Μαΐου 2011



Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω παρατήσει στην τύχη σου, να μαζεύεις αράχνες και σκόνη, αλλά πίστεψέ με, δε θα ήθελες να σε πρήζω κάθε μέρα με το τι έγινε στη δουλειά, πόσο μαλάκες ανθρώπους συναντά κανείς στο μετρό και πόσα υπαρξιακά ερωτήματα περνάνε από το κεφάλι μου το πρωί, όταν το μυαλό μου δεν έχει γίνει ακόμα ζελέ από την κούραση. Πάλι καλά να λες.

Και μπορεί να σε άφηνα στην ησυχία σου για περισσότερο χρονικό διάστημα, αν δεν έτρεχε η επικαιρότητα. Ξέρεις, «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα», διαδηλώσεις, #greekrevolution και όλα αυτά. Όπως λέει μία σοφή παροιμία, «οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες: Όλοι έχουν από μία». Έτσι κι εγώ, έχω μία γνώμη (και μία κωλοτρυπίδα, επίσης) και θα σκάσω αν δεν την πω.

Την περασμένη Τρίτη διάβασα για πρώτη φορά για τους «Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα», όταν κάποιος φίλος μου στο Facebook με κάλεσε στην εκδήλωση που είχε ήδη στηθεί για την Τετάρτη στις 6 το απόγευμα. Είχαν ήδη δηλώσει ότι θα παραστούν περίπου 15.000 άλλοι, ενώ ήταν προσκεκλημένοι γύρω στους 100.000 που δεν είχαν απαντήσει. Ρίχνοντας μια ματιά στα posts όσων σκόπευαν να συμμετάσχουν, είδα αυτό που περίμενα: Μία οργή για τους πάντες και τα πάντα, μία αναμενόμενη αγανάκτηση για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν, και φυσικά καμία απολύτως πρόταση. Είδα, όμως, και κάτι που δεν περίμενα: Επανειλημμένες εκκλήσεις από τους περισσότερους για μία ειρηνική διαδήλωση, χωρίς κουκουλοφόρους, χωρίς συμπλοκές, χωρίς δακρυγόνα και – το κυριότερο – χωρίς κόμματα. Ήταν από την αρχή φανερό ότι αυτό που ξεκινούσε ήταν κάτι μεγάλο και φιλόδοξο.

Αρχικά δεν πάτησα το attend. Μέσα στον ορυμαγδό των posts που ερχόντουσαν κάθε 5 δευτερόλεπτα διέκρινες και ένα περίπου 10% το οποίο προερχόταν από ακροδεξιούς. Η εποχή ευνοεί τα ακροδεξιά κινήματα, κι έτσι φοβήθηκα ότι ακόμα κι αν πήγαινε να γίνει κάτι καλό, θα το καρπώνονταν οι ακροδεξιοί. Κι εξάλλου, ποιος θέλει να πάει και να διαδηλώσει στο ίδιο μέρος και για τον ίδιο σκοπό μαζί με έναν ακροδεξιό; Εγώ δεν το ήθελα. Όμως ήμουν πραγματικά περίεργος για να δω τι θα συνέβαινε εκεί – οι attending είχαν ξεπεράσει τους 40.000, και μάλιστα αφού το event «κατέβηκε» και ανέβηκε ξανά κάποια στιγμή το απόγευμα της Τρίτης. Ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός, και δεν ήθελα να είμαι έξω από κάτι τέτοιο.

Πηγαινοντας την Τετάρτη στο Σύνταγμα, αμέσως μετά τη δουλειά, φανταζόμουν επεισόδια και δακρυγόνα. Η εικόνα που αντίκρυσα με διέψευσε εντελώς. Ένα Σύνταγμα γεμάτο από κόσμο, κόσμο απλό, ειρηνικό, και όχι έναν αγριεμένο όχλο. Έβλεπες κόσμο εντελώς ετερόκλητο σε όλα τα επίπεδα: Έβλεπες κόσμο από όλες τις ηλικίες, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, από όλες τις ιδεολογίες (πιθανότατα).

Αυτή η εντυπωσιακή συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων στον ίδιο χώρο είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Όταν κατεβαίνεις στο Σύνταγμα νιώθεις ότι είσαι κομμάτι ενός ζωντανού λαού, μίας μερίδας ανθρώπων γεμάτων όνειρα και ενέργεια, ανθρώπων σαν εσένα. Και αυτό είναι πολύ όμορφο. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς ένας λαός που βλέπεις κάθε μέρα να σκοτώνει για να κάτσει πρώτος στη θέση του μετρό και να παρκάρει όπου γουστάρει χωρίς να ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπό του, ξαφνικά «ενώνεται» για έναν κοινό σκοπό. Αλλά αλήθεια: Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο καθένας από τους Αγανακτισμένους έχει τον δικό του σκοπό. Έχει τη δική του ιστορία από πίσω, τα δικά του συμφέροντα να διαφυλάξει και τη δική του γνώμη για το πώς θα το πετύχει αυτό. Ένα μαζικό κίνημα, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αν δεν υπάρχει ένας κοινός σκοπός. Ποιος είναι αυτός; Δεν ξέρω. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου θα ήταν μια ιδέα. Η διενέργεια εκλογών, επίσης. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ 50.000 ανθρώπων, οι οποίοι έχουν 50.000 διαφορετικές απόψεις για το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τους.

Οι επιτροπές και οι συζητήσεις στο Σύνταγμα είναι κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Ακούγονται πολλές απόψεις, βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα και γίνεται φανερό και σε όσους δεν το είχαν κατανοήσει από την αρχή ότι δε μιλάμε για ένα απολιτίκ κίνημα, που κατεβαίνει στο Σύνταγμα για χαβαλέ, αλλά για ένα κίνημα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτική και γνωρίζουν πολύ περισσότερα γι’αυτήν απ’όσα μπορεί να νομίζουν οι βαθιά νυχτωμένοι πολιτικοί μας. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιτροπές χωρίς κανέναν απολύτως συσχετισμό με κόμματα – στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τα κόμματα ως αποκλειστικούς φορείς ιδεολογίας που οργανώνουν και προσδιορίζουν καθετί που αφορά την πολιτική, αλλά να που αποδεικνύεται ότι και οι «κοινοί θνητοί» μπορούν να κάνουν το ίδιο. Και ίσως να το κάνουν και πολύ καλύτερα.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί όλο αυτό το κίνημα να είναι μία «φούσκα», που μετά από μια-δυο βδομάδες θα ξεθυμάνει και δε θα τη θυμάται κανείς, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα. Αλλά υπάρχει η ελπίδα αυτό το κίνημα να μετασχηματιστεί σε ένα νέο Πολυτεχνείο. Και πρόσεξε: Ο συσχετισμός με το Πολυτεχνείο παρεξηγείται πολύ εύκολα, αρπάζονται οι άλλοι και λένε «τότε είχε Χούντα, τώρα δεν είναι Χούντα». Ναι, φυσικά και αυτοί που μας κυβερνούν είναι εκλεγμένοι, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εκλεγμένοι από τους ίδιους που σήμερα εξεγείρονται εναντίον τους – μόνο που σήμερα δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα. Και φυσικά η λύση δεν είναι ένα πραξικόπημα, αλλά αλήθεια: Ποια είναι η «μαγική» λύση που είναι και νόμιμη, και αποτελεσματική, και επιθυμητή από όλους; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί στο όνομα της «νομιμότητας» να καταπιέζεται η λαϊκή βούληση; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά, δε νομίζω ότι επιδέχονται απάντησης.

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που έρχεται από αυτό το κίνημα είναι το πόσο στον κόσμο τους βρίσκονται οι πολιτικοί μας. Όχι πως δεν το ξέραμε, δηλαδή, αλλά όταν βλέπεις τον Πάγκαλο να κατακεραυνώνει ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα οργανωμένο μέσω του Διαδικτύου, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαμόρφωση ενός πολιτικού κινήματος […] δεν εξαρτάται από τα like και τα unlike του Facebook, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος ζει ακόμα στην εποχή που οι εφημερίδες πουλούσαν 200.000 φύλλα και ήταν σχεδόν η μοναδική πηγή ενημέρωσης και συσπείρωσης των πολιτών. Και σίγουρα θα βρεθεί προ εκπλήξεως κάποια στιγμή (μπορεί όχι σύντομα αλλά θα γίνει), όταν δει πόση δύναμη μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά τα likes, τα retweets, τα shares και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις των social media.

Από την Τετάρτη δεν ξαναπήγα στο Σύνταγμα. Την Πέμπτη με σταμάτησε η βροχή, την Παρασκευή είχα το σεμινάριο, για το Σαββατοκύριακο και σήμερα δεν έχω καμία δικαιολογία. Θα κατέβω ξανά, ίσως αύριο. Θα πάω και στη συνέλευση, ίσως μιλήσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι έχω να πω που δεν το έχει ήδη πει κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα θέλω να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό που γίνεται, όπως κι αν καταλήξει στο τέλος.

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, λοιπόν. Και συντεταγμένοι στην Αγανάκτηση.


Αγαπητό ημερολόγιο,

θα έχεις καταλάβει ότι τώρα τελευταία δεν έχω και πολλή όρεξη να σου γράφω. Ξέρεις, το γράψιμο μού ήταν πάντα απαραίτητο για να καλύπτω το κενό που είχα μέσα μου, ένα κενό που πλέον ικανοποιείται με υποκατάστατα. Αλλά να που ξαφνικά ένιωσα πάλι την ανάγκη να σου γράψω. Και θα δεις στην πορεία ποιον πρέπει να ευχαριστείς γι’αυτό.

Γυρίζοντας από τη δουλειά χθες στο σπίτι, λίγο μετά τις 8 το βράδυ, βρήκα την τηλεόραση ανοιχτή στο Mega. Το θέμα που κυριαρχούσε στο δελτίο ειδήσεων ήταν η δολοφονία ενός 44χρονου από αγνώστους στο κέντρο της Αθήνας για μία κάμερα, την ώρα που πήγαινε να πάρει το αυτοκίνητό του για να μεταφέρει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Ένα πραγματικά συγκλονιστικό γεγονός, για το οποίο δεν μπορώ να πω απολύτως τίποτα – στα ευχολόγια δεν τα κατάφερνα ποτέ. Έχω απλά συγκλονιστεί.

Έχω σταματήσει να βλέπω δελτία ειδήσεων, καθώς μου είναι απολύτως αδύνατο πια να τα εμπιστευτώ, όπως και τις εφημερίδες, όμως κοντοστάθηκα για λίγο, θες από περιέργεια, θες από αρρωστημένο μαζοχισμό. Και έπεσα πάνω στο σχόλιο του Γιάννη Πρετεντέρη: «Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα», είπε. Πρόσθεσε μια-δυο προτάσεις ακόμα, και μετά επανέλαβε: «Η μετανάστευση ΔΕΝ είναι δικαίωμα». Αυτό είναι που μου έδωσε το ερέθισμα να σου γράψω απόψε, και θα ήθελα να σου μεταφέρω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με το θέμα.

Πρώτα απ’όλα, τον Πρετεντέρη δε θα τον μάθουμε τώρα. Ξέρουμε καλά ποιος είναι και ο καθένας έχει σχηματίσει τη γνώμη του γι’αυτόν. Κι εγώ επίσης. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, ο κύριος αυτός δεν παύει ποτέ να δικαιώνει την αρνητική γνώμη που έχω γι’αυτόν. Επίσης, το δελτίο του Mega το ξέρουμε εξίσου καλά. Δε θα έδινα καμία απολύτως σημασία σε αυτό το απαράδεκτο (κατ’ευφημισμόν) δελτίο ειδήσεων, αν δεν επρόκειτο για το δελτίο που συγκεντρώνει τις υψηλότερες θεαματικότητες, και άρα επηρεάζει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’όσους θα έπρεπε. Δυστυχώς, πολλοί είναι αυτοί ανάμεσά μας που επιλέγουν για την ενημέρωσή τους ένα δελτίο ειδήσεων που μόνο ενημερωτικό δεν είναι. Είναι ένα σχεδόν μονοθεματικό talk show στο οποίο δεν παρουσιάζονται γεγονότα, αλλά οι απόψεις των παρουσιαστών του για τα γεγονότα. Και το χειρότερο: Παρουσιάζονται οι απόψεις των παρουσιαστών του ΩΣ γεγονότα. Τέλος πάντων, θα μπορούσα να πω πολλά τέτοια γι’αυτό το θέμα, όμως εγώ για άλλο θέλω να μιλήσω.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Όπως έγραψα και στο Twitter, όταν κάποτε χτιστεί αυτό το περίφημο «μνημείο βλακείας», αυτή η ατάκα του Πρετεντέρη θα τοποθετηθεί στην είσοδο, σε ειδική πλακέτα. Και ευτυχώς που ο Πρετεντέρης ξέρει σε τι κοινό απευθύνεται, κι έτσι είπε αυτήν την ατάκα δύο φορές, επειδή ήξερε ότι οι περισσότεροι δε θα την πιάσουν με την πρώτη.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Όχι, δεν είναι. Γιατί ο απελπισμένος άνθρωπος που δεν έχει στον ήλιο μοίρα πρέπει να μείνει καταδικασμένος στην ανέχεια και να μην ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό είναι το σωστό.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Φυσικά και όχι. Υπάρχουν ένα σωρό νόμοι που την απαγορεύουν. Και ποιος είπε ότι η ανθρώπινη επιβίωση είναι υπεράνω των νόμων; Κανείς.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Εκτός, φυσικά, κι αν την κάνουν οι Έλληνες. Γιατί οι Έλληνες είμαστε καλά παιδιά, όπου και όποτε μεταναστεύσαμε ήμασταν τύπος και υπογραμμός. Ακόμα έχουν να το λένε οι Αμερικάνοι για τον Nick the Greek, που έφτιαχνε το καλύτερο σουβλάκι στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ. Ενώ όλοι αυτοί που μας έχουν κουβαληθεί εδώ, αυτοί οι μελαμψοί, δεν έχουν δικαίωμα, ειναι κωλοπαιδαράδες. Δεν έχουν παιδεία και πολιτισμό, σαν εμάς.

«Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Τα σύνορα υπάρχουν για κάποιον λόγο, για να κλείνουν απ’έξω όλους αυτούς που μας επιβουλεύονται και κάνουν τεράστιο κακό στη χώρα μας, πολύ χειρότερο από αυτό που μπορούν να κάνουν κάτι ψωρομίζες ψωροεκατομμυρίων της Siemens που διαπραγματεύονται οι αξιότιμοι πολιτικοί μας.

Έχεις δίκιο ρε Πρετεντέρη. Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα. Είναι υ π ο χ ρ έ ω σ η. Υποχρέωση κάθε αξιοπρεπούς ανθρώπου προς τον εαυτό του. Υποχρέωση κάθε ανθρώπου που ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον και δε διστάζει να το διεκδικήσει. Υποχρέωση κάθε ανθρώπου που βλέπει τα παιδιά του να σαπίζουν από τη φτώχεια και πιστεύει ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι καλύτερο για τον εαυτό του και τα παιδιά του.

Αντίστοιχα, βέβαια, υποχρέωση της Πολιτείας είναι να υποδεχθεί τους μετανάστες. Φυσικά, αυτό είναι απολύτως αδύνατο να γίνει όταν έχουν μαζευτεί χιλιάδες μετανάστες και θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια, πριν γκετοποιηθούν ολόκληρες περιοχές εξαιτίας της ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών. Με άλλα λόγια, δε φταίνε οι μετανάστες που ήρθαν με όνειρα για κάτι καλύτερο, αλλά αυτοί που όφειλαν να διαχειριστούν τα προβλήματα των μεταναστών και όλα αυτά τα χρόνια αδιαφορούσαν. Και φυσικά τώρα βγαίνουν και προτείνουν λύσεις. Δεν υπάρχουν λύσεις, παιδιά. Όταν υπήρχαν λύσεις, σφυρίζατε κλέφτικα. Τώρα είναι αργά. Θα χυθεί αίμα. Αίμα μεταναστών, αίμα Ελλήνων, αίμα κοινό – όλοι άνθρωποι είμαστε.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχεις ένα (σε πρώτη ανάγνωση αστείο, αλλά τελικά επικίνδυνο) άρθρο στην Καθημερινή να αποκαλεί «ακτιβιστές» τους Χρυσαυγίτες. «Ακτιβιστές», ναι. Γιατί το να σαπίζεις στο ξύλο ανθρώπους απλά και μόνο επειδή γεννήθηκαν διαφορετικοί από εσένα στο χρώμα, τη θρησκεία ή απλά την εθνικότητα είναι «ακτιβισμός». Να τον χέσω τέτοιον ακτιβισμό.

Αλλά βέβαια. «Η μετανάστευση δεν είναι δικαίωμα». Και αφού το κράτος δεν ασχολείται με όσους παραβιάζουν αυτόν τον αυταπόδεικτο κανόνα, παίρνουν τη θέση του οι Χρυσαυγίτες. Οι «ακτιβιστές».

Πολύ φοβάμαι ότι αν συνεχιστούν όλα αυτά (που πιθανότατα θα συνεχιστούν), κάποια στιγμή θα αναγκαστώ να εξασκήσω το δικαίωμα που δεν έχω, σύμφωνα με τον Πρετεντέρη. Ή, φυσικά, θα αναγκαστούν να το εξασκήσουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι δεν το έχω – αυτό είναι το ευχάριστο και μάλλον ουτοπικό σενάριο. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι Χόλιγουντ, και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι κακοί.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ναι, το ξέρω, σε έχω παραμελήσει τελείως. Είμαι ένα απαίσιο αφεντικό, το ξέρω. Αράχνες έχεις πιάσει εδώ πέρα. Από την άλλη, ίσως να σε παρηγορήσει το γεγονός ότι μαζί με σένα έχω παραμελήσει και οτιδήποτε άλλο δεν σχετίζεται με τη δουλειά. Η προσωπική μου ζωή συνοψίζεται στις λέξεις «μαμ, κακά και νάνι». Όχι πως παλιά ήταν και πολύ διαφορετικά τα πράγματα, όμως τουλάχιστον τότε είχα άφθονο χρόνο για πολύ μαμ, πολλά κακά και (κυρίως) πολύ νάνι. Και καμιά καταχώρηση στο ημερολόγιό μου, πού και πού. Τώρα, το μόνο που προλαβαίνω να κάνω είναι να ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι μου πριν με πάρει ο ύπνος με το έτσι θέλω, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξυπνάω το επόμενο πρωί πιο κουρασμένος απ’ό,τι ήμουν όταν κοιμήθηκα. Άραγε αξίζουν όλα αυτά για έναν μισθό;

Είναι λίγο αστείο, αν το σκεφτείς: Δουλεύουμε για να μπορούμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς. Και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, «αξιοπρεπώς» σημαίνει να σκοτωνόμαστε στη δουλειά όλη μέρα και όταν δεν δουλεύουμε να τσιγαρίζουμε εγκεφαλικά κύτταρα μπροστά στην τηλεόραση ή να μας παίρνει ο ύπνος πριν προλάβουμε να κάνουμε τίποτα μου μας ευχαριστεί. Και το Σαββατοκύριακο περνάει τόσο γρήγορα, που πριν το καταλάβεις η Παρασκευή έχει γίνει Δευτέρα και είσαι πάλι στη δουλειά. Ναι, είναι κάπως παράξενη η ιδέα που έχει ο κόσμος για την «αξιοπρεπή» ζωή.

Το μυστικό για να μη σιχαίνεσαι τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το μονότονο μοτίβο «δουλειά-σπίτι-δουλειά» είναι να μπορείς να του προσφέρεις μικρές απολαύσεις. Να του πάρεις μία σοκολάτα μετά τη δουλειά, έτσι, σαν επιβράβευση για τον κόπο του. Να πάρεις μια μέρα, αντί για έναν ταπεινό φραπέ, ένα ωραίο ρόφημα με σιρόπια και σαντιγί, έτσι, για να του δώσεις κουράγιο για τη δύσκολη μέρα που ξεκινάει. Και, το σημαντικότερο, να του διεγείρεις την εγκεφαλική λειτουργία, η οποία συνήθως επηρεάζεται αρνητικά από τη ρουτίνα, με έσχατο αποτέλεσμα την αποχαύνωση μπροστά στην τηλεόραση. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο.

Για να καλύψω αυτήν την ανάγκη, πριν από μερικές εβδομάδες γράφτηκα σε μία σειρά από σεμινάρια δημιουργικής γραφής (με την ανεκτίμητη βοήθεια της φίλης μου της Λ., να τα λέμε αυτά). Στο πλαίσιο αυτών των σεμιναρίων, κάθε εβδομάδα μαθαίνω καινούργια πράγματα και γράφω και ένα διήγημα, «αναγκάζοντας» έτσι τον εγκέφαλό μου να βρίσκεται σε εγρήγορση (και φυσικά, ξυπνώντας από τον λήθαργο την ανάγκη μου να γράφω). Θα σου τα δείχνω κι εσένα, να, πάρε εδώ τα δύο πρώτα. Θα ακολουθήσουν κι άλλα.

Και βέβαια, όταν μιλάμε για μικρές απολαύσεις, υπάρχει πάντα και η φωτογραφία. Ξέρεις, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του να δουλεύεις στα Εξάρχεια είναι ότι πάντα (μα ΠΑΝΤΑ) θα βρεις κάτι να φωτογραφίσεις. Ειδικά άμα έχεις και όρεξη να ψάξεις λίγο παραπάνω, μπορείς να βρεις πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Όπως αυτά:

Η Χιονάτη πήρε τ'όπλο της. Και δεν αστειεύεται. Να θυμίσω ότι στην φράξια της Χιονάτης ανήκει και η Στρουμφίτα.

Οι τοίχοι της Ιουδαίας γέμισαν με αυτό το σύνθημα, μετά την σταύρωση του Χριστού (και πριν την ανάστασή του)

Χμμμμμμ... "Έβαλα τα κλάματα";

Αυτό είναι προσβολή. Καλά να τους λες "μπάτσους", καλά να τους λες "γουρούνια", καλά να τους λες και "δολοφόνους". Αλλά "διαφημίσεις"; Όχι, αυτό πάει πολύ.

Ναι, καλά. Πιο εύκολο είναι να γίνει εδώ και τώρα η επανάσταση, παρά η δίαιτα.

Κατά τ’άλλα, μπορώ να πω ότι αυτό το Πάσχα πέρασε αναίμακτα – αν εξαιρέσεις, φυσικά, τον Χριστό (πριν την Ανάσταση), τρεις νεκρούς από βεγγαλικά, καμιά δεκαριά από τροχαία, ένα εκατομμύριο αρνιά και δέκα εκατομμύρια κοτόπουλα. Ξέρεις, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα το Πάσχα, και ειδικά την ψυχαναγκαστική Μεγάλη Εβδομάδα, όμως στην παρούσα φάση θα εκτιμούσα οποιαδήποτε γιορτή φέρνει μαζί της ένα τετραήμερο ξεκούρασης, ακόμα κι αν ήταν η Παγκόσμια Μέρα Οδοντιάτρων και έπρεπε όλοι να πηγαίνουμε για απονευρώσεις και εξαγωγές δοντιών. Θυμάμαι ότι στον Στρατό δεν έδωσα αίμα όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, παρά το κίνητρο της διήμερης τιμητικής άδειας – πάντα είχα ένα προβληματάκι με τις βελόνες, αλλά όχι μεγαλύτερο από αυτό που έχουν οι βελόνες εναντίον μου. Αν μου το πρότειναν τώρα, θα έδινα αδιαμαρτύρητα αίμα, σπέρμα, μυελό των οστών κι ένα νεφρό δώρο.

Θα σε αφήσω τώρα. Έχω ένα διήγημα να γράψω για την Παρασκευή και πάω να συγκεντρώσω φαιά ουσία όσο είναι καιρός, πριν αρχίσει η εβδομάδα και τη μαζεύω με το σταγονόμετρο. Ελπίζω την επόμενη φορά που θα τα πούμε να μην έχεις πιάσει αράχνες. Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα.