Οκτώβριος 2013



Δε θυμάμαι αν έχω γράψει κάτι για τις Σκουριές τον τελευταίο χρόνο. Νομίζω ότι δεν έχω γράψει. Και κακώς δεν έχω γράψει, γιατί αυτό που συμβαίνει στις Σκουριές δεν είναι απλά μία κλασική ελληνική τραγωδία. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι το σύμβολο και το ορόσημο για όλα όσα έχουν γίνει και όλα όσα θα γίνουν σε αυτήν τη χώρα.

Τι συμβαίνει στις Σκουριές; Θα προσπαθήσω να το περιγράψω με πολύ απλά λόγια: Έρχεται μία εταιρεία, μία ωραία πρωία, και σε συνεργασία με την κυβέρνηση και τις τοπικές αρχές (με το αζημίωτο, ασφαλώς) σου ανακοινώνει πως από εδώ και στο εξής το νερό που πίνεις θα είναι δηλητηριασμένο, τα δάση σου θα εξαφανιστούν, τα παιδιά σου θα μεγαλώσουν σε ένα εντελώς αγνώριστο περιβάλλον, και τέλος πάντων σε διώχνουν με τον τρόπο τους από την περιοχή που μεγάλωσες και ζεις, για να βγάλουν χρυσό. Ένα πολύτιμο, όσο και κρύο, μέταλλο.

Προσπαθείς να αντιδράσεις, και συνειδητοποιείς ότι όλοι είναι εναντίον σου. Η κυβέρνηση είναι εναντίον σου – άρα, και η αστυνομία είναι εναντίον σου. Και η Δικαιοσύνη. Όλος ο κρατικός μηχανισμός είναι εναντίον σου.

Ξέρεις ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου, γιατί ξέρεις ότι κανείς δεν μπορεί να σε αναγκάσει να παρατήσεις τον τόπο σου, ξέρεις ότι όλα αυτά είναι ανήθικα – είναι όμως νόμιμα. Γιατί η κυβέρνηση έχει φροντίσει να ψηφίσει δικούς της νόμους που νομιμοποιούν την αδικία και ποινικοποιούν το δίκιο.

Κι έτσι, από τη μία στιγμή στην άλλη είσαι παράνομος. Και όχι σαν τους άλλους παράνομους, αυτούς που χρωστούν πρόστιμα εκατομμυρίων και την επόμενη μέρα έχουν σβηστεί, και μετά ποζάρουν σαν εθνικοί ευεργέτες. Αλλά από αυτούς που τους κυνηγούν με μανία, με πάθος, με οργή. Αυτούς που δεν είναι “φίλοι” τους.

Μπροστά στο δίλημμα “νομιμότητα ή αξιοπρέπεια” κάποιοι λυγίζουν. Προτιμούν να συμμορφωθούν με τον άδικο νόμο και να δουλέψουν σε μία καταστροφική επιχείρηση, αγνοώντας τις ηθικές προεκτάσεις της απόφασής τους. Ακόμα χειρότερα, μετατρέπονται σε τραμπούκους της επιχείρησης, που προσπαθούν να διαλύσουν, σε συνεργασία με τα αφεντικά τους, την κάθε αντίσταση στην καταστροφή. Δεν ξέρω πόσο μπορεί να τους κατηγορήσει κανείς για τη στάση τους αυτή. Είναι περίεργες οι εποχές.

Ξέρω όμως ότι οι άλλοι, αυτοί που επιλέγουν την αξιοπρέπεια κόντρα σε μία κούφια νομιμότητα, θα είναι πάντα ένα σύμβολο που θα μας δείχνει ότι κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί έναν άδικο νόμο, έναν νόμο που τον εξοντώνει. Ότι είναι χειρότερη, αποκρουστικότερη και πιο κατακριτέα η βία ενός άδικου νόμου από τη βία στην οποία αναγκάζεται να προβεί αυτός που την υφίσταται.

Οι άνθρωποι στις Σκουριές είναι “τρομοκράτες”, είναι “εγκληματική οργάνωση”, είναι “πυρήνας ανομίας”. Όταν οι νόμοι βγαίνουν όπως βγαίνουν στην Ελληνική Δεινοκρατία, είναι πολύ εύκολο να γίνεις παράνομος από τη μια στιγμή στην άλλη. Πάντα θα βρεθεί ένα έγκλημα που έχεις διαπράξει – και αν δεν έχεις διαπράξει κανένα έγκλημα, τότε θα εφευρεθεί κάποιο, κανένα πρόβλημα. Στη Δεινοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.

Όχι ρε μαλάκα, δεν καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Ούτε το ίδιο το Σύνταγμα που έχεις κάνει σουρωτήρι δεν την καταδικάζει απ’ όπου κι αν προέρχεται. Καταδικάζω τη βία του επιτιθέμενου, όχι του αμυνόμενου. Η βία του αμυνόμενου δεν είναι καν βία: Είναι νόμιμη άμυνα. Αλλά στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχει νόμιμη άμυνα – όχι όταν οι νόμοι βγαίνουν όπως βγαίνουν. Η άμυνα στην κρατική επίθεση είναι παράνομη, ενώ η επίθεση είναι νόμιμη. Ψάξε βγάλε άκρη.

Δεν ξέρω αν θα νικήσουν οι άνθρωποι στις Σκουριές, όμως τουλάχιστον θα έχουν πάντα την αξιοπρέπειά τους. Αντίθετα με τα κτήνη που πολεμούν, που θα έχουν μόνο πράγματα τα οποία κανείς δεν μπορεί να πάρει στον τάφο του.

Μερικοί παλεύουν για κάτι παραπάνω από τα λεφτά, το χρυσάφι ή τα διαμάντια. Παλεύουν για την αξιοπρέπειά τους. Δεν μπορείς να μην είσαι μαζί τους. Έστω κι από μακριά.


Για κάποιους είμαι απλά ένας αριθμός. Ένα 0,7%, ένα 121290546, ένα Χ095321, ένα 112, ένα 1,80, ένα 29 και δύο τρίτα. Μία στατιστική. Μία μουτζούρα πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί. Μία λυμένη εξίσωση, που όμως είχε και άλλες λύσεις που κανείς δεν αναζήτησε.

Κάποιοι χωρίζουν τους ανθρώπους σε μηδενικά και άσους. Είναι οι ίδιοι μηδενικά, αλλά κρατάνε για τους εαυτούς τους το ρόλο του άσου. Τους αληθινούς άσους τους βάζουν στα μηδενικά. Και οι άσοι κάνουν παρέα μόνο μεταξύ τους και κάνουν κουμάντο στα μηδενικά, γιατί είναι μηδενικά και δεν ενδιαφέρει κανέναν η γνώμη τους, και ξεχνούν ότι και οι ίδιοι είναι αριθμοί, απλά λίγο μεγαλύτεροι.

Πίσω από τους αριθμούς πάντα κρύβεται κάτι παραπάνω. Συναισθήματα, ζωές, αγάπες, θρήνοι, έπαινοι, πτώσεις, χρώματα, θύματα, σχήματα, ποιήματα, συνθήματα. Όλα αυτά όμως δεν έχουν καμία σημασία, γιατί εσύ είσαι ένας αριθμός, και οι αριθμοί δεν έχουν συναισθήματα, δεν έχουν ζωές, δεν έχουν αγάπες, δεν έχουν τίποτα. Οι αριθμοί απλά υπάρχουν σε ένα χαρτί, τους σβήνεις, τους ξαναγράφεις, τους μεταφέρεις από το ένα μέρος στο άλλο, τους μετράς, τους προσθέτεις, τους αφαιρείς, τους διαιρείς, τους πολλαπλασιάζεις, τους μετατρέπεις σε κλάσματα ή σε δεκαδικούς. Τους κάνεις ό,τι θες, μέχρι να λένε αυτό που θες. Μέχρι το αποτέλεσμα να είναι το δικό σου. Γι’ αυτό είναι οι αριθμοί: Για να λένε τη δική σου, ολόδική σου αλήθεια.

Κι αν χαθούν στο δρόμο πέντε, δέκα, εκατό, χίλιοι, τέσσερις χιλιάδες αριθμοί, δεν πειράζει. Γι’ αυτό τις έχουμε τις γόμες. Στατιστικές είναι, θα κάνεις λάθη, θα σβήσεις, θα ξαναγράψεις, θα υπολογίσεις, θα τα βγάλεις λάθος, φτου κι απ’ την αρχή, να γράψεις, να σβήσεις, μέχρι τελικά ο άγνωστος Χ να γίνει γνωστός και να είναι ίδιος με αυτόν που είχες στο μυαλό σου.

Ε, λοιπόν, εγώ θα τους πάω κόντρα. Αν θέλουν να είμαι ένας αριθμός, θα είμαι ένας αριθμός. Αλλά θα είμαι ο αριθμός που θέλω εγώ. Θα είμαι ο αριθμός που βγαίνει όταν διαιρείς έναν άλλο αριθμό με το μηδέν. Να μην μπορούν να βγάλουν κανένα αποτέλεσμα, να μην μπορούν να με σβήσουν, να είμαι το εμπόδιο στην εις άτοπον απαγωγή τους. Να σβήνουν και να ξαναγράφουν και να τα υπολογίζουν από την αρχή και να πέφτουν πάνω στη διαίρεση με το μηδέν και να τα χάνουν. Να μην μπορούν να με προσθέσουν, να με αφαιρέσουν, να με πολλαπλασιάσουν, να με διαιρέσουν, να με μετατρέψουν σε κλάσμα ή σε δεκαδικό. Να παλεύουν με το άρρητο, μέχρι να μηδενίσουν.

Κρίμα που δε δοκίμασαν ποτέ να λύσουν την εξίσωσή μου διαφορετικά. Θα έβρισκαν κι άλλες λύσεις.