Φεβρουαρίου 2014



Νέα μόδα στην πολιτική, κυρίες και κύριοι. Δημοσιογράφοι που δημιουργούν δικά τους κόμματα. Σου λέει ο άλλος, έχω τόσα χρόνια εμπειρία στο να παριστάνω το γραφείο Τύπου ενός κόμματος (ή και περισσοτέρων του ενός, σε πολλές περιπτώσεις), που κατέχω πλέον την τεχνογνωσία να κατέβω κι εγώ στον πολιτικό στίβο,να τρέξω τα 100 μέτρα σε 9 δευτερόλεπτα και να κάνω νέο παγκόσμιο ρεκόρ, μετά να πάρω μεταγραφή σε καμία Μπάγερν Μονάχου και σε ορίζοντα 20ετίας να με αναδείξουν πλανητάρχη επί τιμή.

Φυσικά, δεν είναι κακό ένας δημοσιογράφος να μπαίνει στην πολιτική. Υπάρχουν άλλωστε τόσα και τόσα επιτυχημένα παραδείγματα δημοσιογράφων που διέπρεψαν με το ήθος και το πολιτικό τους στίγμα στην πολιτική ζωή του τόπου. Ποιον να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον Θεόδωρο Ρουσόπουλο; Τον Πάνο Παναγιωτόπουλο; Τον Παντελή Καψή; Είναι τόσα πολλά τα λαμπρά παραδείγματα.

Βέβαια, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να διευκρινίσουμε κάτι: Όταν έχεις δουλέψει για χρόνια σε ένα μέσο όπως το Mega, ή ο ΣΚΑΪ, ή τα «Νέα», ή κάποιο άλλο κλασικό συστημικό ΜΜΕ (και δεν εννοώ να έχεις δουλέψει πίσω από τις κάμερες, να σκοτώνεσαι για να προετοιμάσεις το υλικό που θα ξεφτιλίσει της οθόνης κάποιος πιο προβεβλημένος, πιο διαπλεκόμενος και πιο καπάτσος από σένα, αλλά να είσαι εσύ αυτός ο προβεβλημένος, ο διαπλεκόμενος, ο καπάτσος), τότε πρακτικά ανήκεις ήδη στην πολιτική. Χαράζεις κι εσύ πολιτική, διαμορφώνοντας συνειδήσεις με τον τρόπο που επιθυμεί το αφεντικό σου. Δεν είσαι πια δημοσιογράφος, με την πραγματική έννοια του όρου, αλλά ένα τσοπανόσκυλο του μεγαλοεπιχειρηματία του οποίου τα συμφέροντα εξυπηρετείς.

Με αυτή τη λογική, ο Σταύρος Θεοδωράκης έχει πολύ καιρό να υπάρξει δημοσιογράφος. Είναι πολιτικός εδώ και χρόνια. Το διαβόητο Protagon είναι μία μικρογραφία του δελτίου του Mega, που με τη σειρά του είναι μία θεατρική παράσταση βασισμένη σε σενάριο Μπόμπολα, με σκηνοθεσία Ψυχάρη και με την ευγενική χορηγία της εκάστοτε κυβέρνησης. Ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν εγκαταλείπει τη δημοσιογραφία για να ασχοληθεί με την πολιτική. Ασχολείται με την πολιτική εδώ και χρόνια, απλά ανεπισήμως.

Δε θα σταθώ στο όνομα της παράταξης του Σταύρου Θεοδωράκη, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή από χθες στο Twitter έχουν εξαντληθεί και επανακυκλοφορούν όλα τα πιθανά λογοπαίγνια, τραγούδια, ατάκες, οτιδήποτε μπορεί να έχει σχέση με «ποτάμι». Αλλά πραγματικά θα αναρωτηθώ αν όλοι αυτοί που έπεσαν από τα σύννεφα όταν έμαθαν ότι φτιάχνει κόμμα δεν είχαν καταλάβει ήδη από χρόνια ότι το Protagon ήταν ένα όχημα πολιτικής «σκέψης».

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να τονίσω ότι σιχαινόμουν τις εκπομπές του Σταύρου Θεοδωράκη πριν καν γίνει mainstream η απέχθεια για τις εκπομπές του, αν και νομίζω ότι η χαριστική βολή ήταν η παρωδία συνέντευξης με τον Νίκο Μιχαλολιάκο, τον οποίο έβαλε κανονικά στο πλυντήριο, στο γρήγορο πρόγραμμα, τον άπλωσε στα μανταλάκια, τον στέγνωσε και τον παρέδωσε, καθαρό και μοσχομυριστό, στο φιλοθεάμον κοινό. Ε, αν δε σου χτύπησε κανένα καμπανάκι αυτή η εκπομπή, τότε μάλλον έχει βλάβη το καμπανάκι μέσα στο κεφάλι σου και πρέπει να φωνάξεις τεχνικό.

Δε θέλω να δοθεί η εντύπωση πως είμαι εμπαθής με τον Θεοδωράκη, ότι έχω προσωπικά μαζί του ή ότι θίγονται κάποια μυστηριώδη προσωπικά μου συμφέροντα από το σχηματισμό του κόμματός του. Η αλήθεια είναι ότι με ενοχλεί περισσότερο η υποκρισία του «ορίστε, έφερα κάτι νέο στην πολιτική ζωή του τόπου», όταν αυτό το «νέο» είναι τόσο παλιό, που ταιριάζει καλύτερα σε ασπρόμαυρη τηλεόραση. Τίποτα νέο, τίποτα διαφορετικό. Τίποτα απολύτως.

Το χειρότερο είναι αυτός ο φαύλος κύκλος που έχει ανοίξει από χθες, που όλοι σχολιάζουμε σκωπτικά το «Ποτάμι», χωρίς να υπολογίζουμε ότι με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά το διαφημίζουμε, όμως και πάλι δεν μπορούμε και να μη σχολιάσουμε τη γελοιότητα του εγχειρήματος, κι έτσι συνεχίζουμε να το σχολιάζουμε, και συνεχίζουμε να το διαφημίζουμε, και πάει λέγοντας. Λες και δεν έφτανε η τεράστια τζάμπα διαφήμιση από τα κανάλια.

Τέλος πάντων, υποθέτω ότι δε θα φανούμε τόσο χαζοί και θα καταλάβουμε ότι το ποτάμι είναι γεμάτο ψόφια ψάρια που πηγαίνουν με το ρεύμα γιατί δεν ξέρουν να κάνουν και τίποτα άλλο, κι έτσι αυτό θα στερέψει από μόνο του και θα σπάσει την παράδοση που λέει ότι το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, επιστρέφοντας στο τίποτα, απ’όπου ξεκίνησε.

Advertisements

 

 

Ελλείψει χρόνου, οι (λίγες) φωτογραφίες που βγάζω περιορίζονται χωροταξικά στη «γειτονιά» μου: Αγία Παρασκευή, Χολαργός, Παπάγου, άντε και λίγο Μαρούσι. Πάει ο παλιός καλός καιρός με τις βόλτες στα Εξάρχεια. Πάλι καλά που τα παιδιά των τοίχων δεν περιορίζονται μόνο στο κέντρο της Αθήνας, αλλά επεκτείνονται σε όλο και περισσότερες γειτονιές. Και μερικές φορές δημιουργούν αριστουργήματα.

CAM00571 CAM00573 CAM00574 CAM00577 CAM00600  CAM00650 CAM00653 CAM00654 CAM00655 CAM00657 CAM00658 CAM00660 CAM00661 CAM00662 CAM00670 CAM00671 CAM00673 CAM00674 CAM00684 CAM00687 CAM00689


prohibido

Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό το «¿A qué no saben prohibido qué?» στην πινακίδα του παραπάνω σκίτσου του Quino, μπορεί να σου δημιουργηθούν αρκετές απορίες. Γιατί κοιτούν με αυτό το ανήσυχο βλέμμα γύρω τους άνθρωποι που κάνουν απλά, καθημερινά πράγματα, όπως να βγάζουν το σκύλο βόλτα, να οδηγούν, να απλώνουν τα ρούχα ή ακόμα και ένα μικρό παιδί που διστάζει να παίξει με την μπάλα του, αλλά την πατάει με το πόδι του; Και γιατί οι αστυνομικοί παρατηρούν τα πάντα γύρω τους με αυτό το καταχθόνιο χαμόγελο; Γιατί αυτό το καταφανές κοντράστ συναισθημάτων χωρίς προφανή λόγο;

Μία (ελεύθερη) μετάφραση τα ξεκαθαρίζει όλα: «Μαντέψτε τι απαγορεύεται».

Αυτό το σκίτσο το είχα δει πολύ παλιά σε ένα ελληνικό περιοδικό κόμικς, από αυτά που συλλέγω από χόμπι, και από την πρώτη στιγμή μου έκανε «κλικ». Ο Quino είναι γενικά ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες, αλλά σε αυτό το σκίτσο πραγματικά ξεπερνά τον εαυτό του. Σε απαισιοδοξία, σε κυνισμό, σε εξυπνάδα, σε διορατικότητα, σε όλα. Και νιώθω ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτό το σκίτσο θα είναι πάντα επίκαιρο. Θα ήθελα να το πάρω και να το κρεμάσω σε όλους τους τοίχους της πόλης, να το δει κι ο τελευταίος Αθηναίος και να βάλει το μυαλό του σε λειτουργία. Για το τι σημαίνει αυτό το σκίτσο, τι θέλει να πει και πώς συνδέεται με το εδώ και το τώρα.

Και να μην πω τίποτα. Όπως και ο Quino δε χρειάζεται να πει τίποτα για να περάσει το μήνυμά του. Το κάνει τόσο απλά, με ένα μολύβι πάνω σε χαρτί. Τόσο απλά.

Εμπρός, λοιπόν. Μαντέψτε τι απαγορεύεται.