Ιουλίου 2008



Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά ένιωσα την ακατανίκητη επιθυμία να γράψω στις 12.30 το βράδυ, σε έναν θάλαμο γεμάτο κοιμισμένους φαντάρους. Ίσως να είναι αυτός ο συντριπτικός συνδυασμός ανυπόφορης ποδαρίλας και απάλευτης ιδρωτίλας που ερεθίζει τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Αν αυτή η υπόθεση ισχύει, τότε το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τα εγκεφαλικά μου κύτταρα είναι εντελώς ανώμαλα – όχι πως αυτό είναι κάτι καινούργιο για κάποιον του οποίου το μυαλό έχει καεί περισσότερες φορές κι από την Πεντέλη.

Βαριέμαι να κάθομαι τόσες ώρες σε ένα γραφείο, όπως κάνουν οι κανονικοί θαλαμοφύλακες. Πού και πού σηκώνομαι και κάνω καμιά βόλτα ανάμεσα στα κρεβάτια. Δεν ξέρω τι είδους αρρωστημένη ευχαρίστηση παίρνω παρακολουθώντας τους άλλους να κοιμούνται. Μάλλον είναι αυτή η αίσθηση της απόλυτης γαλήνης του ύπνου, μιας γαλήνης κόποις κεκτημένης, αλλά και καταδικασμένης να διαλυθεί από τη φωνή ενός μαλάκα θαλαμοφύλακα, η δουλειά του οποίου είναι να θυμίζει στους φαντάρους ότι δεν είναι στο σπίτι τους και δεν έχει καμία διάθεση να τους ξυπνήσει με μια ζεστή σοκολάτα και κρουασάν βουτύρου στο κρεβάτι. Το ξύπνημα του θαλαμοφύλακα είναι κυριολεκτικά ένα ρέκβιεμ για ένα όνειρο.

Τι να ονειρεύονται άραγε όλοι αυτοί; Τις κοπέλες τους; Τα σπίτια τους; Έναν μαλάκα ανθυπασπιστή με ζαρτιέρες και μίνι να κάνει πιάτσα στη Συγγρού; Ποιος ξέρει…Εδώ δεν θυμάμαι τα δικά μου όνειρα, πώς μπορώ να ξέρω τα δικά τους; Άραγε δεν θυμάμαι τα όνειρά μου ή δεν βλέπω καν όνειρα; Γιατί υπάρχει και αυτό το ενδεχόμενο, να μη βλέπω όνειρα τα βράδια. Τι να τα κάνω εδώ πέρα; Αφού είτε τα βλέπω είτε όχι το ίδιο είναι. Άσε που, και να δω όνειρο, αποκλείεται να το προλάβω ολόκληρο. Όλο και κάποιος θα με ξυπνήσει πριν το τέλος και θα συνθέσει ένα ρέκβιεμ για ένα όνειρο που δεν έπρεπε καν να είχε ξεκινήσει.

Το μόνο που ακούγεται εδώ μέσα είναι το κλιματιστικό που φυσάει ασταμάτητα και το ρολόι που μετρά βασανιστικά τα δευτερόλεπτα. Ναι, ο χρόνος περνάει. Αλλά γιατί περνάει τόσο αργά; Τόσα επιτεύγματα έχει πετύχει η επιστήμη τα τελευταία χρόνια, είναι τόσο δύσκολο να εφευρεθεί ένα μηχάνημα που να κάνει το χρόνο να κυλάει πιο γρήγορα; Δε μιλάω πια για ταξίδια στο παρελθόν – ό,τι έγινε, έγινε και οι γενναίοι το αποδέχονται, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Μόνο να πηγαίνει λίγο πιο γρήγορα το ρολόι, να μην κολλάει στα δευτερόλεπτα. Και να ένα παράδοξο: Όσο κι αν προσπαθούμε να βελτιώσουμε (ή μήπως να καταστρέψουμε; ) την φύση μας, αυτή μας έχει προικίσει με έναν τέλειο μηχανισμό που κάνει τον χρόνο να περνάει πιο γρήγορα, έναν μηχανισμό που ανθρώπινο χέρι δεν θα καταφέρει ποτέ να δημιουργήσει: Τον ύπνο. Αλλά κι αυτός εδώ είναι απαγορευμένος, ή έστω υπό διωγμόν. Ίσως επειδή κατά τη διάρκειά του βλέπουμε όνειρα, και τα όνειρα είναι κι αυτά υπό διωγμόν.

Σιχαίνομαι να ξυπνάω τους άλλους, ακριβώς επειδή σιχαίνομαι να με ξυπνάνε. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα που χρειάστηκε να κάνω στον Στρατό στη μέχρι τώρα θητεία μου. Η δουλειά του θαλαμοφύλακα είναι βρώμικη, όμως κάποιος πρέπει να την κάνει. Ναι, θα είμαι υπεύθυνος για τη διατάραξη της γαλήνης κάποιου. Όμως, αν αυτός ο κάποιος διατηρηθεί στη μακάρια γαλήνη του, κάποιος άλλος θα χάσει τη δική του. Είναι μια κατάσταση lose/lose: Ό,τι κι αν κάνεις, κάποιος θα χάσει. Αυτό είναι μεν ανακουφιστικό, γιατί ξέρεις ότι δεν έχεις άλλη επιλογή. Αλλά ελάχιστα μετράει αυτό όταν βλέπεις μπροστά σου αυτόν που μόλις ξύπνησες να έχει ξανακοιμηθεί ή να να σέρνεται στα πόδια του σαν ανάπηρος. Τότε συνειδητοποιείς πόσο βάρβαρη είναι η δουλειά σου, συνειδητοποιείς ότι είσαι ένας ιδιότυπος hitman, ένας πληρωμένος δολοφόνος ονείρων. Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, με μαέστρο εσένα στην Φιλαρμονική Ορχήστρα του Παραλογισμού.

Η βάρδια μου τελειώνει όπου να’ναι. Ξύπνησα τέσσερις φαντάρους – από αυτούς, οι δύο ήταν πολύ βαθιά στη χώρα των ονείρων και με δυσκόλεψαν. Βλέπετε, σ’αυτή τη χώρα ο ήχος από το αρμόνιο του ρέκβιεμ αργεί να φτάσει. Εκεί ο ήχος, το φως, ο χρόνος ταξιδεύουν με άλλες ταχύτητες. Είναι ωραία εκεί, όσο καταφέρεις να μείνεις. Αλλά δεν μπορείς να μείνεις για πάντα. Γιατί; Μα για έναν πολύ απλό λόγο: Γιατί αν συνέβαινε αυτό θα γκρεμιζόταν μία από τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες είναι φτιαγμένος ο σύγχρονος κόσμος μας, η αρχή που ορίζει ότι όλα τα καλά κρατούν για λίγο. Γι’αυτό και τα όνειρα κρατούν λίγο, αντίθετα με το ρέκβιεμ που τα διαλύει και διαρκεί μια ολόκληρη ζωή.

Το ακούω ξανά στ’αυτιά μου…Είναι το ρέκβιεμ για ένα ακόμα χαμένο όνειρο…Είναι το όνειρο του επόμενου θαλαμοφύλακα, τον οποίο πρέπει να ξυπνήσω…Σε αυτή τη ζούγκλα, ο ύπνος σου εξαρτάται από την αγρύπνια του άλλου…Και το αρμόνιο συνεχίζει να παίζει…


Ειλικρινά, βαριέμαι να απολογούμαι. Ναι, το ξέρω ότι είμαι απαράδεκτος που τόσο καιρό δεν έχω γράψει στο blog μου, απαράδεκτος τόσο ως προς εμένα, όσο και ως προς τους λίγους εναπομείναντες (όχι πως ήταν και ποτέ πολλοί) αναγνώστες μου. Ίσως έχω χάσει τον παλιό μου ενθουσιασμό, ίσως απλά περνάω μια ακραία στρατόπληκτη φάση της ζωής μου, στην οποία δεν μπορώ να κάνω και να σκέφτομαι τίποτα άλλο παρά το «επ’ώμου» και το «παρουσιάστε». Άλλωστε, και να ήθελα να σκεφτώ κάτι άλλο, ο ίδιος ο Στρατός με αναγκάζει να «κατεβάσω ρολά» στο αυτοβιογραφικό και αυτοψυχαναλυτικό τμήμα του blog μου, τις «Σκέψεις Ενός Φαντάρου». Βλέπετε, αυτά που έγραφα εκεί δεν άρεσαν σε κάποιους. Όχι πως δεν το ήξερα ότι δεν θα τους άρεσαν, αλλά δεν περίμενα και ότι θα αναγκαζόμουν να το κλείσω το μαγαζί. Και δεν περίμενα να γίνει τόσο σύντομα.

Γράφω αυτή τη στιγμή από το αεροδρόμιο της Αθήνας. Σε λίγο μπαίνω στο αεροπλάνο προς Χίο, μετά από 10 ημέρες ανακουφιστικής άδειας. Μην απορείτε που σε αυτές τις 10 μέρες δεν έγραψα τίποτα. Ήμουν πολύ απασχολημένος με όλα όσα μου έχουν λείψει στον Στρατό εδώ και μήνες.

Πρώτα απ’όλα, μου έλειψε η ίδια η Αθήνα. Πραγματικά, ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πόση αγάπη έχω γι’αυτήν την πόλη. Και πολύ λιγότεροι μπορούν να κατανοήσουν τους λόγους που έχω να την αγαπώ. Αυτές τις μέρες περπάτησα ξανά στο Μοναστηράκι και στην Ερμού, ταξίδεψα με λεωφορεία και μετρό, ήπια καφέ στη Γλυφάδα και την Αργυρούπολη, πήγα για κρέπες στον Χολαργό και για σινεμά στην Αγία Παρασκευή, είδα τα φώτα της Ακρόπολης να ανάβουν το βράδυ, θυμήθηκα πώς μοιάζει το να ζεις. Και είναι υπέροχο, ειδικά όταν ζεις στην αγαπημένη σου πόλη…

(μιας και ανέφερα τη λέξη «καφέ», να σημειώσω ότι μέσα στον Στρατό συνέβη και ένα ιστορικό γεγονός: Ήπια καφέ για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ναι, όπως το διαβάσατε, έτσι είναι. Γιατί αν δεν πιεις έναν φραπέ για να ξυπνήσεις μετά από έναν μαραθώνιο σκοπιάς, πότε θα τον πιεις; )

Πώς είναι να γυρίζεις πίσω στο στρατόπεδο μετά από ένα τέτοιο δεκαήμερο; Σίγουρα δύσκολο. Όμως οι φυσικές άμυνες του οργανισμού μου βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία: Μια φωνή μέσα μου δε σταματά να μου υπενθυμίζει ότι μένουν 45 μέρες στην Χίο, 45 υπηρεσίες (γιατί καθαρή έξοδο δεν θα δω στον αιώνα τον άπαντα). Είναι πολλές; Όχι, δεν είναι πολλές. Σε δύο εβδομάδες συμπληρώνω 6 μήνες θητείας στον Στρατό, δηλαδή ακριβώς μισή θητεία. Ήδη νιώθω ότι δεν ανήκω στον Στρατό, νιώθω απλός πολίτης – αν μπορούσα να εκφράζομαι και ελεύθερα, θα ένιωθα πολίτης πολυτελείας. Αλλά ποιος μπορεί πραγματικά να αισθάνεται έτσι σήμερα;

Κοιτάζω γύρω μου το αεροδρόμιο, τα μαγαζιά, το check-in, τις οθόνες με τις πτήσεις, τον κόσμο που περιμένει με τις βαλίτσες του…Είναι ξημερώματα. Πού πάνε όλοι αυτοί; Πηγαίνουν σε μια φυλακή, σαν εμένα; Ή μήπως αφήνουν  τη φυλακή τους για να απολαύσουν την ελευθερία τους; Ή μήπως αφήνουν τη φυλακή τους για να πάνε σε μία καινούργια; Ο καθένας θα έχει τη δική του ιστορία να διηγηθεί, και η κάθε ιστορία θα είναι ενδιαφέρουσα. Και πιθανότατα πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μου, που είναι απλά η ιστορία ενός απλού φαντάρου, ενός από τους χιλιάδες. Τι παραπάνω έχει η δική μου ιστορία; Τίποτα. Απλά, τη δική μου τη γράφω. Σκέφτομαι καμιά φορά πόσες ενδιαφέρουσες ιστορίες μένουν στην αφάνεια επειδή αυτοί που μπορούν να τις πουν δεν έχουν πού να τις πουν. Και τι παράξενο: Τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες τις λένε αυτοί που δεν ξέρουν πού να τις πουν. Όταν τους δώσεις την ευκαιρία να τις διηγηθούν, τότε καταλαβαίνεις πόσα θα κέρδιζες αν τους έδινες πιο συχνά αυτήν την ευκαιρία. Και νομίζω ότι είναι πολλοί αυτοί που ψάχνουν την κατάλληλη ευκαιρία…

Αν είμαι λίγο μελαγχολικός, συγχωρέστε με. Δεν το συνηθίζω πια. Παλιά η μελαγχολία ήταν σχεδόν το αγαπημένο μου συναίσθημα, το πιο δημιουργικό. Και ακόμα πιστεύω πως η μελαγχολία υπήρξε κινητήριος δύναμη για μερικά από τα μεγαλύτερα έργα τέχνης όλων των εποχών – η Μόνα Λίζα δεν σας φαίνεται κι εσάς κάπως μελαγχολική, λες και αυτό το αμήχανο χαμόγελο της βγαίνει με το ζόρι; Ωστόσο, τώρα πια σπάνια πέφτω στα δίχτυα της. Ακόμα και μέσα στον Στρατό, συνήθως βρίσκω τον τρόπο να την ντριμπλάρω με σταυρωτή ντρίμπλα και να καρφώσω στα μούτρα της. Όχι ότι την αντιπαθώ. Απλά προτιμώ να χαμογελάω. Αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι καμιά φορά να χαμογελάσεις…Προσπαθείς να το κάνεις αυθόρμητα, και η πρώτη σκέψη που σου έρχεται στο μυαλό είναι αρνητική. Πρέπει να προσπαθήσεις κι άλλο για να θυμηθείς κάτι ευχάριστο και τελικά να χαμογελάσεις – κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Αν τυχόν δεν θυμηθείς κάτι καλό, το πιθανότερο είναι να αναστενάξεις ή να βγάλεις προς τα έξω ένα αμήχανο χαμόγελο, σαν αυτό της Μόνα Λίζα, ένα χαμόγελο απελπισίας. Να γιατί έχω τόσο μεγάλη ανάγκη να γράφω αστεία κείμενα, και όχι μελαγχολικά: Όταν το χαμόγελο έχει γίνει πια τόσο σπάνιο, είναι μεγάλη υπόθεση να μπορείς να το προκαλέσεις στους άλλους. Και θα ήθελα να πιστεύω ότι, με τον τρόπο μου, αυξάνω τα χαμόγελα στον πλανήτη Γη, έστω και σε ελάχιστο βαθμό.

Η πτήση μου σε λίγο φεύγει. Κάνε κάτι, λοιπόν, να χάσω το αεροπλάνο! Μπα, δεν αξίζει. Χαλάω που χαλάω έναν ολόκληρο χρόνο από τη ζωή μου (και η αποζημίωση; 8 ευρώ το μήνα…), γιατί να χαλάσω κι άλλον επιπλέον χρόνο για λιποταξία; Η λογική προστάζει να ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα. Και μη νομίζετε ότι αυτό ισχύει μόνο για την στρατιωτική μου θητεία…Μπορεί να συνηθίζω να αφήνω πράγματα στη μέση επειδή τα βαριέμαι στην πορεία, αλλά με κάποια άλλα πράγματα παθιάζομαι, και δεν ηρεμώ αν δεν τα τελειώσω. Το υπόσχομαι στον εαυτό μου, το τέλος θα γραφτεί όταν και όπως το θέλω εγώ. Εντάξει, άσε το «όταν» – αυτό το έχασα ήδη. Αλλά στο «όπως» δεν δέχομαι συμβιβασμούς. Είμαι ξεροκέφαλος, το ξέρω. Πρόβλημά μου; Ίσως όχι μόνο δικό μου…

Επίσης, υπόσχομαι να γράφω πιο συχνά στο blog μου. Τώρα που έχω τα μέσα θα είναι πιο εύκολο. Ελπίζω να βαρεθείτε να με διαβάζετε, οι λίγοι εναπομείναντες. Πάντως, θα κάνω ό,τι μπορώ επί του θέματος.

Θα έχετε νέα μου σύντομα. Ελπίζω. Μπορεί να μην είναι στρατιωτικά, αλλά θα είναι νέα.

Να απολαμβάνετε την ελευθερία σας, όσο την έχετε, και όσοι την έχετε…Γιατί μόνο αν τη χάσετε θα συνειδητοποιήσετε πόσο την υποτιμούσατε όταν την είχατε…

(πόσο κλισέ ακούγεται αυτό, ε;)


Μια και διανύουμε Ολυμπιακό έτος (και όχι επειδή ο Ολυμπιακός απέκτησε τον Αβραάμ Παπαδόπουλο, αλλά επειδή στο Πεκίνο θα διεξαχθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες), σκεφτόμουν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Στρατός έχουν ένα κοινό δόγμα: «Citius, altius, fortius». Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτό σημαίνει «πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά». Στον Στρατό σημαίνει «πιο γρήγορα να πας να καθαρίσεις τις τουαλέτες, πιο ψηλά να σηκώνεις το όπλο στις οπλασκήσεις, πιο δυνατά να βαράς προσοχή όταν σου μιλάω». Αλλά η κεντρική ιδέα είναι ίδια.

Θα μπορούσε, λοιπόν, ο Στρατός να διοργανώσει μια δική του Ολυμπιάδα, αποτελούμενη από αθλήματα στα οποία χιλιάδες φαντάροι διαπρέπουν καθημερινά. Χορηγοί δεν χρειάζονται (τόσα λεφτά έχει ο Στρατός!), από υποψήφιους αθλητές άλλο τίποτα, στρατόπεδα-γήπεδα δόξα τω Υπουργώ έχουμε να φαν κι οι κότες και του κοτόπουλου να μη δίνουν. Μιλάμε για μια έτοιμη διοργάνωση. Για τους Ολυμπιονίκες του Στρατού δεν θα είχαν αξία τα μετάλλια και τα δαφνοστέφανα – μερικές μέρες τιμητικής άδειας θα ήταν υπεραρκετές. Και ούτε θα χρειαζόταν να εξοπλιστούν οι φαντάροι-αθλητές με σορτσάκια, φανέλες και πανάκριβα αθλητικά παπούτσια – τι να τα κάνεις όλα αυτά όταν έχεις τις ένδοξες παραλλαγές και αρβύλες του Στρατού, πάντα σε συνδυασμό με το στρατιωτικό καπελάκι τζόκεϊ και την ανατομικά σχεδιασμένη (LOL!) εξάρτυση;

Και ιδού και τα αθλήματα της Στρατιωτικής Ολυμπιάδας:

Μαραθώνιος Σκοπιάς

Το πλέον παραδοσιακό άθλημα της Ολυμπιάδας δεν θα μπορούσε να λείπει και από εδώ. Σε αυτήν την παραλλαγή του Μαραθωνίου, οι αθλητές πρέπει να φυλάνε ακούραστα σε διάφορα μέρη του στρατοπέδου (στην πύλη, στα πυρομαχικά, στα καύσιμα, στα καναρίνια του Διοικητή κλπ). Νικητής αναδεικνύεται ο αθλητής που θα καταφέρει να κάνει περισσότερες ώρες σκοπιάς προτού κοιμηθεί, καταρρεύσει ή αυτοκτονήσει.

Ρεκόρ Αγώνων: 32,25 ώρες – Ευστράτιος Αγρυπνιώτης

100 μ. ΚΨΜ

Το άθλημα στο οποίο αναδεικνύεται η ταχύτητα των διαγωνιζομένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αθλητές ξεκινούν από τον θάλαμο προς το ΚΨΜ, το οποίο απέχει 100 μέτρα, και σκοπός τους είναι να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι εκεί, ώστε να παραγγείλουν φραπέδες και τυρόπιτες πριν προλάβουν να πλακώσουν οι υπόλοιποι φαντάροι και δημιουργηθεί ουρά. Οι προκριματικοί, αλλά και ο τελικός, του αθλήματος διεξάγονται συνήθως το πρωί (κατά τις 6.30-7), ως είθισται στον Στρατό.

Ρεκόρ Αγώνων: 7,83 δευτερόλεπτα – Γρηγόριος Σαϊτας
(η επίδοση του Βαλέριου Φεράρη, με 7,45 δευτερόλεπτα, δεν κατακυρώθηκε, καθώς ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με καφεϊνη, αφού είχε ήδη πιει καφέ πριν την εκκίνηση του αγώνα)

100 μ. ΚΨΜ μετ’εμποδίων

Ακριβώς το ίδιο άθλημα, αλλά με κάποια εμπόδια μεταξύ θαλάμου και ΚΨΜ: Ο Ανθυπολοχαγός που προσπαθεί να σε χώσει σε κάποια αγγαρεία, ο αδέσποτος σκύλος που έχει αράξει στη μέση, ο Γιωτάς που θέλει να σου βάλει τρικλοποδιά, ένας πεσμένος κάδος σκουπιδιών, καμιά δεκαριά κοτρώνες στρατηγικά τοποθετημένες κλπ.

Ρεκόρ Αγώνων: 8,79 δευτερόλεπτα – Βούλης Πατουλίδης

Άλμα εις ύψος

Ακόμα ένα κλασικό άθλημα της Ολυμπιάδας που δεν θα μπορούσε να λείπει και από αυτούς τους αγώνες. Με μία απλή διαφορά: Εδώ οι αθλητές δεν πρέπει να περάσουν πάνω από κάποιο οριζόντιο εμπόδιο, αλλά πάνω από τα κάγκελα του στρατοπέδου, ώστε να κάνουν «μαντραπήδα» και να βγουν χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς. Και, όπως καταλαβαίνετε, ο συναγωνισμός σε αυτό το άθλημα είναι τεράστιος…

Ρεκόρ Αγώνων: 3,36 μέτρα – Πέτρος Πήδουλας

Άρση σκουπιτενεκέδων

Η άρση βαρών, το άθλημα των χειροδύναμων, υπάρχει και σε αυτούς τους αγώνες στην στρατιωτική του μορφή. Δηλαδή, αντί για μπάρες με βάρη, οι αθλητές πρέπει να σηκώσουν σκουπιδοτενεκέδες γεμάτους με κάθε είδους σκουπίδια και να τους αδειάσουν στην παρακείμενη σκουπιδιάρα. Νικητής ανακηρύσσεται αυτός που θα καταφέρει να σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος χωρίς να το ρίξει, να λυγίσει ή να κλείσει τη μύτη του.

Ρεκόρ Αγώνων: Ανάλογα με τις κατηγορίες. Πάντως, τα μεγαλύτερα ρεκόρ κατέχει ο Σαράντης Προγούλης με 168 κιλά στο αρασέ και 344 κιλά στο ζετέ.

Σκοποβολή

Αλίμονο αν σε Στρατιωτικούς Αγώνες δεν υπήρχε σαν άθλημα η σκοποβολή – τι τις κάνουν τόσες βολές οι φαντάροι, για μόστρα; Εκτός, όμως, από την παραδοσιακή σκοποβολή με 45άρι, 38άρι, G3A3, Μ1, Καλάσνικοφ, κυνηγετική καραμπίνα, αεροβόλο και νεροπίστολο, υπάρχει και η σκοποβολή σε τουαλέτα, ένα άθλημα στο οποίο λίγοι τα καταφέρνουν πραγματικά καλά, καθώς οι αθλητές καλούνται να κατουρήσουν σε τούρκικη τουαλέτα χωρίς να πιτσιλίσουν το χώρο έξω από τη λεκάνη.

Ρεκόρ: 12,47 ml εκτός τουαλέτας – Γουλιέλμος Στέλλος

Έπταθλο Αγγαρείας

Λένε ότι ο νικητής αυτού του αγωνίσματος είναι ο πιο ολοκληρωμένος αθλητής από οποιονδήποτε άλλο, καθώς αγωνίζεται σε όλα τα κύρια αθλήματα. Πράγματι, έτσι είναι. Οι αθλητές του Επτάθλου Αγγαρείας δοκιμάζουν την ακρίβεια και την ταχύτητά τους στα εξής αγωνίσματα:

– Γυάλισμα Αρβύλας
– Καθάρισμα Τουαλέτας
– Σκούπισμα-Σφουγγάρισμα Θαλάμου
– Καθάρισμα Μαγειρείων
– Γόπινγκ
– Άδειασμα Κάδων
– Καθαρισμός Όπλου

Ρεκόρ Αγώνων: 7.533 πόντοι – Παντελής Νοικοκύρης


…βασιλεύει ο μονόφθαλμος, θα πείτε όλοι. Πράγματι, αυτό ισχύει, αλλά υπάρχουν πολλά πράγματα που είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό για αυτή την αινιγματική «χώρα των τυφλών». Καιρός να τα μάθουμε:

Στη χώρα των τυφλών, οι σκύλοι Αγίου Βερνάρδου είναι τόσοι όσοι και οι κάτοικοι.

Στη χώρα των τυφλών, ο τροχονόμος έχει την πιο δύσκολη δουλειά.

Στη χώρα των τυφλών, η επίσημη γλώσσα είναι τα Μπράιγ.

Στη χώρα των τυφλών, το «ραντεβού στα τυφλά» αποκτά την πραγματική του διάσταση.

Στη χώρα των τυφλών, τα αγόρια αυνανίζονται χωρίς φόβο μήπως τυφλωθούν.

Στη χώρα των τυφλών, η επίσημη ονομασία του κράτους είναι «χώρα των Αόμματων».

Στη χώρα των τυφλών, η χώρα των μουγκών μπορεί να εισβάλλει όποτε θέλει και να μην καταλάβουν τίποτα οι τυφλοί.

Στη χώρα των τυφλών, η μόνη χρησιμότητα του καθρέφτη είναι τα 7 χρόνια γρουσουζιάς που φέρνει αν τον σπάσεις.

Στη χώρα των τυφλών, τα τηλεχειριστήρια των τηλεοράσεων δεν έχουν «mute».

Στη χώρα των τυφλών, είναι πολύ πιο εύκολο για τους μανάβηδες να κλέψουν στο ζύγι.

Στη χώρα των τυφλών, η εμφάνιση μιας τραγουδίστριας δε μετράει περισσότερο από τη φωνή της – γι’αυτό και η Στέλλα Μπεζαντάκου θεωρείται δημόσιος κίνδυνος.

Στη χώρα των τυφλών, κανείς δεν μπορεί να διαβάσει αυτό το κείμενο – ευτυχώς…