχει κάτι;) έχει μια ιδιαίτερη συμπάθεια στο mp3 μου, από τότε που ανακάλυψα ότι υπάρχει και το random play. Χθες το βράδυ έβαλε κολλητά τα δύο και μοναδικά τραγούδια που μπορούν να με κάνουν να κλάψω, και αμέσως μετά το Love Today του Mika, το τραγούδι που ακούω κάθε φορά που έχω τις μαύρες μου για να μου φτιάξει τη διάθεση – κι όλα αυτά μεταξύ 200 τραγουδιών. Δεν κατάλαβα ακριβώς το μήνυμα που προσπαθεί να μου περάσει, αλλά μάλλον ήταν κάτι καλό, κάτι σαν «σταυρώθηκες, ξανασταυρώνεσαι, αλλά μετά θα αναστηθείς»…

Επόμενη σελίδα: »