Ιουνίου 2010



Ημέρα 2η – Φάρσα εξ ουρανού

Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρεις έναν τύπο που τον λένε «Γαλαξιακό Φαρσέρ»; Αυτόν που οι άλλοι τον αποκαλούν «Θεό», «Αλλάχ», «Τύχη» και με άλλα τέτοια προσωνύμια; Τον ξέρεις, ε; Οπότε θα ξέρεις και για τις πλάκες που κάνει. Που σε φέρνει μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη, εντελώς απρόσμενα, και μετά κάθεται και σε βλέπει, και σκάει στα γέλια με την αμηχανία σου και τις αντιδράσεις σου στις (συνήθως αξιοσημείωτα πρωτότυπες) φάρσες του.

Ωστόσο, καμιά φορά, προκειμένου να ευχαριστήσει με τον τρόπο του εκείνους τους κοινούς θνητούς που του προσφέρουν το περισσότερο γέλιο, τους προσφέρει και κάποια ευχάριστη έκπληξη, σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης. Φυσικά, εγώ είμαι από τα αγαπημένα παιδιά του Γαλάξιακού Φαρσέρ, γιατί «τσιμπάω» εύκολα στις πλάκες του και πέφτω σε όλες τις παγίδες που μου στήνει, χαρίζοντάς του άφθονο γέλιο. Έτσι, σήμερα είπε να μου ανταποδώσει τη χάρη.

Όπως σου είχα πει και χτες, σήμερα το πρωί πήγα στον ΟΑΕΔ για να ανανεώσω την κάρτα ανεργίας μου. Δεν περίμενα ότι θα το έλεγα κάποτε αυτό για οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, αλλά είναι πραγματική απόλαυση να συναλλάσσομαι με τον ΟΑΕΔ. Οι υπάλληλοι είναι πάντα ευγενικοί, ουρές δεν υπάρχουν, ούτε γκρινιάρηδες παππούδες που διαμαρτύρονται για τα πάντα, και η ατμόσφαιρα δε μυρίζει ξυσμένα αρχίδια. Το μόνο κακό είναι ότι πρέπει να ξυπνήσω πρωί για να κάνω την ανανέωση – καμία κατανόηση για μας που έχουμε πάρει διαζύγιο από το πρωινό ξύπνημα.

Που λες, λοιπόν, πήρα το λεωφορείο και κατέβηκα στον ΟΑΕΔ. Μαζί μου κατέβηκε και μια κοπέλα. Μπήκε κι αυτή στον ΟΑΕΔ, μπροστά μου, και πήρε χαρτάκι προτεραιότητας, αμέσως πριν από μένα. Κάθησε αυτή στη μία γωνία του χώρου αναμονής, κι εγώ στη διαμετρικά αντίθετη. Καθώς κοίταζα ανέμελα γύρω μου, περιμένοντας υπομονετικά να έρθει η σειρά μου, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τόση ώρα δεν είχα δει το πρόσωπό της, ούτε κι αυτή το δικό μου, και μόνο εκείνη τη στιγμή που κοιταχτήκαμε συνειδητοποιήσαμε ταυτόχρονα ότι ήμασταν παλιοί συμμαθητές στο φροντιστήριο που μας προετοίμαζε (με εντυπωσιακή αποτυχία) για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις της Γ’ Λυκείου. Είχαμε να συναντηθούμε από τότε.

Φυσικά, ακολούθησε η παραδοσιακή ελληνική συνήθεια των φιλιών στα μάγουλα (που όσο ζω δεν θα μπορέσω ποτέ να συνηθίσω, αλλά θα συνεχίσω να την εφαρμόζω για να μη με λένε και ψηλομύτη) και τα εξίσου παραδοσιακά «τι κάνεις; Πώς είσαι;», ερωτήσεις που κάνεις πάντα σε κάποιον που έχεις να δεις πολύ καιρό, από ειλικρινές και αγνό ενδιαφέρον, προσπερνώντας το γεγονός ότι για τα προηγούμενα 20 χρόνια δεν έδινες δεκάρα για το αν ζει ή αν πέθανε. Δεν είναι κάτι κακό, είναι απλά μια κοινωνική συνθήκη – όπως το ότι δεν τεμαχίζουμε σε κομματάκια τον γείτονά μας, παρ’ό,τι τον μισούμε θανάσιμα επειδή πετάει τα σκουπίδια του στο οικόπεδό μας. Αν δεν υπήρχαν οι κοινωνικές συμβάσεις, θα είχαμε απομείνει 4-5 νοματαίοι σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Βέβαια, η απάντηση στην ερώτηση «τι κάνεις» ήταν μάλλον αναμενόμενη, δεδομένου του χώρου στον οποίο βρισκόμασταν: «Τι να κάνω, ψάχνω». Πάνε εκείνες οι εποχές που έλεγες ένα γενικό και αόριστο «καλά» και ο άλλος πειθόταν αμέσως ότι είσαι καλά. Τώρα ΔΕΝ είσαι καλά και το δείχνεις και με το «καλημέρα».

Να μην τα πολυλογώ, είπαμε τα νέα μας (όσα προλάβαμε να πούμε μέσα σε 5 λεπτά αναμονής στον ΟΑΕΔ, 10 λεπτά αναμονής του λεωφορείου και 10 λεπτά διαδρομής με το λεωφορείο), κανονίσαμε να βγούμε για καφέ, και μάλιστα με όλη την τρελοπαρέα του φροντιστηρίου (αν τους βρούμε, δηλαδή) και μοιραστήκαμε την απόγνωσή μας. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι ξαλαφρώνεις από ένα βάρος συζητώντας με κάποιον που αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα, έστω κι αν φορτώνεσαι κι εσύ το δικό του βάρος. Στατιστικά είναι ακριβώς το ίδιο, αλλά να που οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια. Και αυτή είναι η απάντησή μου στον καθηγητή μου των Μαθηματικών στη Β’ Λυκείου, που αναρωτιόταν γιατί δεν ακολούθησα τη θετική κατεύθυνση, αφού τα πήγαινα τόσο καλά με τους αριθμούς. Δεν ήμουν αρκετά ετοιμόλογος τότε για να δώσω μια τεκμηριωμένη απάντηση, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Καλά, καμιά φορά είναι αργά.

Θα ήθελα, με την ευκαιρία που μου δίνεται μέσα από αυτό το ημερολόγιο, να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον αξιότιμο Γαλαξιακό Φαρσέρ για την ευχάριστη έκπληξη που μου επεφύλασσε σήμερα, και να του υποσχεθώ ότι θα εξακολουθήσω να πέφτω σε όλες του τις παγίδες που μου στήνει και να μην τον απογοητεύω ποτέ. Θα είμαι πάντα γι’Αυτόν ο ανυποψίαστος τύπος που ποτέ δεν καταλαβαίνει ότι το λουλούδι στο πέτο πιτσιλάει νερό, ή ότι κάθε φορά που ο άλλος προτείνει το χέρι για χειραψία κρατάει στην παλάμη του μια συσκευή ήπιου ηλεκτροσόκ. Πάντα.

Κατά τ’άλλα, ήταν μια μάλλον βαρετή μέρα. Είδα την Βραζιλία να σοδομίζει τη Χιλή στο Μουντιάλ, είδα τους πολιτικούς να εξανίστανται επειδή η Τζούλια Αλεξανδράτου έκανε νυχτερινή επιθεώρηση στο Πολεμικό Μουσείο (να μορφωθεί ήθελε ρε το κορίτσι, και γι’αυτό θα την κατηγορήσουμε πια;), είδα το Χάρο με τα μάτια μου όταν κινδύνεψα για λίγο να δω Τριανταφυλλόπουλο (ευτυχώς πρόλαβα και άλλαξα κανάλι αμέσως, πριν αρχίσω να παραλύω), διάβασα και μερικές παλιές «Βαβέλ» που έχω φυλαγμένες στο συρτάρι για ώρα ανάγκης, αυτά.

Αύριο έχει γενική απεργία, λέει. Σκέφτομαι να απεργήσω από το ημερολόγιό μου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για κάποιον λόγο που δεν ξέρω, να καταλάβω το σπίτι μου, απαγορεύοντας σε όλους την είσοδο και την έξοδο από αυτό, απαιτώντας λύση στο πρόβλημα που δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι, και εκτοξεύοντας αιχμηρά συνθήματα όπως «στο ημερολόγιο την ώρα μου σκοτώνω – σκάσε γουρούνα Γιόκο Όνο». Θα συνεννοηθώ με τους υπόλοιπους συνδικαλιστές και θα σου ανακοινώσω την απόφασή μου.

Καληνύχτα και λευτεριά σε όσους είναι στα λιμάνια.


Ημέρα 1η – Εν αρχή ην το χάος

Αγαπητό ημερολόγιο,

καλημέρα, κατ’αρχήν. Να συστηθούμε; Είμαι ο Stranger. Χάρηκα για τη γνωριμία. Μπορούμε να μιλάμε στον ενικό, έτσι; Ωραία. Και τώρα που τελειώσαμε με τα διαδικαστικά, πάμε παρακάτω.

Είμαι άνεργος εδώ και 6 μήνες, από τότε που τέλειωσε άδοξα η θητεία μου ως βιβλιοπώλη. «Προσωρινή δουλειά» μου φαινόταν τότε και την έκανα με το ζόρι. Άσε που εκείνη την περίοδο βρήκα και κάτι άκρες για να γράφω σε ένα περιοδικό: Τους άρεσα, μου άρεσαν, πίστευα ότι είχα βρει τη Γη της Επαγγελίας, έφυγα από το βιβλιοπωλείο. Ακόμα και σήμερα, είμαι εξωτερικός συνεργάτης του περιοδικού – οπότε θεωρητικά δεν είμαι άνεργος. Πρακτικά, όμως, είμαι. Γιατί όσα λεφτά θα πάρουν ως πριμ οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Γαλλίας μετά τον αποκλεισμό τους από το Μουντιάλ, άλλα τόσα έχω πάρει κι εγώ από το περιοδικό: Μηδέν, nada. Και πλέον μου φαίνεται ότι ούτε τους αρέσω, αλλά ούτε και μου αρέσουν πια. Θα τα παρατούσα, αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είναι ωραίο να βλέπεις το όνομά σου γραμμένο κάτω από ένα κείμενό σου, δημοσιευμένο σε ένα μεγάλο περιοδικό – έστω και τζάμπα.

Νομίζω πως είναι προφανές το γιατί αποφάσισα να ξεκινήσω ένα ημερολόγιο: Έχω υπερβολικά πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου. Και νομίζω πως είναι προτιμότερο να τον αξιοποιήσω ξεσπώντας στο χαρτί (ή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο πληκτρολόγιο), παρά σαπίζοντας μπροστά στην τηλεόραση ή παίζοντας ηλίθια παιχνίδια με τις ώρες. Ναι, αγαπητό μου ημερολόγιο, αυτό σημαίνει ότι σε έχω σε πολύ μεγαλύτερη εκτίμηση από την τηλεόραση – αλλά μην το παίρνεις και πολύ πάνω σου, μεταξύ μας. Ακόμα και το βουρτσάκι της τουαλέτας έχω σε μεγαλύτερη εκτίμηση από την τηλεόραση.

Ξέρεις, η λέξη «ημερολόγιο», όταν δεν αναφέρεται σε ατζέντες και ημερολόγια τοίχου, έχει κάτι το νοσταλγικό. Είναι αυτό το ρομαντικό πράγμα που κάνουν τα κορίτσια στην εφηβεία, που γράφουν κάθε μέρα ποιο αγόρι τους αρέσει, πόσο ωραία ένιωσαν όταν τους δάνεισε το μπλάνκο του, πόσο θεός είναι ο βαμπήρωας του Twilight, και τέτοια παρόμοια. Και όταν σαρανταρίσουν και ανακαλύψουν καταχωνιασμένο στο πατάρι το παλιό τους ημερολόγιο, θυμούνται τα νιάτα τους και δακρύζουν από συγκίνηση συνειδητοποιώντας πόσο αθώες και άδολες ήταν πριν γίνουν τέτοιες σκύλες. Αντίθετα, αυτό το ημερολόγιο δεν έχει τίποτα το νοσταλγικό. Υποθέτω ότι θα το διαβάζω μετά από καμιά δεκαριά χρόνια και θα λέω «φαντάσου πόσο απελπισμένος ήμουνα τότε, που δεν είχα τι να κάνω και καθόμουν και έγραφα ημερολόγιο». Ή μάλλον όχι «υποθέτω» – ελπίζω. Γιατί αυτή είναι η καλή εκδοχή. Η κακή είναι να είμαι ακόμα άνεργος, να ζω εις βάρος των γονιών μου και της κοινωνίας γενικότερα και, διαβάζοντας αυτό το ημερολόγιο μετά από δέκα χρόνια, να σκέφτομαι «για κοίτα να δεις, και τότε τα ίδια έγραφα».

Από αυτήν την άποψη, σου εύχομαι, αγαπητό μου ημερολόγιο, να τα τινάξεις σύντομα. Γιατί όταν εσύ αφήσεις το μάταιο τούτο blog, θα σημαίνει ότι θα έχω βρει δουλειά και άρα δεν θα έχω αρκετό χρόνο ανάμεσα στο γλύψιμο του αφεντικού, τα συναδελφικά μαχαιρώματα και την εργασιακή ρουτίνα, να γράφω και ημερολόγιο. Αλλά θα σε έχω μέσα στην καρδιά μου, το υπόσχομαι.

Πρέπει να ακούγομαι πολύ κυνικός, ε; Ναι, είμαι. Ο καθένας που έχει βιώσει διαδοχικά κυβερνήσεις Σημίτη-Καραμανλή-Παπανδρέου θα έπρεπε να είναι πολύ κυνικός προκειμένου να μην καταλήξει σε ψυχιατρείο ή σε νεκροταφείο. Ή κυνικός, ή τελείως στον κόσμο του. Εγώ προτίμησα (από αγνό, παρθένο μαζοχισμό) τον δύσκολο, και όχι ιδιαίτερα προσοδοφόρο, δρόμο του κυνισμού. Αλήθεια, δεν είναι περίεργο; «Κυνισμός»; Από το αρχαίο «κύων», που σημαίνει «σκύλος»; Τι σχέση έχει ο κυνισμός με τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου;

(άσχετο ανέκδοτο, που μου ήρθε τώρα. Αν το έχεις διαβάσει, απλά αγνόησέ το και προχώρα παρακάτω. Μπαίνει ένας άντρας στο σπίτι του και βλέπει τη γυναίκα του να πηδιέται με τον σκύλο. Πετάει κάτω την τσάντα του, έκπληκτος, και φωνάζει στη γυναίκα του: «Δεν ντρέπεσαι; Με τον καλύτερό μου φίλο;»)

Λοιπόν, ο κυνισμός δε θα έπρεπε να λέγεται έτσι. Οι γάτες είναι κυνικές, που σε γράφουν στ’αρχίδια τους όλη μέρα εκτός από την ώρα του φαγητού, όχι τα σκυλιά, που τους ρίχνεις κλωτσιά και μετά από 10 δευτερόλεπτα σου κάνουν πάλι χαρούλες. Γατικός είμαι, όχι κυνικός.

Αγαπητό ημερολόγιο, νομίζω πως ήρθε η ώρα να ολοκληρώσω την πρώτη μου καταχώρηση. Αϋριο το πρωί έχω να πάω στον ΟΑΕΔ να ανανεώσω την κάρτα μου, οπότε πρέπει να ξυπνήσω νωρίτερα από τις 2, όπως συνηθίζω τελευταία. Αναρωτιέμαι γιατί την ανανεώνω – δε μου προσφέρει τίποτα απολύτως, εκτός από μια επισημότητα της εφιαλτικής επαγγελματικής μου κατάστασης. Ίσως τη χρειάζομαι αυτήν την επισημότητα. Γιατί άλλο να είσαι ένα κοπρόσκυλο, κι άλλο να είσαι ένα κοπρόσκυλό με τη βούλα, διασταύρωση με Δαλματίας.

Καληνύχτα και καλή (μας) τύχη.


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μέρος του κόσμου, ήταν μια τεράστια πολυκατοικία. Στην πολυκατοικία ζούσαν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες, άλλες σε μεγάλα διαμερίσματα, άλλες σε μικρότερα. Περίπου 11 εκατομμύρια άνθρωποι έμεναν εκεί. Η συμβίωση δεν ήταν καθόλου εύκολη, βέβαια. Πολλοί από τους ενοίκους ήταν θερμόαιμοι και τσακωνόντουσαν συνεχώς με τους άλλους, άλλοι πίστευαν ότι ο δικός τους όροφος ήταν ο καλύτερος και περιφρονούσαν και απέφευγαν τους ενοίκους των άλλων ορόφων, ενώ κάθε φορά που έπρεπε όλοι μαζί να ψηφίσουν τον νέο διαχειριστή της πολυκατοικίας, οι διαφωνίες τους ήταν τόσο έντονες, που η πολυκατοικία έτριζε συθέμελα. Κι όλα αυτά για 5-6 υποψήφιους, οι οποίοι δεν είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, πέρα από το γεγονός ότι κάποιων οι γονείς είχαν υπάρξει στο παρελθόν διαχειριστές, κι αυτό (για κάποιον άγνωστο λόγο) έκανε τους ενοίκους να πιστεύουν ότι και τα παιδιά τους θα τα κατάφερναν εξίσου καλά.

Ωστόσο, δεν τα κατάφερναν. Βλέπετε, οι παλιοί διαχειριστές δεν ήταν σπουδαγμένοι σαν τα παιδιά τους – μπορεί καλά-καλά να μην γνώριζαν τα θεμελιώδη μαθηματικά που ήταν απαραίτητα για να βγάζουν τα κοινόχρηστα. Όμως, παρά τα όποια λάθη τους, κατάφερναν να κερδίζουν τον σεβασμό των υπολοίπων ενοίκων της πολυκατοικίας, χάρη στην ηγετική τους ικανότητα, αλλά και το ειλικρινό τους ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία, παράλληλα βέβαια με το προσωπικό τους συμφέρον. Οι τελευταίες γενιές διαχειριστών δεν ήταν καθόλου έτσι. Έβαζαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από το συμφέρον όλων των υπολοίπων. Έτσι, «φούσκωναν» επίτηδες τα κοινόχρηστα, ώστε να βάζουν στις τσέπες τους τα επιπλέον χρήματα. Έπαιρναν «μίζες» από εταιρείες που αναλάμβαναν τη συντήρηση των ασανσέρ, το πότισμα του κήπου και τον εφοδιασμό με πετρέλαιο τον χειμώνα. «Βόλευαν» φίλους, γνωστούς και ψηφοφόρους, προσφέροντάς τους θέσεις εργασίας μέσα στην πολυκατοικία, οι οποίες δε χρησίμευαν σε τίποτα απολύτως, και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους ενοίκους να πληρώνουν (ως «κοινόχρηστα έξοδα») τους μισθούς τους.

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας συνήθως δε μάθαιναν τίποτα απ’όλα όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη τους. Αλλά και όταν τα μάθαιναν, δεν αντιδρούσαν έντονα. Εξάλλου, όσο κι αν ανέβαιναν τα κοινόχρηστα, θα τους περίσσευαν και πάλι αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ένα «γκλαμουράτο» αυτοκίνητο, καλύτερο από του γείτονα, ή ένα ολοκαίνουργιο κινητό τηλέφωνο, για να αντικαταστήσουν αυτό που είχαν αγοράσει πριν 3 μήνες. Απλά, στις επόμενες εκλογές, ψήφιζαν άλλο διαχειριστή – ο οποίος, όμως, αποδεικνυόταν χειρότερος από τον προηγούμενο. Και, σύμφωνα με το καταστατικό της πολυκατοικίας, εκλογές γίνονταν κάθε 4 χρόνια, εκτός κι αν το αποφάσιζε νωρίτερα ο διαχειριστής.

Όπως και στα περισσότερα παραμύθια, έτσι και στο δικό μας υπάρχει ένας δράκος – στην περίπτωσή μας, θηλυκός: «Κρίση», τον λέγανε. Αυτή η κακή δράκαινα, λοιπόν, είχε σαν σκοπό της ζωής της να καταστρέψει όσα περισσότερα σπίτια μπορούσε στο πέρασμά της. Πέρασε από πολλές χώρες και γκρέμισε αρκετά σπίτια, πατώντας πάνω τους με οργή και κλωτσώντας μακριά τα συντρίμμια, μέχρι που κάποτε αποφάσισε να επιτεθεί και στην πολυκατοικία μας, αποφασισμένη να την γκρεμίσει.

Όταν, λοιπόν έφτασε μπροστά στην πολυκατοικία, πήρε μια βαθιά ανάσα, ώστε να προετοιμαστεί για το καταστροφικό της έργο. Ωστόσο, όταν εξέπνευσε τον αέρα που είχε εισπνεύσει, έγινε το απίστευτο: Η πολυκατοικία γκρεμίστηκε, απλά με την ανάσα της Κρίσης! Η δράκαινα απογοητεύτηκε από την ευκολία με την οποία έπεσε η πολυκατοικία, και συνέχισε το δρόμο της, σε αναζήτηση νέων θυμάτων.

Τι είχε συμβεί, όμως; Είναι πολύ απλό: Τα θεμέλια της πολυκατοικίας ήταν σαθρά. Η πολυκατοικία δεν ήταν κατασκευασμένη για να αντέχει τόσα εκατομμύρια κόσμου για τόσα χρόνια. Επιπλέον, δεν είχε γίνει καμία συντήρηση τα τελευταία χρόνια, και είχε αρχίσει ήδη να φαίνεται η φθορά στους τοίχους και τα πατώματα, όμως κανένας από τους διαχειριστές δεν ανησυχούσε ποτέ μήπως συνέβαινε κάτι κακό. Αλλά να που συνέβη.

Η συνέχεια είναι δραματική. Οι περισσότεροι από τους ενοίκους της πολυκατοικίας εγκλωβίστηκαν κάτω από τα ερείπια, αδυνατώντας να ξεφύγουν. Μάταια προσπαθούσαν να αποτινάξουν από πάνω τους τις βαριές πέτρες που τους είχαν καταπλακώσει. Ήταν ανήμποροι.

Η ειρωνεία είναι ότι οι κύριοι υπεύθυνοι για την κατάρρευση, δηλαδή οι προηγούμενοι διαχειριστές, ο διαχειριστής εκείνης της περιόδου και οι συνεργάτες τους, δεν έπαθαν το παραμικρό. Οι περισσότεροι είχαν ακούσει για την επερχόμενη επίθεση της Κρίσης και είχαν φροντίσει εκείνη την περίοδο να μετακομίσουν ή να λείπουν από το σπίτι. Επιπλέον, κανείς δεν αποδεχόταν ότι ευθυνόταν για το κακό που είχε γίνει, αφού η εμφάνιση της Κρίσης έξω από την πολυκατοικία εκείνη τη μέρα ήταν γι’αυτούς επαρκής απόδειξη πως για ό,τι συνέβη, υπεύθυνη ήταν η Κρίση. Έτσι, ο διαχειριστής ανέλαβε το δύσκολο έργο της διάσωσης των υπολοίπων ενοίκων, αλλά και της ανασυγκρότησης της πολυκατοικίας, εν γένει.

Τι έκανε, λοιπόν, ο διαχειριστής για να διασώσει τους ενοίκους; Ανέθεσε τη διάσωσή τους σε ανθρώπους ανίκανους, οι οποίοι αντί να απελευθερώνουν από τα συντρίμμια τους ανθρώπους, τους εγκλώβιζαν ακόμα περισσότερο. Κι αν είχαν μια ελπίδα να γλιτώσουν από μόνοι τους, οι «διασώστες» τους την στερούσαν. Πάντως, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, οι περισσότεροι κατάφεραν να βγουν ζωντανοί.

Όταν βγήκαν από τα συντρίμμια, όμως, βρέθηκαν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη: Ο διαχειριστής τούς ζητούσε ποσά που δεν μπορούσαν να συγκεντρώσουν, ώστε να πληρωθούν αυτοί που ανέλαβαν τη διάσωση, αλλά και τα δάνεια που είχε συνάψει με τοκογλύφους, ώστε να μπορέσουν οι ένοικοι της πολυκατοικίας να ανεγείρουν μια νέα, καλύτερη πολυκατοικία, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.

Οι επιζώντες της κατάρρευσης βρέθηκαν μπροστά σε μια εξοργιστική κατάσταση: Καλούνταν να πληρώσουν υπέρογκα ποσά, εξαιτίας μιας καταστροφής για την οποία δεν έφταιγαν. Επιπλέον, έπρεπε να πληρώσουν τα εξωφρενικά δάνεια και τις αμοιβές των ανίκανων διασωστών, έξοδα που μόνος του ο διαχειριστής είχε δημιουργήσει, δήθεν για το καλό τους. Και όλα αυτά, αυτοί οι άνθρωποι που υπέφεραν τόσο πολύ για να βγουν από τα συντρίμμια, τα άκουγαν από κάποιον ο οποίος όλο αυτό το διάστημα δεν είχε χάσει τίποτα, δεν είχε πάθει ούτε μια αμυχή, δεν είχε καν ιδρώσει για τίποτα. Και είχε το θράσος να τους ζητάει να δώσουν τα πάντα, «για το καλό τους».

Επειδή πρόκειται για παραμύθι, ας δούμε το happy end: Οι διασωθέντες της πολυκατοικίας εξεγέρθηκαν, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις απαιτήσεις του διαχειριστή τους και τον καθαίρεσαν, μαζί με όλους τους συνεργάτες του και όσους είχαν συνεργαστεί με τους προηγούμενους διαχειριστές. Ανέλαβαν όλοι από κοινού τη διαχείριση της νέας, υπό ανέγερση πολυκατοικίας, ακύρωσαν τα δάνεια που είχε συνάψει ο προηγούμενος διαχειριστής, αρνήθηκαν να πληρώσουν τους «διασώστες» που κόντεψαν να τους σκοτώσουν, συνεργάστηκαν ιδανικά μεταξύ τους, μάζεψαν όσα χρήματα μπορούσαν, και τελικά κατασκεύασαν μια νέα, βελτιωμένη πολυκατοικία, που έφτανε να χωρέσει αυτούς κι άλλους τόσους. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ξέχασαν τις διαφορές τους, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς…άσε μας εμάς. Γιατί εμείς δε ζούμε σε παραμύθι, και αυτά μόνο στα παραμύθια συμβαίνουν. Εμείς πρέπει τώρα να γράψουμε το δικό μας happy end. Μπορούμε. Εμπρός, ας αρχίσουμε να γράφουμε. Έχουμε πολλή δουλειά.


1. Επιτέλους, ξεκουράζεται!

2. Κλείστηκε για μία ολόκληρη μέρα στο σπίτι και έπαιζε ασταμάτητα Pro – για μπάφους δεν ξέρουμε κάτι.

3.Δίαιτα, δυστυχώς, επιβεβλημένη από τη Νατάσα (γιατί αν είσαι πρωθυπουργός, και ο Κουασιμόδος να είσαι κάτι γίνεται…Τώρα, όμως;).

4. Ψάχνει το κατάλληλο μέρος για να ανοίξει το δικό του σουβλατζίδικο, το οποίο θα ονομάσει «Ο Αρχιερέας του Πιτόγυρου».

5. Προσπαθεί, όπως και άλλοι «πρώην», να πάρει μια στήλη σαν αρθρογράφος σε κάποια εφημερίδα.

6. Ωστόσο, με δεδομένο ότι σύσσωμος ο Τύπος έχει στραφεί εναντίον του, σχεδιάζει να εκδώσει δική του εφημερίδα, την Karamanlee Press.

7. Επίσης, στα σχέδιά του είναι να κάνει με τη Νατάσα ακόμα ένα παιδί, αφού ως γνωστόν η οικονομική ύφεση και η ανεργία αυξάνουν τις γεννήσεις.

8. Κι εξάλλου, δε θα έλεγε όχι σε ένα επίδομα τρίτεκνης οικογένειας.

9. Ακόμα αναρωτιέται πώς στο διάολο ήξερε από πριν ο Λιάπης ότι θα καταποντιζόταν στις εκλογές, κι αυτός (που ήταν και κοτζάμ πρωθυπουργός) δεν το ήξερε.

10. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι πλέον κανενός δεν του καίγεται καρφί για το αν θα πατήσει στη Βουλή ή όχι, περνάει (ακόμα) περισσότερο χρόνο στη Ραφήνα.

11. Άρχισε δειλά-δειλά να παίζει και πάλι ποδόσφαιρο, τώρα που δεν τον ακολουθούν πια οι κάμερες για να απαθανατίσουν ενδεχόμενη τούμπα του.

12. Πετάχτηκε για λίγο μέχρι το Άγιον Όρος – όχι για να μονάσει, αλλά για να κλείσει κάτι δουλειές με τη Μονή Βατοπεδίου.

13. Σκέφτηκε σοβαρά να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, όπως ο θείος του, μήπως όταν γυρίσει κι αυτός του παραδώσουν εν λευκώ τη διακυβέρνηση του τόπου.

14. Αλλά το μετάνιωσε, όταν συνειδητοποίησε ότι στο Παρίσι δεν έχει σουβλατζίδικα.

15. Έχει ήδη αρχίσει την συγγραφή του βιβλίου του, με τίτλο «Τα Επιτεύγματά μου ως Πρωθυπουργός». Λέγεται ότι πρόκειται για το μικρότερο βιβλίο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

16. Κάθε τόσο πηγαίνει στα μπουζούκια και διασκεδάζει πραγματικά – τέρμα οι ζοφερές εποχές που έπρεπε να τρέχει στα Μέγαρα και στα Ηρώδεια.

17. Βλέπει σε βίντεο στιγμιότυπα από τις εκλογικές του νίκες το 2004 και το 2007 και αναρωτιέται τι άλλαξε από τότε.

18. Έχει συγκεντρώσει σε μια λίστα όλα τα σαρδάμ του Γιώργου Παπανδρέου, για να τα διαβάζει και να σκέφτεται από ποιον έχασε.

19. Απελευθερώθηκε, επιτέλους, από τα κοστούμια που έπρεπε να φοράει όλη μέρα ως πρωθυπουργός – τώρα φόρμες και μόνο φόρμες.

20. Βλέποντας το σουξέ του Ψωμιάδη στη Θεσσαλονίκη, σκέφτεται να ντύνεται κάθε τόσο Αη-Βασίλης ή Ζορό και να βγαίνει στους δρόμους, μπας και ξανακερδίσει τους ψηφοφόρους του.

21. Από τους υποψηφίους για τη διαδοχή του στη Νέα Δημοκρατία, στήριξε απροκάλυπτα τον Παναγιώτη Ψωμιάδη – ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αποδειχθεί χειρότερος από τον ίδιο.

22. Μιας και δεν έχει τι να κάνει όλη μέρα, τα απογεύματα βοηθάει τα δίδυμα στις ασκήσεις τους. Αλλά στα μαθηματικά πάντα κάνει λάθη.

23. Αλλά και όταν κάνει λάθη, δεν το παραδέχεται. Απλά υποστηρίζει ότι «παρέλαβε χάος» από τον δάσκαλο.

24. Οδήγησε για πρώτη φορά μετά από χρόνια, αφού όσο ήταν πρωθυπουργός είχε λιμουζίνες με σωφέρ για να τον πηγαινοφέρνουν.

25. Αλλά παραλίγο να προκαλέσει ατύχημα, αφού είχε ξεχάσει πώς να οδηγεί και οι μοναδικές του πρόσφατες παραστάσεις από οδήγηση ήταν το τελευταίο Need For Speed.

26. Βλέπει φανατικά κάθε Τρίτη τον Λαζόπουλο – είναι πολύ πιο ευχάριστο τώρα που σατιρίζει άλλους.

27. Γελάει όταν σκέφτεται το περίφημο δίλημμα «Καραμανλής ή Χάος», που ο ίδιος είχε θέσει – όντως, τώρα που δεν είναι πρωθυπουργός, άφησε πίσω του χάος.

28. Κινείται παρασκηνιακά για να προταθεί ως επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ένα αξίωμα χωρίς αρμοδιότητες, και άρα πολύ πιο ξεκούραστο.

29. Τηλεφωνεί τακτικά στον Θόδωρο Ρουσόπουλο, ο οποίος είναι εδώ και καιρό στην ανεργία, και ζητάει τις συμβουλές του για να επιβιώσει.

30. Έχει ήδη συμφωνήσει με τον Γιώργο Ανατολάκη να φτιάξουν μαζί μια βουλευτική ομάδα 5×5 – αναζητούνται οι άλλοι τρεις.

31. Μια φορά την εβδομάδα συναντιέται σε αθηναϊκό ουζερί με το Λευτέρη Ζαγορίτη, τη Φάνη Πάλλη-Πετραλιά και άλλους απογοητευμένους συναδέλφους του και πίνουν για να ξεχάσουν.

32. Τα Σαββατοκύριακα παίρνει τα δίδυμα και τα πηγαίνει σε μουσεία της Αθήνας, ενθυμούμενος τη μακρινή εκείνη εποχή που ήταν και υπουργός Πολιτισμού.

33. Έχει ανοίξει ανώνυμο blog, μέσω του οποίου συκοφαντεί όσους τον οδήγησαν στην εκλογική ήττα.

34. Ζήτησε από τον πρόεδρο της Βουλής να του αλλάξει έδρανο, γιατί οι συνάδελφοί του από τη Νέα Δημοκρατία δεν τον παίζουν.

35. Έχοντας πια μπουχτίσει από τη δίαιτα, ένα βράδυ πήγε στον Μπαϊρακτάρη και έφαγε τον αγλέορα, διακηρύσσοντας «μηδενική ανοχή στα light προϊόντα».

36. (Την επόμενη μέρα, η Νατάσα τον επανέφερε στην τάξη, ταϊζοντάς τον καρότα και μαρούλια.)

37. Παρήγγειλε ο ίδιος μια δημοσκόπηση από την OMG, ελπίζοντας ότι ακόμα θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός.

38. Ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά: Στην ερώτηση «Πόσο εμπιστεύεστε τον Κώστα Καραμανλή;», το 79.7% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δεν θα τον εμπιστευόταν ούτε για να του βγάλει τον σκύλο βόλτα.

39. Βαθιά μέσα του, ξέρει πως κατάφερε κάτι που κανένας σχεδόν από τους προκατόχους του δεν είχε πετύχει: Να ενώσει όλους τους Έλληνες. Εναντίον του.

40. Μιας και έχει αρκετό χρόνο διαθέσιμο, πού και πού μαγειρεύει τα μεσημέρια – μερικές φορές, μάλιστα, περισσεύει και για τα παιδιά.

41. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής Δεξιάς, αλλά τον σνομπάρουν όλοι, γιατί όλοι κυβερνούν, εκτός από αυτόν.

42. Πήγε σε γνωστή καφεμάντισσα του Χαλανδρίου για να μάθει αν θα γίνει και πάλι κάποτε πρωθυπουργός. Δε μάθαμε τι απάντησε η καφετζού, αλλά ξέρουμε ότι μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό με νευρικό γέλιο 3ου βαθμού.

43. Όταν στα δελτία ειδήσεων οι ανταποκριτές λένε «ο Πρωθυπουργός είπε…», πετάγεται από την πολυθρόνα, φωνάζει «Εγώ δεν είπα τίποτα!» και κατηγορεί τα ΜΜΕ ότι τον συκοφαντούν. Μετά θυμάται ότι δεν είναι πια πρωθυπουργός και βλέπει «Κάτι Ψήνεται».

44. Ελλείψει επαγγελματικών προοπτικών, μαθαίνει μπουζούκι, ώστε να πιάσει δουλειά σε ρεμπετάδικο αν δει τα σκούρα.

45. Ετοιμάζεται για την παρουσίαση ενός νέου ριάλιτι στον Alpha, με τίτλο «Εφιάλτης στην Καντίνα». Το κόνσεπτ το φαντάζεστε.

46. Αντίθετα, αρνήθηκε την πρόταση του ΑΝΤ1 να παρουσιάσει τον «Πρωινό Καφέ», αφενός επειδή δεν ήθελε να ξυπνάει τόσο πρωί, και αφετέρου επειδή ο μάγειρας της εκπομπής αρνείτο πεισματικά να του φτιάχνει φαϊ και για το σπίτι.

47. Ανακάλυψε ένα νέο χόμπι: Το ψάρεμα. Είναι ξεκούραστο και τα ψάρια «τσιμπάνε» πιο εύκολα από τους ψηφοφόρους.

48. Συμφώνησε να συμμετάσχει στο επόμενο βιντεοκλίπ των Goin’ Through – οι χειρονομίες που κάνει όταν μιλάει θυμίζουν ράπερ επιπέδου Eminem και πάνω.

49. Ψάχνει να βρει στην αγορά ένα πορτοκαλί τηλέφωνο, σαν αυτό που είχε στο Μαξίμου, αλλά δυσκολεύεται.

50. Βρήκε βέβαια ένα, αλλά ήταν μάρκας Siemens και φοβήθηκε ότι θα φάει κράξιμο.

51. Είδε στο θέατρο το «Κλουβί με τις Τρελές», αλλά δεν ενθουσιάστηκε. «Μου θύμισε πολύ την κατάσταση στη Νέα Δημοκρατία», δήλωσε.

52. Πού και πού κάνει καμιά βόλτα με το ποδήλατό του – όχι για να γυμναστεί (προφανώς!), αλλά για να θυμίζει στον εαυτό του ότι σε κάτι είναι καλύτερος από τον Παπανδρέου.

53. Διοργάνωσε ένα λαμπερό αποχαιρετιστήριο πάρτυ για την παραίτησή του από την προεδρία της ΝΔ, προσκαλώντας όλους τους φίλους του.

54. Στο πάρτυ παρευρέθηκαν η σύζυγός του, τα παιδιά του και ένα αδέσποτο σκυλί.

55. Βρίσκεται σε προχωρημένες επαφές με τον Γιάννη Μανώλη, ώστε να ιδρύσουν από κοινού ένα νέο κόμμα, που θα ονομάζεται «ΣΕ.Κ.ΤΑ» (Σεμνά Και Ταπεινά).

56. Προκειμένου να βρει δουλειά, ετοίμασε το βιογραφικό του, το οποίο πιάνει μολις μία σειρά: «Πρωθυπουργός της Ελλάδας, 2004-2009».

57. Δεδομένου ότι τρεις οικογένειες κυβερνούν την Ελλάδα από το ’74 και μετά, προετοιμάζει ήδη τον διάδοχό του. Αλλά δεν μπορεί να αποφασίσει σε ποιο από τα δίδυμα θα δώσει το χρίσμα.

58. Αλλά επειδή τα δίδυμα αργούν ακόμα να ενηλικιωθούν, έχει σκεφτεί κι άλλη λύση: Την Άννα Καραμανλή της ΝΕΤ. Που μπορεί να μην έχει συγγένεια μαζί του, αλλά το κοινό επίθετο αρκεί.

59. Έχει ξεκινήσει group therapy για να συνέλθει από το σοκ της εκλογικής του ήττας. Άλλα μέλη του γκρουπ είναι ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Βαγγέλης Βενιζέλος κ.α.

60. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Έφης Σαρρή, κατέθεσε μήνυση σε βάρος του Λάκη Λαζόπουλου, υποστηρίζοντας ότι τα υποτιμητικά του σχόλια του στέρησαν την εκλογή του ως πρωθυπουργού.

61. Συγκινημένη, η Έφη Σαρρή του αφιέρωσε το καινούργιο της τραγούδι: «Καραμανλή-Καραμανλή, θες να σου δώσω ένα φιλί;».

62. Έχει μεγεθύνει τη φωτογραφία που έβγαλε με τον Ομπάμα όταν συναντήθηκαν, την έχει κορνιζάρει και την έχει βάλει απέναντι από το κρεβάτι του, για να εμπνέεται.

63. Σκέφτεται σοβαρά να κάνει μπότοξ, για να μοιάσει στον Αβραμόπουλο.

64. Παρευρέθηκε σε εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμήν του ο Σύλλογος Ταβερνιάρηδων και Σουβλατζήδων Μαραθώνος-Ραφήνας και γύρω περιοχών, για την πολύτιμη οικονομική του υποστήριξη στα 5 χρόνια που ήταν πρωθυπουργός.

65. Μετά από μια βραδιά ξεγυρισμένης οινοποσίας, παραδέχτηκε ότι αυτός έβαλε τη μεγάλη φωτιά στο Γραμματικό «για γούρι», επειδή την τελευταία φορά που συνέπεσαν πυρκαγιές και εκλογές είχε κερδίσει.

66. Όταν συνήλθε, δήλωσε ότι μετάνιωσε γι’αυτή του την πράξη, αφού μπορούσε κάλλιστα να ακολουθήσει το παράδειγμα του θείου του και να αφήσει τα δέντρα να ψηφίσουν υπέρ του.

67. Μετά από μια συνάντηση με τον Βύρωνα Πολύδωρα, πείστηκε ότι για την εκλογική ήττα ευθύνονται η Υπολοχαγός Κάλπη, ο Στρατηγός Ψηφοφόρος και η Συνταγματάρχης Μίζα.

68. Αφού η Νατάσα δουλεύει, ενώ αυτός κάθεται, τον αναγκάζει να κάνει δουλειές: Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, σκουπίδια, τα πάντα όλα.

69. Και δυστυχώς, το επιχείρημα «βάζεις έναν πρώην πρωθυπουργό να κατεβάσει τα σκουπίδια» πέφτει στο κενό.

70.  Αναρωτιέται, δέκα χρόνια μετά από την περίφημη διαφημιστική καμπάνια «Υπάρχει Καλύτερη Ελλάδα και τη Θέλουμε», αν τελικά δεν υπήρχε καλύτερη Ελλάδα ή αν δεν την ήθελε.

71. Κάθε φορά που τσακώνεται με τη Νατάσα, την προκαλεί σε δημόσιο debate, γιατί εκεί υπερέχει.

72. Όταν κάποιο από τα παιδιά κάνει ζημιά στο σπίτι, εξανίσταται και αναφωνεί: «Εσύ δεν είσαι παιδί, είσαι ασύμμετρη απειλή!».

73. Όταν η Νατάσα είναι στις «μέρες» της, έχει τον τρόπο του να εκτονωθεί: Το ερωτικό DVD του Ζαχόπουλου (που ακόμα δεν ξέρουμε πώς έφτασε στα χέρια του).

74. Το μόνο που τον απασχολεί τώρα που δεν είναι πρόεδρος του κόμματος είναι ότι στις επόμενες εκλογές δεν θα μπορεί να βάλει υποψηφιότητα σε δύο εκλογικές περιφέρειες (και άρα θα έχει τις μισές πιθανότητες να εκλεγεί).

75. Επιτέλους, ξεκουράζεται!!!

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ  ΚΩΣΤΑ

Δέκα συμβουλές καλής ζωής από έναν πρώην πρωθυπουργό

1. Να  παίζεις πολύ Playstation. Είναι ό,τι πρέπει για να χαλαρώσεις μετά από μια μέρα σκληρής δουλειάς. Ή σκληρής χαλάρωσης.
2. Να τρως πολλά λιπαρά. Αν ο Θεός δεν ήθελε να τρώμε λιπαρά, θα τα έβαζε στα μαρούλια, όχι στο κοκορέτσι.
3. Να κοιμάσαι πολλές ώρες τη μέρα. Και ακόμα περισσότερες τη νύχτα.
4. Να πιστεύεις στον εαυτό σου. Ακόμα και όταν όλες οι δημοσκοπήσεις είναι εναντίον σου, μην το βάζεις κάτω. Στο τέλος θα δικαιωθείς (;).
5. Να βλέπεις ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Είναι πολύ πιο ασφαλές να βλέπεις τους επαγγελματίες να το κάνουν αντί για σένα.
6. Να παρακολουθείς τις πολιτικές εξελίξεις. Μερικές φορές έχουν περισσότερη πλάκα κι από το καλύτερο τηλεοπτικό σίριαλ.
7. Να κρατάς ενθύμια από τις καλύτερές σου στιγμές. Θα σου φανούν πολύ χρήσιμα όταν όλα αρχίσουν να πηγαίνουν στραβά.
8. Μη δίνεις υποσχέσεις που δεν μπορείς να κρατήσεις. Όπως για παράδειγμα «Σεμνά και Ταπεινά», «Μηδενική Ανοχή» και «Απόφαση Ευθύνης».
9. Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν. Άσε τους άλλους να σφάζονται για τη διαδοχή σου και μην παίρνεις θέση.
10. Να διαλέγεις προσεκτικά τους φίλους και τους συνεργάτες σου. Εγώ που δεν πρόσεχα είδατε τι έπαθα.

(Σημείωση: Αυτό το κείμενο είχε γραφτεί πριν από αρκετούς μήνες, προκειμένου να δημοσιευθεί σε μηνιαίο περιοδικό, αλλά τελικά δε δημοσιεύτηκε ποτέ. Οπότε σκέφτηκα να το βάλω εδώ, μην πάει χαμένος τόσος κόπος – κοντά μια βδομάδα που είχε πάρει να το γράψω τότε!)


Οι διαφημίσεις της Nike πριν από τις μεγάλες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις είναι συνήθως μικρά αριστουργήματα. Ακόμα ανατριχιάζω όταν βλέπω την κλασική διαφήμιση στο Κολοσσαίο, πριν από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996, ενώ και η φετινή, για το Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής είναι εκπληκτική (ειδικά αν τη δει κανείς ολόκληρη, και όχι αποσπασματικά, όπως τη βλέπουμε στην τηλεόραση).

Το θέμα της φετινής διαφήμισης, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι η ελάχιστη απόσταση που χωρίζει μία επική επιτυχία από μια παταγώδη αποτυχία. Η αδιόρατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ενός εθνικού ήρωα και μιας ντροπής του έθνους.

Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Θα’πρεπε. Γιατί είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες με την εθνική Ελλάδος στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Τα «κρέατα» της πρώτης αγωνιστικής, κόντρα στην Νότια Κορέα, έγιναν «Καραϊσκάκηδες» στο δεύτερο παιχνίδι, κόντρα στη Νιγηρία – θυμάστε εκείνη τη θρυλική σκηνή στο «Η Ρένα Είναι Οφσάιντ», με την Βλαχοπούλου να αναρωτιέται πώς το «κρέας» γίνεται «Καραϊσκάκης» και τούμπαλιν; Ε, αυτό ακριβώς.

Για σκεφτείτε, όμως: Τι θα είχε συμβεί αν ο Νιγηριανός δεν είχε χτυπήσει αψυχολόγητα τον Τοροσίδη; Ή αν ο Τοροσίδης δεν έπεφτε στο χορτάρι σαν να τον είχαν πυροβολήσει με μπαζούκα; Αν έμενε με 11 παίκτες η Νιγηρία, θα ήταν ίδια η κατάληξη του αγώνα; Ποιος ξέρει, μπορεί και να ήταν – αλλά μάλλον θα χάναμε. Και τότε οι «Καραϊσκάκηδες» θα παρέμεναν «κρέατα», ο Ρεχάγκελ θα ήταν «εκείνος-ο-παππούς-που-μια-φορά-κοιμήθηκε-ο-Θεός-και-πήρε-το-Γιούρο-αλλά-από-τότε-μας-έχει-κάνει-μπάχαλο», οι εφημερίδες θα μιλούσαν για «εθνική ντροπή», «ξεφτίλα» και «διεθνές ρεζιλίκι», κάποιος πολιτικός τύπου Γιακουμάτου θα έβγαινε να δηλώσει ότι είναι όλοι τους άχρηστοι, τέτοιες ομορφιές.

Αντ’αυτών, αύριο οι «losers» της πρώτης αγωνιστικής θα έχουν γίνει «λιοντάρια», ο Ρεχάγκελ θα είναι «εκείνος-ο-πεφωτισμένος-ηγέτης-που-οδηγεί-ξανά-την-Ελλάδα-στον-θρίαμβο», οι εφημερίδες θα εξυμνούν την «εθνική υπερηφάνεια», την «ψυχή του Έλληνα» και «το DNA του πρωταθλητή», η αποστολή της χώρας θα γίνει αποδεκτή με επευφημίες στο αεροδρόμιο άμα τη επιστροφή της, τέτοιες ασχήμιες.

Τέτοιοι κωλοτούμπες είμαστε – και δεν βγάζω την ουρίτσα μου απ’έξω. Κι εγώ άχρηστους τους έλεγα πριν από το σημερινό ματς, και τώρα τους αποθεώνω. Μέχρι, φυσικά, την επόμενη αποτυχία, οπότε θα τους περάσουμε πάλι γενεές δεκατέσσερις. Η πλάκα είναι ότι, όπως δείχνει και η διαφήμιση της Nike, αυτό το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά παγκόσμιο. Στον σύγχρονο επαγγελματικό αθλητισμό είσαι είτε ήρωας, είτε άχρηστος – ενδιάμεσο δεν υπάρχει. Και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε έναν ήρωα και έναν άχρηστο είναι τόσο λεπτή, που οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές την περνούν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της καριέρας τους.

Πλέον, η Ελλάδα έχει κάποιες πιθανότητες να προκριθεί στην επόμενη φάση και να μας τρελάνει όλους. Δεν το βλέπω, προσωπικά, αλλά δεν είναι και απίθανο. Χρειάζεται, όμως, μια μεγάλη υπέρβαση κόντρα στην αδιάφορη Αργεντινή του Ντιεγκίτο, και ίσως ακόμα και η ισοπαλία να μας είναι αρκετή για να προκριθούμε, υπό προϋποθέσεις. Όπως και να’χει, μετά τη σημερινή νίκη είμαστε όλοι ικανοποιημένοι: Η τραγική εμφάνιση στο παιχνίδι με τη Νότια Κορέα ξεχάστηκε, η Ελλάδα έκανε το καθήκον της, σβήνοντας τις μνήμες από το εφιαλτικό 1994, και αν χάσουμε από την Αργεντινή, κανένας δε θα ζητήσει το λόγο – για την Αργεντινή μιλάμε, που έχει στον πάγκο της τον Μιλίτο και τον Αγκουέρο. Αρκεί να μη διασυρθεί με καμία 5άρα, βέβαια (γιατί με κάτι τέτοια τρελά όνειρα είχε κατέβει ένα βράδυ ο Ολυμπιακός στο Τορίνο, κόντρα στην αδιάφορη Γιουβέντους, και έφυγε από εκεί με 7 γκολ στο κεφάλι).

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στον εκφωνητή της σημερινής αναμέτρησης, τον Παύλο Παπαδημητρίου. Θεωρώ την περιγραφή του απαράδεκτη, πραγματικό παράδειγμα προς αποφυγήν για κάθε αθλητικό δημοσιογράφο, και αδυνατώ να πιστέψω ότι 10 εκατομμύρια Έλληνες πληρώνουν τον μισθό αυτού του απίστευτου τύπου, που κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή τουλάχιστον 15 φορές κατά τη διάρκεια του αγώνα. Αλλά το σημείο στο οποίο πραγματικά με εκνεύρισε ήταν στη φάση της αποβολής του Καΐτα, όταν ουσιαστικά αποθέωσε τον Τοροσίδη για την πουστιά που έκανε, πέφτοντας αναίτια στο έδαφος, μόνο και μόνο για να σιγουρευτει ότι θα κερδίσει την κόκκινη κάρτα του αντιπάλου του. Αν το είχε κάνει κάποιος Νιγηριανός, θα άφριζε από το κακό του. Αλλά αφού το έκανε ο Τοροσίδης, μπράβο του. Προφανώς, έχουμε τους (αθλητικούς και όχι μόνο) δημοσιογράφους που μας αξίζουν. Αλλά και το ποδόσφαιρο που μας αξίζει…


1. Εγώ ειμί η Μπάλα η Θεά σου, ουκ έσονται σοι Θεοί έτεροι πλην εμού.
2. Ου ποιήσεις σεαυτόν είδωλον, ως εκείνο το κάθαρμα, ο Ρονάλντο.
3. Ου λήψει το όνομα του Θεού, της Παναγίας ή του Χριστού, έπειτα από χαμένη ευκαιρία.
4. Μνήσθητι την μπάλα που ξέρεις και μη γίγνεσαι περιπατητής του γηπέδου.
5. Τίμα τον διαιτητήν και τους επόπτας.
6. Ου βουτήξεις στην περιοχή ίνα κερδίσεις πέναλτι.
7. Ου «φονεύσεις» τον αντίπαλον μετά δολοφονικού τάκλιν.
8. Ου κλέψεις χρόνον λακτίζοντας την μπάλα εις τας εξέδρας.
9. Ου ψευδοτραυματιστείς ίνα κερδίσεις δευτερόλεπτα.
10. Ουκ επιθυμήσεις την κίτρινη κάρταν του αντιπάλου σου.


Ο κόσμος πριν από 2.000 χρόνια δεν ήταν σαν τον σημερινό. Ήταν πολύ πιο βαρετός. Γι’αυτό και οι άνθρωποι κατέληγαν να φιλοσοφούν, να πηγαίνουν κανένα θέατρο, να σκαρώνουν κανέναν πόλεμο – έτσι, για να μη βαριούνται. Και ξέρετε γιατί ήταν τόσο βαρετή η ζωή τότε; Πολύ απλά, επειδή δεν είχε εφευρεθεί ακόμα το ποδόσφαιρο. Οπότε ούτε Μουντιάλ, ούτε Champions League, ούτε καν πρωταθληματάκια 5Χ5. Δε θα ήθελα να ζω τότε.

Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι ζήσανε εκείνη την ζοφερή εποχή. Και ένας από αυτούς δεν ήταν ακριβώς «άνθρωπος», αλλά «Θεάνθρωπος» – τουλάχιστον έτσι λένε οι κακές γλώσσες. Ναι, ο Ιησούς Χριστός ήρθε στη Γη σε μια περίοδο που τα πόδια των ανθρώπων χρησιμοποιούνταν ακόμα για μετακινήσεις, και όχι για πάσες, ντρίμπλες, τάκλιν και σουτ.

Τι θα γινόταν, όμως, αν το ποδόσφαιρο υπήρχε τότε; Πώς θα ήταν ο Χριστός σαν ποδοσφαιριστής; Σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον (όσο και εξαιρετικά ηλίθιο) ερώτημα φιλοδοξώ να απαντήσω με αυτό το post. Διαβάστε και διαφωτιστείτε.

– Καταρχήν, ο Χριστός θα προσπαθούσε στην αρχή να ασχοληθεί επαγγελματικά με το πόλο, και όχι με το ποδόσφαιρο. Ωστόσο, κανείς δε θα δεχόταν να παίξει εναντίον του, αφού ο Χριστός ήταν ο μόνος που μπορούσε να περπατάει στο νερό και αυτό θα του έδινε ένα σοβαρό πλεονέκτημα απέναντι σε κάθε αντίπαλο. Έτσι, θα το γύριζε τελικά στο ποδόσφαιρο.

– Ο Χριστός θα ήταν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής της εποχής του – το παρατσούκλι του θα ήταν «Μέσι» (από το «Μεσσίας»).

– Η εθνική ομάδα της Ιουδαίας θα προλάβαινε να κατακτήσει 3 σερί Μουντιάλ, με αρχηγό τον Χριστό, πριν τον τραγικό του θάνατο μόλις στα 32 του χρόνια. Μετά θα παρέπαιε και θα εξαφανιζόταν από τον ποδοσφαιρικό χάρτη.

– Μετά από κάθε «δολοφονικό» τάκλιν των αντίπαλων αμυντικών, που μάταια θα προσπαθούσαν να τον ανακόψουν, ο Χριστός θα ύψωνε το βλέμμα του στον ουρανό και θα αναφωνούσε «άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

– Πριν από την έναρξη ενός αγώνα κόντρα στους Ρωμαίους, και ξέροντας ότι ο διαιτητής ήταν «πληρωμένος» από τους αντιπάλους, ο Χριστός θα δήλωνε: «Πριν διαιτητής τρις σφυρίξαι, τέσσερα γκολάκια θα φάμε». Και φυσικά θα έπεφτε μέσα.

– Με τον όρο «Ανάσταση του Χριστού» θα εννοούσαμε την επιστροφή του Χριστού στις καλές εμφανίσεις, περίπου το 24 μ.Χ., μετά από μια κακή χρονιά.

– Η περίφημη παραβολή του «καλού Σαμαρείτη» θα αφορούσε έναν γαμάτο ποδοσφαιριστή από τη Σαμάρεια, ο οποίος όμως τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να σταματήσει το ποδόσφαιρο σε ηλικία 23 ετών και να ασχοληθεί με φιλανθρωπίες.

– Θα απαιτούσε σε κάθε παιχνίδι να δίνει αυτός το εναρκτήριο λάκτισμα, προβάλλοντας το επιχείρημα «ο αναμάρτητος πρώτος την μπάλα βαλέτω».

– Ο περίφημος «Μυστικός Δείπνος» θα ήταν μια κρυφή συνάντηση του Χριστού με τους μαθητές του, ώστε να συζητήσουν για τα πριμ που θα ζητούσαν από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ιουδαίας σε περίπτωση κατάκτησης του επερχόμενου Μουντιάλ, που θα διεξαγόταν για πρώτη φορά στην Αφρική, και συγκεκριμένα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

– Κάθε φορά που ένας από τους συμπαίκτες του σφάδαζε στο έδαφος μετά από κάποιο σκληρό μαρκάρισμα, ο Χριστός θα τον άγγιζε, θα του φώναζε «Πάρ’ τα πόδια σου και περιπάτει», και αυτός θα σηκωνόταν αμέσως, ως εκ θαύματος.

– Τα θαύματα του Χριστού θα έμεναν στην ιστορία, όπως το θαύμα στην Κανά (όταν ντριμπλάρισε 4 παίκτες και τον τερματοφύλακα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και σκόραρε με έξοχο πλασέ) και το Θαύμα στην Καπερναούμ (όταν πέτυχε 2 γκολ στις καθυστερήσεις του ματς με τους σκληροτράχηλους Γότθους, χαρίζοντας τη νίκη στην ομάδα του).

– Αλλά το μεγαλύτερο «θαύμα» του Χριστού θα ήταν, αναμφίβολα, η μετατροπή των ντοπαρισμένων ούρων του ιδίου και των συμπαικτών του σε καθαρά ούρα, τα οποία θα περνούσαν χωρίς πρόβλημα από έλεγχο ντόπινγκ.

– Η ενδεκάδα με την οποία θα αγωνιζόταν η Ιουδαία θα αποτελείτο από τον Χριστό και 10 από τους μαθητές του. Ο ενδέκατος μαθητής θα χρησίμευε ως αλλαγή, ενώ ο δωδέκατος, ο Ιούδας, θα ήταν «ρεζέρβα» του Χριστού, και άρα δεν θα έπαιζε ποτέ, αφού ο Χριστός δεν θα τραυματιζόταν ποτέ.

– Είναι προφανές ότι ο Ιούδας δεν θα ήταν καθόλου ικανοποιημένος από το «rotation» της ομάδας, κι έτσι θα πρόδιδε τον Χριστό, «καρφώνοντάς» τον στην FIFA για το σκάνδαλο με τα ντοπαρισμένα ούρα. Φυσικά, ο Χριστός θα καθαιρείτο από τη θέση του στην εθνική ομάδα, την οποία θα έπαιρνε ο Ιούδας – μέχρι που θα τον προσέγγιζε η Ρώμη που, προσφέροντάς του 30 αργύρια, θα τον πολιτογραφούσε Ρωμαίο, με αποτέλεσμα αυτός να παρατήσει την Ιουδαία και να γίνει ο πρώτος «νατουραλιζέ» παίκτης της εθνικής ομάδας της Ρώμης.

– Στην Ιουδαία, ο Χριστός θα κινδύνευε μέχρι και με θανατική ποινή για το σκάνδαλο ντοπαρίσματος στην εθνική ομάδα, αφού η FIFA θα αφαιρούσε από την Ιουδαία τα 3 Μουντιάλ που είχε κατακτήσει, προκαλώντας την οργή των οπαδών, οι οποίοι θα απαιτούσαν την παραδειγματική τιμωρία του πρώην αρχηγού της ομάδας. Υπό την πίεση της λαϊκής απαίτησης, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας θα αποφάσιζε την καταδίκη του Χριστού σε σταύρωση.

– Βέβαια, ο Χριστός θα είχε μια ακόμα ελπίδα, καθώς θα διεξαγόταν δημοψήφισμα στην Ιουδαία, για το αν θα έπρεπε να απελευθερωθεί αυτός ή ο Βαραββάς, ένας παλιός τερματοφύλακας της Ιουδαίας, που είχε καταδικαστεί σε ισόβια μετά από μια συντριβή 12-0 από τους Σκύθες. Ωστόσο, προς μεγάλη του έκπληξη, ο λαός της Ιουδαίας θα ψήφιζε σε συντριπτικό ποσοστό την απελευθέρωση του Βαραββά, ο οποίος μετά από μερικά χρόνια θα γινόταν και προπονητής της εθνικής ομάδας.

– Τελικά, ο Χριστός θα σταυρωνόταν και θα πέθαινε στο άνθος της ηλικίας του, ενώ η εθνική ομάδα της Ιουδαίας θα μαράζωνε, αφού μαζί με τον Χριστό θα διώκονταν και οι 11 μαθητές του, και δεν θα συμπλήρωνε ούτε 11άδα για το επόμενο Μουντιάλ. Επιπλέον, ο Χριστός θα περνούσε στη συνείδηση των Ιουδαίων, όχι σαν ένας θρυλικός ποδοσφαιριστής, αλλά σαν ένα λαμόγιο που ντοπαριζόταν. Κάτι σαν τον Κεντέρη για μας.

(και μην ακούσω καμιά μαλακία περί Ανάστασης και τέτοια…Είπαμε, εδώ είναι σοβαρό το blog. Τι το περάσατε, Αγία Γραφή;)

Επόμενη σελίδα: »