Δεκέμβριος 2009




(με την αυθεντική ορθογραφία τους, και φυσικά με τον ανελέητο σχολιασμό μου)

10. ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΒΗΣΕΙ ΤΟ FACEBOOK ?

(ψοφα εσύ με το καλό, και τα υπόλοιπα άστα πάνω μου…)

9. My IQ dropped because of Star Channel News

(μάλλον κάποιοι δεν έχουν ακούσει για κάτι που λέγεται «ζάπινγκ»…)

8. An Boreis Na Xeseis Xwris Na Katourhseis Boreis Na kaneic Ta Panta

(και ναι, είναι αλήθεια, ο Τσακ Νόρις ΜΠΟΡΕΙ να χέσει χωρίς να κατουρήσει!)

7. elpizw o kainourgios xronos na einai pousths giati autos mas gamise!

(εγώ πάλι γιατί νομίζω ότι το 2010 θα είναι ο Τζον Χολμς των τελευταίων 20 χρόνων;

6. Μ’ αρέσει να μένω μόνος-η μου αλλά όταν αρρωσταίνω θέλω τη ΜΑΜΑ μου!!!!!!!!

(εγώ, πάλι, θέλω γιατρό. Ο καθένας όπως βολεύεται.)

5. Στο δημοτικο δεν φυτευα φακες σε κεσεδακι,αλλα φουντα στις γλαστρες μου..

(σιγά μην είχες πηδήξει και την Λίντα Εβαντζελίστα!)

4. To 99 Ston SEISMO evlepa BAYWATCH…

(…και προφανώς δεν κατάλαβες τον σεισμό, γιατί νόμιζες ότι ήταν τα βυζιά της Πάμελα Άντερσον που πήγαιναν πέρα-δώθε και όχι η τηλεόραση)

3. as ekane pio pera kai i winslet ton kwlo ths na min pagwne o di caprio !!!

(εγώ δηλαδή που πανηγύριζα όταν πέθανε ο Ντι Κάπριο μάλλον δεν πρέπει να γίνω μέλος σε αυτό το group, ε;)

2. Zeledakia Olou Tou Kosmou Ennotheite

(φυλαχτείτε! Ο Gummy Bear είναι ο νέος Τσε Γκεβάρα!)

1. ΔΕΣ ΠΟΙΟΣ ΧΕΖΕΙ ΕΝΩ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΣΟΥ!!!

(ω, ναι…η σύγχρονη τεχνολογία το επιτρέπει ΚΑΙ αυτό! Και, για του λόγου το αληθές, παραθέτω και τις διευκρινίσεις του δημιουργού του group:

————————————————–

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ!!!

Μαθε τωρα ποιος εχεζε ενω εβλεπε το προφιλ σου απλα, γρηγορα και αξιοπιστα!

1)κανε join
2)κανε invite σε τουλαχιστον 263 φιλους
3)σε 3-7 χρονια θα λαβεις e-mail με πληρη λιστα οσων εχουν χεσει ενω εβλεπαν το προφιλ σου

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ???

με το που κανεις join αυτοματα εγκαθισταται στο προφιλ των φιλων σου ο ανιχνευτης σκατου(shit_tracker.exe)! ειναι 100% αποτελεσματικος και ανιχνευει ακομα και την κλανια!!!

ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΒΑΤΟ ΜΕ WINDOWS VISTA?

φυσικα και ειναι συμβατο με vista αλλα και με linux
ΠΟΙΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ?

δεν υπαρχει λογος υπαρξης!προγραμμα για σκατα ειναι τι περιμενες?

ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΝΤΟΠΙΣΟΥΝ Κ ΕΜΕΝΑ ΔΗΛΑΔΗ?

μονο αν εισαι στο προφιλ τους! εκτος αν η μποχα σου ειναι τοσο ανυποφορη με αποτελεσμα να διαχεεται σε ολη τη γειτονια
———————————————————

Φοβερό;)


Αγιοβασίληδες. Τίποτα.
Μελομακάρονα. Μπα.
Λαμπιόνια. Όχι.
Σήματα καναλιών στολισμένα με γκι. Ούτε καν.
Last Christmas. Πέρασε και δεν άγγιξε.
Ανέξοδες χριστουγεννιάτικες ευχές. Nada.
Ρεπορτάζ δελτίων ειδήσεων για την κίνηση στην αγορά γαλοπούλας. Δεν ασχολήθηκα.
Κάλαντα στους αρχηγούς των κομμάτων. Παραλίγο, αλλά τζίφος.

Τίποτα από όλα αυτά τα κλασικά χριστουγεννιάτικα δεν μπόρεσε να με βάλει στο κλίμα των Χριστουγέννων. Ένιωθα λες και ήταν Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος. Τίποτα το ιδιαίτερο.

Και σήμερα είδα για τέταρτη (αν θυμάμαι καλά) φορά το «Love Actually». Και μου ήρθε η επιφοίτηση: Ρε συ, είναι Χριστούγεννα! Όπως στη διαφήμιση της Coca Cola, που ξαφνικά συνειδητοποιούν όλοι ότι «It’s Christmas!» και χτυπιούνται. Έτσι κι εγώ. Του χρόνου θα το έχω υπ’όψιν και θα φροντίσω να δω το «Love Actually» από τον Νοέμβριο, για να μπω εγκαίρως στο κλίμα. Μιλάμε για θαυματουργή ταινία! Αναρωτιέμαι γιατί την είχα βαθμολογήσει μόνο με 8 στο IMDB. Μάλλον θα πάω να το αλλάξω.

Είναι Χριστούγεννα, λοιπόν, τα 26α της ζωής μου. Και τα πέρασα οικογενειακά, με σπιτική γαλοπούλα και χαρτιά «για το καλό» (στα οποία έχασα, και ελπίζω αυτό να σημαίνει κάτι καλό για την αγάπη). Δεν ήταν τα πιο αξιοσημείωτα της ζωής μου. Φέτος δε χρειάστηκε να ντυθώ Άγιος Βασίλης για να κάνω ευτυχισμένο κάποιο κοριτσάκι. Ούτε ήμουν κλεισμένος σε κάποιο στρατόπεδο, παρέα με 30 άλλους φαντάρους. Ούτε παρακολουθούσα την πόλη μου να καίγεται στο όνομα της εκδίκησης. Και βέβαια ούτε περίμενα ανυπόμονα τα δώρα του Άη-Βασίλη κάτω απ’το πλαστικό έλατο. Η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό για να χαρακτηρίσει τα φετινά χριστούγεννα είναι αγγλική: Mediocre. Μέτρια.

Θα πρέπει, βέβαια, σε αυτήν τη μετριότητα να γραφτεί με χρυσά γράμματα η περίπτωση εκείνης  της τύπισσας που «επιτέθηκε» στον Πάπα. Όχι τόσο επειδή μου τη δίνουν οι θρησκευτικοί ηγέτες, αλλά επειδή έσπασε τη μονοτονία. Όταν είδα τη σκηνή με τον Πάπα να πέφτει κάτω, γέλασα. Είχα να γελάσω έτσι από εκείνη τη μέρα που ο Τεν Κάτε στραβοκάθησε στην καρέκλα σε μία συνέντευξη Τύπου και σωριάστηκε κάτω. Αλήθεια, γιατί είναι τόσο αστείο να βλέπεις έναν άνθρωπο να πέφτει; Και αν νομίζετε ότι εγώ είμαι περίεργος και δεν είναι αστείο, έχω ισχυρό σύμμαχο τον Μελ Μπρουκς:

«Τραγωδία είναι όταν κόβω το δάχτυλό μου. Κωμωδία είναι όταν πέφτεις σε ένα ανοιχτό φρεάτιο και σκοτώνεσαι»

Τώρα βλέπω την ολονυχτία των «10 Μικρών Μήτσων». Αποκλείεται να αντέξω όλο το βράδυ – δε θέλω, άλλωστε. Μόνο μία φορά το έκανα αυτό, για τους «Απαράδεκτους». Και δε νομίζω ότι θα μπορούσα να το κάνω για καμία άλλη εκπομπή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Εκτός ίσως από το «Μαλβίνα Hostess». Σε αυτήν την περίπτωση θα το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά.

Χθες, πάλι, έβλεπα το πρωτοχρονιάτικο επεισόδιο του «Άλλα Κόλπα», νομίζω του 1995, με καλεσμένους μεταξύ άλλων την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Στέλιο Ρόκκο, που μόλις είχε βγάλει τον πρώτο του δίσκο (!). Πόσο πολύ λείπει από την τηλεόραση ένας παρουσιαστής με το μπρίο του Μπονάτσου, ε;

Είναι λίγο μίζερες οι φετινές γιορτές, δεν είναι; Μάλλον θα φταίει αυτή η πουτάνα η κρίση. Είναι απίστευτο αυτό που έγινε με την «κρίση»: Το 0,1% του κόσμου εξαπάτησε το υπόλοιπο 99,9%, κι αυτό αντί να λυντσάρει τη μειοψηφία των απατεώνων, ουσιαστικά τους είπε και «ευχαριστώ», προσφέροντάς τους ακόμα περισσότερα χρήματα όταν αυτοί τα χρειάστηκαν. Αποτέλεσμα; Το 99.9% κάνει μαύρα Χριστούγεννα, ενώ οι τράπεζες που δημιούργησαν την κρίση είναι σχεδόν οι μόνες κερδοφόρες επιχειρήσεις. Τόσες χιλιάδες χρόνια εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, κι ακόμα δεν έχουμε μάθει να μην εκμεταλλευόμαστε ο ένας τον άλλο. Ε, κύριε εκεί πάνω στα σύννεφα, λάθος είδος εξέλιξες. Ίσως έπρεπε να δοκιμάσεις τα πρόβατα.

Όταν τελειώσω αυτό το κείμενο, μπορώ ίσως να επιστρέψω στη χαρούμενη τρανς κατάσταση των Χριστουγέννων. Να βάλω στη διαπασών τα «Χριστούγεννα» της Βανδή, να δανειστώ πάλι το «Love Actually» ή το «Home Alone», να χαζέψω για κανά μισάωρο τα πολύχρωμα λαμπιόνια που αναβοσβήνουν χαρωπά πάνω στο δέντρο, να πλακωθώ στα μελομακάρονα. Και μετά, όταν περάσουν τα Φώτα και λήξει και επισήμως η περίοδος των γιορτών, τα λαμπιόνια θα καταχωνιαστούν στην αποθήκη και εγώ δε θα έχω με τι να φωτίσω τη θλίψη μου. Δεν ξέρω τι είναι προτιμότερο: Να χαλάω τα Χριστούγεννά μου με μίζερες σκέψεις ή να πετάω στο ροζ συννεφάκι μου τα Χριστούγεννα και να πέφτω χωρίς αλεξίπτωτο στο κενό των υπόλοιπων 350 ημερών του χρόνου;

Δεν θέλω να σας ευχηθώ καλά Χριστούγεννα. Πρώτον, επειδή δεν πιστεύω στις ευχές και νομίζω ότι οι περισσότεροι εκτοξεύουν τέτοιες ανέξοδες ευχές μόνο και μόνο για να μην κακοχαρακτηριστούν από τους γύρω τους σαν αγενείς, σαν τους χαμένους «φίλους» σου στο Facebook, που σου στέλνουν ένα τυπικό «Χρόνια Πολλά» στα γενέθλιά σου, επειδή τους μαρτύρησε το Facebook ότι έχεις τα γενέθλιά σου – αλλιώς ούτε που θα το θυμόντουσαν. Και δεύτερον, επειδή φημίζομαι περισσότερο για τη γρουσουζιά μου, παρά για το γούρι που φέρνω. Και δε θέλετε ευχές από έναν γκαντέμη, έτσι;

Γι’αυτό, δε σας εύχομαι τίποτα. Ελπίζω, όμως, να είστε όλοι καλά, να περνάτε υπέροχα αυτά τα Χριστούγεννα και να συγκεντρώνετε όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις για τη νέα χρονιά που έρχεται σε μία εβδομάδα.

Έχω την εντύπωση ότι η επίδραση του «Love Actually» πέρασε κιόλας. Μάλλον πρέπει να το ξαναδώ. Αλήθεια, έμεινε κανένα μελομακάρονο; Και κοίτα τι ωραία που αναβοσβήνουν αυτά τα λαμπιόνια! Τα «Χριστούγεννα» της Βανδή είναι αυτά που ακούγονται;


Όπως έχω διαπιστώσει εδώ και αρκετά χρόνια, όλα στη ζωή είναι θέμα μάρκετινγκ. Πρέπει να ξέρεις να πλασάρεις το προϊόν σου, όποιο κι αν είναι αυτό. Ακόμα κι αν διαθέτεις το καλύτερο προϊόν ή υπηρεσία, αν δεν το προωθήσεις σωστά το πιο πιθανό είναι ότι θα καταποντιστεί, αντίθετα με τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες κάποιου άλλου, που μπορεί να είναι κατώτερης ποιότητας, αλλά τα έχει προωθήσει σωστά.

Τι γίνεται, όμως, όταν το «προϊόν» που καλείσαι να προωθήσεις είναι ο ίδιος σου ο εαυτός; Ποτέ δεν είχα κληθεί να απαντήσω σε αυτήν την απορία – μέχρι χθες.

Χθες, λοιπόν, βρέθηκα σε ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, περικυκλωμένος από δεκάδες εκπροσώπους του κλάδου μου. Αποστολή μου; Να πλασάρω τον εαυτό μου. Μία αποστολή αρκετά δύσκολη, δεδομένου ότι από φυσικού μου είμαι τόσο συνεσταλμένος, ώστε αγγίζω τα όρια της αγοραφοβίας. Και μπορεί να μην την έφερα εις πέρας (αφού δεν αντάλλαξα ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα mail, ούτε καν ένα facebook), αλλά νομίζω ότι έμαθα αρκετά χρήσιμα πράγματα. Και σας τα παρουσιάζω:

– Ακόμα και σε τέτοιου είδους περιστάσεις, η τύχη παίζει πάντα σημαντικό ρόλο. Αν δεν είχα καθήσει (εντελώς τυχαία) δίπλα σε κάποια που έτυχε να γνωρίζω, έστω κι αν δεν την είχα δει ποτέ, παρά μόνο της είχα μιλήσει από το τηλέφωνο, πιθανότατα θα βολόδερνα από δω κι από κει, μεχρι να βαρεθώ και να φύγω άπραγος και καταφρονεμένος.

– Η στιγμή της εισόδου σε μία εκδήλωση είναι η πιο σημαντική όλης της βραδιάς. Αν μπορέσει κανείς να ξεπεράσει την αρχική αμηχανία των δεκάδων βλεμμάτων που είναι εστιασμένα πάνω του, τότε δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Αλλά αν, όπως εγώ, τριγυρνάει σαν χαμένος για πέντε λεπτά, ψάχνοντας να βρει κάτι οικείο μέσα σε μια θάλασσα από άγνωστες φάτσες, τότε είναι καταδικασμένος σε αμηχανία για το υπόλοιπο της βραδιάς.

– Σε τέτοιες εκδηλώσεις, το παν είναι να μη δείχνεις ποτέ αμήχανος. Πρέπει να κάνεις κάτι, οτιδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Να στρίψεις ένα τσιγάρο, να πιεις μια γουλιά από το ποτό σου, να «χωθείς» σε κάποια συζήτηση. Αλλιώς φαίνεσαι βαρετος ή/και απρόσιτος και χάνεις το παιχνίδι. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ κατά παντός υπευθύνου για το γεγονός ότι εμείς οι μη καπνιστές στερούμαστε του πλέον αποτελεσματικού μέσου καταπολέμησης της αμηχανίας, του τσιγάρου. Τι, στο πηγάδι κατουρήσαμε;

– Επίσης, κάποιες φορές χρειάζεται να κάνεις πράγματα ηλίθια ή πράγματα που δεν έχεις κάνει ποτέ στη ζωή σου (ή και τα δύο μαζί), προκειμένου να «μπεις» σε μια παρέα. Δεν είναι πάντα ευχάριστη τακτική, αλλά είναι πάντα αποτελεσματική. Παρεμπιπτόντως, τελικά ο ναργιλές δεν είναι και τόσο χάλια όσο τον περίμενα. Τουλάχιστον οι τρεις τζούρες που ρούφηξα ήταν μια χαρά.

– Η μουσική είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Μπορεί να σου φτιάξει ή να σου χαλάσει τη διάθεση. Κι αν σου φτιάξει τη διάθεση, περνάς στο επόμενο στάδιο: Λίγος χορός ποτέ δεν έβλαψε κανέναν – τουλάχιστον κανέναν που ξέρει να χορεύει. Ίσως μέχρι το επόμενο αντίστοιχο event να έχω μάθει να χορεύω, τώρα που ξέρω πόσο χρήσιμο είναι. Ειδικά latin.

– Το πιο δύσκολο μέρος μιας συζήτησης είναι, προφανώς, η αρχή της. Αυτός ο πάγος, που δε σπάει με τίποτα. Πώς μπορείς, πριν μιλήσεις σε κάποιον, να ξέρεις ότι έχετε κάτι κοινό; Και, ακόμα κι αν έχετε κάτι κοινό, πώς είσαι σίγουρος ότι θα το βρεις; Πιστεύω ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να συμμετάσχεις σε μια συζήτηση είναι να «χωθείς» σε μία ήδη υπάρχουσα. Να πιαστείς από κάτι που θα πει κάποιος άλλος και να μπεις από το παράθυρο στη συζήτηση. Βέβαια, ούτε κι αυτό είναι πάντα αποτελεσματικό, γιατί κάποιες φορές τα «πηγαδάκια» που δημιουργούνται είναι κλειστά και δεν δέχονται αιτήσεις για συμμετοχή. Ευτυχώς, αυτό δε μου έτυχε χθες.

– Η στάση του σώματος λέει όντως πολλά πράγματα που δεν αποκαλύπτουν τα λόγια, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Από την άλλη, όταν κάθεσαι σε ένα άβολο σκαμπό είναι λίγο δύσκολο να περάσεις τα μηνύματα που θέλεις με το σώμα σου. Συμπέρασμα: Την άλλη φορά ΟΧΙ σκαμπό. Καλύτερα όρθιος.

– Σχεδόν εξίσου δύσκολη με την πρώτη εντύπωση που κάνεις σε μία κοινωνική εκδήλωση είναι και η τελευταία. Πρέπει να διαλέξεις την κατάλληλη στιγμή να φύγεις, όταν επικρατεί σχετική ησυχία και όχι πάνω στον γενικό χαμό. Γιατί πρέπει να τους χαιρετήσεις όλους (μα ΟΛΟΥΣ), για να μη φανείς αγενής, και αν τους διακόψεις από τον χορό θα τους κακοφανεί. Επίσης, δεν πρέπει να φύγεις πολύ νωρίς, για να μη φανείς ξενέρωτος. Αντίθετα, αν μπορείς να μείνεις μέχρι αργά, που θα έχουν μείνει τρεις κι ο κούκος και θα είναι πιο χαλαρή και παρεϊστικη η ατμόσφαιρα, ακόμα καλύτερα.

– Επιμύθιο: Στην επόμενη αντίστοιχη εκδήλωση στην οποία θα πρέπει να παραβρεθώ, θα χορέψω λάτιν, θα καπνίσω ό,τι υπάρχει διαθέσιμο, θα κάτσω σε καναπέ και θα φύγω τελευταίος. Ή, εναλλακτικά, δε θα κάνω τίποτα από αυτά και θα έχω τα ίδια, πενιχρά αποτελέσματα. Τι να κάνουμε, μερικοί από εμάς δε γεννηθήκαμε ικανοί να πλασάρουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό. Καθείς εφ’ώ ετάχθη, υποθέτω. Απλά δεν ξέρω ακόμα που ετάχθην εγώ.



(Οδός Καλλιδρομίου, που από χθες είναι επισήμως ο αγαπημένος μου δρόμος στην Αθήνα. Δε νομίζω ότι ο Ευγένιος Ποτιέ εννοούσε αυτούς τους «κολασμένους» όταν έγραφε τη «Διεθνή».)

(Στον ίδιο δρόμο, λίγο πιο κάτω. Αν και η άποψή μου είναι ότι οι κατά συρροήν ανορθόγραφοι θα έπρεπε να λιθοβολούνται στην Ομόνοια, δεν μπορώ να μη θαυμάσω το επαναστατικό πνεύμα του καλλιτέχνη)

(σε μια κάθετη της Καλλιδρομίου. Το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι ότι αυτοί που καίνε τα βιβλία ή τα μυαλά μας είναι καμένοι οι ίδιοι)

(Καλλιδρομίου, λίγο πιο κάτω. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ όντως νιώθω τρόμο μπροστά στα σημαιοστολισμένα μπαλκόνια.)

(Δύο σε ένα! Νομίζω στη γωνία Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων. Δεν ξέρω ποιο να πρωτοσχολιάσω. Οπότε θα τα αφήσω ασχολίαστα.)

(σε μια παράλληλη της Καλλιδρομίου. Διαφωνώ κάθετα: Αν γκρεμιστούν οι πολυκατοικίες, πού θα βγάζω εγώ φωτογραφίες; Στα λιβάδια και τις εξοχές;)

(Σε έναν πεζόδρομο κάθετο της Καλλιδρομίου, δίπλα στο εργαστήρι ζωγραφικής. Η πιο δραστική (και ίσως και η πιο απλή) λύση για όσους χρωστάνε στις τράπεζες.)

(αυτό, να πω την αλήθεια, δε θυμάμαι πού είναι. Ίσως μετά την Καλλιδρομίου, προς το Πολυτεχνείο. Αναφυλαξία δεν έχω πάθει ακόμα, αλλά για το πρώτο σκέλος συμφωνώ απόλυτα.)

(κι ένα ξεκάρφωτο για το τέλος, καθώς γύριζα προς την Ακαδημίας. Έχω ακούσει κι αν έχω ακούσει ερωτικά προσωνύμια, αλλά «τυροκαφτερό»;  Γουάου!)


Κάθε φορά που πηγαίνω για φωτογραφίες στα Εξάρχεια, νιώθω σαν να κλέβω γλειφιτζούρι μέσα απ’τα χέρια μωρού. Σε όλες τις άλλες περιοχές, μπορεί να μου πάρει και μία ώρα να βρω κάτι που να μου τραβήξει την προσοχή. Στα Εξάρχεια, σε μία ώρα μπορώ να βγάλω και 50 φωτογραφίες. Άσε που είναι η μοναδική περιοχή που το φωτογραφικό υλικό ανανεώνεται τόσο συχνά. Να μην είχε και τόσους μπάτσους…Καλά θα ήταν.

Επειδή έβγαλα πολλές φωτογραφίες σήμερα (ναι, ξεπεράσαμε τις 200 στο σύνολο!!!), θα τις δημοσιεύσω σε δύο δόσεις. Αφενός για να μην «βαρύνω» πολύ αυτό το post, και αφετέρου επειδή ένας πιστός και τίμιος αργόσχολος σαν εμένα δε χάνει ποτέ μια ευκαιρία να βγάλει και το αυριανό post χωρίς να ιδρώσει. Εξάλλου, αρκετά ίδρωσα σήμερα.

Πάμε λοιπόν για το πρώτο μέρος:

(Πίσω από το γήπεδο της Λεωφόρου. Πού να το φανταζόταν ο Καρτέσιος ότι κάποτε τα αποφθέγματά του θα συνυπήρχαν στον ίδιο τοίχο με το «Στον Περαία ήρθε στόλος και γαμούσε τη μαμά σας ασυστόλως».)

(Οδός Αρματολών και Κλεφτών. Αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν έχουμε κι εμείς τόσο προχωρημένα γκατζετάκια ρε γαμώτο;)

(Λίγο πιο πάνω, προς τον Λυκαβηττό. Μη με ρωτήσετε γιατί το έβγαλα. Just because.)

(Νομίζω στην Ασκληπιού. Χαμογέλα! Τόσες κάμερες σε βλέπουν, μη βγεις χάλια!)

(Σε ένα αδιέξοδο  προς τον Λυκαβηττό. Αν είχα ένα μαύρο σπρέι πρόχειρο θα διόρθωνα το προφανές λάθος (in αντί για on).)

(Αυτό σίγουρα στην Ασκληπιού ήταν. Πού κολλάνε τα ΜΑΤ με το ΚΚΕ;)

(και ναι, είμαστε ακόμα στην Ασκληπιού. Λατρεύω τους διαλόγους με σοβαρή επιχειρηματολογία.)

(όχι στην Καλλιδρομίου, στην επόμενη κάθετη της Ασκληπιού που δε θυμάμαι πώς τη λένε. Εγώ δεν κυνηγάω καριέρα, μάλλον αυτή με κυνηγάει. Αλλά δε μ’έχει πιάσει ακόμα.)

(Μπαίνουμε λίγο πιο βαθιά στα Εξάρχεια. Κάθετη της Καλλιδρομίου, κοντά στο χοιροστάσιο. Το αστυνομικό τμήμα, ντε. Αγαπάμε Γενιά του Χάους.)

(σε εγκαταλελειμένο κτίριο στην Ιπποκράτους. Πολύ θα ήθελα κάποιος να με στείλει στον άλλο κόσμο. Όχι, κάτσε, αυτό ακούστηκε περίεργα.)

Αύριο: Καλλιδρομίου και γύρω δρόμοι.


(Αγία Παρασκευή, δε θυμάμαι το όνομα του δρόμου. Κάπως έτσι βγαίνει το κακό όνομα στις γυναίκες οδηγούς. Παρεμπιπτόντως, προχθές έκανα για πρώτη φορά στην καριέρα μου ως οδηγός κωλοδάχτυλο σε άλλο οδηγό. Και, μαντέψτε…Ήταν γυναίκα! Μου κόρναρε επειδή άφησα έναν ηλικιωμένο να περάσει το δρόμο, κι ενώ μπροστά είχε μποτιλιάρισμα και, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω. Ε, της άξιζε.)

***UPDATE***

Μια και δεν είχα τι να κάνω, ανανέωσα το The Walls Have Eyes. Αισίως, έχω ξεπεράσει τις 180 φωτογραφίες μαζί με τη σημερινή και ελπίζω σύντομα να σπάσω το ψυχολογικό φράγμα των 200. Έχω μείνει στάσιμος τελευταία.


Είναι πολύ παράδοξη γιορτή τα γενέθλια. Ο «εορτάζων» πρέπει να χαίρεται επειδή μεγάλωσε έναν ολόκληρο χρόνο μέσα σε μια μέρα, κάνοντας έτσι ένα ακόμα μεγάλο βήμα προς τον αναπόφευκτο τερματισμό. Σε αυτήν την ιδιόμορφη κούρσα αντοχής, κανένας δε θέλει να κόψει πρώτος το νήμα. Κι όμως, όταν κάποιος συμπληρώνει ακόμα ένα χιλιόμετρο, νιώθουμε την ανάγκη να του θυμίσουμε πόσο πιο κοντά στο τέλος βρίσκεται. Κι αυτό λέγεται «γιορτή». Είναι παράξενος ο κόσμος μας, έτσι;

Για την Κατερίνα, αυτή η μέρα δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο. Ήταν απλά η μέρα που γεννήθηκε. Και μάλιστα, ήρθε σ’αυτόν τον κόσμο λαθραία: Ήταν ένα «ατύχημα». Από αυτά που κάνουν καμιά φορά οι γονείς και φορτώνουν τους εαυτούς τους και τους γύρω τους με νέους μπελάδες. Αλλά τους περισσότερους μπελάδες τους φορτώνεται το ίδιο το παιδί, και η Κατερίνα το ήξερε καλά αυτό. Τι να ήθελε να θυμάται, λοιπόν, από αυτήν τη μέρα; Ότι η ίδια η ύπαρξή της οφείλεται σε ένα λάθος που δε διορθώθηκε ποτέ; Αυτά τα πράγματα κανείς δε θέλει να τα θυμάται. Κι έτσι, η σημερινή μέρα, η μέρα των 25ων γενεθλίων της, ήταν γι’αυτήν μια μέρα σαν όλες τις άλλες.

Και ξεκίνησε όπως και όλες οι άλλες: Ζόρικο πρωινό ξύπνημα, γρήγορο ντύσιμο, πρόχειρο μέικ απ, καφές στα όρθια, μποτιλιάρισμα στο δρόμο, άφιξη στο γραφείο. Η Κατερίνα σιχαινόταν την καθημερινότητά της. Μικρή ονειρευόταν πως, όταν μεγάλωνε, θα ξυπνούσε όποτε ήθελε, θα ντυνόταν με χαρά, θα έτρωγε το πλούσιο πρωινό της και θα πήγαινε με τα πόδια στη δουλειά της, κάνοντας έναν ευχάριστο πρωινό περίπατο. Έπεσε έξω σε όλα. Και αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο απ’όλα ήταν το αυτοκίνητο. Σιχαινόταν την οδήγηση. Ο πατέρας της σχεδόν την πήγε σηκωτή στη σχολή οδηγών προκειμένου να αρχίσει μαθήματα. Και τώρα ήταν σχεδόν εξαρτημένη από το αυτοκίνητό της, χωρίς να το θέλει.

Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος θα θυμόταν τα γενέθλιά της και θα την έπαιρνε στο κινητό για να της ευχηθεί μία από εκείνες τις κοινότοπες ευχές, που της έφερναν ναυτία κάθε φορά που τις άκουγε. «Να ζήσεις», «να τα εκατοστήσεις», «να τα χιλιάσεις», «ό,τι επιθυμείς»…Αλλά αυτό δε συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, η Κατερίνα δεν είχε φίλους, ή τουλάχιστον όχι τόσο καλούς φίλους που να θυμούνται τα γενέθλιά της. Ίσως να της είχε στείλει κάποιος μήνυμα στο facebook, αλλά αυτά δε μετράνε, γιατί το facebook «μαρτυράει» την ημερομηνία γέννησης και άρα αυτός που σου στέλνει ευχές το κάνει πιθανότατα για διπλωματικούς λόγους και όχι επειδή το θυμήθηκε. Και δεύτερον, οι γονείς της Κατερίνας μπορεί να ήθελαν να ευχηθούν «Χρόνια πολλά» στο μικρό τους «ατύχημα», αλλά δεν θα τα κατάφερναν. Κι αυτό γιατί το κινητό της Κατερίνας βρισκόταν στο σπίτι, κοιμόταν ακόμα στο αναπαυτικό του κομοδίνο, αγκαλιά με το καλώδιο του φορτιστή του. Επίτηδες, φυσικά. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να ακούσει σήμερα ήταν οι καρμπονιζέ ευχές των γονιών της.

Στο γραφείο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: Κανείς δεν ήξερε ότι σήμερα είχε τα γενέθλιά της – καθόλου παράξενο, μάλιστα κάποιοι από τους συναδέλφους της με δυσκολία θυμούνταν και το όνομά της. Η Κατερίνα σιχαινόταν τη δουλειά της όσο σιχαινόταν και την οδήγηση. Πάντα ήθελε η δουλειά της να είναι δημιουργική, να της διεγείρει τη φαντασία, να μπορεί να εκφράζεται μέσα από αυτήν. Αλλά πόσοι μπορούν να έχουν μια τέτοια δουλειά χωρίς να προσφέρουν «ειδικές υπηρεσίες» ή να βρίσκονται λίγο παραδίπλα στο γενεαλογικό δέντρο του διευθυντή, και να πληρώνονται γι’αυτήν; Πάντως η Κατερίνα δε συγκαταλέγεται σε αυτούς. Κι έτσι βολεύτηκε αναγκαστικά με μία βαρετή δουλειά, μία οκτάωρη απόπειρα αυτοκτονίας, που με το ζόρι κάλυπτε το νοίκι της και τα λιγοστά έξοδά της.

Φυσικά έμενε μόνη της, σε ένα ασφυκτικά μικρό διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Αποκομμένη όσο γινόταν από τους γονείς της, χωρίς καμία παρέα πια από το σχολείο ή από το Πανεπιστήμιο, και με μόνη ανθρώπινη επαφή τον ψιλικατζή της γειτονιάς (για τσιγάρα) και τον διαχειριστή της πολυκατοικίας (για τα κοινόχρηστα). Μόνη, τελείως μόνη.

Γιατί τόσο μόνη, όμως; Ήταν επιλογή της ή απλώς έτυχε; Έφταιγε αυτή ή οι γύρω της; Της άρεσε ή όχι; Η αλήθεια είναι ότι ήταν από τη φύση της αντικοινωνική. Πιο καλά, αγοραφοβική. Ήταν από αυτήν την περίεργη πάστα ανθρώπων που αισθάνονται αμηχανία και δε λένε κουβέντα όταν βρίσκονται με φίλους, αλλά δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αποκαλύψουν την ιστορία της ζωής τους σε έναν άγνωστο που μόλις γνώρισαν σε ένα τυχαίο chatroom. Αλλά δεν ήθελε να είναι και μόνη της. Και δεν την πείραζε τόσο η απουσία φίλων – αν και κατά βάθος ήθελε να έχει κάποια να παίρνει τηλέφωνο κάθε τόσο και να της λέει όλα της τα προβλήματα, αντί να τα κρατάει μέσα της και να της βαραίνουν την ψυχή. Όμως αυτό που πραγματικά χρειαζόταν ήταν ένας έρωτας. Ένας αληθινός έρωτας, όχι στυλιζαρισμένος σαν αυτούς στην τηλεόρααση, αλλά ούτε και αποτυχημένος σαν τους προηγούμενούς της. Δεν ήθελε έναν ιππότη με καλογυαλισμένη πανοπλία, αλλά ούτε και έναν κρετίνο που θα την παρατούσε στην πρώτη στραβή. Αλλά ήξερε ότι τέτοια τύχη έχουν ελάχιστοι άνθρωποι, και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ποτέ να λάβει πρόσκληση για το κλειστό κλαμπ τους.

Αυτή, λίγο-πολύ, ήταν η ζωή της Κατερίνας. Αν και η λέξη «ζωή» είναι λίγο υπερβολική για να περιγράψει κάτι τέτοιο. Ίσως ήταν ένα demo ζωής – αλλά και πάλι, τα demo συνήθως δείχνουν τα καλύτερα στοιχεία, ώστε να αγοράσεις την πλήρη βερσιόν. Και η Κατερίνα δε θα έδινε ούτε δεκάρα. Όμως, ακόμα και αυτές οι «ζωές», οι βαρετές, οι μίζερες, οι παθητικές, ακόμα κι αυτές έχουν τις εκπλήξεις και τις ανατροπές τους. Και για την Κατερίνα, η μέρα της ανατροπής ήταν η σημερινή. Η ασήμαντη μέρα των γενεθλίων της.

Τελειώνοντας τη δουλειά, η Κατερίνα μπήκε στο αυτοκίνητό της και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Είχε κίνηση πάλι. Και έβρεχε. Όλα της πήγαιναν τόσο τέλεια στραβά, που σχεδόν χαμογέλασε. Λίγα λεπτά αργότερα, σταμάτησε με αλάρμ έξω από ένα περίπτερο. Είχε ξεμείνει από τσιγάρα και, μετά από 8 ώρες αναγκαστικής ακαπνίας, λόγω της απαγόρευσης του καπνίσματος στη δουλειά της, δεν μπορούσε να περιμένει ούτε δευτερόλεπτο για την επόμενη τζούρα. Έβγαλε το κλειδί από τη μίζα και κλείδωσε το αυτοκίνητο – βέβαια, κανένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν θα καταδεχόταν να αγγίξει το σαραβαλάκι της, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Πήρε τα τσιγάρα της, πλήρωσε τον περιπτερά και μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο. Γύρισε το κλειδί στη μίζα. Αντί για τον συνηθισμένο ήχο, ακούστηκε ένας κρότος, σαν ήχος πολυβόλου. Δοκίμασε ξανά, με τη μάταια και περήφανη ελπίδα του ανίκανου εραστή (να ξαναδοκιμάσουμε; ). Τίποτα. Δοκίμασε ξανά, ξανά και ξανά. Τίποτα.

Όταν το πήρε απόφαση ότι το αμάξι της δεν θα έπαιρνε μπροστά, ούρλιαξε από μέσα της – ήθελε να ουρλιάξει δυνατά, αλλά δεν ήθελε να γίνει το επίκεντρο της προσοχής. Ποτέ δεν ήθελε οι προβολείς να πέφτουν πάνω της, πόσο μάλλον τώρα. Βγήκε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε από το αυτοκίνητο, έκατσε σε ένα παγκάκι δίπλα από το περίπτερο και εγκαινίασε το νέο πακέτο τσιγάρα. Ήθελε να κάνει τρία τσιγάρα μαζί από τα νεύρα της, αλλά τελικά συμβιβάστηκε με ένα. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη, ψάχνοντας το κινητό της, για να καλέσει την οδική βοήθεια. Δεν της πήρε πάνω από ένα δευτερόλεπτο για να θυμηθεί ότι το είχε αφήσει στο σπίτι. Ήθελε πάλι να ουρλιάξει, αλλά τελικά αρκέστηκε στο να πει από μέσα της: «Μπράβο, Κατερίνα. Σκατά τα’κανες πάλι».

Μόλις τέλειωσε το τσιγάρο της, η Κατερίνα πήγε στο περίπτερο και πήρε μια τηλεκάρτα. Είχε πάνω από πέντε χρόνια να χρησιμοποιήσει τηλεκάρτα, πίστευε πως τα καρτοτηλέφωνα σύντομα θα περνούσαν στην ισορία, όπου θα συναντούσαν τις λατέρνες, τις ατμομηχανές, τις βοϊδάμαξες και όλα αυτά τα απαρχαιωμένα. Αλλά να που σήμερα χρειαζόταν ένα. Και το βρήκε λίγο πιο κάτω. Περίμενε υπομονετικά την κυρία που μιλούσε ήδη στο τηλέφωνο, η οποία ωρυόταν έξαλλη σε κάποια άγνωστη γλώσσα, πιθανότατα βουλγάρικα ή ρώσικα. Μετά από ένα πεντάλεπτο, η κυρία ξεθύμανε, πήρε την κάρτα της κι έφυγε προς άγνωστη (και αδιάφορη) κατεύθυνση. Τη θέση της πήρε γρήγορα η Κατερίνα, που έβαλε την κάρτα στο μηχάνημα και πληκτρολόγησε τον αριθμό της οδικής ασφάλειας. Ο ευγενικός κύριος στην άλλη άκρη της γραμμής κράτησε τα στοιχεία της και της είπε ότι θα στείλουν γερανό όσο γίνεται πιο γρήγορα. Τον ευχαρίστησε και κατέβασε το ακουστικό. Πήρε την κάρτα της και ετοιμάστηκε να φύγει. Πριν κάνει, όμως, τη μεταβολή για να  φύγει, παρατήρησε ένα χαρτί που ήταν κολλημένο δίπλα στο τηλέφωνο. Το διάβασε, από καθαρή περιέργεια:

«Γεια σου. Με λένε Νίκο και είμαι μόνος. Πολύ μόνος. Τόσο μόνος, που γράφω αυτό το γράμμα, ελπίζοντας ότι κάποιος θα το βρει και θα μου τηλεφωνήσει. Έχω βαρεθεί τη μοναξιά, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό. Δεν έχω φίλους, μισώ τη δουλειά μου, δεν έχω καν ζωή. Δεν είναι φάρσα, μην το παίρνεις γι’αστείο. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον, αλλά κανείς δε θέλει να με ακούσει. Ίσως κι εσύ να θες να μιλήσεις, αλλά δε σ’ακούει κανείς. Εγώ θέλω να σε ακούσω. Θέλω παρέα. Γι’αυτό, αν κι εσύ θέλεις παρέα, σε παρακαλώ τηλεφώνησέ μου στον αριθμό που βλέπεις.»

Ήταν ό,τι πιο παράξενο είχε δει στη ζωή της. Ποιος θα έγραφε σε έναν δημόσιο χώρο το τηλέφωνό του, ελπίζοντας ότι κάποιος θα του τηλεφωνήσει; Και πόσοι θα διάβαζαν ένα τέτοιο, μαραθώνιο γράμμα την ώρα που μιλούσαν στο καρτοτηλέφωνο; Και γιατί αυτός ο «Νίκος» δεν πήγαινε σε έναν ψυχολόγο (ή, ακόμα καλύτερα, σε έναν ψυχίατρο) να του πει ό,τι ήθελε; Της φάνηκε αστείο, και γύρισε για να φύγει.

Και τότε το ξανασκέφτηκε. Σε αυτή τη γαμημένη πόλη, που ο καθένας δεν ξέρει καν τον γείτονά του, που όλοι προσπαθούν να αποξενωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, σε αυτήν την πόλη της τεχνητής μοναξιάς, κάποιος προσπαθεί να βρει παρέα. Έστω και με έναν τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Γύρισε και ξαναδιάβασε το γράμμα. Συνειδητοποίησε ότι ο «Νίκος» ήταν μια αρσενική Κατερίνα. Είχε ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτήν, τις ίδιες σκέψεις. Περιέγραφε τη ζωή του ακριβώς όπως θα την περιέγραφε και αυτή.

Κοίταξε την κάρτα της. Είχε μείνει αρκετός χρόνος ομιλίας. Μετά κοίταξε προς το μέρος του αυτοκινήτου της. Ο γερανός θα αργούσε ακόμα να έρθει. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε: «Είμαι τρελή». Και μετά σήκωσε το ακουστικό και πληκτρολόγησε τον αριθμό του Νίκου.

Χτύπησε μία φορά. Χτύπησε δεύτερη. Και τρίτη. Σκέφτηκε να το κλείσει, σταματώντας την τρέλα εδώ. Εξάλλου, αν είχε τόσο ανάγκη για επικοινωνία, θα ήταν μόνιμα κολλημένος πάνω απ’το τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε να χτυπήσει τέταρτη φορά. Μια νεανική ανδρική φωνή απάντησε: «Ναι;»

Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε προετοιμαστεί για το τι θα του έλεγε, και ακολούθησε μια αμήχανη παύση.

«Ποιος είναι;», είπε πάλι η φωνή με παράπονο. «Πάλι φάρσα; Σας είπα, δεν είναι φάρσα, αλήθεια λέω…Γαμώτο…». ήταν έτοιμος να το κλείσει.

«Περίμενε!», φώναξε εκείνη την ώρα η Κατερίνα. Η φωνή ακούστηκε πάλι, ξαφνιασμένη: «Ποιος είναι;»

«Με λένε Κατερίνα. Είδα το γράμμα σου σε ένα καρτοτηλέφωνο και…και αποφάσισα να σου τηλεφωνήσω.»

Ακολούθησε άλλη μια παύση. Αυτή τη φορά, η Κατερίνα έσπασε τη σιωπή.

«Μήπως ενοχλώ; Δεν είναι κατάλληλη η ώρα;»

«Όχι, όχι, όχι, όχι!», είπε ενθουσιασμένος ο Νίκος. «Απλώς, δυσκολεύομαι να το πιστέψω!»

«Ποιο πράγμα;»

«Ότι τελικά κάποιος με πήρε στα σοβαρά. Ξέρεις πόσες φάρσες μου έχουν κάνει; Είναι φοβερό το πόσο κακοί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι μερικές φορές. Κανίβαλοι, κανονικοί.»

Η Κατερίνα δεν είπε τίποτα, αλλά συμφωνούσε απόλυτα.

«Πες μου, Κατερίνα, γιατί μου τηλεφώνησες;»

«Θέλεις την πραγματική απάντηση ή την διπλωματική;»

«Την πραγματική»

«Λοιπόν, χάλασε το αμάξι μου και μέχρι να έρθει ο γερανός είπα να ενδώσω στην περιέργειά μου και να δω ποιος είναι αυτός ο τύπος που μοιάζει τόσο πολύ με μένα»

«Είσαι κι εσύ μόνη;»

«Σαν το λεμόνι στην πορτοκαλάδα»

Ο Νίκος γέλασε.

«Ε, εγώ υποτίθεται ότι είμαι αυτός που λέει τα αστεία!»

«Μπα; Δε μου φάνηκε και πολύ αστείο το γράμμα σου…»

«Ναι, προφανώς δε με πήρες για να ακούσεις ανέκδοτα. Αλλά άμα θες σου λέω μερικά»

«Όχι, προτιμώ να μου πεις για σένα. Ποια είναι η ιστορία σου;»

«Είσαι σίγουρη ότι θες ν’ακούσεις την ιστορία της ζωής μου;¨

«Αν προλαβαίνεις μέχρι να έρθει ο γερανός, τότε ναι»

Ο Νίκος της τα είπε όλα. Για την παιδική του ηλικία, για τους εφηβικούς του έρωτες, για τη ρουτίνα της δουλειάς του, για την αδιάφορη ζωή του, για αυτήν την πόλη που όλοι τη μισούν αλλά κανένας δεν την αφήνει, για την αφόρητη μοναξιά του. Τα πάντα. Και μάλιστα σε λιγότερα από δέκα λεπτά. Και θα του έπαιρνε ακόμα λιγότερο, αν δεν σταματούσε κάθε τόσο για να σιγουρευτεί ότι η Κατερίνα βρισκόταν ακόμα στην άλλη άκρη της γραμμής και δεν είχε αποκοιμηθεί ή δεν είχε φύγει.

Όταν τελείωσε την ιστορία του, είπε: «Και τώρα η σειρά σου».

Η Κατερίνα δίστασε. «Δεν χρειάζεται», του είπε.

«Τι εννοείς δε χρειάζεται;»

«Δεν χρειάζεται να σου πω την ιστορία μου. Απλά πάρε τη δική σου ιστορία, και αντί για το όνομά σου βάλε το δικό μου»

«Με κοροϊδεύεις;», απάντησε δύσπιστα ο Νίκος.

«Καθόλου. Οι ιστορίες μας είναι σαν δύο παράλληλοι δρόμοι, που κάνουν την ίδια διαδρομή»

«Λες να βρούμε καμία διασταύρωση στον δρόμο;»

Η Κατερίνα γέλασε.

«Εντάξει, αρκεί να έχω προτεραιότητα»

Ο Νίκος σοβάρεψε.

«Αλήθεια τώρα, θέλεις;»

«Τι πράγμα;»

«Να συναντηθούμε»

Η Κατερίνα αιφνιδιάστηκε. «Δεν είναι λίγο νωρίς να συζητάμε κάτι τέτοιο;»

«Νωρίς; Μα είναι σαν να γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια. Την ίδια ζωή έχουμε ζήσει».

Ήταν ένα μάλλον αδύναμο επιχείρημα.

«Μα αυτό είναι τρελό!», είπε η Κατερίνα.

«Ενώ το να τηλεφωνείς σε έναν άγνωστο και να μοιράζεσαι μαζί του την ιστορία της ζωής σου είναι φυσιολογικό;», απάντησε ο Νίκος. Και αυτό το επιχείρημα ήταν αισθητά πιο πειστικό.

«Θεέ μου, δεν το πιστεύω αυτό που κάνω…Και πού ξέρω εγώ ότι δεν είσαι κανένας μανιακός δολοφόνος;»

«Δεν το ξέρεις. Αλλά ρισκάρεις να μην το μάθεις;»

Η Κατερίνα σταμάτησε λίγο για να σκεφτεί τι εννοούσε. Πριν ολοκληρώσει τον συλλογισμό της, ο Νίκος της είπε: «Λοιπόν, σε δύο ώρες στο μετρό στο Πανεπιστήμιο, στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη». Τι λες;»

«Δε γίνεται!», διαμαρτυρήθηκε η Κατερίνα, «ούτε καν σε ξέρω! Κι άλλωστε, δεν θα προλάβω να κάνω τίποτα, ούτε στο σπίτι δεν προλαβαίνω να πάω!»

«Δε με πειράζει», απάντησε ψύχραιμα ο Νίκος, «έλα όπως είσαι».

«Μα δε γίνεται! Είναι τρελό!»

«Κοίτα, εγώ σε δύο ώρες θα είμαι εκεί. Αν θέλεις, έλα. Αν πάλι δε θέλεις, μην έρθεις. Αλλά να ξέρεις ότι θα το μετανιώσουμε και οι δύο αν δεν έρθεις.»

Η Κατερίνα το σκέφτηκε.

«Δεν έχεις τίποτα να χάσεις», συνέχισε ο Νίκος. «Αν κάτι πάει στραβά, δεν έχω καν το τηλέφωνό σου για να σε πάρω, εσύ έχεις το δικό μου. Μην αφήσεις αυτήν την ευκαιρία να πάει χαμένη.»

Πριν προλάβει να απαντήσει η Κατερίνα, είδε τον γερανό να έχει σταματήσει πίσω από το αυτοκίνητό της με αναμμένα τα φώτα του.

«Πρέπει να κλείσω», είπε. «Ήρθε ο γερανός. Δεν ξέρω για το βράδυ»

«Εγώ, πάντως θα είμαι εκεί. Όπως και να’χεο, χάρηκα πολύ που μιλήσαμε. Αντίο.»

«Αντίο», είπε και η Κατερίνα και έκλεισε το ακουστικό. Περπάτησε γρήγορα προς τον γερανό, μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει.

Ο μηχανικός ήταν σαφής: Η μπαταρία είχε αδειάσει. Την φόρτισε όσο μπορούσε και της είπε να οδηγήσει για τουλάχιστον μιάμιση με δύο ώρες, ώστε να μη μείνει ξανα μέχρι να πάει στο συνεργείο.

«Και πού να πάω για δύο ώρες;», αναρωτήθηκε φωναχτά η Κατερίνα.

«Ξέρω ‘γω, κάντε μια βόλτα», είπε αδιάφορα ο μηχανικός, πριν μπει βιαστικά στον γερανό και φύγει.

«Μια βόλτα». Δύο ώρες βόλτα; Ήταν πολλές. Και κοίτα σύμπτωση: Σε δύο ώρες ήταν και το άτυπο ραντεβού της με τον Νίκο. Η Κατερίνα δεν ήταν άνθρωπος που πίστευε στον Θεό, το κάρμα, το πεπρωμένο, τα ζώδια και τέτοια πράγματα, αλλά με κάτι τέτοιες συμπτώσεις όλοι μπαίνουν σε πειρασμό. Κι έτσι, αντίθετα με τη λογική της, αποφάσισε να πάει στο ραντεβού.

Μετά από περίπου μιάμιση ώρα άσκοπης περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας, η Κατερίνα έφτασε στην Ακαδημίας. Πάρκαρε εκεί, πίσω από την αφετηρία των λεωφορείων, και άναψε τσιγάρο. Είχε άγχος. Θα συναντιόταν με έναν άγνωστο. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου τριγύριζε ακόμα στο μυαλό της, κι ας ήξερε ότι κάτι τέτοια συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Αλλά κι αν δεν ήταν δολοφόνος, σίγουρα θα ήταν περίεργος. Ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος δεν κολλάει γράμματα στα καρτοτηλέφωνα. Ούτε κλείνει ραντεβού με κάποια που του μίλησε στο τηλέφωνο πριν δύο ώρες. Σκέφτηκε να φύγει, αλλά ήταν πια αργά. Εκεί που είχε φτάσει, θα ήταν ανώφελο να γυρίσει πίσω και να μη μάθει ποτέ τι θα συνέβαινε αν είχε μείνει εκεί.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Ήταν η ώρα. Καθώς πλησίαζε, κοιτούσε τα πρόσωπα γύρω της. Σκυθρωποί, κουρασμένοι, αμίλητοι άνθρωποι. Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς;

Πριν περάσει το φανάρι για να φτάσει στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη», κοίταξε τον κόσμο που ήταν μαζεμένος γύρω. Δυο-τρεις παρέες νεαρών, μία παρέα μεταναστών…και ένας νεαρός μόνος του. Θα’βαζε το χέρι της στη φωτιά ότι ήταν ο Νίκος. Τυλιγμένος σε ένα μαύρο μπουφάν, καθόταν στο πεζούλι και κοιτούσε προς τις κυλιόμενες σκάλες. Προφανώς, περίμενε ότι η «παρέα» του θα ερχόταν από εκεί. Λογικό, αφού υποτίθεται ότι το αυτοκίνητο της Κατερίνας ήταν στην εντατική.

Η Κατερίνα πέρασε το φανάρι και τον πλησίασε. Τον κοίταξε αμήχανα. Αυτός δεν είχε καν αντιληφθεί την παρουσία της.

«Νίκο;», είπε διστακτικά.

Ο νεαρός σήκωσε αμέσως το βλέμμα του και την κοίταξε. Κοίταζε έκπληκτος το πρόσωπό της για αρκετά δευτερόλεπτα, μέχρι να καταφέρει να ψελλίσει ένα «Κατερίνα;».

Χαμογέλασαν και οι δύο ταυτόχρονα. Ο Νίκος σηκώθηκε και της πρότεινε να πάνε σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια. Η Κατερίνα δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου έμοιαζε να απομακρύνεται.

Σε όλη τη διαδρομή, ο Νίκος και η Κατερίνα μιλούσαν. Έλεγαν όλα αυτά που κρατούσαν τόσο καιρό μέσα τους, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν κανένα που να θέλει να τους ακούσει. Επιτέλους, είχαν βρει κι οι δύο έναν καλό ακροατή, έναν άνθρωπο που να τους καταλαβαίνει. Πριν καν φτάσουν στο μπαράκι, είχαν ήδη καταλάβει ότι είχαν πολλά κοινά και υπήρχε χημεία ανάμεσά τους.

Για να μην τα πολυλογούμε, στο μπαράκι συνέχισαν να μιλάνε, και να μιλάνε, και να μιλάνε. Και όταν έφυγαν από το μπαράκι, στο δρόμο μιλούσαν. Και την επόμενη μέρα, η Κατερίνα έκανε την άρρωστη και δεν πήγε στη δουλειά, και όλο το πρωί μιλούσαν στο τηλέφωνο. Και το απόγευμα συναντήθηκαν ξανά, και μιλούσαν. Και το βράδυ πήγαν στο σπίτι της Κατερίνας – και επιτέλους σταμάτησαν να μιλάνε.

Και ζήσανε αυτοί καλά (;) κι εμείς καλύτερα (;).

Με άλλα λόγια, εκείνη τη μέρα η Κατερίνα πήρε το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά της. Ποιος της το έκανε; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως, από δω και πέρα, θα γιορτάζει πάντα τα γενέθλιά της…

ΤΕΛΟΣ

(Υ.Γ.: Συγνώμη για το «σεντόνι»)
(Υ.Γ.2: Συγνώμη για την απότομη αλλαγή ύφους)
(Υ.Γ.3: Συγνώμη που κατάντησα το blog μου Άρλεκιν)
(Υ.Γ.4: Σύντομα οι συνέχειες: «Η Ανεπιθύμητη Εγκυμοσύνη της Κατερίνας», «Το Διαζύγιο της Κατερίνας» και «Η Απόπειρα Αυτοκτονίας της Κατερίνας». Σας έχω πει ότι μου τη δίνουν τα χάπι εντ, έτσι; )
(Υ.Γ.5: Τελικά έπρεπε να τον έχω βγάλει μανιακό δολοφόνο στο τέλος. Θα είχε shock effect.)


Κυρίες και κύριοι, κηρύσσω και επισήμως την έναρξη της περιόδου των Χριστουγέννων! Ναι, τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και το πρώτο δώρο του Άη-Βασίλη είναι ήδη στα χέρια μου!

Πρόκειται για το «Dilbert 2.0: 20 Years of Dilbert», έναν τόμο 576 σελίδων, που περιλαμβάνει περίπου 5.600 στριπ του δημοφιλούς κόμικ «Dilbert», διανθισμένα με παρατηρήσεις και σχόλια του δημιουργού του, Σκοτ Άνταμς.

Για κάποιον λόγο που δυσκολεύομαι να κατανοήσω, ο Dilbert είναι εντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Γενικά, κανένα από τα comic strips που έκαναν ή κάνουν πάταγο σε όλο τον κόσμο δεν είναι δημοφιλές στην Ελλάδα. Calvin & Hobbes, Beetle Bailey, The Far Side, Hagar the Horrible, Blondie, ακόμα και ο Γκάρφιλντ ή τα Peanuts παραμένουν σχετικά (ή παντελώς) άγνωστα στο ελληνικό κοινό. Κι αυτό γιατί καμία ελληνική εφημερίδα δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να αποκτήσει ένα τέτοιο στριπ. Γιατί άραγε;

Όπως και να’χει, επειδή πιθανότατα ανήκετε κι εσείς σε αυτήν την πλειοψηφία που δεν ξέρει τι εστί Dilbert, θα σας κάνω μια μικρή ενημέρωση: Το κόμικ «Dilbert» ξεκίνησε την πορεία του τον Απρίλιο του 1989, σαν ένα ακόμα τυπικό στριπ, από τα εκατοντάδες που δημοσιεύονται στις αμερικανικές εφημερίδες. Ο εμπνευστής του, Σκοτ Άνταμς, δεν είχε ιδιαίτερη εμπειρία στο σχέδιο, κι έτσι ο σχεδιασμός του στριπ ήταν (και είναι ακόμα, 20 χρόνια μετά) εξαιρετικά απλοϊκός, τόσο που ακόμα κι ένα παιδί θα μπορούσε να τα αντιγράψει.

Κεντρικός ήρωας του στριπ ήταν, προφανώς, ο Dilbert, μαζί με τον σκύλο του, Dogbert. Ο Dilbert αρχικά ήταν ένας χαρακτηριστικός nerd, όσο nerd μπορούσε να είναι κάποιος εν έτει 1989, δηλαδή. Ωστόσο, με τον καιρό ο Dilbert έγινε υπάλληλος σε προγραμματιστική εταιρεία, όπου τον πλαισίωσαν διάφοροι άλλοι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες, όπως ο Wally, ο φυγόπονος και τεμπέλης συνάδελφος, ή ο ανώνυμος κρετίνος διευθυντής με τα χαρακτηριστικά μυτερά μαλλιά. Εδώ και αρκετά χρόνια, οι περιπέτειες του Dilbert περιστρέφονται γύρω από το εργασιακό χιούμορ, περιγράφοντας χιουμοριστικές καταστάσεις που συμβαίνουν σε έναν εργασιακό χώρο (που θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε). Ωστόσο, η σάτιρα του Άνταμς δεν εξαντλείται στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων και στο πόσο ηλίθια μπορεί να είναι τα αφεντικά, αλλά έχει και κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.

Κι αν ο Dilbert έχει δώσει το όνομά του στο στριπ, ο πραγματικός σταρ είναι ο Dogbert, ένας πανέξυπνος και ανυπόφορα κυνικός σκύλος, που πάντα ψάχνει τρόπους να εκμεταλλευτεί τους πάντες, και πάντα τα καταφέρνει. Φανταστείτε κάτι σαν τον Μοντεχρήστο του Αρκά, αλλά ακόμα χειρότερο.

Το χιούμορ του Άνταμς είναι εντελώς ιδιαίτερο. Αν και το στριπ πατάει γερά στην πραγματικότητα, εντούτοις έχει έναν έντονα σουρεαλιστικό χαρακτήρα, και είναι αυτός ο συνδυασμός του ρεαλιστικού και του αδύνατου που πολύ συχνά προκαλεί το γέλιο. Το χιούμορ του «Dilbert» έχει αρκετά κοινά στοιχεία με το The Far Side του Gary Larson, που ο ίδιος ο κομίστας αναγνωρίζει ως βασική επιρροή του.

Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου αναφέρει πως το στριπ του Dilbert δημοσιεύεται σε περισσότερες από 2.000 εφημερίδες και μεταφράζεται σε 23 γλώσσες σε 70 χώρες. Όχι και πολύ πίσω από τις περίπου 2.700 εφημερίδες στις οποίες δημοσιεύεται το στριπ του Γκάρφιλντ, που κατέχει και το σχετικό ρεκόρ Γκίνες.

(ΟΚ, το ξέρω ότι έχετε βαρεθεί τη ζωή σας, αλλά αυτό στη γλώσσα μου λέγεται «σύντομη ενημέρωση». Μη μου ζητήσετε ποτέ «εκτεταμένη ενημέρωση», γιατί θα το μετανιώσετε. Σας το υπόσχομαι.)

Για το κλείσιμο, σας παραθέτω ένα από τα αγαπημένα μου στριπ του Dilbert:

Επόμενη σελίδα: »