Νοέμβριος 2010



Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάμαι που, όταν ήμουν μικρός, τρελαινόμουν όταν είχα γενέθλια ή γιορτή. Ήδη έναν μήνα (και βάλε) πριν από εκείνη τη μέρα άρχιζα την αντίστροφη μέτρηση, περιμένοντας ανυπόμονα τη μέρα που θα έπαιρνα το δώρο μου και, ακόμα πιο σημαντικό, θα βρισκόμουν στο επίκεντρο της προσοχής (γιατί το καλό ψώνιο από την αρχή φαίνεται).

Κάποια στιγμή, ωστόσο, κατάλαβα πως όλη αυτή η προσμονή μου έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Το να μετράς τις μέρες και τις ώρες μέχρι να συμβεί κάτι είναι κακό πράγμα, γιατί όσο περισσότερο το σκέφτεσαι, τόσο περισσότερος σου φαίνεται ο χρόνος μέχρι τελικά να συμβεί. Πάρε για παράδειγμα και τον Στρατό: Αν αρχίσεις από την πρώτη μέρα να μετράς τις μέρες που σου απομένουν μέχρι να απολυθείς, στη δεύτερη βδομάδα το πολύ θα σε βρουν κρεμασμένο με το σώβρακό σου στον θάλαμο. Αλλά αν δεν το σκέφτεσαι, ο καιρός θα περάσει πολύ πιο γρήγορα και ανώδυνα.

Πιστεύω να καταλαβαίνεις τι εννοώ: Κάθε πράγμα στον καιρό του. Τα γενέθλιά μου είναι τον Απρίλη – δε θα κάτσω να ασχοληθώ από τώρα με αυτά. Το Δεκαπενταύγουστο είναι σε εννιά μήνες – δε θα μετράω τα δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναδώ την Αθήνα άδεια. Τα Χριστούγεννα είναι σε έναν μήνα – δε θα στολίσω από τώρα το σπίτι μου, ούτε θα αρχίσω να τρώω μελομακάρονα και κουραμπιέδες, σωστά;

Λάθος. Γιατί όπως και κάθε χρόνο, έτσι και φέτος κάποιοι έχουν φέρει τα Χριστούγεννα πριν την ώρα τους. Άλλοι το κάνουν επειδή θέλουν να πουλήσουν στολίδια και γλυκά, άλλοι επειδή απλά ανυπομονούν να έρθουν τα Χριστούγεννα και, αντί να τα περιμένουν να έρθουν, τα φέρνουν με το ζόρι. Βέβαια, όσους κουραμπιέδες κι αν αγοράσεις, και με όσα λαμπιόνια κι αν στολίσεις τη μιζέρια σου, τα Χριστούγεννα θα είναι και πάλι έναν μήνα μακριά, δε θα είναι αύριο. Ούτε είναι λογικό να γιορτάζεις για ενάμιση μήνα τα Χριστούγεννα. Είναι απλά ανώριμο.

Μη με παρεξηγείς, αγαπητό μου ημερολόγιο: Λατρεύω τα Χριστούγεννα. Λατρεύω το μήνυμα των Χριστουγέννων, λατρεύω τα πολύχρωμα φωτάκια, λατρεύω τη γέμιση της γαλοπούλας και τη βασιλόπιτα, λατρεύω τις ανταλλαγές δώρων, λατρεύω το Love Actually (που είναι η απόλυτη χριστουγεννιάτικη ταινία), ακόμα και τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα λατρεύω. Αλλά όχι τώρα. Όχι στις 30 Νοεμβρίου. Πιστεύω ότι για να αρχίσει κάποιος να στολίζει το σπίτι του από τώρα, πρέπει να είναι πολύ ανώριμος, ή να έχει τόσο πολύ ανάγκη από έναν λόγο να δείχνει χαρούμενος, που ανακηρύσσει έναν ολόκληρο μήνα σε «Χριστούγεννα» για να καλύψει αυτή του την ανάγκη. Και όσο κατανοητό κι αν είναι αυτό στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, δεν παύει να είναι και γελοίο το να βλέπεις μπαλκόνια στολισμένα με φωτάκια πριν καν μπει ο Δεκέμβριος.

Στο σπίτι μου, αντίθετα, τα πράγματα έχουν φτάσει στο άλλο άκρο: Οι γονείς μου σκέφτονται να μην στολίσουν καν δέντρο, να αφήσουν τις γιρλάντες και τα φωτάκια στη σκόνη της αποθήκης, να μην κάνουμε καθόλου Χριστούγεννα. Με τα προβλήματα που υπάρχουν, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο κέφι έχει χαθεί και κανείς δεν φαίνεται να έχει τη διάθεση να μπει σε γιορτινό mood. Όντως, το στόλισμα του σπιτιού είναι ένδειξη χαράς, βλέπει όλος ο κόσμος απ’έξω ότι σε αυτό το σπίτι οι άνθρωποι είναι χαρούμενοι και γιορτάζουν. Αν μέσα σου δεν έχεις ελπίδα και «βράζεις», γιατί να στολίσεις; Τι να δείξεις;

Όμως εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να χαλάσω τα Χριστούγεννά μου. Ακόμα κι αν μέσα μου «βράζω», θα κάνω την επανάστασή μου, στολίζοντας τουλάχιστον το δωμάτιό μου. Ξέρεις, όταν έρθει η εποχή τους, τα πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα φωτάκια που αναβοσβήνουν είναι τόσο όμορφα, που είναι πρακτικά αδύνατο να μην χαμογελάσεις βλέποντάς τα – ειδικά αν δεν συνοδεύονται από εκνευριστικά επαναλαμβανόμενη χριστουγεννιάτικη μουσική. Μέσα στη μαυρίλα θα δημιουργήσω έναν αντιστασιακό χριστουγεννιάτικο θύλακα, που θα ξεχωρίζει σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στα μάρμαρα. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει νωρίτερα από τις 12 Δεκεμβρίου, όταν και ξεκινά για μένα η γιορτινή περίοδος (την οποία χαϊδευτικά συνηθίζω να αποκαλώ «κυνηγετική περίοδο δώρων», για προφανείς λόγους).

Πάντως, θα είναι παράξενα τα φετινά Χριστούγεννα. Με λιγότερα χρήματα στην τσέπη μας από ποτέ, η πατροπαράδοτη γιορτινή καταναλωτική μας μανία θα καταλαγιάσει αναγκαστικά και ίσως χρειαστεί να επιστρέψουμε σε μία πιο παραδοσιακή βερσιόν των Χριστουγέννων: Η οικογένεια γύρω από το τζάκι, με ένα απλό γεύμα στο τραπέζι και με λιτό στολισμό του σπιτιού, χωρίς αγιοβασίληδες σε απίθανες πόζες να πετάγονται από κάθε γωνιά, χωρίς υπερβολικά στολίδια να βαραίνουν αναίτια το (ψεύτικο, φυσικά) έλατο, χωρίς την «παραδοσιακή» (για τους Αμερικανούς μπορεί, για εμάς όχι) γαλοπούλα, με χειροποίητα μελομακάρονα και κουραμπιέδες, κι όχι αγορασμένα από ψευτοκυριλέ πατισερί (στο χωριό μου τα λέγανε ζαχαροπλαστεία, αλλά μάλλον αυτή η ορολογία είναι πια passe), και γενικά με περισσότερη αγάπη και φροντίδα και λιγότερα ψώνια. Εμείς είμαστε αυτοί που εσφαλμένα έχουμε μπλέξει τα Χριστούγεννα με τον καταναλωτικό παροξυσμό και έχουμε αφήσει στην μπάντα το πραγματικό μήνυμα των Χριστουγέννων, που είναι η αγάπη, γενικώς και αορίστως, άνευ όρων και προς όλους.

Όμως μάλλον ασχολούμαι υπερβολικά με κάτι το οποίο θα συμβεί σε έναν μήνα σχεδόν. Καλύτερα να κοιτάξω λίγο το παρόν κι εγώ, μήπως καταφέρω μέχρι τα Χριστούγεννα να βρω έναν άλλο λόγο που να με κάνει να χαρώ. Θα κάνω μια βόλτα απ’όλα τα sites μήπως και βρω καμία δουλειά. Αλλιώς, η επόμενη λύση είναι να γράψω στον Άγιο Βασίλη και να του πω πόσο καλό παιδί ήμουν φέτος και πόσο θα ήθελα να μου φέρει για δώρο μία δουλειά, ή έστω μία επιταγή για να βγάλω τα τρέχοντα έξοδα. Και κοίτα να δεις που η προοπτική του Άη-Βασίλη φαίνεται πολύ πιο ρεαλιστική.

Καληνύχτα, αγαπητό μου ημερολόγιο, και να θυμάσαι: Πάντα υπάρχει μία απάντηση για αυτόν που την ψάχνει απεγνωσμένα να την βρει. Απλώς, συνήθως δεν είναι η σωστή.


Αγαπητό ημερολόγιο,

υπάρχουν κάποιες παροιμίες και λαϊκές εκφράσεις οι οποίες είναι πραγματικά σοφές, βγαλμένες από τη ζωή και αληθινές πέρα ως πέρα. Ωστόσο, αυτές οι σοφές εκφράσεις είναι ελάχιστες συγκριτικά με εκείνες που μοιάζουν να κατασκευάστηκαν περίτεχνα, μόνο και μόνο για να περάσουν υποσυνείδητα σε όλους μας κάποια σατανική ατζέντα. Και στην κορυφή αυτών των εκφράσεων βρίσκεται, με σχετική άνεση, η φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις».

Να σου εξηγήσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, τι σημαίνει αυτή η έκφραση με απλά λόγια; Σημαίνει «ό,τι κι αν σου συμβαίνει, όσο στραβά κι αν σου πηγαίνουν τα πράγματα, όσα εμπόδια κι αν σου βάζει ο κόσμος, είσαι νέος άνθρωπος και δεν πρέπει να σε επηρεάζει τίποτα από όλα αυτά. Εμείς είμαστε πια μεγάλοι άνθρωποι και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για το χάος που σου κληροδοτήσαμε, αλλά εσύ έχεις νιάτα, έχεις αντοχή και έχεις όλη την απαιτούμενη ψυχική δύναμη για να τα φέρεις όλα τούμπα! So long, sucker!».

Όμως, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Και, αν κάτι πρέπει να κάνουμε με τις πέτρες, είναι να τις πετάξουμε σε αυτούς που λένε τέτοιες παπαριές – ακέραιες, όχι στυμμένες. Γιατί ναι, μπορεί ως νέοι να διαθέτουμε μεγαλύτερες αντοχές, καλύτερα μυαλά και γενικά να είμαστε μια βελτιωμένη βερσιόν των μπαμπάδων και των μαμάδων μας, όμως τι να την κάνεις την αντοχή και το μυαλό αν σου λείπει η ελπίδα; Και ναι, θα παλέψω για ένα καλύτερο μέλλον, κι εγώ και η γενιά μου, ακριβώς επειδή δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή – αλλά είναι θράσος, ρε φίλε, να με κατηγορείς ότι θα έπρεπε να κάνω περισσότερα πράγματα για να διορθώσω τα χάλια που εσύ και η δική σου γενιά μου κληροδοτήσατε. Θράσος. Πάρε εσύ την πέτρα και βάλ’την εκεί που ξέρεις.

Από την άλλη, υπάρχουν κι αυτές οι ιστορίες που σε εμψυχώνουν και σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι όλα γίνονται σε αυτήν τη ζωή, αρκεί να υπάρχει θέληση. Φυσικά, τις περισσότερες από αυτές τις έχουν γράψει ο Αίσωπος και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και δύσκολα τις παίρνεις στα σοβαρά, όμως τουλάχιστον μία από αυτές τις ιστορίες την έζησα ο ίδιος, και θα ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σου.

Ήταν πριν από πέντε χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Χειμώνας, και μάλιστα σχετικά βαρύς, όχι σαν τον φετινό που σε εμπνέει ακόμα να τρως κάθε μέρα παγωτά. Στην πιλοτή της πολυκατοικίας είχε εγκατασταθεί, άγνωστο πώς, μία συμπαθέστατη (αν και ασχημούλα) αδέσποτη γάτα. Τριβόταν στα πόδια όλων των ενοίκων (εκτός από αυτούς που την κλωτσούσαν – παντού υπάρχει ένα στραβόξυλο) και πάντα κάποιος βρισκόταν να την ταΐσει. Κάποια στιγμή, λοιπόν, αυτή η γάτα («Κόφι» την είχαμε βγάλει, γιατί το τρίχωμά της είχε διάφορες καφετί αποχρώσεις), έμεινε έγκυος. Για τους επόμενους μήνες, την προσέχαμε και την ταΐζαμε περισσότερο. Ωστόσο, ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με το όλο και πιο τσουχτερό κρύο. Όποτε έβρισκε ευκαιρία τρύπωνε μέσα στην πολυκατοικία και καθόταν κάτω από το καλοριφέρ του ισογείου, όπου είχε ζέστη.

Μια μέρα δεν την είδαμε καθόλου. Την χάσαμε. Σκεφτήκαμε ότι μάλλον θα είχε πάει κάπου να γεννήσει, όπως συνηθίζουν οι γάτες. Έτσι, δεν ανησυχήσαμε καθόλου, ενώ δε δώσαμε καμία σημασία στη γάτα του σπιτιού, η οποία έδειχνε αδικαιολόγητα νευρική και ταραγμένη. Και το βράδυ, όπως κάθε Δευτέρα, στηθήκαμε με την Δ. στον καναπέ του σαλονιού για να δούμε το «Παρά Πέντε». Κάπου προς το τέλος του επεισοδίου, ακούστηκαν δυνατά νιαουρίσματα. Φανταστήκαμε ότι κάπου γεννούσε η Κόφι. Ωστόσο, δεν μπορούσαμε με τίποτα να φανταστούμε ΠΟΥ γεννούσε: Κάτω από τον καναπέ, τον ίδιο καναπέ στον οποίο καθόμασταν για ώρες εκείνη τη μέρα και δεν είχαμε καταλάβει τίποτα! Έτσι, από το πουθενά βρεθήκαμε με τρία νεογέννητα γατάκια και μία εξαντλημένη μαμά κάτω από τον καναπέ!

Φαίνεται πως η Κόφι είχε από το μεσημέρι σκαρφαλώσει από τον τοίχο, είχε τρυπώσει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και είχε κρυφτεί κάτω από τον καναπέ, αναζητώντας ένα ασφαλές μέρος για να γεννήσει. Και η μόνη που το είχε καταλάβει ήταν η γάτα μας, η οποία όμως δεν της επιτέθηκε, όπως είχε κάνει παλιότερα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Αυτή, λοιπόν, είναι μία πραγματική ιστορία για το πώς όταν έχεις απόλυτη ανάγκη από κάτι, θα κάνεις τα πάντα για να το πετύχεις. Μήπως, λοιπόν, τελικά η ζωή δεν είναι και τόσο δύσκολη όσο νομίζουμε, αλλά απλά δεν παλεύουμε όσο θα’πρεπε για να πετύχουμε αυτά που αναζητάμε; Μπορεί. Μπορεί να είμαι ένας κοινός γκρινιάρης, ανεπρόκοπος, τεμπέλης, χαραμοφάης νεαρός άνεργος. Αλλά, ακόμα κι έτσι να είναι, τον επόμενο που θα μου πει ότι «θα’πρεπε να πιάνω την πέτρα και να την στύβω», θα τον πάρω με τις πέτρες. Γιατί κανένας δεν μπορεί να σε κρίνει εκ του ασφαλούς, όταν δεν έχει βρεθεί ποτέ στη θέση σου. Πόσο μάλλον όταν, εν μέρει, ευθύνεται κι αυτός για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Και σε αυτό το σημείο θέλω να δώσω έναν ιερό όρκο: Αν ποτέ στη ζωή μου ξεστομίσω τη φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις», θέλω να με συλλάβουν, να με σαπίσουν στο ξύλο, να με αλυσοδέσουν γυμνό στο σιντριβάνι της πλατείας Συντάγματος και να με λιθοβολήσουν μέχρι θανάτου. Και μετά να αφήσουν το πτώμα μου να το φάνε τα αδέσποτα σκυλιά της πλατείας – ας κάνει και κάτι χρήσιμο αυτό το σώμα, επιτέλους.

Και μετά από αυτόν τον μακάβριο ιερό όρκο, θα σε αποχαιρετήσω θέτοντάς σου μία εύλογη απορία: Άραγε, στους χώρους «μη καπνιστών» στις καφετέριες, επιτρέπεται να παραγγείλει κανείς σάντουιτς με καπνιστή γαλοπούλα ή θα τον μπουζουριάσουν;


Αγαπητό ημερολόγιο,

όταν είσαι 16, θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο. Όταν είσαι 26, θέλεις να αλλάξεις μόνο το κομμάτι του κόσμου που αφορά εσένα – χέστηκες για τα παιδάκια στην Αφρική. Και όταν πια φτάσεις στα 36, δεν θες πια να αλλάξεις τίποτα, περιμένεις από τους άλλους να τα αλλάξουν για σένα. Και μέχρι το τέλος της ζωής σου, το μόνο που αλλάζεις μόνος σου είναι τα κανάλια και οι πάνες του μωρού σου (και της ακράτειας, αργότερα). Μάλλον γι’αυτό όλοι νοσταλγούμε, λίγο-πολύ, την εποχή που ήμασταν 16 χρονών: Επειδή τότε ήμασταν ακόμα ρομαντικοί.

Κι εγώ, που λες, στα 16 μου ήμουν εντελώς διαφορετικός απ’ό,τι είμαι τώρα. Ήμουν ρομαντικός. Ήμουν τόσο ρομαντικός, που οι συμμαθητές μου το έγραψαν στο λεύκωμα του σχολείου, σαν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μου (μάλλον επειδή τα υπόλοιπα «κυρίαρχα χαρακτηριστικά» μου ήταν αρνητικά και δεν ήθελαν να με προσβάλουν). Και όχι άδικα. Ακόμα θυμάμαι τους επικούς καβγάδες που είχαμε σχεδόν καθημερινά με την Ε., μια συμμαθήτριά μου, η οποία ήταν πιο πραγματίστρια απ’όσο θα είμαι εγώ στα 50 μου. Η βασική μας διαφωνία είχε να κάνει με το αν ο έρωτας μπορεί να κρατήσει για πάντα, και φυσικά εγώ υποστήριζα πως μπορεί, ενώ αυτή έλεγε ότι δεν μπορεί. Επίσης, είχαμε μια σφοδρή διαμάχη για το κατά πόσον η Κική Δημουλά είναι φοβερή ποιήτρια ή μια νοικοκυρά που δεν έπρεπε να πιάσει ποτέ στη ζωή της μολύβι στα χέρια της. Δε σου λέω ποια ήταν η δική μου γνώμη (και δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα), το αφήνω στη φαντασία σου.

(Δύο παρατηρήσεις για τα παραπάνω: Πρώτον, ναι, αν πηγαίνεις σε ιδιωτικό σχολείο, οι καβγάδες δε γίνονται για το ποια έκλεψε τον γκόμενο ποιανής, αλλά για το αν η Μαρία Πολυδούρη ήταν καλή ποιήτρια ή έγινε γνωστή επειδή την προώθησε ο Καρυωτάκης. Και δεύτερον, συνήθως τέτοιες σφοδρές διαφωνίες καταλήγουν σε έναν μεγάλο έρωτα. Ευτυχώς, αυτό δε συνέβη στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ευτυχώς.)

Μετά από τόσους καβγάδες, και ένα στοίχημα που απέχω λιγότερα από δύο χρόνια για να κερδίσω (αν ποτέ την ξαναδώ, that is), νιώθω πολύ βλάκας για αυτά που υποστήριζα τότε. Στα 26 μου (καλά, στα 27 παρά τέταρτο), έχω προσχωρήσει στο στρατόπεδό της. Αθεράπευτα ρομαντικός από τη φύση μου, θεραπευμένος τελικά με το ζόρι από τη ζωή. Τα μόνα στοιχεία που έχουν μείνει και αποδεικνύουν ότι κάποτε πέρασα κι εγώ τη ρομαντική μου φάση είναι εκείνη η πρόταση στο λεύκωμα του σχολείου και μερικά ποιήματα στις πίσω σελίδες των παλιών μου τετραδίων, που ποτέ δεν βρήκα το θάρρος (ή τον λόγο) να πετάξω στα σκουπίδια. Ναι, η Ε. νίκησε – κι ας μην το ξέρει.

Όσο κι αν είναι υπέροχο αυτό το συναίσθημα του έρωτα, όσο μυστήριο κι αν το καλύπτει, και όσο μυθικές διαστάσεις κι αν έχει πάρει στην τέχνη, τελικά είναι κάτι το πολύ απλό: Είναι αυτό το σύντομο μεταβατικό στάδιο που μεσολαβεί ανάμεσα στη γνωριμία μεταξύ δύο ανθρώπων και τη ρουτίνα. Και το χειρότερο; Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, ο έρωτας είναι μονόπλευρος. Πολύ σπάνια δύο άνθρωποι θα κοιταχτούν σε ένα μπαρ και θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα ο ένας τον άλλο. Συνήθως είναι ο ένας από τους δύο που ερωτεύεται, και προσπαθεί να κατακτήσει τον άλλο, και αν ο άλλος δεχτεί να είναι μαζί του είναι περισσότερο από συμβιβασμό, παρά από έρωτα. Και βέβαια, αργά ή γρήγορα αυτό βγαίνει στην επιφάνεια και διαλύει τη σχέση.

Και ξέρεις κάτι; Η εποχή που διανύουμε δεν είναι δύσκολη μόνο οικονομικά, αλλά και συναισθηματικά. Γιατί ωραίος ο έρωτας, και μακάρι να ήμουν σε όλη τη ζωή μου ερωτευμένος – αλλά για δοκίμασε να διατηρήσεις αυτόν τον έρωτα με 600 ευρώ το μήνα ή (ακόμα χειρότερα) με μηδενικό εισόδημα. Για δοκίμασε να στεγάσεις τον έρωτά σου στο ίδιο σπίτι με τη μαμά και τον μπαμπά. Για δοκίμασε να σχεδιάσεις γάμους, παιδιά, ταξίδια χωρίς λεφτά. Δύσκολο, δεν είναι; Ναι, είναι δύσκολο. Και το μόνο που καταφέρνεις με όλα αυτά είναι να επιταχύνεις τη διαδικασία του εκφυλισμού του έρωτα σε ρουτίνα.

Και άντε και ερωτεύομαι εγώ κάποια αιθέρια ύπαρξη ένα βράδυ σε κάποιο παρακμιακό μπαρ στο κέντρο της Αθήνας. Πώς θα την κατακτήσω; Επισημαίνοντάς της πόσο ωραίο πράγμα είναι να έχεις όλη τη μέρα ελεύθερη για γούτσου-γούτσου επειδή είσαι άνεργος; Και άντε και την κατέκτησα και είμαστε ζευγάρι. Πώς θα διατηρήσω τη φλόγα στη σχέση μας; Πηγαίνοντάς την κάθε μέρα σε πάρκα, να τρώμε σάντουιτς χειροποίητα από το σπίτι; Ή περιμένοντας πότε θα φύγουν οι γονείς προκειμένου να έχουμε έναν δικό μας χώρο;

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας ήταν εύκολη υπόθεση. Πήδαγες μια γκόμενα, μετά από 2-3 μήνες πάθαινε χολέρα, πέθαινε, πήγαινες στην επόμενη, και ούτω καθεξής, μέχρι που πάθαινες κι εσύ χολέρα και αποδημούσες εις Κύριον. Ο έρωτας στα χρόνια της ανεργίας είναι πολύ πιο δύσκολο πράγμα.

Τέλος πάντων, ας μη σε πρήζω εγώ με τις κυνικές φιλοσοφίες μου. Εξάλλου, είμαι τόσο αναποφάσιστος που μπορεί αύριο να αλλάξω πάλι γνώμη και να ξαναπιστέψω στον έρωτα. Δύσκολο, αλλά μπορεί. Αν κάποτε με χαρακτήριζε η λέξη «ρομαντικός», τώρα πια με χαρακτηρίζει η λέξη «αναποφάσιστος», και ακόμα περισσότερο η φράση «όπου φυσάει ο άνεμος». Το μόνο σταθερό πράγμα στη ζωή μου είναι η συνεχής εναλλαγή απόψεων και θέσεων επί παντός επιστητού. Και η ανεργία, φυσικά.

Και κάπου εδώ θα σε αφήσω στην ησυχία σου, να σκεφτείς πιο χαρούμενα και ρομαντικά πράγματα, όπως σου αρμόζει. Καληνύχτα και να θυμάσαι: Αυτός που είπε πως «ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει», προφανώς δεν είχε κάνει ποτέ στη ζωή του δίαιτα.


Αγαπητό ημερολόγιο,

κάνοντας μία πρόχειρη αναδρομή στους προηγούμενους μήνες, υπολογίζω ότι έχω περάσει το 40% αυτού του χρόνου κοιμώμενος (γιατί οι άνεργοι δεν χρειάζεται να ξυπνήσουν πρωί), το 59% κωλοβαρώντας ασύστολα (γιατί οι άνεργοι δεν έχουν να κάνουν και τίποτα) και το υπόλοιπο 1% κάνοντας κάτι ωφέλιμο για τον εαυτό μου ή/και για την κοινωνία. Και όσο κι αν ντρέπομαι για το μικρό ποσοστό της συνεισφοράς μου στην κοινωνία, σκέφτομαι ότι τουλάχιστον δεν την έχω βλάψει και καθόλου, κάτι που μάλλον οφείλεται στις πολλές ώρες που κοιμάμαι κάθε μέρα (γιατί όταν είμαι ξύπνιος είμαι ΠΟΛΥ επικίνδυνος για τους γύρω μου). Ωστόσο, η σημερινή μέρα ανήκε σε αυτήν την εκλεκτή μειοψηφία της τάξεως του 1%. Ναι, σήμερα έκανα κάτι χρήσιμο, επιτέλους: Συμμετείχα στην δράση των atenistas για τον καθαρισμό της παραλίας μπροστά από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Μαζί με την φίλη μου την Δ. (που επιτέλους την έπεισα να έρθει μαζί μου, μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες), φτάσαμε στο Φάληρο λίγο αργοπορημένοι, γιατί μπερδεύτηκα στον δρόμο (ως συνήθως) και βρεθήκαμε ξαφνικά χαμένοι στο Μοσχάτο, αλλά τελικά μάλλον κατά τύχη καταφέραμε να βρούμε τον δρόμο για το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εφοδιασμένοι με σακούλες σκουπιδιών και με χοντρά γάντια, ήμασταν έτοιμοι για το χειρότερο. Ή έτσι νομίζαμε, τουλάχιστον.

Αυτό που αντικρύσαμε δεν ήταν παραλία. Ήταν παραθαλάσσια χωματερή. Η παραλία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, όμως ήταν γεμάτη σκουπίδια, από τη μία άκρη μέχρι την άλλη. Ήμουν προετοιμασμένος για πολλά σκουπίδια, όμως τέτοιο χάλι δεν το περίμενα. Φυσικά, πιάσαμε αμέσως δουλειά. Ευτυχώς, δεν ήμασταν μόνοι μας, αφού στην παραλία υπήρχαν ανά πάσα στιγμή το λιγότερο 150-200 άνθρωποι.

Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα πολλά διαφορετικά είδη σκουπιδιών βρήκαμε. Τα πλαστικά καλαμάκια ήταν τόσα πολλά, που αν τα βάζαμε στη σειρά θα έφταναν μέχρι τη Δραπετσώνα. Τα πλαστικά καπάκια αμέτρητα. Επίσης, πολλές πλαστικές σακούλες, πολλοί αναπτήρες, περιτυλίγματα από σοκολάτες, καμμένα πλαστικά αντικείμενα, αντηλιακά, κομμάτια αφρολέξ, παιδικά παιχνίδια, σάπια φρούτα, καθίσματα αυτοκινήτου (μα τι είδους άνθρωπος πετάει κάθισμα αυτοκινήτου στην παραλία;;;), σόλες παπουτσιών, μια-δυο χρησιμοποιημένες σύριγγες, καφάσια, χαλασμένα ρολόγια και ποιος ξέρει τι άλλο που δεν έτυχε να δω. Η φαντασία του ανθρώπου όταν καταστρέφει τον κόσμο γύρω του θα ήταν αξιοθαύμαστη, αν δεν ήταν τόσο αξιολύπητη.

(καλά, όλοι αυτοί που πέταξαν τόση σαβούρα στην παραλία, δεν έβλεπαν μικροί τον «Καλό Γλάρο», που έλεγε «όχι σκουπίδια σε θάλασσες και ακτές»; Αλλά, θα μου πεις, αυτό ήταν last millenium. Ξέρεις, με τόσο σκουπίδι, κάπου εκεί γύρω μπορεί να ήταν και ο τάφος του Καλού Γλάρου – θεός σ’χωρέσ’τον.)

Περίπου δυόμισι ώρες μείναμε συνολικά εκεί. Σε αυτές τις δυόμισι ώρες συγκεντρώσαμε (μόνο εμείς οι δύο μαζί με την Α., που γνωρίσαμε εκεί) γύρω στις 7 μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γεμάτες μέχρι πάνω, βοηθήσαμε στη μετακίνηση ενός μεγάλου, πεσμένου κορμού, συμμαζέψαμε τα εκατοντάδες σπασμένα ξύλα και καλάμια, είδαμε μία γλυκύτατη οικογένεια αρουραίων (που οι γυναίκες δεν βρήκαν και τόσο γλυκύτατη, με εξαίρεση το τρισχαριτωμένο μωρό-ποντικάκι, που μάλλον τους ξύπνησε το μητρικό ένστικτο), γνωρίσαμε ανθρώπους σαν εμάς, και κυρίως κάναμε κάτι χρήσιμο για την πόλη μας. Ήδη όταν φεύγαμε εμείς, η παραλία ήταν αγνώριστη, και φαντάζομαι ότι στο τέλος της εκδήλωσης τα σκουπίδια ήταν πια είδος υπό (και προς) εξαφάνιση.

(Ένας από τους σωρούς κλαδιών και καλαμιών που συμμαζέψαμε)

Ήταν άλλη μία ωραία εμπειρία, και ελπίζω να μην πήγε χαμένος όλος αυτός ο κόπος και να φροντίσει κάποιος αυτήν την παραλία, πριν γεμίσει πάλι με ό,τι σαβούρα υπάρχει στη γύρω περιοχή. Αν και δεν έχω καμία εμπιστοσύνη σε αυτούς που πρέπει να φροντίσουν γι’αυτό. Είπαμε, ο καθ’ύλην αρμόδιος Καλός Γλάρος απεβίωσε, και μετά απ’αυτόν, το χάος.

Πάντως, είναι ωραίο να νιώθεις ότι κάνεις κάτι χρήσιμο για την πόλη σου, για τη χώρα σου, για τον πλανήτη σου, για οποιονδήποτε τέλος πάντων. Πρόσφατα, κάποιος από το Twitter μου είπε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία των atenistas είναι ότι κατάφεραν να με κάνουν να βγω από το σπίτι. Έχει δίκιο. Μπορεί αυτή η μιζέρια των τεσσάρων τοίχων να είναι αρκετά εθιστική μέσα στην ασχήμια της, όμως φαίνεται πως υπάρχει ακόμα ένα κομμάτι μου που θέλει να βγει έξω, να ζωγραφίσει τη ζωή του με καινούργια χρώματα, να ζήσει αλλιώς. Και μπορεί να είναι μειοψηφία εκεί μέσα, αλλά σε αυτήν την κατάσταση είναι μεγάλη επιτυχία το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα, πόσο μάλλον το ότι καμιά φορά βγαίνει στην επιφάνεια και υπερισχύει όλων των άλλων. Είναι ένα από αυτά τα μικρά θαύματα της ζωής, που δεν τα εκτιμάς όσο πρέπει, και είναι και επικίνδυνο να τα εκτιμήσεις, γιατί μπορεί μετά να νομίζεις ότι υπάρχει Θεός και να τρέχεις στις εκκλησίες για να παίρνεις την ευλογία του. Και προτιμώ να με πατήσει νταλίκα, παρά να φιλήσω χέρι παπά. Αλλά αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική κουβέντα.

Αρκετά με τις φιλοσοφίες. Θα πάω για ύπνο. Και ίσως ονειρευτώ έναν κόσμο με καθαρές παραλίες, με δουλειές για όλους, με παιδικές χαρές αντί για εκκλησίες. Αλλά όλα αυτά ελάχιστη σημασία θα έχουν, γιατί όταν ξυπνήσω αύριο το πρωί δεν θα θυμάμαι τίποτα απ’όλα αυτά – ποτέ δεν θυμάμαι τα καλά μου όνειρα, μόνο τους εφιάλτες. Γιατί όταν έβρεχε παραθυράκια  για τους νόμους, ο Νόμος του Μέρφι κρατούσε ομπρέλα.

Καληνύχτα, και μην ξεχνάς τι θα έλεγε ο Λίνκολν αν ήταν Έλληνας: «Μην ρωτάς τι μπορεί να κάνει η πατρίδα σου για σένα, αλλά τι μπορείς να κάνεις ΕΣΥ για να μην πληρώσεις φόρους».


Αγαπητό ημερολόγιο,

σου έχω καλά και κακά νέα. Πρώτα θα σου πω τα καλά: Σήμερα δε θα σου γράψω πολλά. Χάρηκες; Ωραία, και τώρα τα κακά: Έχω να σου δείξω 14 φωτογραφίες από τη σημερινή μου βόλτα σε Μεταξουργείο, Κεραμεικό και Γκάζι. Και τώρα μπορείς να πέσεις σε κατάθλιψη, και με το δίκιο σου. Ξέρω ότι το να σου δείχνω τις φωτογραφίες που έβγαλα στους τοίχους του Μεταξουργείου είναι μια πιο αλτέρνατιβ μορφή του παλιού «έλα να σου δείξω σλάιντς από τις διακοπές μου στο Λονδίνο, που πήγα σε κάθε πιθανό και απίθανο μουσείο μόνο και μόνο για να πουλήσω μούρη στους φίλους μου». Εξίσου βαρετό.

Πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι: Μέχρι σήμερα, δεν είχα πατήσει ποτέ το πόδι μου στο Μεταξουργείο. Δεν ήξερα καν πού βρίσκεται στον χάρτη. Μόνο σαν σταθμό του μετρό το ήξερα. Και όσο κι αν ντρέπομαι γι’αυτό, τα λάθη για τα οποία πραγματικά θα πρέπει να ντρεπόμαστε είναι αυτά που δεν διορθώνουμε. Κι εγώ αυτό μου το λάθος το διόρθωσα.

Περπάτησα σε δρόμους που μέχρι σήμερα είχα μόνο ακουστά, ή είχα περπατήσει μόνο βράδυ, παρέα με τους atenistas. Στη Μενάνδρου, στη Σωκράτους, στη Μάρνη, στην Αγίου Κωνσταντίνου, στη Βερανζέρου, σε όλους αυτούς τους δρόμους που έχουν αποκτήσει μυθικό status τα τελευταία χρόνια και θεωρούνται «αδιάβατοι» και «επικίνδυνοι». Εγώ αυτό που είδα ήταν εκατοντάδες μετανάστες, πολύ περισσότερους από Έλληνες, συνήθως οργανωμένους σε «πηγαδάκια» σε καφετέριες ή σε γωνίες να μιλάνε μεταξύ τους (δυνατά, κατά κανόνα) χωρίς να ενοχλούν κανέναν. Το ίδιο και στην Αγησιλάου, όπου κυριαρχούν τα κινέζικα μαγαζιά, και στη Βίκτωρος Ουγκό, και στην Ακομινάτων, και στη Μενάνδρου. Αυτή είναι η πόλη μου: Μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα, όπου συνυπάρχουν ο γιάπης με τη γραβάτα και ο μαύρος με τα μούσια, η γιαγιά με το καροτσάκι της λαϊκής και η Κινεζούλα με τον περιφερόμενο πάγκο της, ένας νεαρός που φωτογραφίζει τους τοίχους και δύο ιερόδουλες από κάποια χώρα του πρώην Ανατολικού Μπλοκ (μην πάει ο νους σου στο πονηρό, απλά δίπλα τους πέρασα, στην πλατεία Βάθης, ούτε που μου απηύθυναν το λόγο – για τόσο μπατίρης φαίνομαι). Όλα αυτά, βέβαια, καλύπτονται από μια παράξενη μυρωδιά, κάτι ανάμεσα σε κάτουρα, κλεισούρα και καυσαέριο, που χαρακτηρίζει ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας. Αλλά γι’αυτό σίγουρα δε φταίνε οι μετανάστες.

Τέλος πάντων. ήδη είπα πολλά. Ας περάσουμε στο slideshow:

(η πρώτη φωτογραφία που έβγαλα στο Μεταξουργείο, έξω από ένα θέατρο, ήταν αυτό το σπαραχτικό μήνυμα αγάπης. Γιατί ναι, οι άνδρες κάνουν τα μεγαλύτερα λάθη – αλλά κάνουν και τις μεγαλύτερες τρέλες, όταν τα συνειδητοποιήσουν…)

(αυτό το βρήκα σε ένα στενό με περίεργο όνομα, που δεν το θυμάμαι. Εμένα μου τα σκοτώσανε νωρίς τα όνειρα, οπότε ευτυχώς μπορώ να ζήσω. Ευτυχώς;)

(οδός Βίκτωρος Ουγκώ. Τρεις φορές χρειάστηκε να περάσω για να το φωτογραφίσω χωρίς να με βλέπει κανένας. Τι αισιόδοξο μήνυμα. Αν εκδώσω ποτέ την αυτοβιογραφία μου, αυτός θα είναι ο τίτλος της.)

(έχουμε αρχίσει να πηγαίνουμε προς Κεραμεικό. Αυτοί οι τύποι που έχουν γεμίσει το κέντρο της Αθήνας με τέτοια χριστιανικά γκραφίτι είναι άπαιχτοι. Και ΠΟΛΥ πειραγμένοι. Και αυτό εδώ είναι το αριστούργημά τους.)

(οδός Κολοκυνθούς, αν θυμάμαι καλά. ΟΚ, δεν ξέρω γιατί το έβγαλα αυτό. Μάλλον επειδή μου άρεσε σαν εικόνα. Και ίσως επειδή μοιάζει σαν να το έγραψε με τα ίδια του τα χέρια ο Darth Vader.)

(Πλατεία Λέοντος Αυδή. Ίσως οι τελευταίες λέξεις που θα περίμενα να δω γραμμένες σε τοίχο.)

(επίσης στην πλατεία Λέοντος Αυδή, αλλά και σε όλους σχεδόν τους γύρω δρόμους, σε διάφορα χρώματα. Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος για τη σημειολογία της σκούπας, αλλά μου έκανε «κλικ».)

(βραβείο personal favourite για σήμερα, στην οδό Κεραμεικού. Ευτυχώς που είμαι άνεργος.)

(κάπου εκεί κοντά, σε ένα στενό. Λευτεριά στις βαλκάνιες πόρνες, που λέει και το άλλο σύνθημα.)

(οδός Αγησιλάου. Το είχα σταμπάρει εκείνο το βράδυ που περάσαμε με τους atenistas, και επέστρεψα για να το απαθανατίσω. Έξυπνο.)

(κάπου εκεί γύρω κι αυτό. Μην το ξεχνάμε, σε 20 μέρες έχουμε «επέτειο».)

(στην Κεραμεικού κι αυτό. Οι πιο επικίνδυνες γιάφκες είναι αυτές που δεν έχουν όπλα. Τουλάχιστον όχι φανερά.)

(λέγε με παλιόπαιδο, λέγε με αλήτη, λέγε με κάφρο, αλλά αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου συνθήματα!)

(Γκάζι, σε ένα από τα πολλά στενά κοντά στις καφετέριες. Πιστεύω ότι σήμερα ακολούθησα την εντολή του καλλιτέχνη, και το χαμόγελο από κάτω το βλέπω στον καθρέφτη. Και με αυτήν την ευχάριστη νότα κλείνει το αποψινό slideshow. Ευχαριστούμε που μας ανεχτήκατε. Καλή σας νύχτα.)


Αγαπητό ημερολόγιο,

κάποτε οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη πίστευαν ότι οι κεραυνοί είναι σημάδι οργής των θεών, ότι η γη είναι επίπεδη και άμα φτάσεις στην άκρη της θα πέσεις στο κενό, ότι οι μαύρες γάτες είναι μεταμφιεσμένες μάγισσες και άλλα τέτοια. Σήμερα, χάρη στη συμβολή της επιστήμης, μπορούμε να ξέρουμε ότι όλα αυτά ήταν μπούρδες. Και γενικά, χάρη στη συμβολή της επιστήμης, για λίγα πράγματα μπορεί να αμφιβάλλει κανείς πια. Όλα φαίνονται υπολογισμένα, υπάρχει μία επιστήμη αφιερωμένη σε καθετί, η οποία μας εγγυάται ότι μπορεί να δώσει μία σίγουρη απάντηση σε κάθε ερώτηση. Με άλλα λόγια, οι επιστημονικές ανακαλύψεις οδηγούν στον θάνατο της αμφιβολίας.

Κι όμως, μερικές φορές η επιστήμη πέφτει έξω. Και αυτές οι περιπτώσεις είναι τα μικρά «θαύματα» της εποχής μας, οι μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις του κόσμου ενάντια στη βεβαιότητά μας απέναντί του. Προχθές, γίναμε όλοι μάρτυρες δύο τέτοιων περιστατικών, δύο «θαυμάτων» που ελάχιστοι είχαν προβλέψει και ελάχιστοι εξ αυτών τολμούσαν να το πουν παραέξω. Και αναφέρομαι στις απρόσμενες εκλογικές νίκες του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα.

Εγώ πολιτικός αναλυτής δεν είμαι, χάρτινε φίλε μου, και με τα χάλια που έχει η πολιτική στην Ελλάδα μη σώσω και γίνω ποτέ, όμως κάτι πρέπει να σημαίνει το γεγονός ότι δύο άνθρωποι ανεξάρτητοι, άφθαρτοι και εξωκοινοβουλευτικοί νίκησαν στους πολυπληθέστερους δήμους της Ελλάδας δύο ανθρώπους κομματικοποιημένους, φθαρμένους και επαγγελματίες πολιτικούς. Κάτι σαν αλλαγή πορείας. Λες και ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια τους πολλοί άνθρωποι μαζί και ανακάλυψαν την αλήθεια. Και όσο κι αν το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να καρπωθεί για τον εαυτό του τις νίκες του Μπουτάρη και του Καμίνη, όλοι ξέρουν κατά βάθος ότι ούτε οι μισοί από αυτούς που ψήφισαν αυτούς τους δύο υποψήφιους δεν είναι πασόκοι. Και προφανώς ελάχιστοι ήταν αυτοί που «επιδοκίμασαν την κυβερνητική πολιτική», κι αυτοί ήταν τα γνωστά κομματόσκυλα.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναλύσει κάποιος σε βάθος το εκλογικό αποτέλεσμα και να μάθουμε σε τι βαθμό επηρεάστηκε αυτό από το Internet. Ξέρεις, από την Κυριακή του πρώτου γύρου μέχρι την Κυριακή του δεύτερου γύρου, υπήρξε ένα άνευ προηγουμένου αντικακλαμανικό μπαράζ στο Twitter, στο οποίο συμμετείχα κι εγώ, και αν αυτό το μπαράζ βοήθησε στην επικράτηση του Καμίνη, νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε όλοι περήφανοι γι’αυτό που πετύχαμε. Αν και μάλλον θα πρέπει να ευχαριστήσω κι εκείνο το αδέσποτο αστέρι που άκουσε την ευχή μου το Σάββατο και την έκανε πραγματικότητα. Και μετά σου λένε να μην πιστεύεις σε αυτά.

Τέλος πάντων, δεν ξέρω τι μ’έπιασε και γράφω σαν τον Πρετεντέρη μετά τον πέμπτο μπάφο, μάλλον είναι ο ενθουσιασμός. Και, μεταξύ μας, άμα είναι με 60% αποχή να βγαίνουν τέτοια εκλογικά αποτελέσματα, τότε μακάρι στις επόμενες εκλογές να έχουμε αποχή 98%!

Και με όλη αυτήν τη θετική διάθεση, έκατσα σήμερα το πρωί και έψαξα κάθε πιθανό και απίθανο site, μήπως και βρω καμιά αγγελία για δουλειά. Βρήκα μία, για κειμενογράφος, και έστειλα βιογραφικό. Κατά τ’άλλα, όμως, η κατάσταση είναι τραγική. Ειδικά στη δημοσιογραφία, που μπορεί να σκέφτομαι σοβαρά να την παρατήσω για πάντα, αλλά από την άλλη έχω πάντα αυτό το βίτσιο, το σαράκι της δημοσιογραφίας, κι έτσι έριξα μια ματιά και για δουλειές σε αυτόν τον κλάδο. Απογοήτευση. Λίγες αγγελίες, κι απ’αυτές οι μισές ζητούν φοιτητές για πρακτική. Οι άλλες μισές προσφέρουν ελάχιστο ή και μηδενικό μισθό. Καθώς τις διάβαζα, μου ήρθαν στο μυαλό οι προηγούμενες εμπειρίες μου από τη δημοσιογραφία:

– Το αθλητικό site στο οποίο έκανα την τρίμηνη πρακτική μου, όπου έμεινα τέσσερις μήνες επιπλέον, απλήρωτος, μόνο και μόνο επειδή μου άρεσε η δουλειά, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι δεν θα πληρωνόμουν στον αιώνα τον άπαντα και παραιτήθηκα.

– Το μηνιαίο περιοδικό στο οποίο δούλεψα για έξι μήνες σαν εξωτερικός συνεργάτης, με πληρωμή 10 ευρώ τη σελίδα. Σημειωτέον, είχα μία μονοσέλιδη στήλη. Κοινώς, έβγαζα 10 ευρώ το μήνα. Και το καλύτερο δε σου το είπα: ΜΕ ΜΠΛΟΚΑΚΙ. Φυσικά, μπλοκάκι δεν έβγαλα ποτέ, τα 60 ευρώ που δικαιούμαι δεν τα αναζήτησα όταν τσακώθηκα με την αρχισυντάκτρια και κάθε μήνα εύχομαι να κλείσει το κωλοπεριοδικό, αλλά αντέχει το γαμημένο.

– Ένα site στο οποίο είχα στείλει βιογραφικό, και μου απάντησε με ένα mail ότι ήθελαν να γράφω ένα κείμενο 300 λέξεων κάθε μέρα, χωρίς να πληρώνομαι για έξι μήνες και μετά βλέπουμε. Δεν υπέκυψα στον πειρασμό να απαντήσω στο mail, γιατί θα έγραφα πολύ χοντρά μπινελίκια.

– Το site στο οποίο δούλεψα για μία εβδομάδα, όπου θα μου έδιναν 360 ευρώ μικτά το μήνα, με μπλοκάκι πάλι. Και τελικά με έδιωξαν επειδή έγραψα στο blog μου πόσο χάλια ήταν η δουλειά. Φυσικά, αν μου έδιναν κανονικά λεφτά δεν θα γκρίνιαζα ακόμα κι αν με βάζανε να καθαρίσω τον βόθρο της εταιρείας.

Και καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, άκουσα μια πνιχτή κραυγή από μέσα μου. Νομίζω πως ήταν το σαράκι της δημοσιογραφίας, που αυτοκτόνησε. Αλλά μπορεί και να ήταν ιδέα μου.

Και τώρα που ήρθα στα ίσα μου, με την απαραίτητη δόση μιζέριας και απαισιοδοξίας για να ισοσταθμίσει τις ασυνήθιστα υψηλές συγκεντρώσεις ελπίδας και αισιοδοξίας που προκάλεσαν οι εκλογές της Κυριακης, μπορώ να πέσω ήσυχος για ύπνο, ξέροντας πως η Αθήνα είναι σε καλά χέρια, αλλά το μέλλον μου παραμένει μετέωρο και αβέβαιο.

Καληνύχτα και να θυμάσαι (και να μου το θυμίζεις κι εμένα):

Try
Harder
Everyday.

Stay
True,
Resist
Arrogance,
Never
Give up
Escaping
Reality.


Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (που βέβαια αν οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν με πόσο χυδαίο τρόπο καπηλευόμαστε τα κατορθώματά τους και αράζουμε πάνω στις δάφνες που αυτοί έστρωσαν, θα μας εξόντωναν από μόνοι τους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία), «το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού». Κοινώς, άμα επαναλάβεις το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά, είσαι ηλίθιος. Αλλά εξίσου ηλίθιος, προσθέτω εγώ, είσαι και αν κάνεις το σωστό μία φορά, και μετά δεν το επαναλάβεις ποτέ ξανά. Και πάνω σε αυτήν τη λογική, χθες βρέθηκα και πάλι σε δράση των atenistas.

Αυτή τη φορά δεν θα σε κουράσω με αυτό το θέμα, θα είμαι πιο περιληπτικός. Χθες, λοιπόν, αυτό που κάναμε ήταν να γεμίσουμε με ρεσώ τη μία πλευρά της πλατείας Ομονοίας (αυτήν που κοιτάζει προς την Αθηνάς), ενώ παράλληλα οι μουσικοί έπαιζαν γνωστά τραγούδια (με μία ιδιαίτερη επιμονή στον Μπομπ Μάρλεϊ) και οι εκατοντάδες παρευρισκόμενοι σιγοτραγουδούσαν. Κάποια στιγμή, από την Αθηνάς ξεπρόβαλαν δεκάδες ποδήλατα, προκαλώντας έναν πανικό από χειροκροτήματα, σφυρίγματα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει κανείς που να κάνει θόρυβο. Κατόπιν, ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Αυτή τη φορά, «οπλισμένοι» με κάθε είδους φασαριόζικα αντικείμενα (από σφυρίχτρες και καραμούζες μέχρι μαράκες και απροσδιόριστα κρουστά – εγώ προσωπικά είχα αγοράσει μία καραμούζα, από αυτές που φυσάμε στα παιδικά πάρτυ), ξεκινήσαμε από την Μαρίκας Κοτοπούλη, περάσαμε μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας (οι αστυνομικοί μας κοίταζαν εμβρόντητοι), και συνεχίσαμε στη Βερανζέρου, τη Μενάνδρου, την Αγησιλάου και όλους αυτούς τους δρόμους που φοβάσαι να περάσεις μόνος σου ακόμα και το μεσημέρι. Από τα highlight της βραδιάς το πέρασμά μας από το Εθνικό Θέατρο, με τους ηθοποιούς να βγαίνουν στα παράθυρα και να μας χειροκροτούν, αλλά και η δεκάλεπτη περίπου στάση έξω από τα ιατρεία των «Γιατρών του Κόσμου», λίγο μετά την πλατεία Κουμουνδούρου – πραγματικό πανδαιμόνιο! Μετά ακολουθήσαμε την Ευριπίδου και βγήκαμε στη Σταδίου, όπου περάσαμε έξω από το πάρτυ που διοργάνωνε ο Καμίνης στην πλατεία Κλαυθμώνος, και τελικά καταλήξαμε στην πλατεία Συντάγματος, όπου και πάλι χαλάσαμε τον κόσμο με το που εμφανίστηκε στο οπτικό μας πεδίο το περίπτερο του Νικήτα Κακλαμάνη – τυχαίο; Μπα.

Από εκεί και μετά δεν ξέρω τι έγινε, γιατί πήρα τρέχοντας το μετρό για να προλάβω να γυρίσω σπίτι – ήταν ήδη περασμένες 12. Έμαθα ότι αρκετοί γύρισαν στην πλατεία Κλαυθμώνος και ενσωματώθηκαν στο πάρτυ του Καμίνη, ενώ σίγουρα πολλοί επέστρεψαν στην Ομόνοια για να μαζέψουν τα κεριά. Πάντως, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χαρούμενα πρόσωπα που βλέπαμε στα μπαλκόνια των δρόμων που περνούσαμε, καμιά φορά και 20 μαζεμένων ατόμων, που μας χαιρετούσαν και μας ευχαριστούσαν για την «ενόχληση». Όπως, βέβαια, δεν θα ξεχάσω και τους ανθρώπους που δίπλα σχεδόν στα κεριά που είχαμε στήσει στην Ομόνοια είχαν βάλει πρόχειρα στρώματα και κοιμόντουσαν εκεί, απροστάτευτοι από τη βροχή που έπεφτε πάνω τους – ελπίζω ότι κάποια μέρα οι atenistas θα μπορέσουν να κάνουν κάτι και γι’αυτούς.

Για άλλη μία φορά, περάσαμε τέλεια, αν και μάλλον όλοι γυρίσαμε στα σπίτια μας βρεγμένοι και με ένα απροσδιόριστο βουητό στα αυτιά μας. Ναι, κάναμε θόρυβο. Και ξέρεις κάτι; Μπορεί σε όλους αυτούς τους ανθρώπους να μη μοιράσαμε λεφτά, ουτε σουβλάκια, αλλά τους μοιράσαμε, έστω και για λίγο, χαρά. Και είναι, για την ώρα τουλάχιστον, το μόνο πράγμα που μπορούμε πραγματικά να τους προσφέρουμε, ένα κομμάτι από τον δικό μας ενθουσιασμό. Εξάλλου, λίγο χαμόγελο παραπάνω δεν κόστισε ποτέ τίποτα σε κανέναν.

(πάντως, μεταξύ μας, αν εγώ ήμουν ναρκομανής της περιοχής και έβλεπα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου εκατοντάδες άνθρωποι με σφυρίχτρες, καραμούζες και μαράκες, θα νόμιζα ότι με έχουν αποτρελάνει οι ουσίες και θα έτρεχα να γραφτώ σε πρόγραμμα απεξάρτησης)

Και ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας από χθες, η σημερινή μέρα ήταν για μένα μία από τις πιο δραστήριες των τελευταίων μηνών. Περπάτησα για μιάμιση ώρα δίπλα στη θάλασσα, δεν είδα καθόλου τηλεόραση, διάβασα μισό βιβλίο (την «Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ – τόσο μικρό βιβλίο, τόσο μεγάλοι συμβολισμοί) και είδα δύο ταινίες: Το «Scott Pilgrim vs. The World» (που δικαίως αυτοχαρακτηρίζεται ως «έπος επικής επικότητας» και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε έχει παίξει έστω και μία φορά στη ζωή του videogame), και το «How to Train Your Dragon» (που είναι καλούτσικο, με πολύ εντυπωσιακά γραφικά, όμως δε φτάνει με τίποτα τις ανατριχίλες που σου προκαλούν τα έργα της Pixar – η Dreamworks είναι πολύ πίσω σε αυτόν τον τομέα). Μη με ρωτήσεις πώς κολλάνε ο Όργουελ και τα κινούμενα σχέδια – άνθρωπος που δεν είναι αντιφατικός, δεν είναι άνθρωπος.

Με άλλα λόγια, οι τελευταίες δύο μέρες ήταν μέρες διασκέδασης. Δεν είναι πραγματικά αστείο το ότι νιώθω την ανάγκη να παρατήσω αυτήν τη διασκέδαση μόνο και μόνο για να βρω μία δουλειά και να περάσω στην καταπίεση και τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας; Όχι, δεν είναι αστείο. Είναι τραγικό. Είναι τραγικά τραγικό. Ή, για να το θέσω όπως οι δημιουργοί του «Scott Pilgrim», είναι μία τραγωδία τραγικής τραγικότητας. Αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται, και (τι στο διάολο) κάποτε θα αποφέρει καρπούς.

Και τώρα, αγαπητό μου ημερολόγιο, πέφτω για ύπνο. Όταν ξυπνήσω, θα είναι πια Κυριακή και θα διεξάγονται εκλογές. Κάνω μία ευχή, να μην εκλέξει ξανά ο κόσμος τον Κακλαμάνη, μπας και γλιτώσει η πόλη μου. Άμα περνάει κανένα αδέσποτο πεφταστέρι από ‘δω πάνω τέτοια ώρα, μακάρι να με ακούσει και να βάλει το χέρι του – γιατί όποτε χρειάστηκε να το βάλουν οι άνθρωποι το χέρι τους, το μόνο που κατάφεραν ήταν να βγάλουν τα μάτια τους.

Καληνύχτα και να θυμάσαι: Σε αυτές τις εκλογές δεν πρέπει να εκλέξουμε τα ίδια γουρούνια που μας έχουν απογοητεύσει τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, «το μη χοίρων βέλτιστον».

Επόμενη σελίδα: »