Νοέμβριος 2014



Τρέξε. Τρέξε, σου λέω. Έρχεται το τελευταίο τρένο. Τρέξε, μη σταματάς.

Κι αν δεν το προλάβουμε, έστω να το δούμε να περνά, να το χαιρετήσουμε καθώς θα φεύγει. Τρέξε, μη σταματάς.

Τρέξε, το ακούω που πλησιάζει. Θα περάσει από δίπλα μας και θα μας δροσίσει, θα ανεμίσουν τα μαλλιά σου και θα είσαι ακόμα πιο όμορφη. Έλα, τρέξε.

Το βλέπεις; Εκεί, στο βάθος. Έρχεται. Σε λίγο θα νιώσεις το δρόμο να τρέμει, όπως τρέμω εγώ μήπως χάσω εσένα. Έλα, μη μένεις πίσω, τρέξε.

Το νιώθεις; Αυτό το ρίγος, την παιδιάστικη χαρά; Τα μαλλιά σου που ανεμίζουν, το παλτό σου που ανοίγει, τα βλέφαρά σου που κλείνουν; Αυτό είναι.

Έφυγε. Όχι, δεν το χάσαμε. Το προλάβαμε. Μην τρέχεις άλλο. Το προλάβαμε. Μην τρέχεις άλλο. Σ’ αγαπώ.


Πάλι τα ίδια. Και χθες, και σήμερα, και πάντα.

Πάλι θα σε ρωτήσουν “τι κάνεις;”, ξέροντας από πριν την απάντηση: “Καλά”.

Πάντα να λες “καλά” όταν σε ρωτάνε. Τους κάνει να μην ανησυχούν, και να μη ρωτούν περισσότερα. “Καλά”, και κλείνεις τα παντζούρια μην τυχόν και μπει φως μέσα. “Καλά”, και με ένα καλά δουλεμένο χαμόγελο δε θα καταλάβει κανείς τίποτα. “Καλά”, και θα είσαι κι εσύ φυσιολογικός, σαν τους άλλους που λένε “καλά” όταν τους ρωτάνε.

Γιατί αν δεν πεις “καλά”, τότε κινδυνεύεις. Τότε ο άλλος θα συννεφιάσει, θα πάρει αυτό το ύφος συμπόνοιας (άλλοτε επιτηδευμένης, άλλοτε ειλικρινούς) και θα σου κάνει την ακόμα πιο δύσκολη ερώτηση:

“Τι έχεις;”

Κι εκεί, αν κάνεις το λάθος να απαντήσεις κάτι άλλο από “τίποτα”, τότε μπορεί και να μην ξεμπλέξεις ποτέ. Σε όλα τα προβλήματά σου, θα προστεθεί ακόμα ένα: Πώς να σκεπάσεις τη γύμνια σου μπροστά σε κάποιον που θέλει να σε δει να ξεγυμνώνεσαι από την κορφή ως τα νύχια.

Ενώ αν απαντήσεις “τίποτα”, θα σε αφήσει ήσυχο. Θα συνεχίσει τη ζωή του, μια και δε θα είναι πια o προορισμός της να λύσει τα προβλήματά σου, και τα δικά σου τα παντζούρια θα μείνουν κλειστά, να μην μπει ούτε αχτίδα.

Αλλά όλα αυτά θα τα γλιτώσεις αν όταν σε ρωτάνε “τι κάνεις;”, απαντάς “καλά”.

Πάντα όταν σε ρωτάνε να λες “καλά”. Ειδικά αν δεν είσαι καλά.


Σε βλέπω που κοιτάς. Κοιτάς μπροστά. Κοιτάς σωστά.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που κοιτάζουν πίσω τους πριν κάνουν το παραμικρό βήμα, που περιμένουν το νεύμα του αφέτη για να ξεκινήσουν, που θρηνούν για όλα αυτά που πρέπει να τους γυρίσουν την πλάτη.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν κάποιον άλλο να τους πάει εκεί που θέλει, που εμπιστεύονται περισσότερο την κρίση του παρά τη δική τους, που τους τυφλώνει το φως περισσότερο κι από την άγνοιά τους.

Και είσαι καλύτερος από τους άλλους, εκείνους που καθώς προχωρούν έχουν σκυμμένο το κεφάλι, βλέπουν παντού μπροστά τους παγίδες και φανταστικούς εχθρούς, φοβούνται και τη σκιά τους, και δε βλέπουν καν πού θέλουν να φτάσουν και αν βαδίζουν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Αλλά κι εσύ, πηγαίνεις σωστά; Γιατί σε βλέπω που βιάζεσαι. Τρέχεις πιο γρήγορα απ’ όσο σκέφτεσαι. Τρέχεις και δε βλέπεις γύρω σου τον κόσμο που αλλάζει – ή μήπως είσαι εσύ που αλλάζεις την ώρα που ο κόσμος μένει ίδιος;

Κι αν αλλάζει ο κόσμος, είσαι σίγουρος πως όταν φτάσεις θα είναι ακόμα εκεί αυτό που θέλεις;

Κι αν αλλάζεις εσύ, είσαι σίγουρος πως όταν φτάσεις θα το θέλεις ακόμα;