Ιουλίου 2011



Ήθελα από καιρό να γράψω αυτό το post. Στην πραγματικότητα, αν κάτσω και γράψω σε ένα χαρτί όλα τα θέματα για τα οποία θέλω να γράψω αλλά δεν έχω χρόνο/διάθεση/έμπνευση/________ (εδώ προσθέστε την δικαιολογία που σας βολεύει) θα γεμίσω πολλές σελίδες. Ας πούμε ότι αυτό το post στάθηκε τυχερό και το επέλεξα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα που δε θα δουν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Ευτυχώς για όλους μας.

Αυτό το post αφηγείται την σύντομη ιστορία της ενασχόλησής μου με τα social media. Δεν νομίζω ότι είναι διδακτική ή χρήσιμη για τον οποιονδήποτε, αλλά από πότε ένα κείμενο πρέπει να είναι κοινωνικά χρήσιμο για να γραφτεί; Αν ήταν έτσι, οι εφημερίδες θα κυκλοφορούσαν σε φέιγ βολάν.

Που λες, όλα ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2008. Μέχρι τότε ήμουν ένας αθώος νεαρός του οποίου η ενασχόληση με το Internet περιοριζόταν στην καθημερινή ανανέωση ενός blog που δε διάβαζε σχεδόν κανένας. Αυτή ήταν η «επανάστασή» μου, να γράφω αυτά που σκεφτόμουν σε ένα λευκό χαρτί που έχωνα μέσα σε ένα μπουκάλι και το πετούσα στον ωκεανό του Internet.

Είχα ακούσει για το Facebook, αλλά δε με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είμαι ένας από αυτούς τους μονόχνωτους τύπους που ποτέ δεν κυνήγησαν τους φίλους και απλά βολεύτηκαν με αυτούς που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο τους. Τι νόημα είχε, λοιπόν, για μένα να μπω σε ένα κοινωνικό δίκτυο που θα με έφερνε σε επαφή με τους, ούτως ή άλλως, λίγους και εκλεκτούς φίλους μου;

Το τυράκι που με ξεγέλασε και με οδήγησε πονηρά στο Facebook ήταν το κουτσομπολιό, αυτή η μάστιγα της ανθρωπότητας. Ούτε καν σκεφτόμουν να μπω στη διαδικασία του Facebook, μέχρι που μία φίλη μου από το σχολείο, με την οποία κάναμε τότε παρέα, με ενημέρωσε ότι πολλά παιδιά από το σχολείο μου είχαν ήδη Facebook. Φυσικά δε με ενδιέφερε και τόσο αν ήταν καλά στην υγεία τους – δεν ξέρω αν έχω αναφέρει στο παρελθόν ότι ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τους περισσότερους συμμαθητές μου. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν το κουτσομπολιό: Τα’χει ακόμα αυτός με αυτήν; Παράτησε τις σπουδές του ο τάδε; Πού έπιασε δουλειά ο δείνα; Πώς να είναι μετά από 10 χρόνια η Κ. που γούσταρα στο γυμνάσιο; Και κάπως έτσι ξεκινάει η πορεία μου στα social media: Από την ανάγκη για κουτσομπολιό.

Βέβαια, τελικά απογοητεύτηκα: Όντως, οι περισσότεροι συμμαθητές μου είχαν ήδη λογαριασμό στο Facebook, αλλά το ενδιαφέρον μου χάθηκε μόλις αποδέχθηκαν το friend request μου (όσοι το αποδέχθηκαν, δηλαδή). Σχεδόν κανένας από αυτούς δεν είχε να μου πει κάτι ενδιαφέρον. Όπως και στο σχολείο, άλλωστε. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι το να ξαναβρίσκεις τους παλιούς σου συμμαθητές στο Facebook είναι τόσο ευχάριστο όσο το να ξαναβρίσκεις τις ξεραμένες μύξες σου κάτω από τον καναπέ. Κι αν ελπίζεις ότι στο μεταξύ οι μύξες έχουν μεταμορφωθεί σε κάτι καλύτερο, γελιέσαι.

(και επειδή ξέρω ότι κάποιοι εξ αυτών θα το διαβάσουν αυτό, δε σας παίρνει όλους η μπάλα. Ξέρετε ποιοι να την αποφύγετε.)

Προσπερνώντας λοιπόν το κομμάτι των παλιών συμμαθητών, ξεκίνησα να ασχολούμαι με τις εφαρμογές του Facebook. Παιχνίδια της σειράς που απαιτούσαν να ενοχλείς συνέχεια τους φίλους σου για να σε «βοηθήσουν», ηλίθια κουιζ χάρη στα οποία μάθαινες πόσο καλός φίλος είσαι, πόσο μαλάκας είσαι, τι ράτσα σκύλου είσαι, τι μάρκα απορρυπαντικό είσαι και άλλα τέτοια χρήσιμα (να πω την αμαρτία μου, έφτιαξα κι εγώ ένα τέτοιο κουιζ και το έκανε πολύς κόσμος, αλλά δε θα αποκαλύψω ποτέ ποιο), διάφορες εφαρμογές σχετικές με μουσική και κινηματογράφο, μία άλλη στην οποία βαθμολογούσες φωτογραφίες από γκόμενες (ΟΚ, θα το παραδεχτώ, την είχα λιώσει τη συγκεκριμένη), γενικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την όλη διαδικασία «αμφιβόλως εποικοδομητική επένδυση χρόνου και ενέργειας».

Για να λέμε όμως και τα καλά, το Facebook ήταν καλή παρέα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Με το που έβγαινα από το στρατόπεδο με έξοδο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τρέξω στο πλησιέστερο Internet Cafe και να μπω κατά σειρά: 1. Στο mail μου, 2. Στο Facebook και 3. Στο blog μου. Το Facebook με κράτησε σε (υποτυπώδη έστω) επαφή με τον έξω κόσμο, τον δικό μου κόσμο, και ειλικρινά δεν το μετάνιωσα καθόλου που ένα ολόκληρο καλοκαίρι στη Χίο πήγα μία φορά σε παραλία και τριάντα φορές σε Internet Cafe.

Με το που τελείωσα από τον Στρατό, όμως, τον Φεβρουάριο του 2009, ξεθώριασε και το Facebook. Ειδικά η μανία με το FarmVille ήταν τόσο ενοχλητική, που μπορεί να περνούσαν μέρες ολόκληρες μέχρι να μου έρθει η διάθεση να μπω στο Facebook, και τότε έβλεπα τα δεκάδες requests του FarmVille και έβγαινα αμέσως. Ουσιαστικά, από τότε το Facebook το κρατάω για έναν και μόνο λόγο: Επειδή δε μου κάνει καρδιά να το κλείσω. Στην πραγματικότητα δε μου χρησιμεύει σε τίποτα – με όσους «φίλους» μου πραγματικά θέλω να κάνω παρέα, έχω τρόπο να το κάνω εκτός του Facebook. Έτσι, στο facebook μου τώρα θα δεις λιγότερη δράση απ’ό,τι σε έναν μαραθώνιο αγώνα σαλιγκαροδρομιών.

Στο μεταξύ, άκουγα σε πολλά ΜΜΕ να λένε για το Twitter. Ωστόσο, το απέρριψα αμέσως – ουσιαστικά, το Twitter είναι ένα mini Facebook με περιορισμό στους χαρακτήρες που μπορείς να χρησιμοποιήσεις. Τι να το κάνω εγώ που χρειάζομαι 2.000 λέξεις για να περιγράψω κάτι που θα μπορούσε κάποιος άλλος να πει με μία πρόταση; Έτσι, επέστρεψα στο blog μου, το οποίο εξακολουθούσε να μη διαβάζει κανένας, αλλά τουλάχιστον μου έδινε την ευχαρίστηση ότι έκανα κάτι δημιουργικό.

Χρειάστηκε πολύς καιρός για να πειστώ να φτιάξω Twitter, αυτό έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009. Αυτή τη φορά δεν με επηρέασε κανένας, το αποφάσισα μόνος μου. Είχα μόλις πιάσει δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο, και σκέφτηκα ότι ίσως θα ήταν ένας καλός τρόπος να σκοτώνω την ώρα μου όταν δε θα είχε κόσμο στο μαγαζί. Δεν περίμενα ότι θα κρατούσε πολύ η σχέση του μαζί μου. Κι όμως, τελικά μου άρεσε και του άρεσα.

Το Twitter είναι διαφορετικό από το Facebook. Για να περιγράψω τη διαφορά τους, θα πω το κλισέ που κυκλοφορεί στους κύκλους του Twitter εδώ και πολύ καιρό: «Το Facebook είναι οι συμμαθητές που είχες. Το Twitter είναι οι συμμαθητές που θα ήθελες να είχες». Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω λιλιπούτεια μηνύματα στο Twitter ένιωσα ότι εκεί υπήρχαν άνθρωποι με τους οποίους μπορούσα να συνεννοηθώ καλύτερα κι από τους φίλους μου.

(ακόμα θυμάμαι το πρώτο μου tweet: «Για να δούμε τι λέει κι αυτό το Twitter…». Ήμουν εντελώς δύσπιστος και δεν πίστευα ότι θα μου άρεσε.)

Βέβαια, δεν είναι για όλους το Twitter: Ο φίλος μου ο Γ. μπήκε, αφού τον έπρηζα για μερικούς μήνες, και τελικά βαρέθηκε πριν καν συμπληρώσει έναν μήνα. Και ναι, η αλήθεια είναι ότι το Twitter μπορεί να γίνει πολύ βαρετό αν δεν έχεις τον χρόνο και τη διάθεση να κάτσεις να ψάξεις ποιους πραγματικά αξίζει να ακολουθήσεις.

Βέβαια, η δική μου τακτική είναι άλλη: Μπορώ να κάνω οποιονδήποτε follow, αρκεί να μην υποστηρίζει ακραίες απόψεις (κοινώς: να μην είναι φασίστας, γιατί μη νομίζεις, κι εκεί υπάρχουν τέτοιοι), να μην γράφει greeklish (με ελαχιστότατες εξαιρέσεις), και φυσικά να μην έχει κλειδωμένο προφίλ (που είναι μάλλον φεϊσμπουκικό κατάλοιπο και δεν το κατανοώ). Οι περισσότεροι κάνουν επιλεκτικά follow σε λίγους χρήστες που τους ενδιαφέρουν, γλιτώνοντας το αμήχανο χάος των 20 tweets άνά δέκα δευτερόλεπτα, όπου χάνει ο tweeter το RT και το RT τον tweeter. Αλλά εμένα το χάος είναι το φυσικό μου περιβάλλον, οπότε κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους άλλους.

Πρόσφατα μπήκα και στο Google+ – κάποτε με παρακαλούσαν να μπω σε ένα social network, και τώρα παρακαλούσα εγώ για μία πρόσκληση. Οι εποχές άλλαξαν. Και το Google+ είναι κάτι καινούργιο, ένα υβρίδιο που μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ ενδιαφέρον ή σε κάτι πολύ αδιάφορο. Θα δείξει.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα; Γιατί με αυτό το post (με το link που θα στείλει στο Twitter, δηλαδή) συμπληρώνω 20.000 tweets. Είναι ένας τρομακτικός αριθμός, ειδικά αν κάτσω και σκεφτώ πόσο χρόνο από τη ζωή μου έχω σπαταλήσει επινοώντας, γράφοντας και απαντώντας σε tweets.  Ναι, είμαι καμένος και είμαι ο πρώτος που θα το παραδεχτεί. Αλλά κι εσύ θα πρέπει να παραδεχτείς ότι χάρη στο Twitter έχω δουλειά σήμερα, με τη βοήθεια μίας follower μου (και πάλι ευχαριστώ, ποτέ δε θα είναι αρκετά τα «ευχαριστώ»), και άρα το Twitter μου τον έχει ξεπληρώσει και με το παραπάνω αυτόν τον χρόνο.

Άντε, το επόμενo post στα 100.000.


Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, ειδικά όταν μιλάμε για ένα post που αποτελείται από φωτογραφίες, οι οποίες αξίζουν όσο χίλιες λέξεις η καθεμία και άρα είναι φλύαρο από μόνο του. Οπότε πάμε να δούμε μαζί τις φωτογραφίες που έβγαλα στη σημερινή βόλτα μου, που ξεκίνησε από την Πανόρμου, συνεχίστηκε στην Ασκληπιού και ολοκληρώθηκε στην πλατεία Εξαρχείων.

("α, το καημένο το κροκοδειλάκιιιιιιιιιιιιιιιιι)

("More power to the weatherman"; Μόνο εμένα αυτό μου θύμισε τραγούδι των B*Witched; Μάλλον, ε; Καλά, σκάω.)

(ναι, ξέρω, είναι off-season, αλλά τα Χριστούγεννα θα το βάλω για background στον υπολογιστή.)

 

(έξυπνο, το γράφουμε σε engreek για να μην το καταλάβουν αυτοί στους οποίους απευθύνεται.)

(μη με ρωτήσεις γιατί την έβγαλα αυτή. Pure art γαμώτο.)

(δεν καταλαβαίνω τι λέει, αλλά καταλαβαίνω ότι είναι στα αλβανικά. Και πολύ μου αρέσει να βλέπω συνθήματα γραμμένα σε άλλη γλώσσα μέσα στην πόλη μου.)

(στο Λύκειο είχα γράψει ένα ολόκληρο ποίημα με αφορμή αυτόν τον στίχο. Ευτυχώς χάθηκε μυστηριωδώς μαζί με όλα τα άλλα πονήματά μου από εκείνη την περίοδο)

(ο κοκοβιός ψάρι δεν είναι; Τι σχέση έχει με τους μπάτσους δεν ξέρω. Ούτε και με ενδιαφέρει, να σου πω, αρκεί να βγαίνει η ομοιοκαταληξία.)

(ε, μετά θα μας φάει. Και έζησε η υστερία καλά κι εμάς μας έφαγε.)

(δεν έχω λόγια. Ειλικρινά, δεν έχω.)

(εγώ να την υποτιμήσω; 100 κιλά έχω πάρει προκειμένου να την αντιμετωπίσω.)

(το πρόβλημα δεν είναι όταν ουρλιάζουν. όταν δαγκώνουν είναι.)

(όποιος διαφωνεί να σηκώσει το χέρι του...κανείς; Ωραία.)

(όντως, δε βγαίνει άκρη "κοντέ μου".)

(στίχοι από ένα χιπ-χοπ τραγούδι. Μη με κοιτάς έτσι, ούτε εγώ το ήξερα, google search έκανα.)

(ακόμα μία έκφραση του πατροπαράδοτου Μπα-Γου-Δο)

(...είπε ο Κορκολής και έμεινε στην ιστορία)

(ευτυχώς, εγώ πάντα Κόλαση ήθελα να πάω, στον Παράδεισο πάνε οι ξενέρωτοι, δε θα είχα με ποιον να μιλήσω για μπάλα)

(μα τι γλυκόοοοοοοοοοοοοοο)

(κοινώς, πάρτε τη χώρα σας και σ'άλλον γαλαξία)

(αυτά τα λέτε εσείς οι άσχημοι.)

(μα ποιος ζωγραφίζει με ροζ μαρκαδόρο; ΡΟΖ;)

(last but not least. Βασικά, τελευταία και φαρμακερή. Ίσως ό,τι καλύτερο έχω δει εδώ και πολλούς μήνες. Τα συγχαρητήριά μου στον καλλιτέχνη, πάντα τέτοια εύχομαι)


Ένα από τα σημαντικότερα καλά του Internet είναι ότι χάρη σε αυτό ακούγονται απόψεις που πριν από 20 χρόνια μπορεί να μην είχαν βρει ποτέ τον τρόπο να εκφραστούν. Βέβαια, αυτό είναι και ένα από τα σημαντικότερα κακά του, γιατί πολλές από αυτές τις απόψεις που διαβάζεις κάθε μέρα σε blogs ή σε τυχάρπαστα «ενημερωτικά» sites είναι για τα μπάζα, γραμμένα από ανθρώπους άσχετους, εμπαθείς, πληρωμένους ή όλα αυτά μαζί. Αλλά για την ώρα ας κρατήσουμε το θετικό κομμάτι: Αυτό που θα διαβάσεις είναι μία διαφορετική άποψη. Δε θα διαβαζόταν ποτέ και από κανέναν αν δεν υπήρχε το Internet.

Ας ξεκινήσουμε με μία γενική παραδοχή: Ήμουν πάντα άσχετος από οικονομικά. Και ήμουν άσχετος όχι επειδή είμαι χαζός και δεν τα χωράει το κεφάλι μου, αλλά επειδή μισώ τα οικονομικά και όταν πάει κάτι σχετικό να εισβάλει στον εγκέφαλό μου, αυτός το φτύνει αμέσως έξω, σαν βλαβερό μικρόβιο. Όταν έψαχνα για δουλειά σαν δημοσιογράφος και με ρωτούσαν στις συνεντεύξεις «ποιο είδος δημοσιογραφίας σε ενδιαφέρει;», η κλασική μου απάντηση ήταν «οτιδήποτε εκτός από οικονομικά». Πράγματι, ζήτα μου να πάρω δηλώσεις από έναν ποδοσφαιριστή, βάλε με να στήσω καρτέρι για μερόνυχτα έξω από τον κάδο σκουπιδιών της Μενεγάκη περιμένοντας να βρω στα σκουπίδια της θετικό τεστ εγκυμοσύνης, πες μου να ξαμοληθώ στις καφετέριες να ρωτάω τον κόσμο τι γνώμη έχει για το Κυπριακό, δώσε μου μια κάμερα να πάω με κίνδυνο της ζωής μου στη Λιβύη και να φωτογραφίζω πτώματα. Μόνο μη μου ζητήσεις να γράψω ένα άρθρο για τον πληθωρισμό, το χρηματιστήριο ή το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών – μέχρι και τα γραφήματα για τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης με μπερδεύουν.

Βέβαια, η οικονομία είναι σαν την αναπνοή: Είτε σου αρέσει είτε όχι, πρέπει να μάθεις πώς λειτουργεί, αλλιώς πέθανες. Και πραγματικά, είναι τρομερά εκνευριστικό για μένα να πρέπει να μάθω πώς λειτουργεί η πιο καταστροφική εφεύρεση του ανθρώπου μετά την ατομική βόμβα και το Facebook, αλλά πώς μπορείς να μην ασχοληθείς; Το να ζεις στην επιλεκτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα και να μην ξέρεις τίποτα από οικονομικά είναι σαν να είσαι ναυαγοσώστης και να μην ξέρεις κολύμπι.

Τούτων δοθέντων, ας μπούμε επιτέλους στο ψητό: Χθες η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης ανακοίνωσε ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ», το οποίο προβλέπει ένα πακέτο 109 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα, σε σούπερ ντούπερ συσκευασία και με ευκολίες πληρωμής. Μετά από αυτήν την εξέλιξη όλοι είναι χαρούμενοι, το ΠΑΣΟΚ είναι και πάλι το αγαπημένο μας κόμμα, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ο πατέρας-τέρας-τέρας μας, οι Έλληνες ξεχύνονται κατά χιλιάδες στην Ομόνοια να πανηγυρίσουν τον εθνικό μας θρίαμβο και τα κορόιδα οι Ευρωπαίοι χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που μας έβαλαν στη ζώνη του ευρώ, κοντέψαμε να τους καταστρέψουμε και μας πληρώνουν κι από πάνω. Ή μήπως όχι;

Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να είμαι αισιόδοξος. Δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να συμμεριστώ τη χαρά του κάθε πασόκου που νομίζει ότι ξαφνικά δικαιώνεται η ψήφος του. Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστέψω τις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες που αποθεώνουν αυτούς που αύριο θα φτύνουν (αν δεν τα’χουν φτύσει αυτές πρώτα, βέβαια). Και εξηγούμαι.

Τα λεφτά αυτά δε μας τα χαρίζει κανείς. Δανεικά είναι. Αν έρθει αύριο ο πατέρας μου στο σπίτι και μου πει «παιδί μου τέλειωσαν τα προβλήματά μας, πήρα δάνειο 109 δισεκατομμύρια από την τράπεζα, πάρε τα μισά να αγοράσεις 20 αυτοκίνητα και 40 σπίτια», δε θα σηκωθώ να πανηγυρίσω. Θα τον ρωτήσω «και πώς θα τα δώσουμε πίσω αυτά τα λεφτά;». Αν μου απαντήσει «έλα μωρέ, κάτι θα βρούμε», θα είναι ανώριμος. Αν μου απαντήσει «‘ντάξει μωρέ, τι μας νοιάζει, θα τα φορτώσεις στα τρισέγγονά σου τα χρέη», θα είναι ανεύθυνος. Κι αν δε μου απαντήσει τίποτα και απλά συνεχίσει να ξοδεύει ασυλλόγιστα όπως ακριβώς έκανε όλα τα τελευταία χρόνια, θα είναι ηλίθιος. Υπάρχει, φυσικά, και το ενδεχόμενο να τα διαχειριστεί σωστά και τελικά να βγάλει τα διπλάσια και να μας φτάσουν για να πληρώσουμε την τράπεζα και να ζήσουμε σαν βασιλιάδες, αλλά θα μου επιτρέψεις να πιστεύω ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι τόσο απίθανο όσο το να έρθει ο Μέσι πακέτο με τον Τσάβι και τον Ινιέστα στον Παναιτωλικό.

Σκέψου ότι τα λεφτά αυτά δεν δίνονται σε έναν πεφωτισμένο ηγέτη που θα τα διαχειριστεί ιδανικά και θα μας βγάλει από την κρίση με την πανέξυπνη καθοδήγησή του, αλλά στους ίδιους διεφθαρμένους πολιτικούς που μας έφεραν στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Γιατί να τους εμπιστευτεί κανείς; Είναι σαν να δίνεις μία βαλίτσα γεμάτη 500ευρα στον Μαύρο Πητ για να σου φέρει ένα πακέτο τσιγάρα και να περιμένεις ρέστα. Τον εμπιστεύεσαι;

Βέβαια, πρέπει να είμαστε δίκαιοι: Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Θα μπορούσαμε να έχουμε πτωχεύσει επισήμως, μία προοπτική που είναι πραγματικά ζοφερή αν σκεφτείς ότι συνοδεύεται από στάση πληρωμών, επιστροφή σε ένα αδύναμο εθνικό νόμισμα και μία γενική μιζέρια δεκαετιών, αλλά είναι πραγματικά συζητήσιμο το αν είναι μια χειρότερη προοπτική από αυτήν που πρόκειται να ζήσουμε στα επόμενα ποιοσξερειπόσα χρόνια χάρη στην «επιλεκτική χρεωκοπία» (τι ωραίες λεξούλες που βρίσκουμε όταν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε μία καταστροφή, ε; Ίσως θα μπορούσαμε να το πούμε και «οικονομικό τυφώνα Άνγκελα»). Κι ας μειώθηκε εντυπωσιακά το επιτόκιο – το χρέος μπορεί να γίνεται πλέον «βιώσιμο», όπως λένε, αλλά ο βίος του μέσου Έλληνα παραμένει αβίωτος.

Δε θέλω να φανώ λαϊκιστής ή αντιδραστικός. Μακριά από μένα αυτά. Άκουσα λίγο κατά λάθος τον Τράγκα το πρωί στο ραδιόφωνο και συνειδητοποίησα με τρόμο ότι συμφωνούσα μαζί του, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι απλώς σύμπτωση, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ούτε είμαι κατά των ιδιωτικοποιήσεων με το πρόσχημα ότι «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» – μα γι’αυτό ακριβώς είναι πνιγμένη στα σκατά αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, επειδή ανήκει στους Έλληνες. Μου είναι πιο εύκολο να εμπιστευτώ πια μία πολυεθνική εταιρεία παρά το ελληνικό Δημόσιο, όσο κυνικό κι αν ακούγεται αυτό. Γιατί μπορώ να νιώθω ασφαλής ότι τα λεφτά που θα δίνω θα μου εξασφαλίζουν μία ποιότητα υπηρεσίας που το Δημόσιο δε θέλει να μου παράσχει, γιατί προτιμά να τρώει τα λεφτά που του δίνω σε παράτυπες δραστηριότητες.

Από την άλλη, έχω αυτήν την εντύπωση ότι με όλο αυτό το σχέδιο οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Θα μου πεις, αυτό είναι κάτι σαν αξίωμα του καπιταλισμού, συμβαίνει παντού και πάντα, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται ανοιχτά. Με αυτά τα πακέτα όλοι θα σου πουν πόσο γαμάτη θα γίνει η οικονομία σου, πόσο θα εκτοξευτούν οι χρηματιστηριακοί δείκτες, θα σου πετάξουν κι ένα «σώσαμε τη χώρα» μπας και επανεκλεγούν επικαλούμενοι τον πατριωτισμό που υποτίθεται ότι έδειξαν, αλλά αυτήν την πραγματικότητα θα την αποσιωπήσουν. Αρέσει στον κόσμο να νομίζει ότι όλα αυτά τα λεφτά θα πάνε στην τσέπη του και όχι στους τραπεζικούς λογαριασμούς των γνωστών και μη εξαιρετέων – γιατί να τους χαλάσεις την ψευδαίσθηση, ε;

Εν κατακλείδι, μπορώ να δεχτώ ότι εκεί που ήμασταν στο χείλος του γκρεμού ήρθε κάποιος και μας τράβηξε προς τα πίσω. Αρκεί κι εσύ να δεχτείς ότι μας έριξε σε ένα πηγάδι με σκατά, από το οποίο θα μας πάρει καμιά τριανταριά χρόνια να βγούμε, ζωντανοί μεν, στερημένοι από κάθε αξιοπρέπεια δε.

Αλλά μεταξύ μας, η επιλεκτική χρεωκοπία ταιριάζει γάντι στη χώρα μας. Πάει ασορτί με την επιλεκτική μας μνήμη.