Οκτώβριος 2011



Χρειάστηκα κάποιες μέρες για να μπορέσω να ακούσω όλες τις διαφορετικές απόψεις, να ζυμώσω λίγο τις σκέψεις μου και να καταλήξω στο τι ακριβώς αισθάνομαι για όλα όσα συνέβησαν κατά τις εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου. Για τα πάντα νιώθεις κάτι αυθόρμητα τη στιγμή που συμβαίνουν, κάτι που δεν είναι πάντα τόσο ακριβές, γιατί αφ’ενός δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί το γεγονός, και αφ’ετέρου δεν έχεις ακούσει τις άλλες απόψεις ώστε να έχεις μία πιο σφαιρική άποψη. Έτσι και αυτές τις μέρες, θεώρησα σωστό να ερευνήσω, να μιλήσω με ανθρώπους, να ακούσω κι άλλες απόψεις, να ενημερωθώ, και τελικά να καταλήξω να μιλάω για ένα θέμα επικαιρότητας τρεις μέρες αργότερα. Αλλά τουλάχιστον να μιλάω γι’αυτό ψύχραιμα και βέβαιος ότι αυτά που γράφω θα ισχύουν και αύριο. Πάμε, λοιπόν:

– Παρελάσεις. Ποιος τις χρειάζεται, αλήθεια; Τι εξυπηρετούν; Πολλοί έχουν ταχθεί εναντίον τους. Κι εγώ επίσης. Και νομίζω πως τίποτα δε θα μου αλλάξει τη γνώμη. Οι παρελάσεις είναι ένα θέαμα που ικανοποιεί μόνο τους στρατόκαυλους. Για έναν άνθρωπο υγιή, το θέαμα στρατιωτών να περπατάνε με βήμα στην Αμαλίας δεν προκαλεί καμία υπερηφάνεια. Πρόκειται για ένα έθιμο οπισθοδρομικό, που πλέον απαντάται μόνο σε χώρες τριτοκοσμικές ή/και χώρες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο κάποιας δικτατορίας. Και η Ελλάδα δεν θέλουμε να είναι τίποτα από τα δύο. Αλλά είναι.

– Θα μου πεις, «οι παρελάσεις γίνονται για να τιμήσουν τους πεσόντες». Φυσικά και πρέπει να τιμήσουμε τους νεκρούς που έδωσαν τη ζωή τους για να προστατεύσουν αυτή τη χώρα πριν από 70 ή 200 χρόνια, καμία αντίρρηση. Αλλά έτσι τους τιμάς; Με μία στρατιωτική επίδειξη; Δηλώνοντας κάτι σαν «κοιτάξτε τι γαμάτο Στρατό που έχουμε, άμα χρειαστεί θα ξαναγαμήσουμε κώλους»; Βάζοντας μαθητές να παρελαύνουν ομοιόμορφα με στρατιωτικό βήμα σαν λοβοτομημένα ρομποτάκια; Όχι, δε θα το’λεγα. Πήγαινε στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Άφησε ένα λουλούδι. Να μαζευτούμε όλοι εκεί και να αφήσουμε από ένα λουλούδι ο καθένας, να γίνει η πλατεία Συντάγματος παρτέρι. Έτσι τιμάς τους νεκρούς σου, δείχνοντάς τους ότι τους σκέφτεσαι με μία συμβολική κίνηση. Όχι με μία στρατόκαυλη παρέλαση.

– Ωστόσο, το μείζον θέμα μας δε θα έπρεπε να είναι το αν είναι καλό ή κακό πράγμα οι παρελάσεις. Όχι, αυτό είναι δευτερεύον. Το κύριο θέμα είναι ότι οι εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου, σε συνδυασμό με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις τον τελευταίο καιρό, έδωσαν σε πολλούς πρόσφορο έδαφος για να εκφράσουν μία αντίδραση. Μία αντίδραση στην οποία μπορεί κανείς να προσάψει πολλά αρνητικά επίθετα, αλλά δεν μπορεί να μην τη συνοδεύσει και με ένα τουλάχιστον θετικό: Δικαιολογημένη.

– Νομίζω ότι ο Μανώλης Γλέζος το είπε πολύ καλύτερα απ’όσο θα μπορούσα ποτέ να το πω εγώ, και βέβαια έχει και κάθε δικαίωμα να το λέει: «Σήμερα αποκαταστάθηκε το πραγματικό νόημα της επετείου της 28ης Οκτωβρίου». Μπορεί να τα έχει τα χρονάκια του ο Γλέζος, κι όμως είπε με πολύ απλά λόγια αυτό που κανένας άλλος δεν σκέφτηκε ή δε θέλησε να πει. Ότι υπάρχει ένας παραλληλισμός ανάμεσα στα όσα συμβαίνουν σήμερα και σε όσα συνέβαιναν πριν από εβδομήντα χρόνια. Και είναι ένας παραλληλισμός δικαιολογημένος. Γιατί αν η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, τότε σήμερα υπάρχουν πολλοί φαρσέρ που γελάνε εις βάρος μας.

(- Βέβαια, να πω κι αυτό: Ειλικρινά δε με νοιάζει να έχω τον Γερμανό πάνω από το κεφάλι μου. Για κάποιους αυτό συνιστά προδοσία, τους ενοχλεί πολύ και αντιδρούν κυρίως γι’αυτό, αλλά εγώ προτιμώ να με κυβερνά κάποιος ξένος που ξέρει να κάνει αυτή τη δουλειά, παρά κάποιος ντόπιος που ξέρει μόνο από λαμογιές και λοιπές πουστιές. Είδαμε προκοπή κι από τους δικούς μας.)

– Προσωπικά δε θεωρώ προσβολή των νεκρών ή της επετείου της 28ης Οκτωβρίου τις αποδοκιμασίες στους πολιτικούς. Αντίθετα, θεωρώ προσβολή της νοημοσύνης μου τις δηλώσεις των πολιτικών που προσπαθούν να καλύψουν τις ευθύνες τους πίσω από ένα προπέτασμα (ψευδο)πατριωτικού καπνού, κατηγορώντας ουσιαστικά όποιον διαμαρτύρεται για έλλειψη πατριωτισμού. Αναρωτιέμαι τι θα έκανε σήμερα ο γενναίος στρατιώτης που το 1940 πολέμησε κάτω από αντίξοες συνθήκες αυτούς που απειλούσαν τη χώρα του. Θα χειροκροτούσε τους επισήμους; Θα καμάρωνε τα ομοιόμορφα ρομποτάκια; Θα χάζευε τα μίνι των κοριτσιών; Ή θα ήταν ο πρώτος που θα αποδοκίμαζε και θα φώναζε συνθήματα; Πιστεύω ότι θα έκανε το δεύτερο.

– Σε ό,τι αφορά τον Κάρολο Παπούλια: Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι. Ο Παπούλιας έχει έναν θεσμικό ρόλο χωρίς καμία απολύτως πρακτική αξία, είναι ένα διακοσμητικό στοιχείο που κάθε τόσο το μεταφέρουν από ‘δω κι από ‘κει, σαν το βάζο με τα λουλούδια που το τοποθετείς κάθε φορά στη μέση του τραπεζιού να το βλέπουν οι άλλοι και να χαίρονται. Η θέση του δε χρησιμεύει σε τίποτα, και για μένα δε χρησιμεύει καν για να του εκδηλώσεις την οργή σου για το πολιτικό σύστημα. Δεν έχει πια καμία σχέση με το πολιτικό σύστημα, είναι σαν να θέλεις να διαμαρτυρηθείς στην αντίπαλη ποδοσφαιρική ομάδα και να βρίζεις τον τρίτο αναπληρωματικό φυλαρούχα της. Αλλά όπως και να’χει, θα προτιμούσα ο Παπούλιας να δείξει μία κατανόηση και να δικαιολογήσει έστω εν μέρει την αντίδραση του κόσμου, παρά να θυμώσει και να φύγει σαν το παιδάκι που δεν το παίζουν τα άλλα παιδάκια.

– Φυσικά, να πούμε και το εξής: Δεν ήταν όλοι οι διαδηλωτές ίδιοι. Ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στα επεισόδια σε όλη την Ελλάδα θα βρει κανείς απογοητευμένους πασόκους, οπαδούς ομάδων, χρυσαυγίτες, συριζαίους, συνδικαλιστές, ένα εντελώς ετερογενές συνονθύλευμα ανθρώπων. Δεν μπορείς να συμφωνήσεις με όλους αυτούς, ο καθένας έχει τις δικές του απόψεις, τις δικές του διεκδικήσεις, τους δικούς τους τρόπους έκφρασης. Όμως αυτό τελικά δεν είναι αυτό που λέμε «λαός»; Ένα ετερογενές μείγμα από εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικές απόψεις και διεκδικήσεις; Μήπως τελικά αυτή η «μειοψηφία», όπως την χαρακτηρίζουν απαξιωτικά πολλοί, εκφράζει τελικά μία πολύ μεγαλύτερη πλειοψηφία;

– Να πω δυο λόγια και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πραγματικά αστείο αυτό που γίνεται κάθε φορά που έχουμε κάποιου είδους επεισόδια, να ρίχνει η εκάστοτε κυβέρνηση το βάρος της ευθύνης σε ένα κόμμα που με το ζόρι μπαίνει στη Βουλή. Εντάξει, δεν είναι και τα καλύτερα παιδιά, όμως είναι υπερβολικό να κατηγορείς ένα μικρό κόμμα για επεισόδια που συνέβησαν πάνω-κάτω σε όλη την Ελλάδα. Αν όλα όσα έγιναν τα προκάλεσαν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, απορώ που αυτό το κόμμα δεν πιάνει διψήφια ποσοστά. Και επίσης, τι αστείο κύριε Μαγκούφη να κατηγορείς τον ΣΥΡΙΖΑ ότι στέλεχός του σου επιτέθηκε, και τελικά να είναι στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ε;

– Κάτι ακόμα που με ενδιαφέρει και προσωπικά, μια και σπούδασα δημοσιογραφία: Η στάση του δελτίου του Mega (και όλων ουσιαστικά των καναλιών, αλλά επικεντρώνω την προσοχή μου στο συγκεκριμένο λόγω προτέρου ανέντιμου βίου) είναι δημοσιογραφικά απαράδεκτη, για ακόμα μία φορά. Έχουν διασύρει κάθε έννοια δημοσιογραφικής δεοντολογίας, και το κάνουν πιο εξόφθαλμα από ποτέ. Δεν τηρούνται καν τα προσχήματα. Θα σταθώ κυρίως σε αυτό που έλεγα πρόσφατα, για τον σαφή διαχωρισμό είδησης και σχολίου, που είναι απαραίτητο στοιχείο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Το να δείχνεις ένα ρεπορτάζ που περιγράφει αντικειμενικά την είδηση και μετά να δίνεις τον λόγο σε δημοσιογράφους και πολιτικούς που προπαγανδίζουν την άποψή τους είναι σχεδόν αποδεκτό – τουλάχιστον έχεις ήδη δώσει αντικειμενικά την είδηση και ο καθένας μπορεί να βγάλει συμπεράσματα. Όταν όμως το ρεπορτάζ περιέχει αξιολογικές κρίσεις όπως «απαράδεκτη επίθεση», «εθνική ντροπή», «προσβολή των θεσμών», δεν υπάρχει καν αυτός ο λεπτός μανδύας μιας κάποιας δεοντολογίας. Και λυπάμαι τους ανθρώπους που παρακολουθούν αυτό το κανάλι για την ενημέρωσή τους – εξάλλου, ο μόνος λόγος που κι εγώ το παρακολουθώ είναι για να βλέπω αυτό που βλέπουν τόσοι και τόσοι τηλεθεατές που το προτιμούν. Για τη δική μου ενημέρωση, ευτυχώς υπάρχουν άλλα, πολύ πιο αξιόπιστα και αντικειμενικά μέσα.

– Κανονικά, το ΕΣΡ θα’πρεπε τέτοιες μέρες να βγάζει μία έκτακτη ανακοίνωση, σαν την ΕΜΥ, προειδοποιώντας για «ακραία δημοσιογραφικά φαινόμενα», να ξέρει ο κόσμος να μην ανοίγει καν την τηλεόραση μην και τον παρασύρει το τσουνάμι.

– Κλείνω με το tweet μου, που νομίζω ότι συνοψίζει πάνω-κάτω όλα τα παραπάνω: «Δυστυχώς, οι σημερινές διαδηλώσεις αμαυρώθηκαν από μεμονωμένες παρελάσεις».

Advertisements

ΠΑΣΟΚ. Οικονομία. Πτώχευση. Αναδιάρθρωση. Κούρεμα. Χρεωκοπία. Χρέος. ΑΕΠ. Spreads. Χρηματιστήριο. Έλλειμμα. Χαράτσι. Σύνοδος. Εποπτεία. Βενιζέλος. Πάγκαλος. ΓΑΠ. Μέρκελ. Τρόικα. 2020. Αγορές. Δάνειο. ΜΑΤ. Δακρυγόνα. Βουλή.

25 λέξεις. 25 λέξεις που τώρα τελευταία μας προκαλούν κατάθλιψη, θυμό, απογοήτευση, όλα τα πιθανά αρνητικά συναισθήματα. Και κανένα θετικό. Τις έγραψα, λοιπόν, όλες μπροστά, με σκοπό να μην τις χρησιμοποιήσω ούτε μία φορά στη συνέχεια. Αυτή εδώ η παραγραφούλα είναι ο κυματοθραύστης που προστατεύει το κείμενό μου από το τσουνάμι μαυρίλας που απειλεί να μας πνίξει όλους.

Με έχουμε εντυπωσιάσει τις τελευταίες μέρες. Όλοι μας. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις πλάκα όταν νιώθεις τους τοίχους του κελιού σου να έρχονται προς το μέρος σου, απειλώντας να σε συνθλίψουν. Αλλά εμείς κάνουμε πλάκα. Υπάρχει η οργή, η θλίψη, όλα αυτά. Αλλά υπάρχει και το χιούμορ. Δεν ξέρω πού βρίσκει χώρο και τρυπώνει μέσα μας ακόμα, αλλά τα καταφέρνει.

Μιλάω κάθε μέρα με ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους. Αν τους ρωτήσεις πώς είναι, θα παραδεχτούν ότι είναι χάλια. Ότι το παρόν είναι χάλια, το μέλλον ακόμα πιο χάλια και το παρελθόν μοιάζει πολύ μακρινό. Και μετά θα σου πουν ένα επίκαιρο ανέκδοτο ή μία ατάκα που διάβασαν κάπου και θα γελάσετε και οι δύο. Και θα ξεχάσετε για λίγο τα βάσανά σας – ή μάλλον, κάτι ακόμα καλύτερο: Θα γελάσετε στα μούτρα τους.

Δεν είναι κάποιο στερεότυπο γνώρισμα του Έλληνα, «ο γλεντζές Έλληνας, που ό,τι και να του συμβαίνει κατεβάζει δυο ούζα, χορεύει κι ένα συρτάκι, σπάει και καμιά δεκαριά πιάτα γιοα να ξεχαρμανιάσει και ξεχνάει τα προβλήματά του». Όχι, τα στερεότυπα είναι φτιαγμένα για τις ταινίες και τη λογοτεχνία. Είναι το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Είναι αυτός ο αμυντικός μηχανισμός που μας προστατεύει από το να κάνουμε κακό στον εαυτό μας. Γιατί κακά τα ψέματα: Αν δεν υπήρχε ένας τέτοιος μηχανισμός, ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας θα είχε αυτοκτονήσει. Και δυστυχώς, ούτε ένας από τύψεις.

Ένας θεός ξέρει πόσο πονάμε. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις δουλειά, να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, να ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις σου. Αλλά γελάμε ακόμα. Βγάζουμε ανέκδοτα, γελώντας με αυτούς που ευθύνονται για το χάλι μας. Γελάμε (πικρά ίσως) με τον εαυτό μας, όταν σκεφτόμαστε πώς ήμασταν πριν από δύο, πέντε, δέκα χρόνια. Μέσα στην οργή μας, ψάχνουμε για χαμόγελα. Στα οργισμένα συνθήματα των αγανακτισμένων πολιτών, θα βρεις μία γερή δόση χιούμορ. Στα καφενεία, οι παππούδες γκρινιάζουν για τις πετσοκομμένες τους συντάξεις, αλλά πάντα βρίσκεται κάποιος να πετάξει ένα αστείο και να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα πριν πάθουν όλοι ομαδικώς εγκεφαλικό. Αν κάτι μας κρατάει ζωντανούς, είναι η ικανότητά μας να γελάμε ακόμα.

Κάποιοι λένε ότι είναι ανώριμο να κάνεις πλάκα μπροστά στην καταστροφή. Ότι είναι σαν να βλέπεις το τρένο να έρχεται καταπάνω σου και αντί να τρέχεις να σωθείς, να το βλέπεις γελώντας και να περιμένεις να σε πολτοποιήσει. Ότι είναι μία εκτόνωση της οργής μας που μας εμποδίζει από το να πετύχουμε κάτι μεγαλύτερο, μία οργανωμένη και μαζική εξέγερση δηλαδή. Όμως το χιούμορ ποτέ δεν υπήρξε ανασταλτικός παράγοντας για μία επανάσταση. Αντίθετα, το χιούμορ βοηθάει στη συσπείρωση του κόσμου εναντίον του καθεστώτος, όταν ειδικά αυτό δεν είναι καθόλου δημοφιλές. Και επιπλέον, είναι η μόνη μας διέξοδος. Η λύση για να νιώσω καλύτερα δεν είναι να πάρω μια μολότωφ και να τη ρίξω σε ένα αστυνομικό τμήμα. Είναι να κάνω πλάκα. Και όταν έρθει η ώρα να εκφραστώ πιο σοβαρά, πιο μαζικά, θα το κάνω. Είναι η έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ που καθιστά έναν άνθρωπο επικίνδυνο για τους γύρω του, και όχι η παρουσία της.

Ακόμα και στα γήπεδα ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Αντί να βρίζουν οι οπαδοί τις μάνες των διαιτητών και των αντιπάλων τους, βρίζουν τους πολιτικούς. Άνθρωποι που θα περίμενε κανείς να είναι εντελώς απολιτίκ και να μην ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο παρά μόνο για το ποιος θα παίξει στην επίθεση την Κυριακή, φωνάζουν πολιτικά συνθήματα. Και βάζουν και χιούμορ: «Έτσι γαμάνε αυτοί που σας χρωστάνε», έλεγε το σύνθημα των οπαδών του Ολυμπιακού όταν νίκησε την Ντόρτμουντ. Φοβερά ευρηματικό. Χωρίς να πειράξουν κανέναν, μια χούφτα άνθρωποι σκέφτηκαν ένα έξυπνο σύνθημα, το τραγούδησαν και μοίρασαν χαμόγελα. Χωρίς να ασκήσουν κανενός είδους βία, εξέφρασαν με χιούμορ αυτό που πάνω-κάτω όλοι αισθανόμαστε, με τρόπο που θα μπορούσε να κάνει ακόμα και φανατικό οπαδό του Παναθηναϊκού να χειροκροτήσει με πάθος.

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Είμαστε τρελοί; Βλέπουμε την καταστροφή να έρχεται και χαζογελάμε; Όχι, λέω εγώ. Είμαστε ζωντανοί. Βλέπουμε την καταστροφή να έρχεται και γελάμε. Γελάμε όλοι μαζί. Δεν αποδυναμώνουμε την καταστροφή, όμως ενισχύουμε τους εαυτούς μας. Παίρνουμε δύναμη. Συσπειρωνόμαστε. Ενωνόμαστε κάτω από κοινά αστεία, που κάτω από τον λεπτό μανδύα του χιούμορ κρύβουν κοινές διεκδικήσεις.


«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Μία φράση που όλοι πιστεύουμε ότι είπε ο Βολταίρος (συγνώμη σε όσους ρίχνω από τα σύννεφα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν την είπε και δεν την έγραψε ποτέ – στην πραγματικότητα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1906, στο βιβλίο «The Friends of Voltaire» της Έβελιν Μπίτρις Χολ, ένα google search θα σας πείσει) και τη χρησιμοποιούμε τακτικά για να δείξουμε το μεγαλείο της ψυχής ενός ανθρώπου που μπορεί να διαφωνεί με την άποψη του συνομιλητή του, και όχι μόνο δεν παίρνει το τσεκούρι να του κόψει το κεφάλι, αλλά δηλώνει και διατεθειμένος να πεθάνει για διασφαλίσει το δικαίωμά του να εκφράζει αυτήν την άποψη.

Βέβαια, δεν είμαστε όλοι τόσο μεγαλόψυχοι. Πώς θα εξέφραζαν άραγε την αντίθεσή τους στα λεγόμενα  των συνομιλητών τους οι πολιτικοί μας; Για να δούμε μερικές περιπτώσεις:

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες, αφού φυσικά σε ξαποστείλω από το κόμμα μου πρώτα.» (Γιώργος Παπανδρέου)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, και γι’αυτό θα σου ρίξω κι εσένα την κυβέρνηση.» (Αντώνης Σαμαράς)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα πετάξω εκεί δέκα αερολογίες και πομπώδεις μπούρδες για να φανώ έξυπνος και όλοι θα νομίζουν ότι εγώ έχω δίκιο.» (Ευάγγελος Βενιζέλος)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, οπότε θα φωνάξω τα ΜΑΤ να σε σαπίσουν στο ξύλο.» (Χρήστος Παπουτσής)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, και το καλό που σου θέλω να σταματήσεις να το λες, γιατί επηρεάζεις αρνητικά τις αγορές και υπονομεύεις το εθνικό μας συμφέρον.» (Ηλίας Μόσιαλος)

«Διαφωνώ με αυτό που λες. Ό,τι κι αν είναι αυτό που λες.» (Αλέκα Παπαρήγα)

«Διαφωνω με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά μου να φωνάζω πιο δυνατά από σένα για να μην ακούγεσαι.» (Άδωνις Γεωργιάδης)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υποχωρήσω για τελευταία φορά και θα αποδεχθώ την άποψή σου. Τελευταία φορά όμως, ε;» (Βάσω Παπανδρέου)

«Διαφωνώ με αυτά που έλεγα παλιά, αλλά θα προσπαθήσω μέχρι θανάτου να σας κάνω όλους να ξεχάσετε τι έλεγα παλιά.» (Ντόρα Μπακογιάννη)

«…α, μίλαγες τόση ώρα; Δε σε άκουγα, έλεγα τα δικά μου. Και χέστηκα τι έλεγες κιόλας.» (Λιάνα Κανέλλη)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, γι’αυτό και θα φωνάξω τον εισαγγελέα να δεις τι έχεις να πάθεις.» (Γιώργος Καμίνης)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα πάω στον Αυτιά να πω τον πόνο μου, που συμφωνεί πάντα μαζί μου.» (Παναγιώτης Ψωμιάδης)

«Συμφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα προσποιηθώ ότι διαφωνώ για να μη με διαγράψει το κόμμα μου.» (αγνώστου πολιτικού)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά μου πήρε δύο χρόνια να το καταλάβω.» (Λούκα Κατσέλη)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα μου πεις εδώ διαφωνώ με τις 482 συνιστώσες του ίδιου μου του κόμματος, με σένα δε θα διαφωνήσω;» (Αλέξης Τσίπρας)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, και θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά μου να σου υπενθυμίζω κάθε μέρα πόσο πολύ διαφωνώ με αυτό που λες.» (Γιώργος Καρατζαφέρης)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, και επιπλέον είσαι χαραμοφάης, τεμπέλης, εγκάθετος, νενέκος, αναίσθητος, συκοφάντης και αδύνατος.» (Θεόδωρος Πάγκαλος)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, και θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου την άποψή μου ότι το Pro 2010 ήταν πολύ καλύτερο από το Pro 2011.» (Κώστας Καραμανλής)


Δημοσιογραφία. Φαίνεται τόσο εύκολη, έτσι; Παίρνεις τηλέφωνο έναν «δικό» σου άνθρωπο, σου λέει 2-3 «ειδησεις», τις γράφεις αυτούσιες σε μία εφημερίδα ή τις παρουσιάζεις σε ένα δελτίο ειδήσεων, βγάζεις έναν σκασμό λεφτά και τέλος. Βέβαια, αυτό ισχύει για το 1% των δημοσιογράφων, τις «βιτρίνες» της δημοσιογραφίας, που κρύβουν πίσω τους ανθρώπους που δουλεύουν εξοντωτικά ωράρια για μισθούς της πείνας. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, με το οποίο έχω ασχοληθεί και πιο παλιά.

Το θέμα είναι: Είναι εύκολη η δημοσιογραφία για έναν παραδοσιακό δημοσιογράφο, έναν δημοσιογράφο δηλαδή που μεταδίδει τα γεγονότα αντί να τα δημιουργεί ή/και να τα διαστρέφει; Όχι, δεν είναι. Δεν είναι καθόλου εύκολη.

Πάντα πίστευα ότι για κάποιον που ξέρει να γράφει σωστά, να μιλάει σωστά, να βάζει δέκα λέξεις σε μια σειρά και να φτιάχνει με αυτές προτάσεις που να βγάζουν κάποιο νόημα τέλος πάντων, το να κάνει τον δημοσιογράφο θα ήταν απλή υπόθεση. Δε χρειάζεσαι και πολλά πράγματα, σκεφτόμουν, απλά να βλέπεις γύρω σου και να μπορείς να εξηγήσεις στον κόσμο τι είναι αυτό που βλέπεις. Όμως τι είναι αυτό που βλέπεις; Και πόσο αποστασιοποιημένος μπορεί να είναι κανείς απέναντι στην πραγματικότητα, ώστε να τη μεταφέρει αυτούσια σε κάποιον άλλο χωρίς να παραμορφωθεί από τα συναισθήματά σου; Και σε τελική ανάλυση, μήπως ο άλλος θέλει να διαβάσει και τα συναισθήματά σου ή τον ενδιαφέρει μόνο η αντικειμενική πραγματικότητα;

Αυτό είναι για μένα το πιο δύσκολο κομμάτι της δημοσιογραφίας. Ο διαχωρισμός της πραγματικότητας από το συναίσθημα. Πότε αυτό που γράφεις είναι είδηση και πότε προσωπικό σχόλιο; Και πώς μπορείς να διαχωρίσεις αυτά τα δύο; Στη σχολή έμαθα ότι είδηση και σχόλιο πρέπει να είναι δύο εμφανώς διαχωρισμένα πράγματα, για να καταλαβαίνει ο αναγνώστης το σημείο στο οποίο σταματάει η πραγματικότητα και αρχίζει η προσωπική πραγματικότητα του δημοσιογράφου. Αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να «στραγγίξεις» ένα κείμενο από καθετί συναισθηματικό.

Και επειδή μπορείς να βγάλεις την ψυχή από τον δημοσιογράφο, αλλά ποτέ τον δημοσιογράφο από την ψυχή, την πατάω κι εγώ συνήθως όταν προσπαθώ να υπηρετήσω τη λεγόμενη «δημοσιογραφία των πολιτών», μία δημοσιογραφία αρκετά διαφορετική από την «παραδοσιακή» των διεφθαρμένων ΜΜΕ, αλλά αρκετά παρόμοια με την παραδοσιακή, αγνή δημοσιογραφία. Έχει, όμως, μία πολύ σημαντική διαφορά από την παραδοσιακή δημοσιογραφία: Η πληροφορία μεταδίδεται την ίδια στιγμή που τη δημιουργείς. Δεν έχεις την πολυτέλεια να ζυμώσεις στο μυαλό σου τα όσα συνέβησαν γύρω σου, να κάτσεις σε ένα γραφείο και να καταγράψεις ψύχραιμα και αντικειμενικά τα γεγονότα. Γράφεις τώρα, διαβάζεσαι τώρα, εκτίθεσαι τώρα. Και γι’αυτόν το λόγο, φέρεις τεράστια ευθύνη.

Την Πέμπτη δεν κατέβηκα στην πορεία. Δεν μπορούσα. Ήθελα να είμαι εκεί, αλλά δεν ήμουν. Κι έτσι περιορίστηκα σε ρόλο εξωτερικού σχολιαστή, έναν ρόλο άχαρο και μάλλον παρασιτικό, αφού άλλοι δημιουργούν την πληροφορία και ο σχολιαστής απλά τη χρησιμοποιεί για να πει τα δικά του. Στο Twitter, την κατ’εξοχήν πλατφόρμα που ευνοεί τη δημοσιογραφία των πολιτών, ήμασταν πολλοί οι σχολιαστές και ήταν πολλοί και οι «ρεπόρτερ», οι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί.

Τι έμαθα από αυτήν τη μέρα; Ένα πράγμα: Όταν αναφέρεσαι σε γεγονότα που συμβαίνουν ΤΩΡΑ, πρέπει να είσαι προσεκτικός. ΠΟΛΥ προσεκτικός Αν άκουσες κάπου ότι μπορεί και να υπάρχει ένας νεκρός, πρέπει να το διασταυρώσεις πριν το πεις, για να μην προκαλέσεις αδίκως πανικό. Και αν δεν είσαι σίγουρος, δεν πρέπει να το αναπαράγεις, γιατί εσύ θα είσαι αυτός που θα εκτεθεί αν τελικά δεν ισχύει. Και αν δεις μπροστά σου κάτι να συμβαίνει, μεταδίδεις μόνο αυτό που βλέπεις. Δεν κάνεις εξιολογικούς χαρακτηρισμούς που εκείνη την ώρα σου φαίνονται σωστοί, αλλά αργότερα θα φαίνονται επιπόλαιοι.

Διάβασα πολλές βλακείες στο Twitter σχετικά με τα γεγονότα της Πέμπτης. Και έγραψα πολλές βλακείες. Αυτό που εκείνη την ώρα σου φαίνεται προφανές και αλάνθαστο, μετά από δυο-τρεις ώρες μπορεί να έχει ανατραπεί τελείως. Από την άλλη, βέβαια, μπορείς να πεις ότι το αληθινό ποιόν ενός ανθρώπου φαίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, από το πώς διαχειρίζεται καταστάσεις στις οποίες απαιτείται ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.

Πέρα απ’όλα αυτά, για να μιλήσω και λίγο επί της ουσίας, θρηνούμε από χθες έναν ακόμη νεκρό, έναν αθώο άνθρωπο που ξεκίνησε από το σπίτι του να διαδηλώσει, και δε γύρισε ποτέ. Έναν άνθρωπο, πάνω από τον τάφο του οποίου έχουν ήδη στηθεί επικοινωνιακοί χοροί από κόμματα και κανάλια, με τελικό σκοπό να μας διχάσουν. Αυτοί φταίνε για τον θάνατο. Όχι, οι άλλοι φταίνε. Πάρε κι εσύ θέση, μπορείς. Πήγαινε με τους μεν ή με τους δε. Και όταν ξανακατέβεις σε διαδήλωση, πάρε το μέρος τους. Και σπάσε στο ξύλο τους άλλους. Γιατί αυτοί είναι οι πραγματικοί εχθροί σου, οι «άλλοι», και όχι αυτοί ενάντια στους οποίους διαδηλώνεις. Και κάπως έτσι, ένα γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσε να συσπειρώσει μία ολόκληρη κοινωνία εναντίον ενός κοινού κακού καταλήγει να την διχάζει. Κάποιος εκεί πάνω διαιρεί και βασιλεύει, κι εμείς παίζουμε με μανία το παιχνίδι του.

Βλέποντας πλέον τα πράγματα ήρεμα, χωρίς τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής, δε με ενδιαφέρει ποιος ήταν αυτός που πέθανε, δε με νοιάζει πού ζούσε, πόσα παιδιά είχε, τι ψήφιζε. Με ενδιαφέρει ότι θα μπορούσα να είμαι εγώ. Εσύ. Ο καθένας που συνειδητά αποφάσισε να κατέβει σε μία πορεία διαμαρτυρίας απέναντι σε οτιδήποτε. Δε με ενδιαφέρει ποιος τον σκότωσε, αν φορούσε κουκούλα και κράνος ή μάσκα και αστυνομική στολή ή αν κρατούσε κομματική σημαία. Με ενδιαφέρει ότι αυτός που το έκανε δε θα τιμωρηθεί ποτέ. Και θα συνεχίσει τη ζωή του, ελεύθερος κι ωραίος. Είμαστε εθισμένοι στις λεπτομέρειες, διυλίζουμε τον κώνωπα και αφήνουμε τον ελέφαντα να περάσει άθικτος.

Βέβαια, ο μεγαλύτερος ελέφαντας σε αυτήν την ιστορία είναι το πολυνομοσχέδιο. Το οποίο ψηφίστηκε κανονικότατα, παρά τις αντιδράσεις, από μία κυβέρνηση που έδρασε εντελώς φασιστικά, διαγράφοντας από το κόμμα με συνοπτικές διαδικασίες τον μοναδικό άνθρωπο που βρέθηκε να διαφωνήσει μόνο σε ένα από τα άρθρα του πολυνομοσχεδίου. Κι εμείς αντί να ασχολούμαστε με αυτό (ανάθεμα αν ξέρουν έστω και οι μισοί πολίτες τι στο διάολο σημαίνει για τη ζωή τους αυτό το πολυνομοσχέδιο, τι καταστροφές υπόσχεται να τους φέρει), καθόμαστε και παρακολουθούμε μία ανελέητη μάχη κομματικών συμφερόντων πάνω από έναν τάφο, τρώγοντας ποπ κορν.

«Αποτύχαμε», μπορεί να πει κανείς. Αλλά δεν πιστεύω ότι ήταν αποτυχία. Πιστεύω ότι κάτι μας έμεινε απ’όλα αυτά. Την Τετάρτη είδα ανθρώπους να απωθούν κουκουλοφόρους (που δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά όλοι συμφωνήσαμε ότι ήταν χρυσαυγίτες), να τους αποδοκιμάζουν, να τους βρίζουν. Και οι τελευταίοι δύσπιστοι έχουν καταλάβει πια ότι η τακτική παρουσία τους στις διαδηλώσεις μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι. Βέβαια, οι κουκούλες νίκησαν: Κατάφεραν τελικά να διαλύσουν τις διαδηλώσεις της Τετάρτης και της Πέμπτης, κερδίζοντας δύο μάχες, αλλά όχι και τον πόλεμο. Δε θα κερδίζουν για πάντα. Είμαστε περισσότεροι. Και αν πιστέψουμε ότι μπορούμε να τους νικήσουμε, θα τους νικήσουμε. Δε χρειάζονται όπλα. Μαζικότητα χρειάζεται. Να τους απομονώσουμε, να τους βγάλουμε τις κουκούλες και να δούμε τι πραγματικά κρύβουν κάτω από αυτές. Και τότε να μάθουμε όλοι ποιοι είναι τελικά αυτοί που με το έτσι θέλω μας διαλύουν κάθε φορά. Και γιατί εμφανίζονται και εξαφανίζονται στις πολύ συγκεκριμένες στιγμές που το κάνουν. Και επιτέλους, να δούμε τι μπορούμε να πετύχουμε χωρίς αυτούς.

Αποτύχαμε, λοιπόν; Όχι ακόμα.


Απογοήτευση. Όχι για τους γνωστούς λόγους. Σήμερα μαζεύτηκαν στο Σύνταγμα περισσότεροι από ποτέ. Αλλά και πάλι, ο κόσμος άντεξε περισσότερο απ’ό,τι συνήθως, αλλά απωθήθηκε και πάλι. Τι πετύχαμε τελικά; Τίποτα σημαντικό, φοβάμαι. Δεν είδα να ιδρώνει τ’αυτί τους.

Βουλή. Ένα κτίριο που βρίσκεται σε δύο κόσμους ταυτόχρονα. Στον δικό μας κόσμο, με τις φωνές και τις διαμαρτυρίες μας, και στον κόσμο των βουλευτών, με τα μέτρα και τις μεγαλοστομίες τους.

Γιορτή. Ναι, σήμερα θα μπορούσε να είναι γιορτή. Γιορτή της δημοκρατίας. Τι πιο δημοκρατικό από έναν ολόκληρο λαό που ξεσηκώνεται για τα δικαιώματά του;

Δακρυγόνα. Δυστυχώς, στη μάχη των λέξεων που αρχίζουν από «Δ», τα «Δακρυγόνα» νίκησαν και πάλι με άνεση τη «Δημοκρατία».

Ελπίδα. Υπάρχει. Όταν ολόκληρες ομάδες κουκουλοφόρων αναχαιτίζονται από απλούς πολίτες που θέλουν να διαδηλώσουν ειρηνικά, υπάρχει ελπίδα.

Ζωή. Γι’αυτήν παλεύουμε. Ο καθένας για τη δική του, και πιο σπάνια όλοι για όλων. Αλλά αν ζεις μόνο για τον εαυτό σου και όχι για τους άλλους, τι ζωή είναι αυτή;

Ηλιθιότητα. Είναι ανίκητη, το ξέρουμε. Αν, όμως, δεν είναι ηλιθιότητα και είναι προβοκάτσια; Παραμένει ανίκητη;

Θύματα. Υπάρχουν πολλά, και ήταν σήμερα στο Σύνταγμα. Μαζί τους διαδήλωναν και θύτες, παριστάνοντας κι αυτοί τα θύματα. Να ξέρεις, αυτοί που φωνάζουν περισσότερο είναι συνήθως οι θύτες.

Ίσως. Αυτό το «ίσως» μας κρατάει. Ίσως όλα αυτά να πάνε στράφι, αλλά «ίσως» να καταφέρουμε να αλλάξουμε και κάτι.

Καταστολή. Είναι ο τρόπος του κράτους να σου δείξει ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα. Όχι εσύ, βλάκα λαέ. Εμείς, που είχες τη φαεινή ιδέα να ψηφίσεις. Κι αν το μετάνιωσες χεστήκαμε, περίμενε μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Λεφτά. Υπάρχουν, πώς δεν υπάρχουν. Απλά υπάρχουν για να καλύπτουν τα έξοδα των δακρυγόνων και όχι άχρηστων πραγμάτων όπως η παιδεία και η υγεία. Αχάριστοι άνθρωποι.

Μπαχαλάκηδες. Κουκουλοφόροι. Γνωστοί-άγνωστοι. Ασφαλίτες. Πες τους όπως θες, το ίδιο είναι. Ο ρόλος τους στις πορείες νευραλγικός. Είναι το οξυγόνο του ΜΑΤατζή και το δακρυγόνο του διαδηλωτή.

Νεύρα. Πολλά νεύρα. Πολλοί τσακωνόντουσαν μεταξύ τους για ψύλλου πήδημα. Ένταση. Ένταση και νεύρα που διοχετεύονται σε λάθος κανάλια.

Ξύλο. Το είδα μπροστά μου, μέσα στην πλατεία Συντάγματος. Το προκάλεσαν κουκουλοφόροι, κατά πάσα πιθανότητα Χρυσαυγίτες. Μετά ο κόσμος τους απώθησε. Το σχέδιο Α απέτυχε, αλλά το σχέδιο Β είχε μόλις ξεκινήσει να εφαρμόζεται.

Οργάνωση. Δυστυχώς, οι μόνοι που τη διαθέτουν είναι οι «κουκουλοφόροι» και τα συνδικάτα, οι δύο ανοιχτές πληγές κάθε διαδήλωσης.

Πολυνομοσχέδιο. Πέρασε χωρίς πρόβλημα από τη Βουλή. Λες και δε μας άκουγε κανείς εκεί έξω να φωνάζουμε. Λες και δεν τους νοιάζει. Λες και νομίζουν ακόμα ότι απολαμβάνουν την στήριξή μας.

Ριοπάν. Δεν ξέρω καν σε τι χρησιμεύει ως φάρμακο. Αλλά είναι πολύ χρήσιμο αν σκοπεύεις να κατέβεις σε πορεία διαμαρτυρίας.

Σιωπή. Αν δεν κατέβηκες σήμερα στην πορεία, καλύτερα μη μιλήσεις. Αν δεν ήσουν εκεί, δεν είδες τι έγινε. Μη μιλάς. Άκου αυτούς που ήταν εκεί.

Τρομοκρατία. Δε θα περάσει. Ο κόσμος είναι πλέον υποψιασμένος. Δε φοβάται όσο παλιά. Η εποχή της τρομολαγνείας πέρασε, ας ελπίσουμε ανεπιστρεπτί.

Υπερβολή. Κακό πράγμα να υπερβάλλεις. Αλλά ακόμα χειρότερο να μειώνεις κάτι σημαντικό. Πόσοι κατέβηκαν σήμερα στο Σύνταγμα; Πριν απαντήσεις, βεβαιώσου ότι ξέρεις να μετράς.

Φωτιά. Είναι άραγε πιο σημαντική όταν τυλίγει ένα φυλάκιο έξω από τη Βουλή ή όταν τυλίγει έναν απελπισμένο άνθρωπο με χρέη σε τράπεζες;

Χρυσαυγίτες. Το άλας των διαδηλώσεων. Παντού φέιγ βολάν της Χρυσής Αυγής, παντού μαυροντυμένοι τύποι με ξυρισμένα κεφάλια. Διαδήλωναν κι αυτοί ειρηνικά, με τα καδρόνια στα χέρια.

Ψέμα. Θα το πεις μία, και θα πιάσει. Θα το πεις δύο, και θα βάλει τους άλλους σε υποψίες. Θα το πεις τρεις, και δεν θα υπάρχουν πια αρκετοί βλάκες να σε πιστέψουν.

Ωραία. Και τώρα; Τώρα συνεχίζουμε. Πρέπει να τους τρομάξουμε. Γιατί ξέρεις τι λένε: Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει. Αν τρομάξουν όμως τα κοράκια, θα τυφλωθούν αναμεταξύ τους για να γλιτώσουν το τομάρι τους. Ας τους τρομάξουμε λίγο περισσότερο την επόμενη φορά, λοιπόν.


«Η κοινή γνώμη, μια κοινή, μια πόρνη», έχει πει ο σοφός Τζίμης Πανούσης. Πώς μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του, αλήθεια;

Αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα χιλιάδων διαφορετικών απόψεων, τοποθετημένων από τους «δημοσκόπους» σε ράφια και ομαδοποιημένων αυθαίρετα, με σκοπό να τις μετατρέψουν σε μετρήσιμα μεγέθη. Είναι πρακτικά αδύνατο να βάλεις σε καλούπια την ανθρώπινη σκέψη και να μετρήσεις πόσοι πιστεύουν τι. Η «κοινή γνώμη» που επικαλούνται συχνά οι δημοσιογράφοι, οι δημοσκόποι και οι πολιτικοί δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα λογικό κατασκεύασμα αμφιβόλου αξίας και αξιοπιστίας.

Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι προφανώς δεν υπάρχει μία ενιαία, ομοούσια και αδιαίρετος Κοινή Γνώμη, αλλά πολλές γνώμες, οι οποίες όμως συγχωνεύονται σε μία αποκαλούμενη «κοινή γνώμη», προκειμένου να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα. Πόσο χρήσιμα, όμως είναι στ’αλήθεια αυτά τα συμπεράσματα; Και κυρίως, πόσο αξιόπιστα;

Λένε ότι οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια. Ακόμα κι αν ισχύει αυτό, το πρόβλημα είναι ότι ο καθένας διαβάζει μια διαφορετική αλήθεια, αυτή που πιστεύει ή/και του ταιριάζει. Δε φταίνε οι κακόμοιροι οι αριθμοί, αυτοί τη δουλειά τους προσπαθούν να κάνουν. Αλλά, ως υπάλληλοι που είναι, υπόκεινται στα γούστα των αφεντικών τους.

Μήπως, λοιπόν, οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια; Μήπως λένε απλά ιστορίες που τους διηγούνται αυτοί που τους «μαγειρεύουν»; Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τις δημοσκοπήσεις δεν τις διεξάγουν ανεξάρτητες αρχές ή απόλυτα διαφανείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά εταιρείες που πληρώνονται από κάπου. Και όταν αυτό το «κάπου» βρίσκεται συχνά σε γραφεία πολιτικών κομμάτων, αποτελεί λόγο ανησυχίας.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα πολιτικά κόμματα χαράζουν τη στρατηγική τους στηριζόμενα εν μέρει στις δημοσκοπήσεις. Έχουμε δει κόμματα να αποφασίζουν πότε θα κάνουν εκλογές με βάση τις δημοσκοπήσεις, ελπίζοντας ότι οι αριθμοί θα τα δικαιώσουν. Έχουμε δει βουλευτές να χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα στη Βουλή μία δημοσκόπηση για το Χ θέμα, λες και η δημοσκόπηση ήρθε σε πέτρινη πλάκα από τον ουρανό. Οι δημοσκοπήσεις είναι πια ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής (και όχι μόνο) πολιτικής σκηνής. Αφού οι πολιτικοί σπάνια κατεβαίνουν στο επίπεδο του απλού κόσμου, να μιλήσουν μαζί του, να απαντήσουν στις ερωτήσεις του, να ακούσουν τα προβλήματά του, προτιμούν να χρησιμοποιούν τις δημοσκοπήσεις σαν «εφημερίδες», στις οποίες κάθε τόσο παρακολουθούν τις νέες τάσεις στο εκλογικό σώμα. Εξαρτώνται, έτσι, από μία «κοινή γνώμη» φιλτραρισμένη, ενδεχομένως αλλοιωμένη και σίγουρα αγορασμένη από δεύτερο χέρι, ενώ θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να έχουν μία άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους, να ακούσουν τη φωνή τους από κοντά, και όχι να περιμένουν από τα γκάλοπ να τους μεταφέρουν τα όσα λένε οι πολίτες, παίζοντας το «χαλασμένο τηλέφωνο».

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε τσιτάτα όπως «ο λαός μίλησε» (και απάντησε σε προκάτ ερωτήσεις, δίνοντας προκάτ απαντήσεις), «η κοινή γνώμη συμφωνεί μαζί μας» (αρκεί να είσαι διατεθειμένος να δεις τα πράγματα μονόπλευρα), και φυσικά το all-time classic «ο λαός μας έστειλε ένα μήνυμα, κι εμείς το λάβαμε» (μόνο που πήγε κατευθείας στον spam folder και δεν το διαβάσαμε ποτέ). Αποτέλεσμα; Οι κυβερνώντες να νομίζουν ότι κυβερνούν μία φανταστική χώρα, εντελώς διαφορετική από αυτήν που κυβερνούν στην πραγματικότητα, και να επιμένουν ότι είναι «κοντά στον πολίτη» (αυτής της φανταστικής χώρας που ουδεμία σχέση έχει με τη δική μας). Βέβαια, αν ήταν όντως κοντά στον πολίτη, θα ζητούσαν τη γνώμη του πιο συχνά από μία φορά στα τέσσερα χρόνια, και δε θα το έκαναν μέσω δημοσκοπήσεων, αλλά άμεσα.

Βέβαια, με τη σημερινή κυβέρνηση τα πράγματα είναι μάλλον απλά: Δεν χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να καταλάβεις ότι οι περισσότεροι έχουν σιχαθεί αυτήν την κυβέρνηση, και όσοι δεν την έχουν σιχαθεί έχουν απογοητευτεί, και όσοι δεν έχουν απογοητευτεί είναι είτε ψυχασθενείς είτε πρασινοφρουροί (αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο), οπότε η γνώμη τους είναι ούτως ή άλλως περιττή. Και αν μπροστά στις κάμερες τους βλέπεις να υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να σώσουν τη χώρα, μπορείς να τους φανταστείς πίσω από τις κάμερες πανικόβλητους να προσπαθούν να πιάσουν καλή θέση στις σωσίβιες λέμβους, γιατί ξέρουν ότι το παγόβουνο πλησιάζει και σε λίγο θα τρέχουν όλοι να σωθούν. Ξέρουν ότι οι καριέρες τους (όχι όλων, αλλά πολλών από αυτών) στην πολιτική είναι ήδη τελειωμένες, και πρέπει (πολλοί απ’αυτούς) να δουλέψουν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Δε χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να το καταλάβεις αυτό. Αλλά σε φυσιολογικές κοινωνικές συνθήκες, τα γκάλοπ χρησιμεύουν όχι τόσο για την «σφυγμομέτρηση» του λαού, αλλά για τη χειραγώγησή του. Γιατί όταν εσύ, ως τηλεθεατής, βλέπεις ότι το 60% των συμπολιτών σου (ή έστω των συμπολιτών σου που έτυχε ή πέτυχε να απαντήσουν σε μία δημοσκόπηση) απαντάει με έναν συγκεκριμένο τρόπο σε μία ερώτηση, αρχίζεις και αναρωτιέσαι μήπως έχουν δίκιο, ακόμα κι αν έχεις διαφορετική άποψη. Η δύναμη της μάζας είναι φοβερή: Είναι η ίδια δύναμη που σε ωθεί να πας στο εστιατόριο που είναι γεμάτο και πρέπει να περιμένεις μία ώρα για να βρεις τραπέζι, αντί για το διπλανό που δεν έχει κόσμο και μπορείς να κάτσεις αμέσως – «τόσοι άνθρωποι δεν μπορεί να κάνουν λάθος». Ναι, καλά.

«Κοινή γνώμη» είμαστε όλοι εμείς. Και τις απαντήσεις μας δεν τις δίνουμε στις δημοσκοπήσεις, αλλά σε μαζικες εκδηλώσεις – στις εκλογές, δηλαδή. Και ως μάζα, κάνουμε και λάθη. Οι κυβερνήσεις που επιλέγουμε αποδεικνύονται η μία χειρότερη από την άλλη. η τυφλή υπακοή στη μάζα δε μας έχει αποφέρει και πολλά, ε;

 


Συνήθως φωτογραφίζω πράγματα που μου αρέσουν. Κυρίως συνθήματα σε τοίχους – λατρεύω τα αναρχικά συνθήματα. Στην πλειοψηφία τους είναι έξυπνα, χιουμοριστικά και πραγματικά, τόσο πραγματικά που ταυτίζομαι απόλυτα μαζί τους. Στους τοίχους των Εξαρχείων μπορείς να βρεις δεκάδες τέτοια συνθήματα, όρεξη να’χεις να περπατάς και μπαταρία να φωτογραφίζεις. Πριν από λίγα χρόνια, μία βόλτα στα Εξάρχεια (στη Νεάπολη, συγκεκριμένα) με έβγαλε σε αυτό το stencil, που ήταν πατημένο σε 4-5 διαφορετικά σημεία. «Εθνική Ελλάδος άντε γαμήσου», έγραφε, πάνω από τις μορφές της ενδεκάδας της Εθνικής ποδοσφαίρου που κατέκτησε το Euro 2004. Αν και δε συμφωνούσα καθόλου, και είχα πανηγυρίσει έξαλλα αυτήν την κατάκτηση, το φωτογράφισα.

Το 2004 ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για την Ελλάδα. Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαΐκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου – αλήθεια, θυμόμαστε τίποτα άλλο από εκείνη τη χρονιά; Ή μήπως στο προτασιακό δίκτυο του εγκεφάλου μας η έννοια «2004» ταυτίζεται απόλυτα με τις έννοιες «Χαριστέας», «Πειρατικό», «Κεντέρης-Θάνου», «Ολυμπιακοί» και δεν αφήνει περιθώριο για τίποτα άλλο;

Κι όμως, συνέβησαν πολλά. Σκάνδαλα, πολιτικές ανακατατάξεις, εργατικά ατυχήματα,αμέτρητα σημαντικά γεγονότα. Αλλά δε θυμόμαστε τίποτα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση η «αμνησία» μας δεν οφείλεται μόνο στη συλλογική μνήμη χρυσόψαρου που φαίνεται ότι διαθέτουμε συνήθως σε πολιτικά θέματα (αλλά σε θέματα ιστορίας «θυμόμαστε» μέχρι και την κάθοδο των Δωριέων), αλλά στη γενική αίσθηση ευφορίας και «εθνικής ανάτασης» που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Πραγματικά, αν το 2004 δεν ήσουν «εθνικά υπερήφανος», σε θεωρούσαν περιθωριακό. Δηλαδή τι άλλο ήθελες; Η Ελλάδα είχε μπει στο μάτι όλων. Είχε αναδειχθεί κορυφαία ποδοσφαιρική δύναμη της Ευρώπης, είχε διοργανώσει με επιτυχία τη σημαντικότερη αθλητική διοργάνωση του κόσμου και σύντομα θα κατακτούσε μία ακόμα αθλητική διοργάνωση, το Eurobasket 2005, αλλά και την Eurovision, αποδεικνύοντας και τον «πολιτισμό» της. Στον αθλητισμό και τον «πολιτισμό», ήμασταν πρώτοι. Βέβαια, στην παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, την εγκληματικότητα και σε ένα σωρό άλλες κατηγορίες, η Ελλάδα ήταν πολύ πιο πίσω – αλλά ποιος τα χρειάζεται αυτά; Μπορείς να είσαι εθνικά υπερήφανος επειδή έχεις το καλύτερο υγειονομικό σύστημα του κόσμου; Όχι; Ε, τότε ας ρίξουμε κι άλλα λεφτά στην Eurovision.

Ωστόσο, η Εθνική Ελλάδος δε φταίει σε τίποτα, και σε αυτό είναι που διαφωνώ κυρίως με το stencil. Η Εθνική ποδοσφαίρου και η αντίστοιχη του μπάσκετ αποτελούνται από ανθρώπους επαγγελματίες, που απλά κάνουν τη δουλειά τους. Αν την κάνουν καλά, κερδίζοντας διεθνείς διοργανώσεις, καλό γι’αυτούς: Θα πάρουν ένα γερό μπόνους, μία καλή αύξηση, μία μεγάλη μεταγραφή, και φυσικά θα θεωρούνται Θεοί από τους συμπατριώτες τους – τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αποτυχία, οπότε και θα ξεχαστούν όλα και θα περάσουμε στη συνηθισμένη μας κατάσταση μίρλας και απαξίωσης.

Γιατί, όμως, μία αθλητική επιτυχία πρέπει να θεωρείται λόγος εθνικής υπερηφάνειας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει λεπτομερή ανάλυση σε τόμο κοινωνιολογίας και/ή ψυχολογίας. Γιατί φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο: Όταν το 1950 η Βραζιλία έχασε στο Μαρακανά το Παγκόσμιο Κύπελλο από την Ουρουγουάη, υπήρχε κόσμος που αυτοκτόνησε ή πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι παίκτες που αγωνίστηκαν στον τελικό μπήκαν σε «μαύρη λίστα», και ειδικά ο τερματοφύλακας της ομάδας στιγματίστηκε για ολόκληρη τη ζωή του. Η ήττα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Βραζιλίας ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε πόσα καθεστώτα, κυρίως δικτατορικά, χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο κυρίως, αλλά και όποιο άθλημα μπόρεσαν να βρουν πρόχειρο, για να εμπνεύσουν «εθνική υπερηφάνεια» στους πολίτες (και άρα να αποτρέψουν τυχόν κινήσεις ενάντια στο «πατριωτικό» καθεστώς).

Όσο κι αν δεν αρέσει καθόλου σε εμάς τους ποδοσφαιρόφιλους, οφείλουμε να το παραδεχτούμε: Το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, όταν η θρησκεία δεν πιάνει. Μάλιστα, το ποδόσφαιρο είναι πιο αποδοτικό από τη θιρησκεία, επειδή είναι εξ ορισμού «εθνικό». Ένας Έλληνας μπορεί να μην είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (ευτυχώς έχει ξεπεραστεί κάπως αυτή η αγκύλωση πια), αλλά δεν μπορεί να μην είναι Εθνική Ελλάδος. Το κακό του, από την άλλη, είναι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να το ελέγξεις. Στο Χριστιανό θα πεις ότι όταν πεθάνει θα πάει στον Παράδεισο και θα την περνάει ζωή και κότα, και δε θα ζήσει ποτέ για να έρθει να σου αποδείξει πως έλεγες ψέματα. Στον ποδοσφαιρόφιλο τι θα πεις; Ότι κάποτε η Ελλάδα θα κατακτήσει το Μουντιάλ;

Και όταν το ποδόσφαιρο δεν πηγαίνει καλά; Ε, θα βρούμε κάτι άλλο. Το μπάσκετ, ας πούμε. Και – γιατί όχι; – ο στίβος. Ο στίβος, βέβαια, αχρηστεύτηκε μετά το σκάνδαλο Κεντέρη-Θάνου, αλλά πού ξέρεις, μπορεί να ξεπεταχτεί κάποια στιγμή ένα νέο παιδί που θα κάνει τα 100 μέτρα σε 8 δευτερόλεπτα και ξαφνικά θα ξεχάσουμε και ντόπες, και ατυχήματα, και Τζέκους, και τα πάντα.

Δε λέω ότι δεν έχεις λόγο να χαρείς με την επιτυχία ενός συμπατριώτη σου. Ασφαλώς και θα χαρείς περισσότερο αν το Μουντιάλ το πάρουν ο Γκέκας, ο Καραγκούνης και ο Τοροσίδης, παρά αν το πάρουν ο Γκόμες, ο Μίλερ και ο Κεντίρα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε βλακείες για το «ελληνικό DNA του νικητή», ούτε αλαζονεία και μεγαλοστομίες. Και, αλήθεια, αν κατεβαίνουμε μαζικά στην Ομόνοια να πανηγυρίσουμε για τη νίκη ενός αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος σε ένα παιχνίδι (γιατί ας μην ξεχνάμε ότι και το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ παιχνίδια είναι, τουλάχιστον για εμάς που τα παρακολουθούμε από τους καναπέδες μας), τότε τι θα έπρεπε να κάνουμε όταν μία νεαρή Ελληνίδα βιολόγος βραβεύεται ως η καλύτερη νέα ερευνήτρια στον κόσμο για το 2011; Δηλαδή μόνο η μπάλα και η Eurovision μας προκαλούν μαζική υστερία; Ή μήπως είχαμε έξαλλους πανηγυρισμούς όταν κέρδισε το Νόμπελ ο Ελύτης; (δε ζούσα και δεν ξέρω, αλλά υποψιάζομαι πως όχι)

Εθνική Ελλάδος, μην πας να γαμηθείς. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις. Αυτοί που όντως πρέπει να πάνε να γαμηθούν είναι αυτοί που ανάγουν τις επιτυχίες και τις αποτυχίες σου σε εθνικά θέματα (ποιος ξεχνάει την αντίδραση του Γιακουμάτου όταν χάσαμε στο ποδόσφαιρο 1-4 από την Τουρκία;) για να επωφεληθούν οι ίδιοι, λες και ήταν αυτοί που ίδρωσαν σε ένα γήπεδο για να πάρουν τη νίκη. Και οι πρώτοι που πρέπει να τους γαμήσουν είστε εσείς οι ίδιοι.

Επόμενη σελίδα: »