(περίληψη προηγουμένων: Η ανιψιά σου η Ζαχαρούλα από το χωριό παντρεύεται. Ζωή σε λόγου μας. Παρακάμπτοντας τις έντονες αντιρρήσεις της συζύγου σου, καταφέρνεις να την «πείσεις» ότι πρέπει να πάτε οικογενειακώς στον γάμο.)

Οι επόμενες μέρες κυλούν ήσυχα. Αυτό συμβαίνει επειδή η γυναίκα σου δεν σου μιλάει, και δεν είναι απαραίτητα κακό. Τελικά σπάει τη σιωπή της μερικές μέρες αργότερα, και αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό. Αλλά τον σκοπό σου τον έχεις πετύχει: η οικογένεια θα παραστεί στον γάμο της Ζαχαρούλας, έστω και με χειροπέδες.
Στο μεταξύ μεσολαβούν οι καλοκαιρινές διακοπές. Τα όσα συνέβησαν σε αυτές τις διακοπές θα άξιζε να αναφερθούν στην ξεχωριστή έκδοση «Αθάνατες ελληνικές διακοπές» και ουδεμία σχέση έχουν με τον αθάνατο ελληνικό γάμο. Σημασία έχει ότι όλοι ξεκουράστηκαν (και όσοι δεν ήταν κουρασμένοι απλά μετέφεραν την τεμπελιά τους σε ένα νησί του Αιγαίου) και είναι πλέον έτοιμοι για το μεγάλο ταξίδι στην Κάτω Κορακόπετρα. Όχι ιδιαίτερα πρόθυμοι, αλλά σίγουρα έτοιμοι.
Και φτάνουμε στις 29 Αυγούστου. Πέμπτη, δύο μέρες πριν από το γάμο. Έχεις ήδη ετοιμάσει τη μία και μοναδική βαλίτσα σου και δεν βλέπεις την ώρα να μπεις στο αυτοκίνητο και να φύγεις για το χωριό. Το ίδιο και η γυναίκα σου, που ακόμα ελπίζει ότι θα αλλάξεις γνώμη και θα της πεις, έστω και την τελευταία στιγμή, «δεν χρειάζεται να έρθεις, μωρέ, θα πάω μόνος μου καλύτερα». Κάτι που φυσικά δεν σκοπεύεις να κάνεις, γιατί αν πας στον γάμο χωρίς τη γυναίκα σου, θα αρχίσουν όλοι να κουτσομπολεύουν. Ο αδερφός σου ο Χρήστος θα προσπαθήσει να σου προξενέψει μια 25άρα Ρωσίδα για να ξετρελαθείς μαζί της και να χωρίσεις. Η αδερφή σου η Ησαϊα θα θυμηθεί εκείνη τη φορά που κόντεψε να κάνει εμετό όταν είδε το αρνί στη σούβλα. Και όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς σου απλά θα σου πουν πόσο αντιπαθητικιά είναι και ότι κακώς έμπλεξες μαζί της, ενώ πίσω από την πλάτη σου θα παίζουν στοιχήματα under/over: «με πόσους τον έχει κερατώσει η λεγάμενη;». Ενώ αν σε δουν να την σέρνεις από τα μαλλιά κρατώντας ένα ρόπαλο στο χέρι θα σου πουν πως καλά κάνεις και της επιβάλλεσαι και θα συμπεράνουν ότι ο γάμος σας πάει πολύ καλά.
Τελικά αποδέχεται το γεγονός ότι θα περάσει τρεις μέρες στα βουνά και στα λαγκάδια. Δέχεται ακόμα και να περάσετε πρώτα από τους άλλους συγγενείς σου, που μένουν σε διάφορα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας. Αλλά πριν δεχτεί, σου έχει ήδη θέσει τους όρους της:

1. Καθ’όλη τη διάρκεια του ταξιδιού οι μουσικές επιλογές θα καθορίζονται από την συνοδηγό.
2. Καμία στάση δεν μπορεί να ξεπεράσει σε διάρκεια τα 30 λεπτά, με εξαίρεση την στάση για φαγητό.
3. Σε καμία περίπτωση η ταχύτητα του οχήματος δεν θα υπερβεί τα 100 χλμ/ώρα.
4. Απαγορεύονται αυστηρότατα οι προσπεράσεις, ειδικά στην Εθνική Οδό Πατρών-Κορίνθου.
5. Σε περίπτωση δυνατής βροχής ή έκτακτης σωματικής ανάγκης, επιβάλλεται η άμεση ακινητοποίηση του οχήματος και η προσωρινή παραμονή στην πλησιέστερη καφετέρια.
6. Σε περίπτωση παράβασης έστω και ενός από τους προαναφερθέντες κανόνες από τον οδηγό, οι υπόλοιποι επιβάτες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την άμεση επιστροφή τους στην Αθήνα.

Θέλοντας και μη, τους δέχεσαι και αρχίζεις να φορτώνεις τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο, το οποίο καταλαβαίνει τι τρέχει, αλλά έχει την ίδια όρεξη με την γυναίκα σου να τρέχει στις ερημιές και αρχίζει να αγκομαχάει, ελπίζοντας ότι θα σε πείσει να μην πας ή έστω να πάρεις το ΚΤΕΛ. Μάταια, φυσικά. Και κάπως έτσι ξεκινά το ταξίδι.
Πριν ακόμα βγείτε από την Αθήνα, έχεις ήδη εντοπίσει το «παραθυράκι» των όρων της γυναίκας σου και το εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο: αρχίζεις να λες την ιστορία της ζωής σου, για τον παλιό καλό καιρό στο χωριό, όπου όλα ήταν αγνά και ωραία και δεν υπήρχαν άχρηστες πολυτέλειες όπως τηλεόραση, στερεοφωνικό, ψυγείο, εσωτερική τουαλέτα και θερμοσίφωνας, για το δάσος γύρω από το χωριό όπου τα αδέρφια σου κυνηγούσαν λαγούς και πέρδικες και άλλα τέτοια, που θα έκαναν ακόμα και τον σκηνοθέτη-ευεργέτη όσων υποφέρουν από αϋπνίες, τον Αγγελόπουλο, να χασμουριέται.
Αλλά κι αυτή δε μένει με σταυρωμένα χέρια. Το φονικό της όπλο ακούει στο όνομα «CD του Πετρέλη». Και μπορεί να μην σας πείθει και πολύ σαν φονικό όπλο, αλλά προφανώς αυτό το λέτε γιατί δεν το έχετε ακούσει ποτέ στη διαπασών. Ευτυχώς τα παιδιά δεν ακούνε ούτε την βιογραφία του ενός, ούτε τα καψουροτράγουδα της άλλης. Κι αυτό γιατί τα παιδιά κάνουν ό,τι πιο υγιές σε αυτό το ταξίδι για να περάσει η ώρα: Ακούνε τη δική τους μουσική στην δική τους διαπασών στα δικά τους ακουστικά. Δεν ασχολούνται με κανέναν και δεν ανταποκρίνονται σε τίποτα. Με αυτά τα προσόντα, πιθανότατα στο μέλλον θα γίνουν εξαιρετικοί γιατροί ή δικαστές.
Η αλήθεια είναι πως ένα τέτοιο ταξίδι θα έπρεπε να αρέσει στον οποιονδήποτε. Στην διαδρομή μπορείς να απολαύσεις τη θέα από τον Ισθμό της Κορίνθου, το μεγαλείο της γέφυρας που ενώνει το Ρίο με το Αντίρριο, τα επιβλητικά βουνά της Αιτωλοακαρνανίας…Αλλά είναι λίγο δύσκολο να τα απολαύσεις όλα αυτά όταν ξέρεις ότι στην επόμενη στροφή μπορεί να βρεθείς κονιορτοποιημένος κάτω από τις ρόδες μιας θηριώδους νταλίκας – και οι πιθανότητες δεν είναι καθόλου λίγες.
Λίγο έξω από την Κόρινθο κάνεις την πρώτη στάση. Η κυρία σου διαισθάνεται ότι σύντομα θα απομακρυνθεί εντελώς από το πολιτισμένο μέρος του πλανήτη και αγοράζει όλα όσα πιστεύει ότι δεν θα βρει στο χωριό σου: Τσιγάρα, καφέ φίλτρου, τσιγάρα, περιοδικά, τσιγάρα, εφημερίδα, τσιγάρα, κοκακόλες, τσιγάρα. Α, και έναν αναπτήρα. Και με την ευκαιρία χτυπάει κι έναν καπουτσίνο, που σιγά μην ξέρουν οι ορεσίβιοι να φτιάχνουν και καπουτσίνο.
Η δεύτερη στάση είναι αμέσως μετά από την γέφυρα, στο Αντίρριο. Φαίνεται πως όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό βλέποντας ένα έργο που τελικά ολοκληρώθηκε και σκέφτηκαν ότι θα ήταν κρίμα να το κλείσουν χωρίς να φάνε κάτι. Έτσι, σταματάτε σε ένα μαγαζί «του δρόμου», το οποίο χρεώνει το βάρος του σάντουιτς σε χρυσό και τα σουβλάκια σαν να ήταν γεμισμένα με σολωμό και χαβιάρι – και όχι τόσο νόστιμα.
Οι επόμενες τρεις στάσεις είναι «δικές σου»: Σε τρία μικροσκοπικά χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, από αυτά που δεν φαίνονται στον χάρτη ούτε με μικροσκόπιο. Εκεί οι συγγενείς σου σας υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες και μεγάλο ενθουσιασμό, λες και έχει έρθει στο σπίτι τους η Δρούζα να τους πάρει συνέντευξη. Αυτοί προσπαθούν να σε κρατήσουν κοντά τους όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά η γυναίκα σου κοιτάει απελπισμένα το ρολόι της κάθε τόσο και σου ρίχνει εμπρηστικά βλέμματα, την ώρα που προσπαθεί να φανεί ευγενική με το σόι σου για να τους αποδείξει πόσο σκύλα ΔΕΝ είναι. Με την απειλή των 30 λεπτών πάνω από το κεφάλι σου, τους χαιρετάς βιαστικά και τους υπόσχεσαι να τα πείτε πιο αναλυτικά το Σάββατο, στο γλέντι..
Το ταξίδι συνεχίζεται χωρίς απρόοπτα. Η γυναίκα σου δεν μιλάει καθόλου γιατί έχει ζαλιστεί από τις στροφές και δεν θέλει να το παραδεχτεί. Το CD του Πετρέλη έχει αντικατασταθεί από αυτό του Χατζηγιάννη. Κάποια στιγμή, εξαιτίας του εφιαλτικού συνδυασμού στροφών και μουσικής, νιώθεις κι εσύ το ίδιο συναίσθημα στο στομάχι σου με αυτό που νιώθει η γυναίκα σου. Αλλά ούτε εσύ το παραδέχεσαι, γιατί της είχες πει ότι ο δρόμος είχε φτιαχτεί και οποιαδήποτε συζήτηση θα αποβεί εις βάρος σου. Τα παιδιά είναι στον κόσμο τους, αν και εύχονται να παρέμεναν επ’άπειρον σε αυτόν και να μη χρειαζόταν να μεταφερθούν στον θαυμαστό κόσμο των ζώων (όπως αποκαλούν μεταξύ τους το χωριό).
Η άφιξη στο χωριό γίνεται το απόγευμα. Σταματάς το αυτοκίνητο (τι ευτυχία, να μην χρειάζεται να ψάξεις μέρος να παρκάρεις!), ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις. Το ταξίδι έλαβε τέλος, αλλά η περιπέτεια όχι…

(η συνέχεια στο επόμενο…)

Advertisements