(περίληψη προηγουμένων δεν χρειάζεται, γιατί αυτό το κομμάτι διαβάζεται και ξεχωριστά)

Όπως γίνεται στην τηλεόραση, όπου το διάλειμμα για διαφημίσεις γίνεται ακριβώς στην στιγμή της κορύφωσης του δράματος, έτσι ακριβώς γίνεται κι εδώ: Πριν την γαμήλια τελετή, θα πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα με τους πρωταγωνιστές αυτής της τελετής.

Η Ζαχαρούλα Ξεσκίζογλου, λοιπόν, γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1985 στο ίδιο κρεβάτι στο οποίο είχε συλληφθεί 9 μήνες νωρίτερα. Ήταν το μικρότερο από τα 7 παιδιά της οικογένειας και γι’αυτό ήταν και το πιο χαϊδεμένο: έτρωγε πάντα το καλύτερο κομμάτι κρέας, έπινε πάντα περισσότερο γάλα, έκανε τις λιγότερες αγγαρείες. Τα δύο πρώτα εξηγούν το γεγονός ότι κατέληξε να ζυγίζει όσο ένα μέσο διαστημικό λεωφορείο της NASA, το δε τρίτο την ασχετοσύνη της σε ό,τι έχει σχέση με τα οικιακά.
Από μικρή βίωσε τον κοινωνικό στιγματισμό στην μικρή κοινωνία της Κάτω Κορακόπετρας, καθώς ο «τρελός του χωριού» και η «πουτάνα του χωριού» απέκτησαν ένα ακόμα μέλος στη μικρή παρέα των περιθωριακών στοιχείων: την «χοντρή του χωριού». Ευτυχώς που η Ευρυτανία δε φημίζεται για τις χασισοκαλλιέργειές της, αλλιώς θα το είχαμε χάσει το κορίτσι από ναρκωτικά. Τα τσιγάρα και το αλκοόλ ήταν είδι υπό εξαφάνιση στο σπίτι της (γιατί τα «εξαφάνιζε» εν ριπή οφθαλμού ο μπαμπάς της), επομένως αναγκαστικά ξεσπούσε στο μόνο πράγμα που της είχε μείνει, το διάβασμα. Έτσι εξηγείται και το πολύ καλό απολυτήριό της από το Λύκειο (σπάνιο πράγμα για χωριό), χάρη στο οποίο εξασφάλισε μία θέση στην Κοινωνιολογία Αθήνας.
Ταξιδεύοντας με το ΚΤΕΛ προς την Αθήνα ονειρευόταν το δικό της δωμάτιο στην Εστία, όπου θα έκανε τα όργια των ονείρων της και θα διασκέδαζε καθημερινά μέχρι πρωίας με τους συμφοιτητές της. Μόνο που οι γονείς της, σαν να διάβασαν τη σκέψη της, την έστειλαν να μείνει σε μία θεία της στην Κυψέλη, όπου τα μόνα όργια που μπορούσε να απολαύσει ήταν τηλεοπτικά και μεταδίδονταν μετά τα μεσάνυχτα από το Filmnet.
Ωστόσο, μέσα σε μία μέρα η ζωή της άλλαξε. Σε ένα πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, της την έπεσαν αστυνομικοί με δακρυγόνα, καπνογόνα και λοιπά καρκινογόνα. Και πάνω που ετοιμαζόντουσαν να την συλλάβουν, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός…ο Βασίλης.

Ο Βασίλης Δεμασχέζης γεννήθηκε τον Μάιο του 1984 στην Αθήνα. Ήταν μοναχοπαίδι και αυτό τον επηρέασε βαθιά, καθώς πάντα ένιωθε μια ανείπωτη μοναξιά και μια βαθιά μελαγχολία. Το μόνο καλό της υπόθεσης είναι ότι δεν είχε κανέναν μαλάκα αδερφό να του κλέβει τα αυτοκινητάκια και να του μασουλάει τα playmobil – αλλά ποτέ δεν το εκτίμησε δεόντως.
Από μικρός αμφισβητούσε τα πάντα. Οι γονείς του δεν ήξεραν πώς να τον πείσουν ότι όντως υπάρχει Άγιος Βασίλης. Στο σχολείο δεν έβγαινε έξω από την τάξη όταν τον απέβαλλε κάποιος δάσκαλος, γιατί «δεν αναγνώριζε την εξουσία του». Και οι καθηγητές του στα Θρησκευτικά έτρεμαν από το φόβο τους κάθε φορά που σήκωνε το χέρι του για να εκφράσει κάποια απορία σχετικά με την ύπαρξη του Θεού.
Φυσικά, όλα αυτά δεν περνούσαν απαρατήρητα από τους συμμαθητές του σε ένα από τα πιο γκλαμουράτα σχολεία της Αθήνας. Απομονώθηκε σταδιακά από όλους, περισσότερο από δική του επιλογή, καθώς θεωρούσε ότι όλοι θα κατέληγαν στο μέλλον (ή ήταν ήδη) καπιταλιστικά ρομποτάκια με τεχνητές ανάγκες και διαστρεβλωμένες απόψεις περί ηθικής και ισότητας. Κοινώς, έγινε κομμουνιστής.
Σαν τυπικός κομμουνιστής, λάτρευε το διάβασμα. Και όταν δεν διάβαζε Μπακούνιν, Μαγιακόφσκι και Μαρξ, έριχνε καμιά ματιά και στα σχολικά βιβλία. Και έτσι πέρασε σε μια καλή σχολή στο Πολυτεχνείο, που ούτε ο ίδιος δεν θυμάται καλά-καλά πώς την λένε. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε, γιατί θεωρούσε πως το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα ήταν άδικο και μεροληπτικό υπέρ των πλουσίων – και η είσοδός του στο Πολυτεχνείο θεωρούσε πως το αποδείκνυε αυτό.
Εννοείται πως συμμετείχε ενργά σε όλες τις καταλήψεις, καθώς και σε όλες τις πορείες. Και έτσι γνώρισε και τη Ζαχαρούλα, γλιτώνοντάς την από τη σύλληψη με μία εξαιρετική ρίψη μολότοφ από το ύψος της μεγάλης περιοχής των Everest στο Σύνταγμα.

Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν καλύτερα εκείνο το μεσημέρι και κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή ότι τους συνέδεαν πολλά κοινά. Εντάξει, αυτός ήταν πλούσιος και αυτή φτωχή. Αυτός ήταν μοναχοπαίδι και αυτή είχε 6 αδέρφια. Αυτός ήταν αναρχοκομμούνι και αυτή ψήφιζε Καρατζαφέρη. Αλλά είχαν και κοινά που υπερκάλυπταν αυτές τις ασήμαντες διαφορές, όπως τα δύσκολα παιδικά τους χρόνια και το γεγονός ότι και οι δύο έβλεπαν «Κάντυ-Κάντυ» όταν ήταν μικροί.
Από εκείνη τη μέρα έγιναν αχώριστοι. Και μαζί ένιωσαν το ρίγος του πρώτου φιλιού, την χαρά του πρώτου έρωτα, την απογοήτευση της πρώτης σεξουαλικής επαφής (και την ευτυχία όλων των επόμενων).
Όταν ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους, αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Οι γονείς του Βασίλη, όμως, ήταν αρνητικοί, καθώς δεν μπορούσαν να δεχτούν μία βλαχάρα με χωριάτικο accent για νύφη τους. Και ο Βασίλης έκανε το μόνο που ήξερε να κάνει: Τους πήγε κόντρα και έφυγε μαζί με την Ζαχαρούλα για να ζήσει μαζί της στην Κάτω Κορακόπετρα, όπου θα ήταν ευτυχισμένοι στον αιώνα τον άπαντα.

Δυστυχώς, εκεί δεν βρήκαν δουλειά σχετική με τις σπουδές τους. Ειδικά η Ζαχαρούλα, με την πτυχιακή της εργασία «Η Σημαντική Προσφορά της Βλάχικης Προφοράς στην Σύγχρονη Ελλήμική Κοινωνία», δεν είχε και πολλές ελπίδες. Έτσι, έγιναν αγρότες και κτηνοτρόφοι στα χωράφια του πατέρα της Ζαχαρούλας.

Πριν μερικούς μήνες, ο Βασίλης πήρε τη μεγάλη απόφαση: αγόρασε ένα δαχτυλίδι και το επόμενο πρωί το έριξε στον κουβά με το γάλα που μόλις είχε αρμέξει από τις αγελάδες του. Όταν η Ζαχαρούλα άδειασε τον κουβά στα πήλινα δοχεία που φτιάχνουν το γιαούρτι, άκουσε ξαφνικά ένα αναπάντεχο «ντλονκ». Μόλις έβγαλε το δαχτυλίδι από μέσα, εμφανίστηκε από πίσω της ο Βασίλης, που έπεσε στα γόνατα και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Και, για να έχουμε φτάσει ως εδώ, προφανώς δέχτηκε.

Και έτσι φτάνουμε στη μέρα του γάμου…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)

Advertisements