(περίληψη προηγουμένων: Παρά τις αντιρρήσεις της συζύγου σου, τελικά ταξιδεύετε οικογενειακώς στην μαγευτική Κάτω Κορακόπετρα, με σκοπό να παραστείτε στον γάμο της ανιψιάς σου, της Ζαχαρούλας. Και έχετε μόλις φτάσει έξω από το σπίτι του αδελφού σου, Πέμπτη απόγευμα…)

Ανοίγεις την πόρτα του αυτοκινήτου με ενθουσιασμό και τρέχεις προς το κατώφλι του σπιτιού. Αλλά πριν προλάβεις να πεις «καλησπέρα», έχουν ήδη ξεχυθεί από παντού δεκάδες αδέλφια, ξαδέλφια, θείοι, θείες, ανίψια, κουνιάδες, όλοι πληροφορημένοι για την άφιξή σου και αποφασισμένοι να σε πνίξουν στις αγκαλιές τους και να σε πεθάνουν στα φιλιά. Και έτσι γίνεται: ο ένας μετά τον άλλο (ή καμιά φορά και οι δύο μαζί), όλοι οι συγγενείς σου σε περικυκλώνουν, σε αγκαλιάζουν εγκάρδια και σε φιλούν σταυρωτά.

– «Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό», λέει το ένα παιδί.
– «Ναι, κι εγώ…Σε ένα θρίλερ με ζόμπι του Τζορτζ Ρομέρο…», απαντά το άλλο.

Πράγματι, αν δεν ήξερες ότι όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι έχουν φιλικές διαθέσεις, δεν θα το μάντευες με τίποτα. Άσε που τα πρόσωπα πολλών είναι τόσο παραμορφωμένα από τα γηρατειά και την κούραση, που το μόνο που τους διαφοροποιεί από ένα καθωσπρέπει ζόμπι είναι ότι από τα χείλη τους, αντί για αίμα, στάζουν τα σάλια τους.
Κάνοντας τον σταυρό τους, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας βγαίνουν από το αυτοκίνητο και γίνονται δεκτά με τον ίδιο ενθουσιασμό. Ειδικά τα παιδιά τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης, καθώς όλοι τους τσιμπάνε τα μάγουλα, παρατηρούν πόσο μεγάλωσαν (στα τελευταία δέκα χρόνια που έχουν να τους δουν) και ψάχνουν να δουν σε ποιον από τους δύο γονείς μοιάζουν. Και αυτή είναι η απόδειξη ότι δεν είναι πάντα καλό να τυγχάνεις «ειδικής μεταχείρισης» – συγκεκριμένα στο χωριό είναι σαν να έχεις «ειδική μεταχείριση» στο Γκουαντάναμο.
Με την πρόφαση ότι πηγαίνουν να τακτοποιηθούν, η γυναίκα και τα παιδιά σου μεταφέρονται στο δωμάτιό τους, όπου και σκουπίζονται διακριτικά από τα σάλια και αλλάζουν ρούχα, γιατί πλέον τα παλιά μυρίζουν προβατίλα. Εσύ παραμένεις μαζί με όλους τους άλλους, που ανυπομονούν να μάθουν τα νέα σου. Αλλά εσύ δεν έχεις νέα, οπότε κάνεις το λάθος να τους ρωτήσεις για τα δικά τους νέα. Και μετά εύχεσαι να μην τους είχες ρωτήσει.

– Η κατσίκα του Παντελή πέθανε προψές, κόλλησε αρρώστια, λέει, και τώρα είναι σε καραντίν’ το χουράφ’ του!
– Ο τράγος της Μιχάλαινας αφήνιασε και τράκαρε το αυτοκίνητο του κυρ-Θανάση, κουμμάτια το έκανε!
– Τα προυόβατα της Βαγγελιώς μπήκαν στο χουράφι του Λευτέρη και τ’μάδησαν, φύλλο χλωρό δεν τ’άφησαν!

Φυσικά, η οικογένειά σου σε αφήνει στο έλεός τους και αρνείται να ξεμυτίσει από το δωμάτιο, παρά μόνο όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο: στην ώρα του φαγητού.
Το φαγητό στο χωριό δεν είναι απλή υπόθεση. Βλέπεις, κανείς δε λυπάται να σφάξει 30 αρνιά για να εκδηλώσει τη χαρά του (με τον ίδιο τρόπο που οι αστοί δεν λυπούνται να «σφάξουν» 30 μεροκάματα για να πάρουν ένα home cinema), κι έτσι το τραπέζι είναι γεμάτο με κάθε λογής κρέατα, με ιδιαίτερη έμφαση στα παϊδάκια και τα λουκάνικα. Και είναι ακριβώς σε ένα τέτοιο τραπέζι που ο Ζαμπούνης σκίζει τα πτυχία του και τα βιβλία του και αρχίζει να μασουλάει παϊδάκια κρατώντας τα με το ένα χέρι.
Ωστόσο, η γυναίκα σου δεν συμμερίζεται αυτή τη χαρά. Και μόνο που βλέπει τα ξίγκια και τα λάδια να τρέχουν από παντού, της έρχεται δυσφορία. Έτσι, περιορίζεται σε δύο μπουκιές σαλάτα (κι αυτές με το ζόρι) και μισή φέτα ψωμί. Η οικοδέσποινα παρεξηγείται:

– Φάε, καλέ, έχει ωραίο λουκάνικο, χουριάτικο, ούχι σαν τα δικά σας, έχει και πίτα με ωραίο κατσικίσο τυρί, και μπιφτέκια με κρέας δικό μας, και…
– Ευχαριστώ, αλλά δεν μπορώ να φάω, είμαι χορτοφάγος (σ.σ. χτες δεν ήταν)
– Τι, δηλαδής τρουώς μουνάχα χουόρτα; Τι είσαι, κνελ;
– Ναι, ναι (σ.σ. συγκαταβατικό χαμόγελο, το ίδιο που θα έδειχνε σε έναν σχιζοφρενή δολοφόνο που απειλούσε να την πετσοκόψει με ηλεκτρικό πριόνι)

Ακολουθεί γενικευμένο και μεγαλόφωνο γέλιο. Κάτι πάει στραβά. Σε σκουντάει και σου λέει συνωμοτικά:

– Γιατί γελάνε; Τι είναι το «κνελ»;
– Κουνέλι, αγάπη μου, Κ’νελ’. Έτσι το λένε εδώ.

Και τότε είναι η δική της σειρά να βάλει τα γέλια, τόσο δυνατά που επισκιάζει όλους τους υπόλοιπους. Οι χωριανοί συμπεραίνουν ότι έχει πολύ πλάκα, αφού γελάει με τον εαυτό της, και ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι στην εκτίμησή τους – δηλαδή, στο πρώτο σκαλοπάτι.

Το βράδυ, κουρασμένοι από το ταξίδι, σηκώνεστε νωρίς από το τραπέζι και πέφτετε όλοι για ύπνο. Βέβαια, πριν το ταξίδι είχες ενημερώσει την οικογένειά σου για το πόσο ωραία και ήρεμα κοιμάσαι στην εξοχή, που έχει καθαρό αέρα και απόλυτη ησυχία. Αλλά παρέλειψες (σκοπίμως) να τους ενημερώσεις για τα περίφημα «κουνούπια-ελικόπτερα», τα οποία συχνάζουν στο χωριό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και είναι τρεις φορές πιο αιμοβόρα από τον Κόμη Δράκουλα και τριάντα φορές πιο ενοχλητικά από αυτόν – τουλάχιστον ο Δράκουλας δεν ζουζουνίζει όλο το βράδυ στ’αυτιά σου.

Και ενώ όλοι πιστεύουν ότι τα χειρότερα έχουν περάσει, στην πραγματικότητα αυτά δεν έχουν έρθει ακόμα. Γιατί σύντομα η οικογένεια θα μάθει τους λόγους για τους οποίους το ξύπνημα με ξυπνητήρι είναι καλύτερο από το ξύπνημα με κόκορα, που είναι οι εξής:

1. Το ξυπνητήρι έχει ένα κουμπάκι που, όταν το πατήσεις, σταματάει να ουρλιάζει. Ο κόκορας όχι.
2. Το ξυπνητήρι σου δίνει τη δυνατότητα να το ρυθμίσεις ώστε να χτυπήσει στις 10, στις 11, στις 12 ή και καθόλου. Ο κόκορας «χτυπάει» πάντα την ίδια ώρα.
3. Υπάρχει μια πιθανότητα να ξεχάσεις να ρυθμίσεις το ξυπνητήρι ή να του τελειώσουν οι μπαταρίες και να μην χτυπήσει. Ο κόκορας είναι αυτορυθμιζόμενος και έχει επαναφορτιζόμενες μπαταρίες.

(σ.σ. Ωστόσο, το ξυπνητήρι έχει ένα και μοναδικό μειονέκτημα έναντι του κόκορα: όταν χαλάσει δεν μπορείς να το φας κρασάτο – ή μάλλον μπορείς, αλλά δεν είναι το ίδιο νόστιμο)

Μετά από ένα γερό παρασκευιάτικο πρωινό (που σημαίνει φρέσκο γάλα, φρέσκα φρούτα, φρέσκα αυγά και μπαγιάτικος καφές), ακολουθεί μία ξενάγηση στο «κτήμα του μπαμπά», μία μεγάλη έκταση μέσα στο χωριό, την οποία σκοπεύεις να αγοράσεις και να χτίσεις εκεί ένα σπιτάκι, στο οποίο θα περάσεις τα τελευταία χρόνια της ζωής σου. Σκέψη την οποία συμμερίζεται απόλυτα η γυναίκα σου, αρκεί να την αφήσεις στην Αθήνα και να πας μόνος σου στο κουτσοχώρι, που δεν έχει The Mall και Notos Galleries.
Ακολουθεί μια σύντομη επίσκεψη στο (μοναδικό) παντοπωλείο του χωριού, η οποία κρατάει πάνω από μισή ώρα, καθώς το έτερόν σου ήμισυ διπλοτσεκάρει την ημερομηνία λήξης κάθε πράγματος, γιατί «ποιος ξέρει κάθε πότε κάνουν ξεσκαρτάρισμα εδώ κάτω». Είναι κι αυτές οι αποκαλύψεις του Ευαγγελάτου…
Το μεσημέρι περνάει ήσυχα, ξανά στο τραπέζι των βασανιστηρίων των οικόσιτων ζώων. Όλοι απολαμβάνουν το πλούσιο γεύμα, εκτός από αυτήν που ο καθένας υποψιάζεται, και η οποία πήγε κατευθείαν για ύπνο, καθώς «είναι αδιάθετη και κουράστηκε πολύ σήμερα». Φυσικά, χθες δεν ήταν αδιάθετη, ούτε και σήμερα είναι. Αλλά η μοναξιά του δωματίου είναι ο καλύτερος τρόπος να κρύψει τα πατατάκια και τα κρουασάν που αγόρασε κρυφά από το παντοπωλείο, και τα οποία σημαίνουν το άδοξο τέλος μιας ακόμα αδικοχαμένης δίαιτας, που κράτησε 36 ολόκληρες ώρες…

Μετά τον καθιερωμένο μεσημεριανό ύπνο, ανακοινώνεις την ευχάριστη έκπληξη:

– Θα πάμε στο νεκροταφείο, να αφήσουμε λουλούδια στη μαμά και στον μπαμπά. Θα έρθετε;

Παραδόξως, στέκεσαι τυχερός. Τα παιδιά ξέχασαν να αγοράσουν μπαταρίες και ξέμειναν από μουσική και ηλεκτρονικά παιχνίδια, ενώ η γυναίκα σου έχει φουσκώσει (εν αγνοία σου) από τα πατατάκια και δέχεται να έρθει για να χωνέψει.
Το νεκροταφείο είναι λίγο έξω από το χωριό, σε έναν καταπράσινο λόφο, από αυτούς που νομίζεις ότι υπάρχουν μόνο στα ντοκιμαντέρ του National Geographic. Αν αυτός ο λόφος ήταν στην Αθήνα, θα είχε καταπατηθεί από κάποιον μεγαλοκαρχαρία και θα γινόταν πολυτελές θέρετρο (αντί να φιλοξενεί πολυτελή φέρετρα). Είναι ακριβώς το μέρος που θα έρθει στο μυαλό σου αν σε ρωτήσουν «πού θα ήθελες να θαφτείς όταν πεθάνεις;», λίγο πριν συνειδητοποιήσεις ότι ελάχιστη σημασία έχει πού θα σε θάψουν, αφού θα είσαι δύο μέτρα κάτω από το χώμα και δεν θα έχεις και την καλύτερη δυνατή θέα.
Τα παιδιά καταριούνται την τύχη τους που δεν προνόησαν για μπαταρίες και τον μαλάκα τον παντοπώλη που δεν φέρνει μπαταρίες. Κοιτάζουν με εμφανή αδιαφορία τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρώπων που δεν θα μπορούσαν να τους ενδιαφέρουν λιγότερο και προσεύχονται να εισακουστεί η επιθυμία τους και να αποτεφρωθούν όταν έρθει εκείνη η μέρα. Η δε σύζυγός σου γελάει με τα χωριάτικα ονόματα των νεκρών, μακριά από όλους τους άλλους για να μη θεωρηθεί βλάσφημη.

Έχουμε φτάσει αισίως στο απόγευμα της Παρασκευής. Από εκείνο το χρονικό σημείο μέχρι το επόμενο μεσημέρι, δεν αλλάζει απολύτως τίποτα σε σχέση με το προηγούμενο 24ωρο. Κάνετε ακριβώς τα ίδια πράγματα: Φαγητό, ύπνος, ξύπνημα με κόκορα, πρωινό, βόλτα στο κτήμα, φαγητό, ύπνος. Και σύντομα συνειδητοποιούν όλοι πως στο χωριό η ζωή θυμίζει ριπλέι κάλπικου πέναλτι σε ποδοσφαιρικό αγώνα: Βλέπεις συνεχώς τα ίδια πράγματα, όλο και σε πιο αργή κίνηση. Αλλά το μεσημέρι του Σαββάτου αρχίζουν επιτέλους οι ετοιμασίες για το χαρμόσυνο γεγονός: Τον γάμο της Ζαχαρούλας…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)

Advertisements