Οκτώβριος 2012



Το ότι δε ζούμε σε κοινωνία αγγέλων δεν είναι και τόσο πρωτότυπη διαπίστωση. Μάλλον κοινοτοπία είναι. Από τα αθώα ψέματα που λέμε μεταξύ μας μέχρι τα πιο στυγερά εγκλήματα και τις μεγαλύτερες απάτες, αποδεικνύεται κάθε μέρα. Άγιοι δεν υπάρχουν.

Αυτό όμως δε σημαίνει πως είμαστε και κοινωνία διαβόλων. Δεν είναι όλα στραβά. Δεν είναι πάντα αυτό που κάνει ο άλλος ύποπτο. Μπορεί να μην υπάρχουν άγιοι, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που κάποια στιγμή θα κάνουν κάτι καλό. Όχι απαραίτητα για τον εαυτό τους, αλλά και για τους γύρω τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι άγιοι και δεν είναι απαραιτήτως ήρωες. Δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να τους αποθεώσει ή έστω να τους συμπαθήσει. Οφείλει όμως να τους αναγνωρίσει ότι έκαναν αυτό που οι περισσότεροι δε θα τολμούσαν να κάνουν.

Η αλήθεια είναι πως είναι δύσκολο να πας κόντρα στο κατεστημένο. Γι’αυτό και οι περισσότεροι βολεύονται με ό,τι τους χαρίσει το κατεστημένο και δεν το ενοχλούν. Είναι ακριβώς η νοοτροπία του ψηφοφόρου που δέχεται με χαρά το ρουσφέτι του κάθε πολιτικάντη, χωρίς να σκέφτεται τι σημαίνει αυτό. Είναι ακριβώς η νοοτροπία του μεγαλοδημοσιογράφου που δέχεται με χαρά το μπαξίσι του κάθε πολιτικάντη, χωρίς να τον ενδιαφέρει τι σημαίνει αυτό.

Μπορείς να κατηγορήσεις τον Βαξεβάνη για πολλά. Δεν είναι άγιος. Όσο για το αν είναι ήρωας, θα το δείξει η ιστορία. Πάντως, πρέπει να του αναγνωρίσεις ότι έχει κότσια, κι αυτό είναι δυσεύρετο στην ελληνική δημοσιογραφία.

Πήρε την απόφαση να δημοσιοποιήσει μία λίστα ατόμων που έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό. Αλλά όχι όποια κι όποια λίστα: Μία λίστα που είχε πια γίνει κάτι σαν αστικός θρύλος. Υπάρχει ή δεν υπάρχει; Κι αν υπάρχει, ποιοι την έχουν δει; Κι από αυτούς που την έχουν δει, γιατί κανείς δεν την αξιοποίησε; Και τέλος πάντων γιατί πέρασε τόσες περιπέτειες αυτή η λίστα; Γιατί άλλοι την είδαν και την απέκρυψαν, άλλοι αρνούνται ότι την είδαν, άλλοι μπορεί να την είδαν και να την αλλοίωσαν; Γιατί τόσος ντόρος;

Δεν ξέρω αν η δημοσιοποίηση της λίστας από την πλευρά του Βαξεβάνη είναι νόμιμη. Δεν ξέρω αν πρόκειται για μία από τις περιπτώσεις που επιτρέπεται η δημοσιοποίηση ονομάτων για χάρη του κοινού συμφέροντος. Δεν ξέρω καν που (και αν) τέμνονται ο νόμος και η ηθική σε αυτήν την περίπτωση. Ξέρω όμως ότι η δημοσιοποίηση της λίστας ήταν λαϊκή απαίτηση. Έχει γίνει πια ξεκάθαρο ότι οι καθ’ύλην αρμόδιοι δεν ήθελαν να την αξιοποιήσουν, κάτι που αναπόφευκτα διεγείρει τη φαντασία ενός λαού που ούτως ή άλλως έχει μάθει να λατρεύει τις θεωρίες συνωμοσίας. Η λίστα Λαγκάρντ έγινε κάτι σαν ιερό δισκοπότηρο. Και ως τέτοιο, όλοι το αναζητούσαν.

Προσωπικά, θεωρώ πως ορθά έπραξε ο Βαξεβάνης, ως σωστός δημοσιογράφος. Ειδικά από τη στιγμή που ξεκαθαρίζει στο περιοδικό του, ως όφειλε, πως όλοι αυτοί που συμπεριλαμβάνονται στη λίστα δεν είναι απαραίτητα και εγκληματίες, ούτε καταζητούμενοι. Απλώς, είχαν καταθέσεις στο εξωτερικό, κάτι που δεν απαγορεύεται όταν γίνεται νόμιμα. Δε βλέπω λοιπόν καμία διαπόμπευση. Τα άτομα που βρίσκονται στη λίστα δε στιγματίζονται ως «πουτάνες με ΑIDS», ούτε ως «κουκουλοφόροι αντιεξουσιαστές». Πρόκειται για άτομα που έχουν καταθέσεις στο εξωτερικό. Και αυτό δεν είναι από μόνο του κατακριτέο αν δεν συντρέχουν και άλλοι λόγοι, που πρέπει να ερευνηθεί αν συντρέχουν και για πόσους από αυτούς που αναφέρονται στη λίστα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ούτε ένοχοι, ούτε στιγματισμένοι. Είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Άξιζε τον κόπο όμως η αναζήτηση του «ιερού δισκοπότηρου»; Μάλλον όχι. Μελετώντας τη λίστα, απογοητεύτηκα λίγο, για να είμαι ειλικρινής. Τα μόνα τρανταχτά ονόματα της λίστας ανήκουν σε μεγαλοεπιχειρηματίες και εφοπλιστές που όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε ότι δεν έχουν γίνει εκατομμυριούχοι με τον σταυρό στο χέρι. Η λίστα Λαγκάρντ (ή τουλάχιστον η λίστα που δημοσίευσε ο Βαξεβάνης, γιατί ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι έφτασε άθικτη στα χέρια του;) δεν είναι τίποτα το τρομακτικό. Είναι μία ακίνδυνη λίστα. Αν από την αρχή είχε δοθεί στη δημοσιότητα ή είχε απορριφθεί κατηγορηματικά ως παράνομη, κανείς δε θα είχε ασχοληθεί τόσο διεξοδικά μαζί της. Όμως όλη αυτή η παραφιλολογία σχετικά με το περιεχόμενό της την έκανε περισσότερο ποθητή απ’όσο θα άξιζε να είναι.

Πραγματικά, αν ο λόγος που η λίστα έμενε στα συρτάρια ήταν επειδή περιελάμβανε ονόματα όπως «Λαυρεντιάδης» και «Μπόμπολας», είναι για γέλια. Λες και είναι εξωπραγματικό να έχει καταθέσεις στο εξωτερικό ένας μεγαλοεπιχειρηματίας!

Η σύλληψη του Βαξεβάνη είναι το καρφί στο φέρετρο της ελεύθερης δημοσιογραφίας. Είναι αφ’ενός μία συμβολική «τιμωρία» εις βάρος κάποιου που τόλμησε να αποκαλύψει αυτό που ένα ολόκληρο πλέγμα εξουσιών έκρυβε με κάθε τρόπο από τον λαό που αφορούσε, και αφ’ετέρου μία «προειδοποίηση» σε όποιον κάνει να ακολουθήσει το παράδειγμά του. Είναι ουσιαστικά ένα μήνυμα προς τους δημοσιογράφους που δεν είναι καινούργιο, αλλά είναι πλέον πιο ξεκάθαρο από ποτέ: «Ή είστε μαζί μας, ή σας κυνηγάμε».

Δεν έχει σημασία αν συμπαθείς ή όχι τον Βαξεβάνη. Κανείς ποτέ δε θα σε αναγκάσει να το κάνεις. Ούτε έχει σημασία αν ο Βαξεβάνης είναι ήρωας ή απλά ξέρει πώς να πουλάει τον εαυτό του. Σημασία έχει ότι ένας δημοσιογράφος έκανε επιτέλους σωστά τη δουλειά του, και κατηγορείται γι’αυτό. Δεν είσαι με τον Βαξεβάνη. Όπως κι εγώ, αν την αποκάλυψη την έκανε ο Μανδραβέλης, τον οποίο συμπαθώ περίπου όσο τις ιπτάμενες κατσαρίδες, θα τον υποστήριζα. Όχι τον Μανδραβέλη, αλλά τον Δημοσιογράφο Μανδραβέλη. Γιατί εδώ δεν υποστηρίζεις έναν άνθρωπο, αλλά μία ιδέα. Την ιδέα ότι η δημοσιογραφία πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να υπηρετεί την κοινωνία, και όχι εξαρτημένη από συμφέροντα και υπηρέτρια λίγων εκλεκτών.

Για να μιλήσω πάλι προσωπικά, ως απόφοιτος σχολής δημοσιογραφίας, έχω να πω ότι ο Βαξεβάνης είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που με τα ρεπορτάζ τους με έχουν κάνει περήφανο για αυτό που αποφάσισα να σπουδάσω. Όχι μόνο τώρα, αλλά και στο παρελθόν. Και είναι μεγάλη υπόθεση να γίνεσαι παράδειγμα προς μίμηση σε έναν τόσο διεφθαρμένο κλάδο.

Και όλη αυτή η φλυαρία, για να επιστρέψω και πάλι στην αρχή. Κανείς δεν είναι άγιος. Όμως τουλάχιστον υπάρχουν άνθρωποι ακόμα που κάνουν τη δουλειά τους σωστά. Κι ας μην είναι άγιοι, κι ας μην είναι καν ήρωες. Ας είναι απλά φορείς μίας ευγενούς ιδέας.

Advertisements

Στην αρχή όλα πάνε καλά. Τίποτα το διαφορετικό. Τίποτα έξω από τα συνηθισμένα. Ρουτίνα. Η μία μέρα μετά την άλλη. Περνάνε από μπροστά σου αδιάφορα. Γρήγορα. Εσύ σταθερός. Τις βλέπεις να φεύγουν. Αλλά τίποτα το διαφορετικό. Τίποτα έξω από τα συνηθισμένα.

Και μετά; Και μετά, κάποια στιγμή το ξανασκέφτεσαι. Και θες να τις κυνηγήσεις. Και προσπαθείς να τις προλάβεις. Και δεν τις προλαβαίνεις. Και συνεχίζουν να περνάνε. Και τώρα γελάνε καθώς περνάνε μπροστά σου.

Και στην αρχή σφίγγεις τις γροθιές. Και σφίγγεις τα δόντια. Και δεν το λες σε κανέναν. Και λες «εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους». Και σκέφτεσαι «εγώ θα τα καταφέρω». Και σκέφτεσαι «εγώ είμαι άνθρωπος, όχι στατιστική». Και χωρίς να το ξέρεις, είσαι ήδη στατιστική.

Και θυμώνεις. Και χτυπάς τους τοίχους. Και πετάς πράγματα. Και βγάζεις σιωπηλές κραυγές. Και δακρύζεις από τα νεύρα. Και ορκίζεσαι εκδίκηση. Και ξέρεις πως δεν μπορείς να πάρεις εκδίκηση. Και ξέρεις πως δεν μπορείς να επιτεθείς σε έναν εχθρό που δεν ξέρεις ούτε πώς μοιάζει.

Και ψάχνεις κάποιον να μιλήσεις. Και κάποιον να σε σώσει. Και μιλάς σε θεούς, σε μοίρες, σε φαντάσματα. Και ψάχνεις στηρίγματα. Και δε σου απαντάει κανείς. Και αναρωτιέσαι «γιατί εμένα;». Και αναρωτιέσαι πότε έγιναν όλα αυτά. Και πώς έγιναν. Και γιατί έγιναν. Και πώς θα τελειώσουν. Και αν θα τελειώσουν.

Και κλείνεσαι στον εαυτό σου. Και δεν αφήνεις κανέναν να μπει μέσα. Και κλαις. Και κλαις πολύ. Και μελαγχολείς. Και δε σου αρέσει τίποτα πια. Και όλα είναι μαύρα. Και λες να τα παρατήσεις, Και να τους τα χαρίσεις όλα. Και το δάκρυ σου, και το γέλιο σου, και το σώμα σου, και τη ζωή σου. Και σκέφτεσαι τίτλους εφημερίδων. Και δελτία ειδήσεων, να λένε το όνομά σου. Και κοιτάς τον κόσμο από ψηλά. Και δεν είσαι αρκετά ψηλά.

Και μετά βγαίνεις έξω. Και είσαι ακόμα εκεί. Και οι μέρες περνάνε ακόμα. Αλλά δε γελάνε πια εις βάρος σου. Όμως έχουν περάσει πια πολλές. Χαμένες μέρες. Δε θα τις πάρεις ποτέ πίσω. Μπορείς όμως να κυνηγήσεις τις επόμενες. Και ίσως αυτή τη φορά θα γελάς εσύ σε αυτές.


Δεν ξέρω αν θυμάσαι ένα ηλίθιο μάθημα που είχαμε στο Γυμνάσιο. Οικιακή Οικονομία το λέγανε. Δε φαντάζομαι να σου έχει μείνει τίποτα από αυτό το μάθημα, που ποτέ κανείς δεν πήρε στα σοβαρά (και με το δίκιο του δηλαδή). Να σου πω τι μου έχει μείνει εμένα; Πρώτον, ότι ήταν το μάθημα στο οποίο πήρα το χειρότερο βαθμό μου σε έλεγχο τριμήνου: 7 (επτά). Μεγάλο κατόρθωμα. Δεύτερον, ότι η καθηγήτριά μου («καθηγήτρια Οικιακής Οικονομίας», μαλάκα μου, hοw lοw can you go;) ήταν μια σκύλα γεροντοκόρη, για να το πω όσο πιο ευγενικά μπορώ. Και τρίτον, ότι τα μάλλινα πλένονται στο χέρι με κρύο νερό. Όχι, εντάξει, το τρίτο δεν ξέρω καν αν ισχύει, από το μυαλό μου το έβγαλα. Άλλο θέλω να πω.

Το τρίτο και τελευταίο πράγμα που μου έμεινε από την Οικιακή Οικονομία είναι κάτι που αναφερόταν μέσα στο βιβλίο, που προφανώς κάποια μέρα θα άνοιξα κατά λάθος, δε θυμάμαι κιόλας. Έγραφε πως όταν θες να αποτρέψεις ένα παιδί από το να κάνει κάτι επικίνδυνο, όπως π.χ. να πάει στο ντουλαπάκι με τα φάρμακα και να καταβροχθίσει όποιο ωραίο χαπάκι βρει μπροστά του, η λύση δεν είναι να του το απαγορεύσεις αυστηρά ή να το κρύψεις καλύτερα, γιατί αυτό θα του κινήσει την περιέργεια και θα θέλει ακόμα περισσότερο να δοκιμάσει τα χαπάκια. Αντίθετα, πρέπει να του εξηγήσεις γιατί δεν πρέπει να τα φάει και τι θα του συμβεί αν το κάνει, ώστε να καταλάβει από μόνο του τον κίνδυνο. Δεν ξέρω γιατί μου είχε κάνει τόση εντύπωση όταν το διάβασα, αν και υποθέτω πως οφείλεται στο γεγονός ότι στα 13 μου ήμουν ακόμα παιδί και λειτουργούσα ως τέτοιο, και άρα ήξερα πως αυτό που διάβαζα ίσχυε 100%.

Ίσως να έχεις καταλάβει ήδη τον παραλληλισμό που θέλω να κάνω. Λογικά θα τον έχεις ήδη ψυλλιαστεί, αν είδες τον τίτλο αυτού του κειμένου πριν αρχίσεις να το διαβάζεις. Αν όχι, μην αγχώνεσαι. Δεν έχει άλλη εισαγωγή. Μπαίνω στο ψητό αμέσως.

Ακούγεται τώρα τελευταία λίγο πιο δυνατά μία φωνή που λέει «βγάλτε εκτός νόμου τη Χρυσή Αυγή», με αφορμή τα συνεχόμενα κρούσματα βίας από μέρους της. Εντάξει, έχει μία λογική, δε λέω: Τους κηρύσσουμε παράνομους, δεν μπορούν να ξαναμπούν στη Βουλή, γιούπι, γλιτώσαμε από τον νεοναζισμό, χαρές και πανηγύρια, σαμπάνιες και άνθρωποι από όλες τις φυλές να ξεχύνονται στους δρόμους και να τραγουδάνε αγκαλιασμένοι το Imagine σε κλίμα κατάνυξης.

Εχμ, όχι ακριβώς.

Βγάζοντας τη Χρυσή Αυγή στην παρανομία, την ηρωοποιείς. Δείχνεις ότι το «κακό Σύστημα» πολεμάει τους «ακτιβιστές» (για να το θέσουμε ευγενικά, όπως ο Βορίδης) της Χρυσής Αυγής και ουσιαστικά την ενισχύεις. Την κάνεις «απαγορευμένο καρπό», ακόμα πιο ελκυστικό σε αυτόν που ήδη την υποστήριζε, αλλά και σε αυτούς που απλά την έβλεπαν αδιάφορα. Το «παιδί», σε αυτήν την περίπτωση οι χρυσαυγίτες, θα βρει τον τρόπο να παρακάμψει την απαγόρευση, ή απλά να την αγνοήσει και να πάει καρφωτό στο ντουλαπάκι με τα ψυχοφάρμακα. Ούτε χαρές, ούτε πανηγύρια, ούτε Imagine. Μόνο 40% (και λίγο λέω) των Ελλήνων «συμπαθούντες» του φασισμού. Αυτό θέλουμε;

Αυτό που φαίνεται πως πολλοί δεν καταλαβαίνουν είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι η Χρυσή Αυγή. Αν διαλυθεί η Χρυσή Αυγή, θα βρεθεί κάποια άλλη εγκληματική οργάνωση να πάρει τη θέση της. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι μεταξύ άλλων προσφέρεται στους Έλληνες ψηφοφόρους και η δυνατότητα ψήφου σε ένα νεοναζιστικό κόμμα. Το πρόβλημα είναι ότι ένα σοβαρό ποσοστό τους θα το ψηφίσει όντως, ενάντια σε κάθε πιθανή λογική. Παλιά δεν είχαμε πρόβλημα με κόμματα τύπου ΧΑ, γιατί ζούσαμε σε σχετικά ομαλές περιόδους και σκεφτόμασταν «ποιος μαλάκας θα πάει να ψηφίσει νεοναζί σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ από τον ναζισμό;». Αμ έλα που δε φανταζόμασταν: Πρώτον, ότι ναι, υπάρχουν τέτοιοι μαλάκες. Δεύτερον, ότι σε 70 χρόνια μπορεί να ξεχαστεί ακόμα και η πιο φρικτή θηριωδία. Και τρίτον, ότι οι νεοναζί δεν ταιριάζουν απαραίτητα στο στερεότυπο του σκίνχεντ με τη σβάστικα στο κούτελο, αλλά μπορεί και να μοιάζουν σχεδόν φυσιολογικοί.

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής. Υπήρχε και το 2009 η Χρυσή Αυγή, αλλά πήρε 19.624 ψήφους. Ποσοστό 0,29%, λίγο παραπάνω από την Ένωση Κεντρώων και πολύ λιγότερο από τη Δημοκρατική Αναγέννηση του Παπαθεμελή (φαντάσου). Τότε δε μας ενοχλούσε; Ε, αυτό είναι ανακόλουθο.

Όπως στο παιδί πρέπει να εξηγήσεις τι είναι τα φάρμακα και τι ζημιά μπορεί να του προκαλέσουν, ώστε να καταλάβει και από μόνο του ότι είναι βλαβερά και να σταματήσει να τα ορέγεται, έτσι και στον χρυσαυγίτη πρέπει να εξηγήσεις τι είναι η Χρυσή Αυγή και τι ζημιά μπορεί να του προκαλέσει, ώστε να καταλάβει από μόνος του ότι είναι βλαβερή και να σταματήσει να την ψηφίζει.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα αδιέξοδο. Γιατί το παιδί θα πιστέψει αυτό που του λες επειδή είσαι ο μπαμπάς ή η μαμά του, και ξέρει ότι θες το καλό του. Δεν πας να το ξεγελάσεις για να το ρίξεις σε μία δόλια παγίδα. Ο χρυσαυγίτης από ποιον πρέπει να το ακούσει για να το πιστέψει; Αν το ακούσει από τα ΜΜΕ, θα πει «αυτά είναι προπαγάνδα του Συστήματος ενάντια στη ΧΑ». Αν το ακούσει από έναν πολιτικό, θα πει «ναι, έχεις μούτρα και μιλάς εσύ που διέλυσες τη χώρα». Αν το ακούσει από οποιονδήποτε άλλο, θα πει «άντε ρε αναρχοάπλυτο κομμούνι, δεν ντρέπεσαι που πατάς αυτά τα ιερά χώματα». Όπως και όλοι οι δογματικοί άνθρωποι, οι χρυσαυγίτες θυμίζουν τυφλό που αρνείται την τύφλα του και δεν εμπιστεύεται τους άλλους γύρω του που του λένε να κάνει λίγο αριστερά για να αποφύγει το δέντρο που βρίσκεται μπροστά του, αλλά προχωράει στον ίδιο δρόμο και μοιραία τρακάρει πάνω στο δέντρο.

Τέλος παιχνιδιού, λοιπόν. Να τους βγάλεις εκτός νόμου δεν μπορείς, γιατί θα πολλαπλασιαστούν. Να τους αλλάξεις γνώμη δεν μπορείς, γιατί δεν εμπιστεύονται κανέναν. Να τους εξοντώσεις δεν μπορείς, γιατί γαμώτο είναι άνθρωποι κι αυτοί, και πολλοί από αυτούς δεν είναι στην πραγματικότητα φασίστες, αλλά απαίδευτοι και ευάλωτοι άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τι ακριβώς ψηφίζουν. Ακόμα και όταν βλέπουν έναν βουλευτή της Χρυσής Αυγής να βρίζει ή και να χτυπάει έναν άλλο, δεν καταλαβαίνουν τις προεκτάσεις μιας τέτοιας πράξης. Βλέπουν μόνο ένα «χαστούκι στο Σύστημα», ή μάλλον στη «Νέα Τάξη Πραγμάτων», όπως τους αρέσει να τη λένε.

Πες με ηττοπαθή, αλλά αυτό δε διορθώνεται. Τουλάχιστον όχι σύντομα. Για να υποχωρήσει ο νεοναζισμός θα πρέπει να επιστρέψουμε στα επίπεδα ευημερίας του 2004, και αυτό θα συνέβαινε μόνο αν εμφανιζόταν ουρανοκατέβατος ένας τύπος και έφερνε 600 δισεκατομμύρια ευρώ που κέρδισε πουλώντας ένα διαστημόπλοιο ή κάτι τέτοιο. Αλλά αυτά δε συμβαίνουν και κάθε μέρα, ε;

Βέβαια, και πάλι η ευημερία θα διόρθωνε μόνο προσωρινά το πρόβλημα. Ο εύπορος άνθρωπος δεν ενοχλείται και τόσο από έναν μετανάστη, γιατί δε νιώθει να απειλείται ιδιαίτερα από αυτόν. Όμως αν μετά από δέκα χρόνια επανέλθουμε σε κατάσταση φτώχειας, θα έχουμε πάλι τα ίδια. Για να απαλλαγούμε οριστικά από τον νεοναζισμό χρειάζεται παιδεία.

Αλλά βλέπεις στο σχολείο μας μαθαίνουν πώς να πλένουμε τα βαμβακερά, πώς να αγαπάμε τον ένα και μοναδικό θεό, πόσο γαμάτοι ήταν οι Έλληνες από καταβολής κόσμου και τέτοια χρήσιμα πράγματα. Δε μένει χρόνος για να μάθουμε τι είναι ο φασισμός και πώς μοιάζει. Προφανώς δε θα μας χρησίμευε σε τίποτα μία τέτοια πληροφορία.


Πρέπει να ομολογήσω ότι με έχω βαρεθεί τελευταία. Νιώθω ότι εδώ και μήνες γράφω περίπου τα ίδια πράγματα με διαφορετικά λόγια, και ίσως καμιά φορά και με τα ίδια λόγια. Αλλά νομίζω ότι είναι φυσικό, μέχρι κάποιο σημείο: Όταν γράφεις για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι πολύ δύσκολο να είσαι πιο πρωτότυπος από την πραγματικότητα, γιατί ξεπερνάει και την πιο αρρωστημένη φαντασία. Κι έτσι καταλήγεις να γράφεις πάνω-κάτω ό,τι έγραφες και χθες, και προχθές, και πριν από έναν χρόνο, αλλά και πάνω-κάτω ό,τι γράφει και αυτός στο blog του, και εκείνος στο Twitter, και η άλλη στη στήλη της. Γράφεις τα αυτονόητα.

Αμ έλα που φτάνει κάποια στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει τίποτα αυτονόητο. Ότι όσο προφανές κι αν είναι κάτι που θα πεις, είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα βρεθεί τουλάχιστον ένας άνθρωπος που θα διαφωνήσει μαζί σου, έστω κι αν έχεις τα καλύτερα αποδεικτικά στοιχεία, τα καλύτερα επιχειρήματα ή το καλύτερο μυαλό, και θα αντιπαραθέσει μία διαφορετική άποψη, ένα επιπλέον στοιχείο, ή έστω μία άναρθρη κραυγή αποδοκιμασίας. Κάνε το τεστ μόνος σου. Σκέψου κάτι τόσο αυτονόητο, που να μην μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Και μετά κοίτα γύρω σου και βάλε τα κλάματα στη σκέψη ότι εκεί έξω υπάρχει κάποιος που θα αμφισβητήσει ακόμα και το ότι ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή. («αυτά είναι μαλακίες, οι Άραβες τα έχουν βγάλει, και καλά ότι πρώτα πηγαίνει σε αυτούς ο ήλιος και μετά σε μας, έχει πάει στη Σαουδική Αραβία ο θείος του μπατζανάκη μου και μου είχε πει ότι ξημέρωνε πιο αργά απ’ό,τι στην Ελλάδα, άκου που σου λέω, δε σου λέω μαλακίες εγώ, είμαι σπουδαγμένος ναούμε, να σου πω και για τα πρωτόκολλα της Σιών;»

Θα μου πεις, «σιγά το παράξενο». Επτά δισεκατομμύρια νοματαίοι στον κόσμο, δεν μπορεί τίποτα να θεωρείται αυτονόητο για όλους μας ανεξαιρέτως. Εντάξει, να το δεχτώ. Προφανώς θα υπάρχει και κάποια φυλή στον Αμαζόνιο ή την Αφρική που πιστεύει ότι η Γη έχει τριγωνικό σχήμα και γι’αυτό υπάρχουν ανηφόρες και κατηφόρες, ή μπορεί να υπάρχει καμία αίρεση στην Αμερική που να υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τα τυρογαριδάκια, που κάποτε ήταν η κυρίαρχη μορφή ζωής στον πλανήτη. Να το περιορίσουμε έστω στην Ελλάδα; Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι είμαστε, μέσες-άκρες τα ίδια βιώματα έχουμε, μια χούντα πάνω, έναν πόλεμο κάτω. Δε θα μπορούσαμε να συμφωνούμε στα βασικά;

Προφανώς και όχι, όπως φαίνεται κάθε μέρα εκ του αποτελέσματος. Ας δούμε μερικές «αυτονόητες» αλήθειες που τελικά δεν είναι και τόσο αυτονόητες. Και ποιες προτάσεις θα μπορούσαν να είναι πιο «αυτονόητες» από αυτές που περιέχονται στο Σύνταγμα της χώρας, τον απόλυτο νόμο του κράτους:

«Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». ΟΧΙ. Αν είσαι πιο μελαμψός απ’όσο «πρέπει», ή αν αντιτίθεσαι σε μία κατάχρηση εξουσίας, ή αν δεν έχεις γερό «βύσμα», ή αν σε έχουν πάρει τα χρόνια και δεν είσαι πια παραγωγικός, τότε η αξία σου είναι πιο χαμηλή από την αξία των άλλων. Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε. Δεν αξίζεις επειδή είσαι άνθρωπος, αλλά επειδή είσαι καταναλωτής, ή προϊόν.

«Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». ΟΧΙ. Αν είσαι βουλευτής, ή συγγενής βουλευτή, ή φίλος βουλευτή, ή κατοικίδιο ζώο βουλευτή, ή ψηφοφόρος βουλευτή (με αυτή τη σειρά), τότε δεν είσαι ίσος με τους άλλους ενώπιον του νόμου. Είσαι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω. Ή δύο. Ή μερικούς ορόφους πιο πάνω, σε μερικές περιπτώσεις.

«Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». ΟΧΙ. Αν είσαι καναλάρχης, εφοπλιστής, μεγαλοβιομήχανος και γενικά πολυεκατομμυριούχος, μπορείς να μη συνεισφέρεις και τίποτα, ρίχνοντας το βάρος σε όλους τους υπόλοιπους. Γιατί μπορείς.

«Κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος». ΟΧΙ. Γιατί αν το «έγκλημά» σου είναι η αντίσταση κατά του φασισμού, μπορεί να βρεθείς σε ένα κελί με εγκαύματα από καμένα τσιγάρα, χωρίς νερό, χωρίς δικηγόρο και περικυκλωμένος από αστυνομικούς που σε απειλούν και σε χλευάζουν. «Όπως ορίζει ο νόμος», δηλαδή.

Συγνώμη, αλλά βαρέθηκα. Αυτά είναι μόνο στα πέντε πρώτα άρθρα του Συντάγματος. Άμα συνεχίσω για ολόκληρο το Σύνταγμα, δε θα γράψω post, αλλά δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια. Και να σκεφτείς ότι ακόμα δεν είπα τίποτα για το θέμα που με ώθησε να γράψω αυτό το post, που είναι τα γεγονότα στο θέατρο Χυτήριο, με αφορμή την παράσταση Corpus Christi. Ας δούμε λοιπόν κάτι άλλα «αυτονόητα» λέει το Σύνταγμα που έχει εφαρμογή σε αυτήν την περίπτωση:

«Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη». ΟΧΙ. Γιατί αν κάποιος τολμήσει να ανεβάσει ένα θεατρικό έργο με αναφορές στην επικρατούσα θρησκεία, ο καλός χριστιανός όχι μόνο δε θα πάει να το δει, αλλά θα πάει και να εμποδίσει όποιον επιχειρήσει να το δει. Γιατί έχουμε ανεξιθρησκεία, ρε πούστη μου.

«Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες». ΟΧΙ. Τουλάχιστον ΟΧΙ αν τολμήσει οποιαδήποτε από αυτές να τα βάλει με την επικρατούσα θρησκεία, απ’ό,τι φαίνεται.

Είναι κι άλλα πολλά τέτοια «αυτονόητα» που πάντα βρίσκεται κάποιος να τα αμφισβητήσει. Το πρόβλημα είναι ότι ο διαιτητής που πρέπει να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο είναι πουλημένος και σε αποβάλλει με κόκκινη κάρτα με την πρώτη ευκαιρία, χαϊδεύοντας στοργικά στο κεφάλι τον αντίπαλό σου.

Τόσοι αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού, και πάλι δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε αρκετά. Έχουμε συντάγματα, χάρτες δικαιωμάτων, οργανισμούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κι όμως είναι σαν να βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή των σπηλαίων. Μερικοί άνθρωποι απλά δεν ενδιαφέρονται αν θα διαβάσουν κάτι στο Σύνταγμα, στον Ποινικό Κώδικα ή στο τελευταίο τεύχος του Μίκυ Μάους – αν δε θέλουν να το πιστέψουν και να το ενστερνιστούν, θα σκίσουν με μίσος το μιαρό φυλλάδιο και θα συνεχίσουν να το αμφισβητούν με ακόμα μεγαλύτερο σθένος.

Αυτονόητα δεν υπάρχουν πια. Μόνο ανόητοι σαν εμένα που δεν το είχαν ακόμα πάρει χαμπάρι.


 

 

Συχνά κατηγορούμε τους Έλληνες πολιτικούς για ολιγωρία, αναποφασιστικότητα, ασυνεννοησία, ανοργανωσιά – και αυτά είναι από τα πιο light για τα οποία κατηγορούνται. Αυτό που λίγοι ξέρουν είναι ότι υπάρχει ένα πληρέστατο διάγραμμα με βάση το οποίο κάθε Υπουργός μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει: Από την αγορά κωλόχαρτου για την τουαλέτα μία δημόσιας υπηρεσίας μέχρι την πάταξη της φοροδιαφυγής. Και το οποίο, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, τηρείται κατά γράμμα. Θαυμάστε παρακαλώ οργανωτικό πνεύμα:

(κλικ στην εικόνα. Ναι, είναι λίγο μεγαλούτσικη. Όχι πολύ, όσο το δημόσιο χρεος του κράτους.)


Δημοκρατία. Το καλύτερο πολίτευμα του κόσμου. Καθαρίζει, λευκαίνει, απολυμαίνει. Αυτό ξέρετε, αυτό εμπιστεύεστε. Κάνει τα τζάμια θεόρατα. Τώρα και με μπλε και πράσινους στόκους για ακόμα καλύτερα αποτελέσματα ενάντια στους σκληρούς λακέδες.

Ε ναι λοιπόν, η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα. Τέλειο δεν το λες, σηκώνει και μερικές βελτιώσεις. Αλλά από κάτι άλλα που είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν ναι, είναι καλύτερο. Και επειδή είναι καλύτερο, είναι επόμενο τα άλλα πολιτεύματα να το ζηλεύουν και να το επιβουλεύονται. Και άρα πρέπει να το προστατεύσουμε, μην τυχόν και το πετύχει καμιά μοναρχία σε κανένα σκοτεινό σοκάκι και του αλλάξει τον αδόξαστο.

Όμως από τη θεωρία στην πράξη υπάρχει μία απόσταση που μόνο σε έτη φωτός μπορεί να μετρηθεί ικανοποιητικά. Αλλά αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε τη δημοκρατία, πρέπει να τη διανύσουμε. Και γρήγορα.

Ας δούμε πρώτα-πρώτα από ποιους ΔΕΝ απειλείται η δημοκρατία μας:

– Η δημοκρατία μας δεν απειλείται από μένα. Ούτε από σένα. Ούτε από τη γειτόνισσά σου που απλώνει τα ρούχα το βράδυ στο μπαλκόνι φορώντας μόνο ένα σέξι κομπινεζόν. Ούτε από τον ταξιτζή που έχει πάρει παρτούζα τη Χάιντι Κλουμ και τη Μέγκαν Φοξ σε μία κούρσα Πειραιά-Καλλιθέα. Ούτε από τον φοιτητή που φωνάζει με πάθος κομμουνιστικά συνθήματα σε κάποια πορεία για να ρίξει τη χαριτωμένη ΠΚΣίτισσα της σχολής (ναι, υπάρχουν και τέτοιες). Γενικά, η δημοκρατία δεν απειλείται από κανέναν μεμονωμένο πολίτη. Αν είσαι μόνος σου εναντίον όλων, το πολύ-πολύ να παραβιάσεις καμιά πενηνταριά άρθρα του ποινικού κώδικα. Αλλά για να παραβιάσεις άρθρο του Συντάγματος θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο.

– Η δημοκρατία μας δεν απειλείται από τον Φωτόπουλο. Ένας συνδικαλιστής που στην καλύτερη περίπτωση προκαλεί γέλια με τις εμφανίσεις του δεν μπορεί να απειλήσει ένα ολόκληρο πολίτευμα. Δε θα βρει ποτέ αρκετά κορόιδα να τον ακολουθήσουν στην επανάστασή του. Ακόμα και σε μία χώρα με υπερεπάρκεια ηλιθίων.

– Η δημοκρατία μας δεν απειλείται από τον στρατό. Το μόνο πραξικόπημα που μπορεί να κάνει αυτός ο στρατός είναι να μπουκάρουν οι φαντάροι στη Βουλή και σε όλα τα υπουργεία και να καθαρίσουν τις τουαλέτες και τα κυλικεία μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός τους. Με έναν άλλο στρατό ναι, θα υπήρχε πρόβλημα.

– Η δημοκρατία μας δεν απειλείται από τη Μέρκελ. Ή εντάξει, μπορεί και να απειλείται λίγο. Βλέπεις, η Μέρκελ προωθεί μία οικονομική ολιγαρχία που είναι τόσο συμβατή με τη δημοκρατία όσο ένα παιχνίδι του Gameboy με το Playstation 3. Όμως και πάλι: Η Μέρκελ δεν ήρθε να μας επιβάλει την ολιγαρχία της με τανκς. Ναι, έχει μονίμως αυτό το ύφος του σπασίκλα που έχει αγοράσει όλα τα τετραγωνάκια στη Μονόπολη, και κάθε φορά που η ζαριά σου σε φέρνει σε ένα από αυτά σε κοιτάζει χαμογελώντας ειρωνικά και σου λέει «ματώνει η καρδιά μου που σε βλέπω να μου δίνεις τα ωραία σου λεφτουδάκια. Μόνο που η Μέρκελ κάνει τη δουλειά της, είτε μας αρέσει είτε όχι (προφανώς και δε μας αρέσει). Άλλοι είναι που δεν κάνουν τη δουλειά τους. Αυτοί που πρώτοι όφειλαν να τη σταματήσουν. Αλλά ποιος φταίει περισσότερο; Αυτός που προωθεί τα συμφέροντά του ή αυτός που τον αφήνει να τα προωθεί ακόμα κι όταν αντίκεινται στα δικά του συμφέροντα; Θα έλεγα το δεύτερο.

Και πράγματι, η πιο σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία είναι αυτή που κανείς ποτέ δεν πολεμά: Η εξουσία. Αυτή που εξ ορισμού έχει καθήκον να προστατεύει τη δημοκρατία. Τι να κάνουμε, η εξουσία είναι ισχυρό αφροδισιακό και σε κάνει να θέλεις να γαμάς συνεχώς και αδιαλείπτως. Κι άμα αρχίσεις να γαμάς, κάποια στιγμή θα γλυκοκοιτάξεις και τη δημοκρατία και θα τη βάλεις κι αυτήν κάτω να της σκίσεις τα βάρδουλα. Έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν και θα γίνει πολλές φορές στο μέλλον. Αλλά κανείς δεν μπορεί να τα βάλει μαζί της.

Ποιος θα εμποδίσει την κρατούσα εξουσία να απειλήσει τη δημοκρατία; Η αστυνομία που ελέγχεται από αυτήν; Η δικαιοσύνη που ελέγχεται από αυτήν; Τα ΜΜΕ που ελέγχονται από αυτήν; Όχι. Μόνο κάποιος που δεν ελέγχεται από αυτήν.

Όταν λοιπόν βλέπεις να περιορίζονται οι ελευθερίες σου, να συμβαίνουν αδικίες εις βάρος σου, να διαπομπεύονται και να στοχοποιούνται χωρίς λόγο άνθρωποι ή κοινωνικές ομάδες με πρόσχημα την «προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος», σκέψου μήπως θα έπρεπε να συμβαίνει το ανάποδο: Να προστατεύουν οι πολίτες τη δημοκρατία τους από την εξουσία. Και σκέψου μήπως η αντίσταση σε αυτήν την εξουσία μερικές φορές (όχι πάντα και όχι σε όλες της τις μορφές) ισοδυναμεί με αγώνα υπέρ της δημοκρατίας. Ότι το να αντιτίθεσαι στην εξουσία δε σε κάνει απαραιτήτως και εχθρό της δημοκρατίας.

Εντάξει, δεν έχουμε χούντα. Είμαι υποχρεωμένος να το αποδεχθώ, γιατί αυτοί που μας κυβερνούν δεν πήραν την εξουσία πραξικοπηματικά, αλλά μετά από εκλογές. Το ότι αυτές οι εκλογές έγιναν υπό ένα καθεστώς τρομοκρατίας θα ήταν ένα καλό αντεπιχείρημα, αν αυτοί που κέρδισαν τις εκλογές δεν ήταν σεσημασμένοι τρομολάγνοι και λαοπλάνοι, και άρα ο ψηφοφόρος που δε ζούσε σε άλλο πλανήτη ή δεν είχε πέσει σε κώμα τα τελευταία τριάντα χρόνια θα έπρεπε να είχε καταλάβει το κολπάκι τους. Όχι, δεν είναι χούντα. Αλλά χουντίζει λίγο, δεν μπορείς να πεις. Δημοκρατία με απαγόρευση συνάθροισης δεν ταιριάζουν πολύ καλά. Για την ακρίβεια, δε μιλιούνται καν. Τσακώθηκαν για μία γκόμενα πριν από χρόνια, την Ελευθερία, και από τότε μισιούνται θανάσιμα. Κι αν προσπαθήσεις να τις φέρεις κοντά, το πιθανότερο είναι να μαλλιοτραβηχτούν, κι αυτό δε θα είναι και τόσο όμορφο θέαμα.

Να από ποιον κινδυνεύει η δημοκρατία. Από τους αδικαιολόγητους περιορισμούς και την κατάχρηση εξουσίας. Όχι από τις κουκούλες των μπουφάν ή από τις αποκαλύψεις περί διεφθαρμένων πολιτικών. Αλλά βέβαια είναι πιο εύκολο να βγάλεις την κουκούλα ενός μπουφάν, παρά τη μάσκα του εθνικού ευεργέτη. Αυτά πληρώνουμε.


Μου αρέσουν τα παιχνίδια με τη γλώσσα. Λέξεις διφορούμενες, που αν τις τοποθετήσεις σε διαφορετικό περιβάλλον αποκτούν άλλο, εντελώς διαφορετικό νόημα, υπάρχουν αμέτρητες στο λεξικό. Λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα σοβαρά ή για πλάκα, για θέματα υψίστης σημασίας ή μικρά και ασήμαντα, λέξεις που παρακαλάνε να παίξεις μαζί τους, σαν μικρά παιδιά που βαριούνται και θέλουν συντροφιά.

Όμως μερικές φορές κάποιοι παίζουν με τις λέξεις, με απώτερο σκοπό να παίξουν με τη ζωή και την αξιοπρέπεια των γύρω τους. Παίζουν με τις λέξεις, αλλά ταυτόχρονα παίζουν με τα νεύρα μας, την υπομονή μας, τα όρια της αντοχής μας. Αυτα δεν είναι ωραία παιχνίδια. Ειδικά όταν αυτοί που τα παίζουν προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούν είναι αποκλειστικά δικές τους και δεν μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε εμείς με άλλο τρόπο.

Σκέψου πόσες λέξεις έχουν πλέον μία «επίσημη» ερμηνεία, και κάθε εναλλακτική ερμηνεία αποκλείεται. «Κουκουλοφόρος». «Κάτοικοι». «Ακτιβιστής». «Σωτηρία». «Δικαιοσύνη». «Ταραχές». «Πρόκληση». «Λαϊκισμός». Αμέτρητες λέξεις που χρησιμοποιούνται μονοσήμαντα, ενώ στην πραγματικότητα έχουν άπειρες αποχρώσεις.

Τις τελευταίες μέρες έχω ένα πρόβλημα με τη χρήση της λέξης «αρχή». Όπως χρησιμοποιείται στη φράση «αντίσταση κατά της αρχής», που είναι η πιο κλασική κατηγορία που επιρρίπτει η αστυνομία όταν συλλαμβανει κάποιον. «Αρχή» εκ του αρχαίου «άρχω», δηλαδή «κυβερνώ, διοικώ». Προφανώς, κάθε μορφή αντίστασης στην «αρχή», δηλαδή στην εξουσία, είναι παράνομη και τιμωρείται.

Αν όμως αυτή η «αρχή» αρχίσει να συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν εξυπηρετεί τον πολίτη (για τον οποίο υποτίθεται πως φροντίζει), πώς μπορεί ο πολίτης να διασφαλίσει τα δικαιώματά του; Αν η ίδια η «αρχή» παρανομεί εις βάρος του πολίτη, ποιος θα προστατεύσει τον πολίτη; Και αν ο πολίτης αντισταθεί σε αυτήν την «αρχή» που παρανομεί εις βάρος του, τότε γιατί τιμωρείται; Και τελικά ποια ακριβώς είναι αυτή η «αρχή»; Και γιατί σου απαγορεύει να την αμφισβητήσεις;

Και είναι πάντα παράνομη η αντίσταση κατά της «αρχής»; Ή μήπως υπάρχουν διαφορετικά κριτήρια ανάλογα με τη μορφή της αντίστασης και τη μορφή της «αρχής»; Ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί άνθρωποι που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν για «αντίσταση κατά της αρχής», μετά από χρόνια αποκαταστάθηκαν και έγιναν ήρωες. Κανείς δεν τους ζήτησε συγνώμη, κανείς δεν τους έδωσε πίσω όλα όσα έχασαν εξαιτίας της αυθαιρεσίας της «αρχής»

Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι αυτή η «αρχή» είναι στην πραγματικότητα το τέλος της λογικής. Γιατί κάθε άλλο παρά λογικό είναι να μην μπορείς να ελέγξεις την εξουσία, ειδικά σε μία χώρα που έχει κατά καιρούς υποφέρει από συχνές περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας. Αυτή η «αρχή» όχι μόνο αρνείται να την ελέγξεις, αλλά αν το κάνεις σε μπαγλαρώνει.

Όταν η «αρχή» σε συλλαμβάνει αδικαιολόγητα, σε κλείνει σε ένα κελί, σε βασανίζει και σου στερεί τους δικηγόρους σου, η αντίσταση δεν είναι έγκλημα. Έγκλημα είναι το να ΜΗΝ αντιστέκεσαι σε μία «αρχή» που συμπεριφέρεται σαν να θέλει να σε αφανίσει.

Όταν η «αρχή» σε χτυπάει αλύπητα επειδή διεκδικείς τα δικαιώματά σου, την αξιοπρέπειά σου, το μέλλον σου, τότε το να σηκώσεις το χέρι για να αμυνθείς δεν είναι έγκλημα. Είναι αναγκαιότητα.

Όταν η «αρχή» σε φλομώνει στα ψέματα, σου υπόσχεται πράγματα που δεν κάνει ποτέ και κάνει πράγματα που δεν υποσχέθηκε ποτέ, τότε το να διεκδικείς την αλήθεια δεν είναι έγκλημα. Η πραγματική εγκληματίας είναι η ίδια η «αρχή», όμως δεν υπάρχει κανείς εκεί για να τη συλλάβει. Ακριβώς επειδή κανείς δεν μπορεί να της αντισταθεί.

Κάποια στιγμή αυτή η «αρχή» πρέπει να τελειώσει. Θα μπορούσε απλά να αλλάξει, όμως αυτό δε φαίνεται πια να είναι αρκετό. Είναι τέτοια η διαφθορά της, που μία απλή αλλαγή δεν αρκεί. Πρέπει να τελειώσει.

Ίσως, πάλι, αυτή η «αρχή» να θέλει το δικό μας τέλος. Έτσι φαίνεται. Άλλωστε, μία «αρχή» που δε δεχεται να την αμφισβητήσεις, δε θέλει και πολύ για να σε εξαφανίσει. Το έχει κάνει και στο παρελθόν.

Και όταν η «αρχή» θέλει το τέλος σου, τότε δεν έχεις άλλη λύση. Πρέπει να κάνεις αντίσταση κατά του τέλους. Ατομικά ή μαζικά, με όσα μέσα διαθέτεις. Άλλωστε, αυτή δεν απαγορεύεται ακόμα.

Κι όποιος τελειώσει τελευταίος, κερδίζει. Την «αρχή».

Επόμενη σελίδα: »