Κάποτε όταν έβλεπε ουράνιο τόξο ένιωθε τα πιο όμορφα συναισθήματα του κόσμου. Ηρεμία, ασφάλεια, χαρά, ενθουσιασμό.

Όμως τώρα ένιωθε μόνο απογοήτευση.

“Τι λόγο ύπαρξης έχει το ουράνιο τόξο”, σκέφτηκε καθώς κοιτούσε έξω από το παράθυρο, “όταν ξέρεις ότι είναι μόνο η αντανάκλαση του φωτός πάνω στις σταγόνες της βροχής;”.

“Τι νόημα έχει το ουράνιο τόξο χωρίς τη μαγεία;”, αναρωτήθηκε. “Τι αξία έχει η ομορφιά όταν κρύβει πίσω της ένα τίποτα;”.

Εκείνη την ώρα σκέφτηκε ότι στ’ αλήθεια θα ήθελε να πιστέψει. Σε κάτι, σε οτιδήποτε. Σε κάτι που θα μπορούσε να εμπνεύσει ηρεμία, ασφάλεια, χαρά, ενθουσιασμό. Σε κάτι υπερφυσικό.

Όμως δεν μπορούσε πια. Ήταν αργά. Είχε μάθει να πιστεύει μόνο σε πράγματα που υπάρχουν.


Προς το τέλος της συνέντευξης, η δημοσιογράφος του περιοδικού πέρασε σε πιο προσωπικές ερωτήσεις.

“Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο λάθος που έχετε κάνει στη ζωή σας;”, τον ρώτησε.

“Δεν έχω κάνει κανένα λάθος”, απάντησε εκείνος με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Μην ξέροντας τι να πει, η δημοσιογράφος του έκανε μόνο ένα αμήχανο νεύμα.

“Θέλω να πω, το ότι έκανα κάτι που είχε αρνητικές συνέπειες δε σημαίνει ότι ήταν και λάθος. Θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι ακόμα χειρότερο. Όταν έχεις να πάρεις μία απόφαση, υπάρχουν πεντακόσια διαφορετικά πράγματα που μπορείς να κάνεις, καλά ή κακά. Το μόνο που είναι “λάθος” είναι να τα παρατήσεις. Εγώ αυτό δεν το έκανα ποτέ”.

Όταν δημοσιεύθηκε η συνέντευξη στο περιοδικό, εκείνο το κομμάτι δεν ήταν πουθενά. Όπως τον ενημέρωσαν αργότερα, το συγκεκριμένο απόσπασμα είχε παραλειφθεί. Κατά λάθος.


«Τι να γίνονται άραγε όλα αυτά τα βιβλία που έχουμε κρυμμένα μέσα μας και δεν τα γράφουμε ποτέ;», αναρωτήθηκε φωναχτά. Δεν τον άκουσε κανείς στο άδειο δωμάτιο.

Μετά σκέφτηκε ότι αυτό που κάνουμε είναι κάτι σαν έκτρωση. Σκοτώνουμε τα βιβλία μας πριν γεννηθούν, και μετά δε μένει τίποτα από αυτά, λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ούτε μία πληγή, που να μας θυμίζει ότι κάποτε υπήρξαν.

Αυτό τον στεναχώρησε, όμως ένιωσε καλύτερα όταν σκέφτηκε πως υπάρχει κάτι ακόμα χειρότερο. Αυτοί που κάνουν την έκτρωση, και μετά κρατούν το έκτρωμα και το δείχνουν περήφανα σε όλους να το θαυμάσουν.

«Όχι, καλύτερα έτσι», σκέφτηκε. Και έπιασε το νυστέρι.


Αυτό δεν είναι ένα ποστ ανασκόπησης του 2015. Δε βλέπω πια νόημα στις ανασκοπήσεις. Τα χρόνια έχουν γίνει πια σαν τα πολιτικά κόμματα: Όλα είναι σκατά, απλά κάποια είναι πιο φρέσκα σκατά, κάποια είναι μπαγιάτικα σκατά, και κάποια είναι τοξικά σκατά. Το ότι θα πατήσεις σκατά είναι σίγουρο, απλά πρέπει να διαλέξεις τα πιο ανώδυνα. Ή απλά να μη διαλέξεις τίποτα, και τελικά να φας στη μάπα τα σκατά που θα διαλέξουν οι άλλοι.

Θυμάμαι από μικρό παιδί να ακούω τέτοιες μέρες στην τηλεόραση αυτή τη φράση: “Κάθε πέρσι και καλύτερα”. Ακόμα και σε εποχές ευημερίας, επιμέναμε να ξορκίζουμε τον χρόνο που έφευγε με τις χειρότερες αναμνήσεις και να ευχόμαστε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο ο επόμενος χρόνος θα ήταν καλύτερος, θα μας έφερνε αγάπη, ειρήνη, ευτυχία, “και πάνω απ’ όλα υγεία”.

Εχμ, ας πούμε ότι οι ευχές μας δεν ήταν ακριβώς επιτυχημένες. Ίσως επειδή προτιμήσαμε να ευχηθούμε πως ένας ουράνιος πατερούλης θα τις εκπληρώσει για μας, αντί να προσπαθήσουμε να τις κάνουμε πραγματικότητα από μόνοι μας. Ήθελε κόπο, βλέπεις. Και πού να τρέχεις τώρα.

Τα τελευταία χρόνια μου φαίνονται εντελώς ίδια μεταξύ τους. Το τελευταίο πράγμα που συνέβη στη ζωή μου και θα μπορούσε κανείς (αλλά σίγουρα όχι εγώ) να θεωρήσει συναρπαστικό ή έστω διαφορετικό ήταν όταν πήγα φαντάρος, κι αυτό πρέπει να ήταν το 2009 ή το 2010 – δε θυμάμαι, όλα ίδια μου φαίνονται. Σκέφτομαι καμιά φορά πράγματα που μου μοιάζουν σαν να έγιναν χθες, και συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει χρόνια ολόκληρα από τότε. Ο Μάικλ Τζάκσον πέθανε το 2009 μαλάκα μου, και θα έπαιρνα όρκο ότι δεν έχουν περάσει πάνω από δύο ή τρία χρόνια.

Λες να είναι η μελαγχολία των Χριστουγέννων; Όχι, δεν είναι η μελαγχολία των Χριστουγέννων, ούτε καν η μελαγχολία του 2015 ή η μελαγχολία μίας οικονομικής κρίσης. Είναι η μελαγχολία μίας ολόκληρης ζωής που δεν είναι αυτό που θα έπρεπε (ή θα ήθελα; Ποιος ορίζει τι θα έπρεπε να είναι η ζωή;) να είναι.

Σκέφτηκα μία εικόνα τις προάλλες που νιώθω ότι περιγράφει απόλυτα τη ζωή μου, και πιθανότατα τις ζωές πολλών από μας: Νιώθω σαν να με πέταξαν σε έναν γκρεμό, και καθώς πέφτω πιάνομαι κάθε τόσο από τις προεξοχές του βράχου (που τον φαντάζομαι σαν αυτούς τους τεράστιους, χαοτικούς γκρεμούς από τους οποίους έπεφτε πάντα με χάρη το κογιότ όταν το ξεγελούσε το μπιπ-μπιπ). Και κρατιέμαι όσο μπορώ από αυτές τις προεξοχές, τις μικρές χαρές της ζωής μου που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο κενό, κρατιέμαι για όσα δέκατα του δευτερολέπτου μπορώ να κλέψω από τον χρόνο μου για να τις απολαύσω πριν συνεχίσω την απαρέγκλιτη πορεία μου προς το τέλος, ελπίζοντας πως αφού δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσω, τουλάχιστον μπορώ να σταματήσω για λίγο το χρόνο και να ζήσω κάποιες στιγμές ευτυχίας, χωρίς να σκέφτομαι τον τρόμο της πτώσης.

Ναι, δεν είναι μια ευτυχισμένη εικόνα, αλλά δεν είναι και μία ευτυχισμένη ζωή. Δεν θα μπορούσε να είναι, τελικά.

Καμιά φορά σκέφτομαι το μέλλον, και καταλήγω να νοσταλγώ το παρελθόν. Είμαι πλέον 31 χρονών, σχεδόν 32, και το μόνο που βλέπω μπροστά είναι ένα χάος. Το να δημιουργήσω οικογένεια μου φαίνεται τόσο απίθανο όσο το να ανέβω στην κορυφή του Έβερεστ φορώντας μαγιό και βατραχοπέδιλα. Το να ζήσω με αξιοπρέπεια σε συνθήκες εργασιακού Μεσαίωνα μοιάζει με άπιαστο όνειρο, και κάθε φορά που κάποιος μου λέει “χρόνια πολλά” σκέφτομαι ότι αν ζήσω μέχρι τα γεράματά μου θα παίρνω μία σύνταξη της πλάκας, ή ακόμα πιο πιθανό, θα πεθάνω δουλεύοντας, με τα μούτρα πάνω σε ένα πληκτρολόγιο, και ο επιθανάτιος ρόγχος μου θα είναι ένα “adsggehfgjilhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhhh” στο notepad. Και δε θέλω πια να ζήσω “χρόνια πολλά”.

Να σου πω τι μου λείπει πια από τη ζωή μου; Μου λείπει η πίστη ότι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Ακόμα χειρότερα: Μου λείπει η πίστη ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να αλλάξει αυτόν τον κόσμο, ώστε να πω ότι ναι, δεν μπορώ να αλλάξω εγώ αυτόν τον κόσμο, αλλά θα βοηθήσω τον Χ άνθρωπο, το Ψ κόμμα, την Ζ οργάνωση να τον αλλάξει. Μου λείπει η πίστη στην ανθρωπότητα, η κινητήριος δύναμη για να δραστηριοποιηθώ. Δε νιώθω καν μέλος αυτής της ανθρωπότητας, νιώθω σαν ένας περιθωριακός που περπατά σαν λαθρεπιβάτης ανάμεσά της και προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, γιατί αν πέσει στα νύχια της θα τον κατασπαράξει. Δε θα τον ακούσει, δε θα συζητήσει μαζί του, δε θα τον αποδεχθεί. Θα τον κατασπαράξει.

Ξέρω. Ξέρω πως για να αλλάξει ο κόσμος θέλει προσπάθεια. Και ντρέπομαι που δεν αισθάνομαι πια ικανός να καταβάλω αυτήν την προσπάθεια, γιατί κάθε φορά που καταφέρνεις ένα καλό στον κόσμο, συμβαίνουν την ίδια στιγμή άλλα δέκα κακά. Και μετά θέλει όλο και περισσότερη προσπάθεια για να καταφέρεις κάτι καλό, μέχρι που εξαντλείσαι. Μέχρι που αισθάνεσαι πως τραβάς μόνος σου ένα κουπί προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που κατευθύνεται η γαλέρα, την κατεύθυνση που τραβάνε όλοι κουπί.

Όχι, αυτό δεν είναι ένα ποστ ανασκόπησης. Είναι μάλλον ένα ποστ ενδοσκόπησης. Ένα ποστ γεμάτο μαυρίλα, γιατί μου ρημάξανε το κόκκινο. Ένα ποστ για το αύριο που απειλεί να γίνει τώρα και το τότε που δεν θα ξαναγίνει ποτέ τώρα. Ένα ποστ που δεν εύχεται χρόνια πολλά, που δεν εύχεται τίποτα για το νέο έτος. Ένα κουρασμένο ποστ.


Όταν ένα σώμα ασκεί δύναμη σε ένα άλλο σώμα, τότε και το δεύτερο σώμα ασκεί δύναμη ίση και αντίθετη στο πρώτο. Ο τρίτος νόμος του Νεύτωνα, ή αλλιώς νόμος δράσης-αντίδρασης, μας λέει πολλά για το πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος – αυτός ο φαινομενικά χαοτικός, ακατανόητος κόσμος, που όμως κατά βάθος διέπεται από κάποιους θεμελιώδεις κανόνες. Ευτυχώς.

Αυτός ο κανόνας, λοιπόν, μας λέει πως για ό,τι κάνεις, προκαλείται μία «ίση και αντίθετη» αντίδραση. Και κάπως έτσι αποκαθίσταται η ισορροπία που τυχόν διαταράχθηκε από τη δράση σου.

Το βρίσκω πολύ καθησυχαστικό ότι υπάρχει μία δύναμη εκεί έξω που φροντίζει για την αποκατάσταση της ισορροπίας – κάτι σαν θεία δίκη ή σαν το αόρατο χέρι της αγοράς, με τη διαφορά ότι αυτό είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο και όχι μία βολική μπαρούφα.

Όταν λοιπόν γνωρίζεις αυτόν τον νόμο (και αν έχεις βγάλει έστω Γυμνάσιο δεν μπορεί να μην τον γνωρίζεις), δεν έχεις δικαιολογία. Και πιστεύω ότι οι καναλάρχες, οι δημοσιογράφοι και όλοι όσοι είναι υπεύθυνοι για αυτό το χάλι που βλέπουμε τις τελευταίες μέρες στην τηλεόραση γνωρίζουν καλά αυτόν τον νόμο. Και άρα δεν θα έχουν δικαιολογία όταν τους γυρίσει μπούμερανγκ.

Δεν είναι ότι δεν ξέραμε τι είναι τα συστημικά ΜΜΕ. Σε κάθε περίπτωση που διακυβεύονται τα συμφέροντα των αφεντικών τους, φροντίζουν να τα υπερασπιστούν μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος τους τα πιστά σκυλιά τους, που πολύ βολικά αυτοπροσδιορίζονται ως «δημοσιογράφοι» και φοράνε κοστούμια και τουαλέτες για να μη φαίνεται η ουρά τους που πηγαίνει πέρα-δώθε όταν τους κάνει πατ-πατ στο κεφαλάκι ο κύριος διευθύνων σύμβουλος.

Όμως από τότε που προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα έχουν ξεσαλώσει. Κυριολεκτικά. Μιλάμε για καταστάσεις που ξεπερνούν κάθε λογική. Μιλάμε για ρητορική τρόμου, για αρμαγεδδώνες, για καταστροφές – δε χρειάζεται να πω περισσότερα, όποιος έχει βρεθεί στη δύσκολη θέση να ανοίξει τηλεόραση αυτές τις μέρες καταλαβαίνει. Και όποιος δεν το έχει κάνει, μπορεί να αισθάνεται τυχερός.

Ακόμα κι αν είσαι υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα, δεν μπορεί να μη σε αηδιάζει αυτή η εικόνα, καναλιών που σχεδόν σε 24ωρη βάση σου φωνάζουν πανικόβλητα να ψηφίσεις «ναι», καταπατώντας κάθε έννοια δεοντολογίας, δημοκρατίας, ή έστω σεβασμού προς τον πολίτη.

Ως δημοσιογράφος, ντρέπομαι. Ντρέπομαι που η κυρίαρχη εικόνα που περνάει για το επάγγελμα είναι ότι είμαστε ένα τσούρμο γλείφτες, τρομολάγνοι ρουφιάνοι που ανενδοίαστα παραπληροφορούν τον κόσμο για να περάσει η γραμμή των αφεντικών τους. Με κατατρύχει ακόμα το βλέμμα των άλλων φαντάρων στον στρατό όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, σαν να ήμουν εξ ορισμού ρουφιάνος – και από τότε πράγματα έχουν γίνει ακόμα χειρότερα. Φοβάμαι ότι πλέον δεν υπάρχει λιγότερο αξιοπρεπές επάγγελμα από αυτό του δημοσιογράφου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα που έχει ο κόσμος για το επάγγελμα, που βλέπει ότι η βασική του διαφορά με την πορνεία είναι ότι οι δημοσιογράφοι ντύνονται καλύτερα, και πληρώνονται καλύτερα (πού να ήξεραν).

Αυτό που κάνουν τώρα τα κανάλια είναι βία. Τηλεοπτική βία. Μία μορφή βίας που πιστεύω πως είναι από τις πλέον σκαιές, γιατί εκμεταλλεύεται τη θέση ισχύος που έχουν τα κανάλια πάνω στην κοινωνία. Η βία του ισχυρού είναι πάντα η πιο αποκρουστική (αλλά και η πιο συνηθισμένη).

Όμως και αυτή η βία, όσο ισχυρός και να είναι αυτός που την ασκεί, δεν παύει να υπόκειται στον νόμο της δράσης-αντίδρασης. Η βία φέρνει βία, και αυτός που την ασκεί πρέπει να ξέρει ότι με τη στάση του θα προκαλέσει μία βίαια αντίδραση.

Και εδώ θέλω να καταλήξω: Αν αύριο-μεθαύριο ακούσω για κάποιον μεγαλοδημοσιογράφο που έφαγε ξύλο στο δρόμο, ή σε κάποιο μαγαζί, ή έξω από το σπίτι του ή δεν ξέρω κι εγώ πού, μολονότι είμαι κατά της βίας, δεν θα τον υποστηρίξω. Καθόλου. Γιατί ουσιαστικά ό,τι κι αν πάθει θα είναι από δικό του φταίξιμο. Είναι η βία που άσκησε, και του γυρίζει πίσω. Είναι νόμος της φύσης. Γιατί να πάω κόντρα στη φύση;


– Θυμάμαι πως όταν ο ΓΑΠ είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να κάνει δημοψήφισμα, η μόνη μου ένσταση ήταν ο χρόνος στον οποίο επέλεξε να το κάνει: Αφού είχε ήδη αποφασίσει πριν από μας, για μας, την υπαγωγή στο μνημόνιο. Το ίδιο πρόβλημα έχω και με το δημοψήφισμα του Τσίπρα, αλλά για άλλο λόγο: Επειδή επέλεξε να κάνει το δημοψήφισμα όχι στο παρά πέντε, αλλά στο και πέντε. Υποθέτω ότι δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβει έναν ή δύο μήνες πριν ότι αυτή η ιστορία δεν έβγαζε πουθενά, και θα μπορούσε τότε να είχει προκηρύξει το δημοψήφισμα, πολύ πριν τη λήξη του προγράμματος στις 30 Ιουνίου. Τώρα κάνει ένα δημοψήφισμα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, και νιώθω σαν να μου έχουν δώσει ένα καλάθι στο σούπερ μάρκετ και να μου λένε: «Ψώνισε ό,τι τραβάει η καρδιά σου. Έχεις δέκα δευτερόλεπτα».

– Επί της ουσίας, τώρα: Ναι ή όχι; Δεν μπορώ παρά να απορρίψω το «ναι», για πολλούς λόγους. Αν το ότι το «ναι» υποστηρίζεται από τα παρτάλια της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί (και με δεδομένο ότι το «όχι» υποστηρίζεται από τα εθνίκια της Χρυσής Αυγής και τους ό,τι να’ναι ΑΝΕΛ, οπότε το επιχείρημα ακυρώνεται), το τι πρεσβεύει το «ναι» δε μου αφήνει περιθώρια. «Ναι» σημαίνει υποστήριξη σε μία αντιδημοκρατική, αυταρχική, αυτοκαταστροφική, διεφθαρμένη Ευρώπη. «Ναι» σημαίνει αποδοχή οποιουδήποτε τρελού μέτρου μας επιβάλουν απ’ έξω και ουσιαστικά παράκαμψη της εκλεγμένης κυβέρνησης, με μοναδικό στόχο αυτό το γελοίο «ευρώ πάση θυσία» που απαντά πρόθυμα ο λαός στις δημοσκοπήσεις, χωρίς να αναρωτιέται ποιες μπορεί να είναι αυτές. «Ναι» για μένα σημαίνει ραγιαδισμός, παραίτηση, υποταγή. Σημαίνει βέβαια και ασφάλεια, μία κακώς εννοούμενη «ασφάλεια» που κάποιοι θεωρούν πιο σημαντική από τη δημοκρατία.

– That said, κατανοώ τους φοβισμένους ανθρώπους που θα πάνε να ψηφίσουν «ναι» για να μη χάσουν την στρεβλή «ασφάλεια» που ζητούν. Αλλά αδυνατώ να συμμεριστώ την άποψή τους. Άλλωστε δημοκρατία με φόβο, δεν είναι δημοκρατία. Είναι κάτι άλλο.

– Όμως και με το «όχι» έχω πρόβλημα. Γιατί ωραία η ρητορική της αξιοπρέπειας, της ρήξης με το σάπιο κατεστημένο, της διεκδίκησης του δικαιώματος στη δημοκρατία, αλλά αν δεν υπάρχει ένα σχέδιο από πίσω, τότε παραμένει απλώς ρητορική. Και να τη χέσω τη ρητορική αν καταλήξει σε μία κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί κανείς μας. Το «όχι» θέλει σχέδιο, και το μόνο «σχέδιο» που έχω ακούσει μέχρι τώρα επισήμως από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αν ο λαός ψηφίσει «όχι», τότε η κυβέρνηση λέει θα είναι πιο ισχυρή διαπραγματευτικά. Παπάρια μάντολες θα είναι. Και τον Ιανουάριο, και τον Φεβρουάριο, και τον Μάρτιο ήταν μια νέα κυβέρνηση, με ισχυρή λαϊκή εντολή. Οι δανειστές δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Απλά δεν τους νοιάζει. Ακόμα και 120% να πάρει το «όχι» στο δημοψήφισμα, δεν θα μετακινηθούν ούτε χιλιοστό από τις απόψεις τους. Θα πας εσύ με τον αέρα του νικητή να τους κάνεις τη μούρη κρέας, και τελικά θα σπάσεις εσύ τα μούτρα σου στον τοίχο. Αυτό δεν είναι σχέδιο, είναι αυτοκίνητο χωρίς φρένα.

– Δεν θέλω να βγει η Ελλάδα από το ευρώ. Όχι επειδή είμαι ερωτευμένος με τα γοητευτικά χαρτονομίσματα του ευρώ, αλλά επειδή ξέρω ότι η μετάβαση από το ευρώ στη δραχμή, αν γίνει με άτακτο τρόπο, θα είναι καταστροφική – οι μόνοι που πραγματικά θέλουν να επιστρέψουν με αυτόν τον τρόπο στη δραχμή είναι οι πυροβολημένοι που λένε «η τυρόπιτα παλιά έκανε 100 δραχμές, τώρα κάνει 1,5 ευρώ, να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή για να κάνει πάλι 100 δραχμές». Είμαι από αυτούς που θεωρούν πως κακώς μπήκε η Ελλάδα στο ευρώ, όπως μπήκε, αλλά το πώς θα βγει από το ευρώ είναι μία εντελώς διαφορετική ιστορία.

– Όμως, η ψήφος στο «όχι» δεν μπορεί, όπως εκβιαστικά κάνουν οι Ευρωπαίοι, να εκλαμβάνεται αυτοδικαίως ως απόρριψη του ευρώ και της Ευρώπης. Το «όχι» δεν απορρίπτει απαραιτήτως την Ευρώπη, αλλά ΑΥΤΗΝ την Ευρώπη. Το «όχι» δε μεταφράζεται απαραίτητα σε «δε θέλω το ευρώ σας, πάμε στη δραχμή», αλλά σημαίνει και «έχετε κάνει λάθη, ξανασκεφτείτε την στρατηγική σας». Το «όχι» είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό που προσπαθούν να μας παρουσιάσουν, και σίγουρα πολύ πιο περίπλοκο από το «ναι». Και πολύ πιο αβέβαιο, φυσικά, γιατί το πώς θα μεταφράσουν οι Ευρωπαίοι το δικό μας «όχι» δεν είναι στο χέρι μας.

– Ως δημοσιογράφος, δεν μπορώ να μην επισημάνω πόσο κατάπτυστη είναι (πάλι) η στάση που τηρούν τα συστημικά ΜΜΕ. Τα σούπερ των δελτίων ειδήσεων (με κορυφαία αυτά του ΑΝΤ1) ξεπερνούν κάθε προηγούμενο σε γελοιότητα. Όχι πως δεν το περιμέναμε, αλλά πρέπει να τα ξαναλέμε κάθε φορά, για να είμαστε εντάξει πρωτίστως με τους εαυτούς μας.

– Πού καταλήγουμε, λοιπόν; Μάλλον στο ότι και οι δύο επιλογές είναι καταστροφικές, με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αλλά έτσι είναι: Αν η μία επιλογή ήταν γαμάτη και η άλλη απαίσια, δεν θα χρειαζόταν να γίνει δημοψήφισμα, σωστά; Ας αποφασίσει λοιπόν ο καθένας τι νομίζει ότι είναι λιγότερο κακό. Εξάλλου, είναι καλύτερα τώρα που θα μπορούμε εμείς οι ίδιοι να πάρουμε την απόφαση και μετά εμείς οι ίδιοι να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο για την απόφασή μας. Καιρός να αναλάβουμε τις ευθύνες μας ως πολίτες – αυτή τη φορά χωρίς μεσάζοντες, που μας είναι μεν πολύ βολικοί για να έχουμε κάποιον να βρίζουμε για τις δικές μας μαλακίες, αλλά δε μας βοηθούν και πολύ να γίνουμε υπεύθυνοι άνθρωποι.

– Και επειδή πρέπει να το παίξω κουλτουριάρης ενώ δεν είμαι, θα ακολουθήσω την πάγια τακτική των πολιτικών και θα κλείσω το λογύδριό μου quotάροντας έναν γνωστό συγγραφέα: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».


Έχει κάτι ελκυστικό το αίμα. Δεν ξέρω τι ακριβώς. Να είναι αυτό το βαθυκόκκινο χρώμα που χτυπάει τόσο έντονα στο μάτι; Η διαπεραστική οσμή του; Η γοητεία του να βλέπεις αυτό που κυλάει στα κρυφά μέσα σου να βγαίνει έξω; Πάντως είναι ελκυστικό. Αν δεν ήταν, δε θα υπήρχαν θρίλερ, δε θα υπήρχαν σπλάτερ, δε θα υπήρχαν καν περιπέτειες, δε θα υπήρχε το μισό Χόλιγουντ. Και ο Κοκκινόπουλος αντί για σίριαλ θα γύριζε βιντεοκλίπ.

Αίμα, περισσότερο αίμα. Αίμα για να το ρουφήξεις, όχι με τα δόντια όπως ο Δράκουλας, αλλά με τα μάτια. Θυμάμαι τη μέρα που γύρισα από το σχολείο και έδειχναν στην τηλεόραση το σημείο όπου είχε δολοφονηθεί λίγο νωρίτερα ο Παύλος Μπακογιάννης, θυμάμαι τις κηλίδες αίματος στα σκαλοπάτια, μόνο αυτό θυμάμαι. Αίμα, όχι πολύ αίμα, σταγόνες μόνο. Αλλά αίμα.

Μας αρέσει το αίμα. Βλέπουμε βίαιες ταινίες, παίζουμε βίαια βιντεοπαιχνίδια, διαβάζουμε βίαια έργα – αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε άρρωστοι ή τίποτα τέτοιο. Τρεφόμαστε με ψεύτικο αίμα. Με το ψεύτικο αίμα των δύσμοιρων θυμάτων του Φρέντι Κρούγκερ, με το εντελώς ψεύτικο (και ενίοτε ούτε καν κόκκινο) αίμα των αντιπάλων στο Mortal Kombat, με το ψεύτικο αίμα που κυλάει σε αστυνομικά μυθιστορήματα.

Το ψεύτικο αίμα είναι μία ασφαλής επιλογή. Κανείς (πια) δε θα σε πει διεστραμμένο επειδή βλέπεις ένα θρίλερ. Αλλά όταν παθιάζεσαι τόσο και με το αληθινό αίμα, εκεί μάλλον υπάρχει πρόβλημα.

Στα δελτία ειδήσεων το αληθινό αίμα περνιέται εύκολα για ψεύτικο. Είναι σαν να παρακολουθείς ένα καλοστημένο θρίλερ όταν βλέπεις τα πομπώδη ρεπορτάζ με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για μία στυγνή δολοφονία. Όμως δεν είναι θρίλερ. Είναι πραγματικότητα. Και όταν “συγκλονισμένο το Πανελλήνιο” παρακολουθεί αυτήν την πραγματικότητα σαν να είναι θρίλερ, είναι σαν να βάφει τα χέρια του με αίμα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, υπάρχει αρκετό για όλους.

Θυμάμαι πάλι εκείνη τη μέρα με τη δολοφονία του Μπακογιάννη. Θυμάμαι πόσο είχα σοκαριστεί στη θέα του αίματος, που μέχρι τότε το είχα δει να βγαίνει μόνο από τα γδαρμένα γόνατά μου όταν έπαιζα στο δρόμο. Και ήταν κι αυτό αληθινό αίμα.

Για σκέψου: Πόσο σε σοκάρει σήμερα η θέα του αίματος στην τηλεόραση; Και πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;