Όταν όμως αποφάσισε να βάλει το μυαλό του σε λειτουργία, ήταν ήδη αργά. Ήταν χαλασμένο. Τα συνεργεία ήταν κλειστά και οι μυαλοπώληδες είχαν ξεπουλήσει.


Πριν εξαφανιστεί, κοντοστάθηκε στην πόρτα για μια στιγμή.

«Όταν θα έχω χρόνο, θα σου εξηγήσω», της είπε.

Όμως ποτέ δεν βρήκε χρόνο.

Ούτε και εξηγήσεις.


Κάποτε όταν έβλεπε ουράνιο τόξο ένιωθε τα πιο όμορφα συναισθήματα του κόσμου. Ηρεμία, ασφάλεια, χαρά, ενθουσιασμό.

Όμως τώρα ένιωθε μόνο απογοήτευση.

“Τι λόγο ύπαρξης έχει το ουράνιο τόξο”, σκέφτηκε καθώς κοιτούσε έξω από το παράθυρο, “όταν ξέρεις ότι είναι μόνο η αντανάκλαση του φωτός πάνω στις σταγόνες της βροχής;”.

“Τι νόημα έχει το ουράνιο τόξο χωρίς τη μαγεία;”, αναρωτήθηκε. “Τι αξία έχει η ομορφιά όταν κρύβει πίσω της ένα τίποτα;”.

Εκείνη την ώρα σκέφτηκε ότι στ’ αλήθεια θα ήθελε να πιστέψει. Σε κάτι, σε οτιδήποτε. Σε κάτι που θα μπορούσε να εμπνεύσει ηρεμία, ασφάλεια, χαρά, ενθουσιασμό. Σε κάτι υπερφυσικό.

Όμως δεν μπορούσε πια. Ήταν αργά. Είχε μάθει να πιστεύει μόνο σε πράγματα που υπάρχουν.


Προς το τέλος της συνέντευξης, η δημοσιογράφος του περιοδικού πέρασε σε πιο προσωπικές ερωτήσεις.

“Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο λάθος που έχετε κάνει στη ζωή σας;”, τον ρώτησε.

“Δεν έχω κάνει κανένα λάθος”, απάντησε εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Μην ξέροντας τι να πει, η δημοσιογράφος του έκανε μόνο ένα αμήχανο νεύμα.

“Θέλω να πω, το ότι έκανα κάτι που είχε αρνητικές συνέπειες δε σημαίνει ότι ήταν και λάθος. Θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι ακόμα χειρότερο. Όταν έχεις να πάρεις μία απόφαση, υπάρχουν πεντακόσια διαφορετικά πράγματα που μπορείς να κάνεις, καλά ή κακά. Το μόνο που είναι “λάθος” είναι να τα παρατήσεις. Εγώ αυτό δεν το έκανα ποτέ”.

Όταν δημοσιεύθηκε η συνέντευξη στο περιοδικό, εκείνο το κομμάτι δεν ήταν πουθενά. Όπως τον ενημέρωσαν αργότερα, το συγκεκριμένο απόσπασμα είχε παραλειφθεί. Κατά λάθος.


«Τι να γίνονται άραγε όλα αυτά τα βιβλία που έχουμε κρυμμένα μέσα μας και δεν τα γράφουμε ποτέ;», αναρωτήθηκε φωναχτά. Δεν τον άκουσε κανείς στο άδειο δωμάτιο.

Μετά σκέφτηκε ότι αυτό που κάνουμε είναι κάτι σαν έκτρωση. Σκοτώνουμε τα βιβλία μας πριν γεννηθούν, και μετά δε μένει τίποτα από αυτά, λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ούτε μία πληγή, που να μας θυμίζει ότι κάποτε υπήρξαν.

Αυτό τον στεναχώρησε, όμως ένιωσε καλύτερα όταν σκέφτηκε πως υπάρχει κάτι ακόμα χειρότερο. Αυτοί που κάνουν την έκτρωση, και μετά κρατούν το έκτρωμα και το δείχνουν περήφανα σε όλους να το θαυμάσουν.

«Όχι, καλύτερα έτσι», σκέφτηκε. Και έπιασε το νυστέρι.


Αυτό δεν είναι ένα ποστ ανασκόπησης του 2015. Δε βλέπω πια νόημα στις ανασκοπήσεις. Τα χρόνια έχουν γίνει πια σαν τα πολιτικά κόμματα: Όλα είναι σκατά, απλά κάποια είναι πιο φρέσκα σκατά, κάποια είναι μπαγιάτικα σκατά, και κάποια είναι τοξικά σκατά. Το ότι θα πατήσεις σκατά είναι σίγουρο, απλά πρέπει να διαλέξεις τα πιο ανώδυνα. Ή απλά να μη διαλέξεις τίποτα, και τελικά να φας στη μάπα τα σκατά που θα διαλέξουν οι άλλοι.

Θυμάμαι από μικρό παιδί να ακούω τέτοιες μέρες στην τηλεόραση αυτή τη φράση: “Κάθε πέρσι και καλύτερα”. Ακόμα και σε εποχές ευημερίας, επιμέναμε να ξορκίζουμε τον χρόνο που έφευγε με τις χειρότερες αναμνήσεις και να ευχόμαστε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο ο επόμενος χρόνος θα ήταν καλύτερος, θα μας έφερνε αγάπη, ειρήνη, ευτυχία, “και πάνω απ’ όλα υγεία”.

Εχμ, ας πούμε ότι οι ευχές μας δεν ήταν ακριβώς επιτυχημένες. Ίσως επειδή προτιμήσαμε να ευχηθούμε πως ένας ουράνιος πατερούλης θα τις εκπληρώσει για μας, αντί να προσπαθήσουμε να τις κάνουμε πραγματικότητα από μόνοι μας. Ήθελε κόπο, βλέπεις. Και πού να τρέχεις τώρα.

Τα τελευταία χρόνια μου φαίνονται εντελώς ίδια μεταξύ τους. Το τελευταίο πράγμα που συνέβη στη ζωή μου και θα μπορούσε κανείς (αλλά σίγουρα όχι εγώ) να θεωρήσει συναρπαστικό ή έστω διαφορετικό ήταν όταν πήγα φαντάρος, κι αυτό πρέπει να ήταν το 2009 ή το 2010 – δε θυμάμαι, όλα ίδια μου φαίνονται. Σκέφτομαι καμιά φορά πράγματα που μου μοιάζουν σαν να έγιναν χθες, και συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει χρόνια ολόκληρα από τότε. Ο Μάικλ Τζάκσον πέθανε το 2009 μαλάκα μου, και θα έπαιρνα όρκο ότι δεν έχουν περάσει πάνω από δύο ή τρία χρόνια.

Λες να είναι η μελαγχολία των Χριστουγέννων; Όχι, δεν είναι η μελαγχολία των Χριστουγέννων, ούτε καν η μελαγχολία του 2015 ή η μελαγχολία μίας οικονομικής κρίσης. Είναι η μελαγχολία μίας ολόκληρης ζωής που δεν είναι αυτό που θα έπρεπε (ή θα ήθελα; Ποιος ορίζει τι θα έπρεπε να είναι η ζωή;) να είναι.

Σκέφτηκα μία εικόνα τις προάλλες που νιώθω ότι περιγράφει απόλυτα τη ζωή μου, και πιθανότατα τις ζωές πολλών από μας: Νιώθω σαν να με πέταξαν σε έναν γκρεμό, και καθώς πέφτω πιάνομαι κάθε τόσο από τις προεξοχές του βράχου (που τον φαντάζομαι σαν αυτούς τους τεράστιους, χαοτικούς γκρεμούς από τους οποίους έπεφτε πάντα με χάρη το κογιότ όταν το ξεγελούσε το μπιπ-μπιπ). Και κρατιέμαι όσο μπορώ από αυτές τις προεξοχές, τις μικρές χαρές της ζωής μου που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο κενό, κρατιέμαι για όσα δέκατα του δευτερολέπτου μπορώ να κλέψω από τον χρόνο μου για να τις απολαύσω πριν συνεχίσω την απαρέγκλιτη πορεία μου προς το τέλος, ελπίζοντας πως αφού δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσω, τουλάχιστον μπορώ να σταματήσω για λίγο το χρόνο και να ζήσω κάποιες στιγμές ευτυχίας, χωρίς να σκέφτομαι τον τρόμο της πτώσης.

Ναι, δεν είναι μια ευτυχισμένη εικόνα, αλλά δεν είναι και μία ευτυχισμένη ζωή. Δεν θα μπορούσε να είναι, τελικά.

Καμιά φορά σκέφτομαι το μέλλον, και καταλήγω να νοσταλγώ το παρελθόν. Είμαι πλέον 31 χρονών, σχεδόν 32, και το μόνο που βλέπω μπροστά είναι ένα χάος. Το να δημιουργήσω οικογένεια μου φαίνεται τόσο απίθανο όσο το να ανέβω στην κορυφή του Έβερεστ φορώντας μαγιό και βατραχοπέδιλα. Το να ζήσω με αξιοπρέπεια σε συνθήκες εργασιακού Μεσαίωνα μοιάζει με άπιαστο όνειρο, και κάθε φορά που κάποιος μου λέει “χρόνια πολλά” σκέφτομαι ότι αν ζήσω μέχρι τα γεράματά μου θα παίρνω μία σύνταξη της πλάκας, ή ακόμα πιο πιθανό, θα πεθάνω δουλεύοντας, με τα μούτρα πάνω σε ένα πληκτρολόγιο, και ο επιθανάτιος ρόγχος μου θα είναι ένα “adsggehfgjilhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhh” στο notepad. Και δε θέλω πια να ζήσω “χρόνια πολλά”.

Να σου πω τι μου λείπει πια από τη ζωή μου; Μου λείπει η πίστη ότι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Ακόμα χειρότερα: Μου λείπει η πίστη ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να αλλάξει αυτόν τον κόσμο, ώστε να πω ότι ναι, δεν μπορώ να αλλάξω εγώ αυτόν τον κόσμο, αλλά θα βοηθήσω τον Χ άνθρωπο, το Ψ κόμμα, την Ζ οργάνωση να τον αλλάξει. Μου λείπει η πίστη στην ανθρωπότητα, η κινητήριος δύναμη για να δραστηριοποιηθώ. Δε νιώθω καν μέλος αυτής της ανθρωπότητας, νιώθω σαν ένας περιθωριακός που περπατά σαν λαθρεπιβάτης ανάμεσά της και προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, γιατί αν πέσει στα νύχια της θα τον κατασπαράξει. Δε θα τον ακούσει, δε θα συζητήσει μαζί του, δε θα τον αποδεχθεί. Θα τον κατασπαράξει.

Ξέρω. Ξέρω πως για να αλλάξει ο κόσμος θέλει προσπάθεια. Και ντρέπομαι που δεν αισθάνομαι πια ικανός να καταβάλω αυτήν την προσπάθεια, γιατί κάθε φορά που καταφέρνεις ένα καλό στον κόσμο, συμβαίνουν την ίδια στιγμή άλλα δέκα κακά. Και μετά θέλει όλο και περισσότερη προσπάθεια για να καταφέρεις κάτι καλό, μέχρι που εξαντλείσαι. Μέχρι που αισθάνεσαι πως τραβάς μόνος σου ένα κουπί προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που κατευθύνεται η γαλέρα, την κατεύθυνση που τραβάνε όλοι κουπί.

Όχι, αυτό δεν είναι ένα ποστ ανασκόπησης. Είναι μάλλον ένα ποστ ενδοσκόπησης. Ένα ποστ γεμάτο μαυρίλα, γιατί μου ρημάξανε το κόκκινο. Ένα ποστ για το αύριο που απειλεί να γίνει τώρα και το τότε που δεν θα ξαναγίνει ποτέ τώρα. Ένα ποστ που δεν εύχεται χρόνια πολλά, που δεν εύχεται τίποτα για το νέο έτος. Ένα κουρασμένο ποστ.


Όταν ένα σώμα ασκεί δύναμη σε ένα άλλο σώμα, τότε και το δεύτερο σώμα ασκεί δύναμη ίση και αντίθετη στο πρώτο. Ο τρίτος νόμος του Νεύτωνα, ή αλλιώς νόμος δράσης-αντίδρασης, μας λέει πολλά για το πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος – αυτός ο φαινομενικά χαοτικός, ακατανόητος κόσμος, που όμως κατά βάθος διέπεται από κάποιους θεμελιώδεις κανόνες. Ευτυχώς.

Αυτός ο κανόνας, λοιπόν, μας λέει πως για ό,τι κάνεις, προκαλείται μία «ίση και αντίθετη» αντίδραση. Και κάπως έτσι αποκαθίσταται η ισορροπία που τυχόν διαταράχθηκε από τη δράση σου.

Το βρίσκω πολύ καθησυχαστικό ότι υπάρχει μία δύναμη εκεί έξω που φροντίζει για την αποκατάσταση της ισορροπίας – κάτι σαν θεία δίκη ή σαν το αόρατο χέρι της αγοράς, με τη διαφορά ότι αυτό είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο και όχι μία βολική μπαρούφα.

Όταν λοιπόν γνωρίζεις αυτόν τον νόμο (και αν έχεις βγάλει έστω Γυμνάσιο δεν μπορεί να μην τον γνωρίζεις), δεν έχεις δικαιολογία. Και πιστεύω ότι οι καναλάρχες, οι δημοσιογράφοι και όλοι όσοι είναι υπεύθυνοι για αυτό το χάλι που βλέπουμε τις τελευταίες μέρες στην τηλεόραση γνωρίζουν καλά αυτόν τον νόμο. Και άρα δεν θα έχουν δικαιολογία όταν τους γυρίσει μπούμερανγκ.

Δεν είναι ότι δεν ξέραμε τι είναι τα συστημικά ΜΜΕ. Σε κάθε περίπτωση που διακυβεύονται τα συμφέροντα των αφεντικών τους, φροντίζουν να τα υπερασπιστούν μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος τους τα πιστά σκυλιά τους, που πολύ βολικά αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοσιογράφοι» και φοράνε κοστούμια και τουαλέτες για να μη φαίνεται η ουρά τους που πηγαίνει πέρα-δώθε όταν τους κάνει πατ-πατ στο κεφαλάκι ο κύριος διευθύνων σύμβουλος.

Όμως από τότε που προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα έχουν ξεσαλώσει. Κυριολεκτικά. Μιλάμε για καταστάσεις που ξεπερνούν κάθε λογική. Μιλάμε για ρητορική τρόμου, για αρμαγεδδώνες, για καταστροφές – δε χρειάζεται να πω περισσότερα, όποιος έχει βρεθεί στη δύσκολη θέση να ανοίξει τηλεόραση αυτές τις μέρες καταλαβαίνει. Και όποιος δεν το έχει κάνει, μπορεί να αισθάνεται τυχερός.

Ακόμα κι αν είσαι υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα, δεν μπορεί να μη σε αηδιάζει αυτή η εικόνα, καναλιών που σχεδόν σε 24ωρη βάση σου φωνάζουν πανικόβλητα να ψηφίσεις «ναι», καταπατώντας κάθε έννοια δεοντολογίας, δημοκρατίας, ή έστω σεβασμού προς τον πολίτη.

Ως δημοσιογράφος, ντρέπομαι. Ντρέπομαι που η κυρίαρχη εικόνα που περνάει για το επάγγελμα είναι ότι είμαστε ένα τσούρμο γλείφτες, τρομολάγνοι ρουφιάνοι που ανενδοίαστα παραπληροφορούν τον κόσμο για να περάσει η γραμμή των αφεντικών τους. Με κατατρύχει ακόμα το βλέμμα των άλλων φαντάρων στον στρατό όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, σαν να ήμουν εξ ορισμού ρουφιάνος – και από τότε πράγματα έχουν γίνει ακόμα χειρότερα. Φοβάμαι ότι πλέον δεν υπάρχει λιγότερο αξιοπρεπές επάγγελμα από αυτό του δημοσιογράφου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα που έχει ο κόσμος για το επάγγελμα, που βλέπει ότι η βασική του διαφορά με την πορνεία είναι ότι οι δημοσιογράφοι ντύνονται καλύτερα, και πληρώνονται καλύτερα (πού να ήξεραν).

Αυτό που κάνουν τώρα τα κανάλια είναι βία. Τηλεοπτική βία. Μία μορφή βίας που πιστεύω πως είναι από τις πλέον σκαιές, γιατί εκμεταλλεύεται τη θέση ισχύος που έχουν τα κανάλια πάνω στην κοινωνία. Η βία του ισχυρού είναι πάντα η πιο αποκρουστική (αλλά και η πιο συνηθισμένη).

Όμως και αυτή η βία, όσο ισχυρός και να είναι αυτός που την ασκεί, δεν παύει να υπόκειται στον νόμο της δράσης-αντίδρασης. Η βία φέρνει βία, και αυτός που την ασκεί πρέπει να ξέρει ότι με τη στάση του θα προκαλέσει μία βίαια αντίδραση.

Και εδώ θέλω να καταλήξω: Αν αύριο-μεθαύριο ακούσω για κάποιον μεγαλοδημοσιογράφο που έφαγε ξύλο στο δρόμο, ή σε κάποιο μαγαζί, ή έξω από το σπίτι του ή δεν ξέρω κι εγώ πού, μολονότι είμαι κατά της βίας, δεν θα τον υποστηρίξω. Καθόλου. Γιατί ουσιαστικά ό,τι κι αν πάθει θα είναι από δικό του φταίξιμο. Είναι η βία που άσκησε, και του γυρίζει πίσω. Είναι νόμος της φύσης. Γιατί να πάω κόντρα στη φύση;