Σεπτεμβρίου 2006



Αφιερωμένο σε όλους όσους για κάποιο λόγο μένουν μέσα Σάββατο βράδυ…

Στέρεο Νόβα – Προάστια

Σάββατο απόγευμα σε μια πλατεία
στριφογυρνάς χωρίς να δίνεις σημασία
Σκέφτεσαι μόνο ένα τυχαίο συνδυασμό
από αριθμούς για ένα σύστημα προπό
κι ένα λαχείο στην πίσω τσέπη κολλημένο
που η τύχη το’θελε να μείνει πεταμένο
Ένας ρυθμός στριφογυρνά στο μυαλό σου
σαν ένα ποδήλατο στη μέση του δρόμου
Έπαιξες κι έχασες, μα κάποια μέρα θα καταλάβεις
πως όταν ο κόσμος μένει ίδιος πρέπει εσύ ν’αλλάζεις
να προκαλείς, να γελάς, έχοντας ψηλά το κεφάλι
δυνάμωσε το μπάσο, νιώσε το σώμα σου πάλι
κοίταξε γύρω σου, καμιά ευχαρίστηση δεν είναι τζάμπα
μην είσαι ανίδεος, θα σε περνάνε για μαλάκα
Δεν κάνω τον έξυπνο, αν θέλεις βγάλε με από δω
το μόνο που θέλω είναι αγάπη, ειρήνη, σεβασμό
Χιλιάδες βλάκες διαστρεβλώνουν την αλήθεια
δεν υπερασπίζονται κανένα και ζουν στα παραμύθια
Κοίταξε, ο ήλιος αρχίζει να δύει
θα χαθούμε, ένας δρόμος ανοίγει
Έι, σε σένα μιλάω, δείξε μας το πιο καλό σου σημάδι
κι έλα μαζί μας, γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ

Σάββατο βράδυ, σ’ένα κλαμπ στο χάος
κοιτάς τον κόσμο που χορεύει και τον κόσμο που δουλεύει
ένας φίλος περνάει, χαιρετάει και φεύγει
δεν υπάρχει νόημα, ο ρυθμός ανεβαίνει
Υπάρχει μόνο το κορμί σου και κάμποσοι άλλοι
τυχαίες σχέσεις που συμπίπτουν γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ, σε μια γωνία
σκέφτεσαι τι είναι αυτό που’χει πιο μεγάλη σημασία
η θέση των άστρων ή η παγκόσμια ιστορία,
ένας μεγάλος έρωτας ή μια απλή συνουσία;
Πιο τρελός κόσμος δε θα μπορούσε να υπάρξει
δες τους πλούσιους, τους μεσαίους, την εργατική τάξη
Σε χτυπάνε και νομίζεις πως χτυπιέσαι όταν χορεύεις
γύρνα και χτύπα τους με όλα αυτά που εσύ πιστεύεις
αυτή είναι μια αιτία να μπορείς να γελάς
ή απλά κάποιοι στίχοι να μπορείς να τραγουδάς
Δες την ψυχή μου, είναι τόσο διχασμένη
σαν μια τίγρη που είναι στο κλουβί κλεισμένη
Κοίταξε, η ζωή μας ανήκει
δε θα χαθούμε, γιατί ένας δρόμος ανοίγει
Έι, σε σένα μιλάω, δείξε μας το πιο καλό σου σημάδι
κι έλα μαζί μας, γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ

Σάββατο νύχτα, στο ρολόι στην πλατεία
παραμένεις μια ζωή στην αλητεία
με έναν σκύλο που γαβγίζει ό,τι περάσει
αυτό ειν’το τίποτα κι εκεί του λεωφορείου η στάση
Άκου τον χρόνο, τικ τακ, όταν περνάει πώς νιώθει
όταν εσύ ονειρεύεσαι η αγάπη πέφτει σαν χιόνι
σαν μια ιστορία που και οι δυο είμαστε χαμένοι
χαμένοι στο διάστημα, μα ποτέ χωρισμένοι
τυλιγμένοι κι οι δυο στο δικό μου παλτό
μέχρι το σπίτι σου κι εκεί σ’ένα στρώμα διπλό
Δύναμη τ’ουρανού, δύναμη της αγάπης
ελευθερία στην έκφραση, ζωή δίχως τάξη
Δες τι αργά που ο ήλιος ανεβαίνει
κι αυτό που ήθελα να γίνει πόσο ξεμακραίνει
Μες στην πρωινή δροσιά, πάνω στα φύλλα
μέσα στα μάτια μου τοπία ακατοίκητα
Δως μου την αγάπη σου για να πετάξω
δώσ μου ένα άλλο κόσμο να ζήσω ή να πεθάνω
στη χαρά, σ’αυτούς που πονάνε
στ’αδέρφια μου, σ’όσους δε βρίσκουν αιτία να γελάνε
Έι, σ’εσένα μιλάω, να φύγουμε μαζί
γιατί είναι Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί…

Advertisements

Η εμπειρία μου από το forum των ΕΜΜΕ όπου έγραφα πριν με δίδαξε πως όλα αυτά τα φιλοσοφικά δεν είναι και πολύ ενδιαφέροντα. Αντιθέτως, όσες φορές έμπαινε στη μέση ο έρωτας τα πληκτρολόγια έπαιρναν φωτιά!
Πράγματι, ο έρωτας ασκεί μια παράξενη γοητεία, όπου και να τον τοποθετήσεις. Είναι το πιο μυστηριώδες και απρόβλεπτο από τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος. Δεν ξέρουμε πώς δημιουργείται και με ποια κριτήρια ερωτευόμαστε. Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που μας ωθεί να ερωτευόμαστε συγκεκριμένα άτομα, ούτε γιατί κρατάει τόσο λίγο.
Αυτά που ξέρω εγώ για τον έρωτα, με τη μικρή εμπειρία μου από αυτό το demo της ζωής που μου έχουν δώσει, είναι πως πρόκειται για ένα υπέροχο συναίσθημα, ανώτερο και ομορφότερο από οτιδήποτε μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. Όμως, επειδή τίποτα εδώ κάτω δεν είναι τέλειο, έτσι και ο έρωτας έχει τη σκοτεινή του πλευρά: Κρατάει λίγο. Αυτός που σήμερα είναι ο άνθρωπος της ζωής σου σε μερικούς μήνες μπορεί να είναι μια ανεπιθύμητη ανάμνηση. Και αυτή δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας.
Σε έναν τέλειο και ονειρικά πλασμένο κόσμο, ο έρωτας θα κρατούσε για πάντα και όλοι θα ζούσαμε σε μια μόνιμη κατάσταση ευδαιμονίας. Αλλά τι περιμένεις από έναν ημιτελή κόσμο, που ούτε ο ήλιος και το φεγγάρι δεν έχουν σταθερό ωράριο…


Ο χειμώνας δεν είναι κατ’ανάγκη κακή εποχή. Λογικό είναι, βέβαια, να προτιμάμε όλοι τη ζεστασιά και τη χαλαρότητα του καλοκαιριού, αλλά και το χειμώνα κάνει κρύο, καιρός για δύο…
Δε με ενοχλούν οι βροχές, που δίνουν ένα μελαγχολικό τόνο στις μετακινήσεις μου. Δε με πειράζει το κρύο, που μας αναγκάζει να καλύπτουμε τα παρεξηγημένα μας σώματα με περισσότερες στρώσεις πανομοιότυπων ρούχων.
Ένα πράγμα δεν αντέχω το χειμώνα: Τη μέρα που μικραίνει. Δεν αντέχω να βγαίνω από το σπίτι στις 6 το απόγευμα και ο ουρανός να είναι σκοτεινός, όταν δύο μήνες πριν στις 9 ήταν ακόμα πορφυρός από τη δύση του ήλιου. Δε θα το συνηθίσω ποτέ αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από τη μελαγχολία της βροχής, πιο έντονο από το ρίγος του κρύου: Είναι σκέτη απελπισία.
Πολλοί λένε ότι το ηλιακό μας σύστημα είναι ένα θαύμα, ένα τέλειο κατασκεύασμα. Ναι, υπέροχο, τι να σας πω! Ούτε μια σωστή τροχιά της Γης δεν μπορεί να πετύχει αυτό το «τέλειο» κατασκέυασμα! Κάθε τόσο πρέπει να αλλάζουμε ώρες, να νυχτώνει πιο νωρίς. Αν αυτό είναι κάτι το τέλειο, τότε μπορώ να πω πως δεν ισχύει το «κανείς δεν είναι τέλειος». Πολλοί από εμάς είναι, με αυτήν την έννοια του όρου.
«Όταν νυχτώνει βρίσκεις πιο εύκολα ταξί για τον Παράδεισο, δεν περιμένεις στην ουρά για ν’αμαρτήσεις», λέει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, που «βάφτισε» και το e-mail μου. Όσο μεγαλώνει η νύχτα, τόσο θα μεγαλώνουν και οι αμαρτίες μου…


Έχοντας πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, τώρα που η εξεταστική μας άφησε χρόνους, είπα να κάνω μια βόλτα στο Μοναστηράκι και στου Ψυρρή, για να βγάλω μερικές φωτογραφίες τις ανάσες της πόλης μας, τα μηνύματα που μας αφήνει στους τοίχους της. Όπως το περίμενα, ήταν μια παραγωγικότατη βόλτα, και το κινητό μου επιβαρύνθηκε με 13 νέες εικόνες.
Όταν τελείωσα, είχα ακόμα καιρό για χάσιμο, κι έτσι αποφάσισα να κατηφορίσω προς την Πειραιώς, πιάνοντας τα στενά μεταξύ Δημαρχείου και Ομόνοιας. Όλοι λίγο πολύ ξέρουμε τι είναι εκεί κάτω: Οι αραβικές και κινέζικες παροικίες, όπου συγκεντρώνονται οι μετανάστες αυτών των χωρών και νιώθουν σαν στο σπίτι τους, μολονότι ζουν σε μια ξένη (και μάλλον αφιλόξενη) χώρα.
Ήταν ένα όμορφο θέαμα. Βρισκόμουν σε ένα κράτος εν κράτει, σε μια περιοχή όπου τα πάντα ήταν γραμμένα σε γλώσσες που δεν καταλάβαινα, όπου όλοι έδειχναν διαφορετικοί από μένα, όπου τίποτα δεν ήταν ίδιο με όσα ήξερα για την πόλη μου. Μια υποδειγματική κοινωνία, σταδιακά σχηματισμένη στην καρδιά μιας άλλης κοινωνίας, της ελληνικής…
Ένιωσα παράξενα. Αν και σε πολλά στενά παρατηρούσα ότι ήμουν ο μόνος λευκός ανάμεσα στους μελαμψούς Πακιστανούς και τους ωχρούς Κινέζους, δεν ένιωσα ούτε για μια στιγμή διαφορετικός από αυτούς. Ντυμένος με ένα φτηνό τζιν και μια ακόμα πιο φτηνή μπλούζα, ακριβώς όπως κι αυτοί, ένιωσα πως δεν είχα τίποτα να χωρίσω μαζί τους. Και το ίδιο και αυτοί μεταξύ τους, απ’ό,τι φαίνεται. Η εικόνα που μου έμεινε χαραγμένη και δύσκολα θα φύγει σύντομα από τη μνήμη μου είναι αυτή ενός Πακιστανού και ενός Κινέζου να περπατάνε στο δρόμο αγκαλιασμένοι, και να αστειεύονται σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, και δε με ενδιέφερε να καταλάβω. Στο σταυροδρόμι των λαών οι γλώσσες δεν είναι πια τα φανάρια, αλλά κάτι άχρηστα σκουπίδια, χωμένα στα πορτ μπαγκάζ των αυτοκινήτων.
Ζούμε σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, αυτό το ξέρουμε πια όλοι. Αυτό που ίσως δεν έχουμε καταλάβει ακόμα είναι πως όλες αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες που συνυπάρχουν στην Ελλάδα δε διαφέρουν και τόσο δραματικά με τη δική μας όσο νομίζουμε (ή θέλουμε να νομίζουμε). Διαφέρουν μόνο στο χρώμα του δέρματος και στη θρησκεία. Και αυτές οι διαφοροποιήσεις δίνουν νέο ενδιαφέρον σε μια μέχρι πρότινος κλειστή ελληνική κοινωνία, που αποτελείτο αποκλειστικά από λευκούς χριστιανούς ορθόδοξους. Είναι ευχάριστο να παρατηρείς τέτοιες διαφοροποιήσεις, σε μια εποχή που κάθε ίχνος διαφορετικότητας παγιδεύεται στη σκουριά των παλιών σπιτιών και τη σκόνη των εγκαταλελειμένων κτιρίων.
Οτιδήποτε μπορεί να αντισταθεί στο ζοφερό γκρι της Αθήνας είναι ευπρόσδεκτο…


Η αγαπητή συμblogίτισσα foulianna θέτει στο σχόλιό της το φλέγον (!) ζήτημα του κιτς.
Πρώτα απ’όλα, να ξεκαθαρίσω ότι εγώ δεν αναφέρθηκα καθόλου στο κιτς, γιατί δεν εντάσσεται στη μόδα, αλλά αποτελεί κι αυτό μια έκφραση περιφρόνησης προς τις προσταγές της. Για μένα, το κιτς είναι ένα απονενοημένο διάβημα διαφορετικότητας σε έναν ομογενοποιημένο κόσμο. Όμως, όσο και αν μου αρέσει η ιδέα του να ξεχωρίζεις στο πλήθος, το κιτς πηγαίνει στο άλλο άκρο.
Όταν σκέφτομαι τη λέξη «κιτς», στο μυαλό μου παρελαύνουν καρνάβαλοι με φανταχτερά ρούχα και στολίδια και κακόγουστοι κλόουν. Υπάρχουν πολύ πιο αποτελεσματικοί τρόποι για να ξεχωρίζει κανείς, αν νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να ξεχωρίσει, και αρκετά πιο διακριτικοί και έξυπνοι. Γιατί καλό είναι να νιώθεις διαφορετικός από τα άλλα πρόβατα στο μαντρί, αλλά όταν αυτά αρχίζουν και γελάνε μαζί σου, τότε ή στραβά ειν’ τα πρόβατα, ή στραβά στολίζεσαι…
Θα σας πω τι κάνω εγώ για να νιώθω πως ξεχωρίζω: Διαθέτω ένα πλούσιο οπλοστάσιο από μπλούζες με αστείες ατάκες, και χαίρομαι αφάνταστα όταν βλέπω κάποιον άγνωστο να κοιτάει το T-shirt μου και να χαμογελάει (και, πιστέψτε με, αυτό γίνεται συχνά!). Όχι μόνο τραβάω την προσοχή, αλλά μοιράζω και αφειδώς χαμόγελα στους γύρω μου! Η μικρή μου καθημερινή κοινωνική προσφορά…
Βέβαια, κάποιες φορές έπεσα στην παγίδα του κιτς, και ομολογουμένως μοίρασα και πάλι χαμόγελα, φορώντας την γαλάζια μπλούζα μου με την μορφή του Ντόναλντ Ντακ να εκτείνεται σε όλο της το πλάτος. Αλλά σίγουρα μοίρασα και πολλά γέλια, και δεν μπορώ να πω ότι αυτή η προοπτική με ενθουσιάζει. Δεν έχω τίποτα με το κιτς, και μάλιστα θαυμάζω αυτούς που τολμούν να κυκλοφορούν στο δρόμο ντυμένοι σαν υπερτροφικοί παπαγάλοι. Αλλά δεν μπορεί κανείς να με κατηγορήσει που βάζω τα γέλια όταν τους βλέπω, έτσι δεν είναι;


Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν πρέπει να κουραστείς πολύ για να αποφασίσεις ότι τα σιχαίνεσαι. Πράγματα που είναι ανά πάσα στιγμή φανερό ότι πάνε αντίθετα στο μονόδρομο των σκέψεων σου, και σε ενοχλεί και η ίδια η ύπαρξή τους.
Τρεις λέξεις περικλείουν τις έννοιες που με ενοχλούν στη σημερινή κοινωνία: Mainstream, trendy, lifestyle. Λέξεις που υποδηλώνουν την ομογενοποίηση, που προσελκύουν τους ανεξάρτητους ανθρώπους στη μάζα, που σε εκβιάζουν να ακολουθήσεις τις προσταγές της «μόδας», τις τελευταίες τάσεις του «lifestyle», δίνοντάς σου την εντύπωση πως το τελευταίο συνολάκι του Christian Dior είναι το πιο πολύτιμο κομμάτι ύφασμα στον κόσμο, μαζί με την Ιερά Σινδόνη του Τορίνο, και εμφυσώντας σου την αμφιβολία και την ενοχή όταν επιμένεις να παρατηρείς απλά τα κορόιδα που θα έδιναν ευχαρίστως 1500 Ευρώ για ένα μαντίλι με κακόγουστα καρέ. Μερικοί άνθρωποι αρέσκονται να μετατρέπουν τα λεφτά τους σε στάχτη και Burberry. Αφού έχουν λεφτά για ξόδεμα, μπράβο τους. Αλλά εγώ, που ιδρώνω να βγάλω τα εισιτήρια του μετρό, γιατί να πρέπει να γίνω ίδιος με αυτούς;
Όλα αυτά είναι φρέσκα φαινόμενα. Ψώνια, βέβαια, πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Αλλά τα τελευταία χρόνια έχουμε εκτροχιαστεί εντελώς. Τα lifestyle περιοδικά αυξάνονται και πληθύνονται, με την ευλογία του Θεού(λέγε με Κωστόπουλο), τα μισά προγράμματα της τηλεόρασης προβάλλουν πρόσωπα που είναι «της μόδας» και μας προτρέπουν να τα μιμηθούμε, και η μουσική πάει από το κακό στο χειρότερο, αφού όσο αυξάνονται οι Famestorίτες και τα Dreamσόγια, τόσο μειώνεται η πιθανότητα να ακούσουμε κι ένα τραγούδι της προκοπής.
Ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος που τα σκέφτεται αυτά. Βλέπω γύρω μου ανθρώπους να φοράνε σκισμένα τζιν και φτηνά T-shirts, και ξέρω πως η επιδρομή του lifestyle, αν και ισοπεδωτική, δεν είναι ολοκληρωτική. Ευτυχώς, η εποχή που όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίδιοι, σαν ένας στρατός από κλώνους του Λάκη Γαβαλά, δεν έχει φτάσει ακόμα. Δεν ξέρω, όμως, πόσο μακριά βρίσκεται…


Από τότε που ξεκίνησα να ασχολούμαι με το Ίντερνετ ονειρευόμουν να αποκτήσω τον δικό μου χώρο έκφρασης, έστω ένα τετραγωνικό χιλιοστό ιστοσελίδας. Το ημερολόγιο ποτέ δε με κάλυπτε, πάντα μου φαινόταν λίγο. Πολλές φορές το ξεκίνησα, ποτέ δεν το κράτησα πάνω από εβδομάδα. Τι νόημα έχει να γράφεις για πράγματα που ξέρεις ότι έχουν συμβεί αν δεν πρόκειται να τα δει κανένας άλλος;
Το blog είναι διαφορετικό. Δεν γράφεις σε ένα απρόσωπο τετράδιο, δε νιώθεις ότι μιλάς στον τοίχο. Αυτά που σκέφτεσαι τα βλέπουν κι άλλοι. Τα διαβάζουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τις σκέψεις σου, μπορεί να τις έχουν κάνει και οι ίδιοι, μπορεί να τις συμμερίζονται ή να διαφωνούν μαζί σου, αλλά δείχνουν ένα ενδιαφέρον, έστω και φιλολογικό, γι’αυτά που γράφεις.
Αντίθετα, μπαίνοντας σε ένα βαγόνι του μετρό, σε ένα λεωφορείο, στην ουρά μιας τράπεζας, στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου, κανείς δε σου δίνει σημασία. Περνάς απαρατήρητος μέσα στο πλήθος, ποιος να ενδιαφερθεί για τα δικά σου προβλήματα; Ο καθένας έχει τα δικά του, και δεν είναι διατεθειμένος να ακούσει τα δικά σου. Είναι τόσο παράδοξο: Όσο αυξάνεται ο πληθυσμός των πόλεων, τόσο πιο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον να μιλήσεις!
Και είναι ακόμα πιο δύσκολο για μένα, που η αντικοινωνικότητά μου αγγίζει επικίνδυνα τα όρια της αγοραφοβίας. Αν δεν μιλήσω εδώ, θα καταλήξω στο ψυχιατρείο, όπου θα με στείλουν οι γονείς μου όταν με δουν να μιλάω στους σκουπιδοτενεκέδες και το γκαζόν. Αυτό είναι που κάνει ακόμα πιο σημαντικό για μένα το blog. Και πάλι μιλάω μόνος μου, αλλά έχω την αίσθηση (έστω κι αν είναι ψευδαίσθηση κάποιες φορές) ότι κάποιος με ακούει, και ίσως επηρεάζεται από αυτά που γράφω.
Και το nickname μου μόνο τυχαίο δεν είναι: Είμαι ένας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, χαμένος στο απρόσωπο πλήθος, πνιγμένος στην καταναγκαστική ομοιομορφία του. Ένας ανεξάρτητος παρατηρητής, σαν αυτούς που έχει κάθε κοινωνία για να μπορεί να κάνει την αυτοκριτική της…

Επόμενη σελίδα: »