Ιουλίου 2010



Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως πολύ καλά ξέρεις, όλα τα καλά πράγματα σ’αυτήν τη ζωή κρατάνε λίγο. Έτσι, οι μέρες της ησυχίας σου ήταν μετρημένες, και σήμερα έφτασαν στο τέλος τους, γιατί παραιτήθηκα από τη δουλειά. Οπότε πάρε ένα κουτί Depon, γιατί ο πονοκέφαλος είναι κάτι παραπάνω από βέβαιος. Σκοπεύω να σε πρήξω μέχρι παραμορφώσεως με την σπαραξικάρδια γκρίνια μου.

Σου κάνω μια περίληψη προηγουμένων, γιατί έχουν περάσει και τρεις εβδομάδες από την τελευταία φορά που σου έγραψα και μπορεί να τα έχεις ξεχάσει. Που λες, βρήκα στο Internet αυτή τη δουλειά σαν πωλητής, πήγα σε συνέντευξη, με πήραν και για δεύτερη συνέντευξη, και την επόμενη μέρα ξεκίνησα την εκπαίδευσή μου. Εκεί ακριβώς σε είχα κόψει. Πάμε παρακάτω, λοιπόν.

Η δουλειά μου ήταν να πηγαίνω σε σπίτια σε προκαθορισμένες περιοχές, να χτυπάω τα κουδούνια και να προσπαθώ να πείσω τους ενοίκους τους να αποκτήσουν μία υπηρεσία. Μη με ρωτήσεις τι υπηρεσία, δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες – ξέρεις, κάποια πράγματα είναι τόσο μυστικά, που δεν μπορείς να τα πεις ούτε στο ημερολόγιό σου, γιατί αν τυχόν αυτό πέσει στα χέρια του «εχθρού», τότε δε σε σώζει τίποτα. Τα ξέρω εγώ, τα είχα περάσει όταν κράταγα ημερολόγιο στον Στρατό και παραλίγο να περάσω από Στρατοδικείο όταν το ανακάλυψαν οι ανώτεροί μου. Δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι εσένα, μην το πάρεις στραβά – τους άλλους είναι που δεν εμπιστεύομαι.

Όπως καταλαβαίνεις, λοιπόν, ήμουν ένας κοινός πλασιέ. Φυσικά, κανένας αξιοπρεπής πλασιέ δεν αυτοπροσδιορίζεται ως «πλασιέ». Αυτοαποκαλούμασταν «συνεργάτες», που είναι πολύ πιο μουράτο και πολύ πιο εμψυχωτικό για κάποιον που κάνει αυτήν τη δουλειά. Αν και, όπως έμαθα αργότερα, αυτός ο αυτοπροσδιορισμός δεν είχε την παραμικρή επίδραση σε οποιονδήποτε άλλο πέρα από εμένα.

Η εκπαίδευση δεν ήταν τίποτα το δύσκολο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να δώσω ένα μικρό τεστάκι, ώστε να φανεί ότι έχω καταλάβει τα θεωρητικά, να μάθω ένα «ποιηματάκι», εν είδει εισαγωγής στον πελάτη, και να έχω μονίμως ένα χαμόγελο μέχρι τ’αυτιά. Το χαμόγελο ήταν το πιο εύκολο απ’όλα – και μόνο το γεγονός ότι είχα κάτι να κάνω εκτός από το να σαπίζω όλη μέρα σε ένα κρεβάτι ήταν αρκετό για να μοιάζω με τον Τζόκερ χωρίς το μακιγιάζ. Το αφεντικό της εταιρείας είχε δίκιο: Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο για να κάνεις αυτή τη δουλειά, παρά μόνο ενθουσιασμός και θετική διάθεση. Α, και να μαθαίνεις εύκολα. Απλά πράγματα.

Τα λεφτά φαίνονταν πολύ καλά: 25 ευρώ για κάθε πώληση. Αν κατάφερνα να κάνω δύο πωλήσεις τη μέρα, θα έβγαζα πάνω από 1.200 ευρώ. Ακόμα και μία να έκανα τη μέρα, πάλι θα έβγαζα 600 ευρώ. Καθόλου άσχημα. Το θέμα ήταν αν θα κατάφερνα να πιάσω αυτούς τους στόχους και αν ήταν όλα τόσο εύκολα όσο τα περιέγραφε το αφεντικό της εταιρείας. Όμως, ήμουν διατεθειμένος να προσπαθήσω για να βγάλω αυτά τα λεφτά. Εξάλλου, δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω, οπότε άξιζε να δοκιμάσω την τύχη μου. Δεν είχα τίποτα να χάσω.

Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε στην εταιρεία ήταν το εργασιακό περιβάλλον. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να δουλεύω σε έναν ευχάριστο χώρο, και εκεί ο χώρος έμοιαζε με φοιτητικό πάρτυ: Δυνατή μουσική, νέοι άνθρωποι γεμάτοι θετική διάθεση, κλιματισμός (απαραίτητο αυτό) και γενικά εξαιρετικό κλίμα. Τόσο εξαιρετικό, που λίγο με ένοιαζε το ότι έπρεπε καθημερινά να αντιμετωπίζω τον παραδοσιακό μου εχθρό, το πρωινό ξύπνημα. Όταν ξέρεις ότι ξυπνάς για να πας σε ένα πάρτυ, είναι πολύ πιο εύκολο να ξεκολλήσεις από το κρεβάτι.

Μετά από μερικές μέρες θεωρητικής εκπαίδευσης, ήρθε η ώρα να βγω και στους δρόμους, ξυρισμένος και ντυμένος στην τρίχα: Πουκάμισο, γραβάτα (δεμένη από τον πατέρα μου, γιατί εγώ ακόμα δεν ξέρω πώς να τη δένω, και δε βλέπω να μαθαίνω σύντομα – εδώ μου πήρε κάτι χρόνια να μάθω να δένω τα κορδόνια μου!), λινό παντελόνι και καλά παπούτσια, για να μη νομίζουν οι άνθρωποι που θα μ’έβλεπαν ξαφνικά στην πόρτα τους ότι ήμουν ο διαρρήκτης της γειτονιάς. Μαζί με μία πιο έμπειρη κοπέλα περπατούσαμε για ώρες στην περιοχή της Κηφισιάς, ψάχνοντας υποψήφιους πελάτες. Το μεσημέρι, που σταματήσαμε για το καθιερωμένο διάλειμμα (γιατί δεν είναι και πολύ ευγενικό να χτυπάς κουδούνια στις 4 το μεσημέρι, και ακόμα κι αν σου ανοίξει ο άλλος, πιο πιθανό είναι να σε πάρει στο κυνήγι με την καραμπίνα, παρά να αγοράσει αυτό που προωθείς), είχα απελπιστεί. Ελάχιστοι μας είχαν ανοίξει την πόρτα, κι απ’αυτούς οι περισσότεροι ήταν εντελώς αρνητικοί σε αυτό που τους προσφέραμε. Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να τα καταφέρω σ’αυτήν τη δουλειά. Ωστόσο, το απόγευμα τα πράγματα ήταν αισθητά καλύτερα. Οι περισσότεροι είχαν επιστρέψει από τις δουλειές τους και μας άνοιγαν τις πόρτες, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν χαλαροί και πρόθυμοι τουλάχιστον να ακούσουν τι είχαμε να τους προσφέρουμε πριν μας κλείσουν την πόρτα κατάμουτρα. Μπορεί και πάλι να μην κάναμε πώληση, αλλά η ψυχολογία μου ήταν σαφώς καλύτερη.

Μετά από 4-5 μέρες, στις οποίες βγήκα σε τρεις διαφορετικές περιοχές με τρία διαφορετικά παιδιά από την εταιρεία, ήρθε η ώρα μου να αναλάβω μια δική μου περιοχή. Ήμουν ενθουσιασμένος. Πίστευα ότι θα μπορούσα άνετα να πετύχω τον στόχο μου, μετά από τόση εκπαίδευση. Αλλά φευ: Η πρώτη μέρα πέρασε και δεν άγγιξε. Δεν απογοητεύτηκα καθόλου, γιατί ήταν απλά η πρώτη μέρα. Η δεύτερη μέρα έκλεισε επίσης με μηδενικό. Και πάλι δεν απογοητεύτηκα, γιατί ήμουν ακόμα στην αρχή. Την τρίτη μέρα πανικοβλήθηκα λίγο – τρεις μέρες θα έπρεπε να είναι αρκετές για να «ανοίξω λογαριασμό», και το γεγονός ότι έμοιαζα με τον Βέγγο στον «φαλακρό πράκτορα 000» ήταν άκρως ανησυχητικό.

Μετά από μια άκρως ανακουφιστική Κυριακή (μετά από 6 ημέρες εξοντωτικής ορθοστασίας), η επόμενη εβδομάδα με βρήκε να χτυπάω κουδούνια στο Αιγάλεω, όπου δεν είχα ξαναπάει ποτέ στη ζωή μου. Η πρώτη μέρα ήταν και εκεί απογοητευτική, με το κοντέρ να γράφει και πάλι «0». Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου (και μια φορά παραλίγο και τις αισθήσεις μου, λόγω της ανυπόφορης ζέστης), εμφανίστηκε μια άγια γυναίκα, την οποία και κατάφερα να πείσω να αγοράσει την υπηρεσία! Ναι, είχα μόλις πετύχει την πρώτη μου πώληση! Ήμουν περήφανος, ήμουν ενθουσιασμένος, ήμουν κατά 25 ευρώ πλουσιότερος!

Έμεινα όλη την εβδομάδα στο Αιγάλεω, και δεν κατάφερα να κάνω άλλη πώληση. Είμαι και γκαντέμης: Σε μία από τις πολυκατοικίες που είχε η περιοχή μου έμενε ένας θείος μου (δεν είχα ιδέα ότι έμενε εκεί), όμως ούτε σε αυτόν κατάφερα να πουλήσω την υπηρεσία, επειδή την είχε ήδη! Είχα αρχίσει να το ξανασκέφτομαι. Μήπως τελικά δεν έκανα γι’αυτήν τη δουλειά; Μήπως είχε γίνει υπερβολικά κουραστική, με σχεδόν 12 ώρες τη μέρα στους δρόμους με 40 βαθμούς Κελσίου; Μήπως είχε αρχίσει να γίνεται λίγο ασύμφορη, αφού είχα ημερήσια έξοδα πάνω από 5 ευρώ τη μέρα και έσοδα 25 ευρώ σε δύο βδομάδες; Η αλήθεια είναι ότι δε σκόπευα να παραιτηθώ, αφ’ενός επειδή αυτό θα σήμαινε ότι θα επέστρεφα στη βαρετή ζωή του ανέργου (και στη συγγραφή αυτού του ημερολογίου – χωρίς παρεξήγηση), και αφ’ετέρου επειδή είμαι υπερβολικά εγωιστής για να αποδεχθώ από μόνος μου ότι δεν είμαι ικανός να κάνω το οτιδήποτε και να φύγω σαν αποτυχημένος. Εξάλλου, η παρέα των άλλων παιδιών της εταιρείας ήταν τόσο ευχάριστη, που θα άξιζε να μείνω μόνο και μόνο για να τους βλέπω κάθε μέρα. Αλλά το σαράκι είχε μπει στο μυαλό μου, και είχε αρχίσει να τρέφεται με φόβους και αρνητικές σκέψεις.

Χθες άλλαξα και πάλι περιοχή, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία μου. Μεταφέρθηκα στην Αγία Παρασκευή. Ωραία περιοχή, πάντα την είχα σε εκτίμηση. Η χθεσινή μέρα ήταν κάπως δύσκολη. Πολλοί δε μου άνοιγαν την πόρτα, λες και ο διαρρήκτης θα ερχόταν στην πόρτα τους με γραβατούλα και θα χτυπούσε ευγενικά και το κουδούνι για να μπει μέσα. Επιπλέον, κάποιες πολυκατοικίες απαγόρευαν ρητώς την είσοδο «μικροπωλητών και διαφημιστών» στους χώρους τους. Και καλά, μικροπωλητής σίγουρα δεν ήμουν, αλλά διαφημιστής; Πήρα τηλέφωνο κάποια από τα παιδιά και μου είπαν ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις έπρεπε να μπω κανονικά στην πολυκατοικία, κι άμα με έβριζε κανένας, απλά σηκωνόμουν κι έφευγα. Δεν το έκανα. Φοβήθηκα. Όχι ότι θα φώναζε κανείς την Αστυνομία – σιγά μη μου ρίχνανε και ισόβια. Αλλά όταν ο άλλος σου απαγορεύει ξεκάθαρα να μπεις στο σπίτι του, δε θέλει και λίγο θράσος για να τον αγνοήσεις ελαφρά τη καρδία και να χτυπήσεις κανονικά την πόρτα του σαν να μην τρέχει τίποτα; Ε, εγώ αυτό το θράσος δεν το είχα. Και ούτε θα το αποκτήσω ποτέ.

Η χθεσινή μέρα τέλειωσε κι αυτή χωρίς πώληση, ταΐζοντας γενναιόδωρα το σαράκι του μυαλού μου με μαύρες σκέψεις. Όμως και πάλι, ήμουν αποφασισμένος να παλέψω και να μείνω στην εταιρεία. Τι λες να άλλαξε, λοιπόν, μέσα σε μία μέρα; Θα σου πω αμέσως.

Η σημερινή μέρα ξεκίνησε καλά. Μπορεί ολόκληρο το πρωί να μην κατάφερα να πείσω κανέναν, όμως όλοι όσοι μου άνοιξαν την πόρτα ήταν φιλικοί και θετικοί άνθρωποι – τουλάχιστον, η ψυχολογία μου διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα. Το μεσημέρι, λίγο πριν από τις 3, χτύπησα σε ένα διαμέρισμα. Μου άνοιξε μια μεγάλη γυναίκα, της εξήγησα τι πρόσφερα, αρνήθηκε ευγενικά και έκλεισε την πόρτα. Μετά από λίγο, κι ενώ ήμουν έτοιμος να κατέβω στον κάτω όροφο, η πόρτα άνοιξε ξανά, και ένας έξαλλος νεαρός (προφανώς ο γιος της) μου ζητούσε εξηγήσεις για το ακατάλληλο της ώρας. Του έδειξα την κάρτα μου και του είπα την αλήθεια: Ότι η εταιρεία απαιτούσε να χτυπάμε κουδούνια μέχρι τις 3.30, αλλά εγώ στις 3 σταματούσα, γιατί δεν το θεωρούσα σωστό. Του είπα ότι έτσι κι αλλιώς εκείνη την ώρα τελείωνα και δεν θα χτυπούσα άλλο κουδούνι. Μάλλον με λυπήθηκε, γιατί δεν είπε τίποτα παραπάνω, απλά μου έδωσε την κάρτα μου και έκλεισε την πόρτα. Φυσικά, έφυγα τρέχοντας από την πολυκατοικία και έκατσα σε ένα κοντινό παγκάκι μέχρι να πάει 3.30 και να κάνω και επισήμως διάλειμμα.

Ωστόσο, αυτό το συμβάν δε με επηρέασε και τόσο πολύ, γιατί ούτε άσχημα μου φέρθηκε ο άνθρωπος, ούτε και είχε άδικο σε αυτά που είπε. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε το απόγευμα.

Κατά τις 6, βρέθηκα σε μία άλλη πολυκατοικία, από την οποία είχα περάσει και το πρωί. Είχα μιλήσε με αρκετούς από τους ενοίκους της, οι περισσότεροι εκ των οποίων μου έκλεισαν ευγενικά την πόρτα στα μούτρα. No hard feelings, όμως, κι έτσι άρχισα να χτυπάω τα εναπομείναντα κουδούνια. Σε ένα από αυτά μου απάντησε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, η οποία μου είπε να ανέβω στον όροφό της να της εξηγήσω τι ακριβώς έκανα. Ανέβηκα με το ασανσέρ και βρέθηκα μπροστά στο αρχέτυπο της διαχειρίστριας: Χοντρή, 50άρα, με ρόμπα και πασουμάκια. Και με δολοφονικό βλέμμα. Της εξήγησα ευγενικά τι έκανα, και αυτή συνέχισε να με κοιτάει λες και της είχα πει ότι ήθελα να βιάσω τις κόρες της. Κατόπιν, με «έλουσε» με έξοχα κοσμητικά επίθετα, μπήκε μαζί μου στο ασανσέρ, με κατέβασε στο ισόγειο και με πέταξε έξω από την πολυκατοικία, σπρώχνοντάς μέ ελαφρά στην πλάτη. Η εξώπορτα έκλεισε πίσω μου με δύναμη, κι εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι από πού είχε έρθει αυτός ο αδέσποτος μετεωρίτης που είχε προσκρούσει στο κεφάλι μου.

Ένιωσα απαίσια. Η δουλειά του πωλητή είναι ούτως ή άλλως δύσκολη, αλλά κάτι τέτοιοι τύποι την κάνουν ανυπόφορη. Δε μου είχε φερθεί απλά άσχημα (και δεν θα ήταν η πρώτη, άλλωστε). Μου είχε φερθεί σαν σκουπίδι που το είχαν πετάξει μπροστά στην πόρτα της, κι αυτή απλά το κλώτσησε να φύγει μακριά. Νομίζω ότι μέσα μου έκλαψα εκείνη την ώρα, αλλά ήμουν υπερβολικά εγωιστής για να κλάψω και απ’έξω. Έκατσα σε ένα παγκάκι για να συνέλθω. Μετά από ένα τέταρτο, δεν είχα συνέλθει ακόμα. Και τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν θέλω να κάνω μια δουλειά που η κάθε μαλακισμένη διαχειρίστρια μπορεί να κοιτάζει αφ’υψηλού και να με αντιμετωπίζει σαν πατημένο σκυλοκούραδο. Δε μου αξίζει αυτό – σε κανέναν δεν αξίζει. Εκτός ίσως από την συγκεκριμένη διαχειρίστρια, στην οποία εύχομαι ολόψυχα κάποια μέρα να αναγκαστεί (όπως εγώ) να κάνει αυτήν τη δουλειά και να τύχει της ίδιας αντιμετώπισης από κάποια σκρόφα του δικού της βεληνεκούς.

Δεν μπήκα σε άλλη πολυκατοικία. Πήρα τον φάκελό μου και έφυγα με προορισμό το σπίτι μου. Λίγο αργότερα, έστειλα στο αφεντικό της εταιρείας SMS, όπου τον ενημέρωνα ότι παραιτούμαι. Δε μου απάντησε τίποτα. Και το εκτίμησα ιδιαίτερα αυτό, γιατί σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς. Αύριο θα πάω από τη ρεσεψιόν της εταιρείας να παραδώσω την κάρτα μου και τον φάκελό μου. Και αυτό θα είναι το επίσημο τέλος της σύντομης περιπέτειάς μου στις πωλήσεις και η αρχή μιας νέας, λαμπρής περιόδου ανεργίας.

Πάντως, το πρόσημο ήταν θετικό. Έμαθα χρήσιμα πράγματα (όπως λέει και η Δ., «οι πωλήσεις είναι σχολείο, κι εγώ θέλω να μάθω»), έγινα πιο κοινωνικός, γνώρισα καταπληκτικά παιδιά (ήδη μου λείπει η παρέα τους), έχασα 3 κιλά από το περπάτημα και έβγαλα και 25 ολόκληρα ευρώ, τα οποία δεν ξέρω που θα επενδύσω ακόμα. Κάτι άκουσα ότι έχει πέσει το Χρηματιστήριο, θα πάω να αγοράσω καμιά μετοχή.

Και τώρα, ξεκούραση. Πατάω επιτέλους τον διακόπτη off που έχω κρυμμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και βάζω τις μπαταρίες μου στον φορτιστή, μέχρι να πάρουν αρκετή ενέργεια. Και από αύριο, επιστρέφω στην αναζήτηση εργασίας. Και φυσικά, επιστρέφω στο ημερολόγιό μου. Ναι, το ξέρω ότι δε σου έλειψα καθόλου. Αλλά κάπου πρέπει να τα λέω κι εγώ, αλλιώς θα σκάσω.

Καληνύχτα και καλώς σε ξαναβρήκα. Τώρα που μπαίνει και ο Αύγουστος, δε βλέπω να με ξεφορτώνεσαι σύντομα. Έλα, μην κλαις. Θα περάσει κι αυτό κάποτε.


Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι κάποιες μέρες που πραγματικά δεν θες να σηκωθείς από το κρεβάτι. Μέρες που, αντί να σηκωθείς και να αντιμετωπίσεις τον κόσμο, προτιμάς να αλλάξεις πλευρό και να πέσεις να ξανακοιμηθείς. Μέρες που εκλιπαρείς τη μαμά σου να σου χαρίσει 5 λεπτά ύπνου ακόμα, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι 8 χρονών, η μαμά σου δεν είναι εκεί, και το ξυπνητήρι δεν νιώθει κανέναν οίκτο για τη νύστα σου. Είχα ξεχάσει πώς μοιάζουν αυτές τις μέρες, αφού εδώ και μήνες ξυπνάω ό,τι ώρα θέλω, κι έτσι το ξυπνητήρι μού είναι τόσο χρήσιμο, όσο ένας παγοκόφτης σε έναν βεδουίνο. Τα καλά της ανεργίας, βλέπεις.

Σήμερα, όμως, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Έπρεπε να ξυπνήσω στις 11, δηλαδή αξημέρωτα (για τα δικά μου δεδομένα), ώστε να είμαι εγκαίρως στο δεύτερό μου interview στην μυστηριώδη εταιρεία με την οποία είχα μπλέξει. Η αλήθεια είναι ότι το ξυπνητήρι κατέβαλε ιδιαίτερα φιλότιμες προσπάθειες να με σηκώσει στην ώρα μου, όμως αντιστάθηκα σθεναρά. Μπορεί να κέρδισε τη μάχη ξυπνώντας με, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο, ενάντια στο παγκόσμιας κλάσης χουζούρεμά μου. Ωστόσο, όλοι οι πόλεμοι κερδίζονται με κάποιον Εφιάλτη, και στη δική μου περίπτωση ο προδότης ήταν το ίδιο μου το δεξί πόδι, που εντελώς απροειδοποίητα έπαθε κράμπα, αναγκάζοντάς με να σηκωθώ με αστραπιαίες κινήσεις από το κρεβάτι, την ώρα που το ξυπνητήρι αναφωνούσε θριαμβευτικά «ΑΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ». Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά έγιναν όντως ή τα είδα στον ύπνο μου, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως η κράμπα ήταν πραγματική, γιατί ακόμα πονάει το πόδι μου. Και, όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, «η κράμπα είναι ο διακριτικός τρόπος του Θεού να σου πει ότι ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις».

(εντάξει, ψέματα λέω, δεν είναι κινέζικη παροιμία, από το μυαλό μου το έβγαλα μόλις τώρα. Αλλά μη μου πεις ότι δεν ψάρωσες. Έχει πλάκα: Ακόμα κι αν πεις ότι, σύμφωνα με μια κινέζικη παροιμία, μία κοτρώνα αξίζει χίλια χαλίκια, ο άλλος θα σου απαντήσει «πωωωωωωωωωωωωω, πολύ βαθυστόχαστο! Τι σοφοί που ήταν αυτοί οι Κινέζοι, ρε παιδί μου…». Δοκίμασέ το και θα με θυμηθείς. Κάπως έτσι έκανε καριέρα κι ο Κοέλιο, τι νομίζεις;)

Ντύθηκα σαν γαμπρός, πλακώθηκα στο αποσμητικό και το άρωμα, ξυρίστηκα καλά – νομίζω ότι όλα αυτά είχα να τα κάνω από το πρώτο μου ραντεβού με κοπέλα, στο Λύκειο. Βέβαια, η διαφορά ήταν ότι τότε προετοιμαζόμουν κατάλληλα για να απαυτώσω, ενώ τώρα προετοιμαζόμουν για να με απαυτώσουν. Αλλά δε βαριέσαι, όλα μια συνήθεια είναι.

Οι οδηγίες από το τηλέφωνο ήταν σαφείς: «Φέρε και κάτι για να κρατάς σημειώσεις». Πήρα ένα παλιό τετράδιο, που είχα να το χρησιμοποιήσω από τότε που ήμουν φοιτητής (και όταν λέω «χρησιμοποιήσω», εννοώ «κουβαλήσω μόνο και μόνο για να δείχνω ότι δεν είμαι τουρίστας») και ένα στιλό που χρησίμευε μόνο για τα sudoku που λύνω περιστασιακά, απλά για να βεβαιώνομαι κάθε τόσο ότι μου έχουν απομείνει έστω και λίγα ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρα, και έφυγα από το σπίτι.

Όπως συνήθως, έφτασα νωρίτερα στον προορισμό μου και, όπως συνήθως, έκανα μια βόλτα γύρω από την εταιρεία για να δω τι υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή. Εντόπισα ένα ψιλικατζίδικο, ένα βιβλιοπωλείο, ένα μαγαζί με νεανικά ρούχα και μια ανορθόγραφη πιτσαρία, καθώς και πολλά γκραφίτι στους τοίχους. Επίσης, ανακάλυψα μια εναλλακτική διαδρομή, χάρη στην οποία μπορούσα να αποφύγω την εξοντωτική ανηφόρα που οδηγούσε στο κτίριο της εταιρείας, καθώς και ένα μικρό παρκάκι, όπου κάθησα να ξαποστάσω μετά το σκαρφάλωμα της εν λόγω ανηφόρας. Και όταν πια είχα στεγνώσει από τον ιδρώτα, πήρα το δρόμο για το interview.

Όταν έφτασα στη ρεσεψιόν, ήταν ήδη εκεί άλλοι τρεις «αντίπαλοι», δύο κοπέλες και ένας άνδρας. Τη μία από τις κοπέλες την αναγνώρισα, είχαμε μπει μαζί και στην προχθεσινή συνέντευξη. Οι άλλοι δύο μου ήταν παντελώς άγνωστοι. Και επειδή το να ανοίγω κουβέντες με αγνώστους δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, προτίμησα να ανοίξω ένα από τα περιοδικά που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι και να προσποιηθώ ότι με ενδιέφερε ένα άρθρο, δείχνοντας απορροφημένος. Ούτε καν θυμάμαι τι διάβαζα. Πού και πού έριχνα κλεφτές ματιές γύρω και έβλεπα τους άλλους να προσπαθούν μάταια να ανοίξουν κάποια συζήτηση της προκοπής, και κατόπιν να επιδίδονται με ζήλο στην πατροπαράδοτη τοιχανάλυση, την οποία σου είχα αναλύσει και προχθές.

Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε το αφεντικό της εταιρείας, μάς χαιρέτησε όλους ξεχωριστά δια χειραψίας και μάς οδήγησε στην ίδια αίθουσα όπου είχε γίνει και η πρώτη συνέντευξη. Καθήσαμε στις άβολες καρέκλες (οι οποίες προφανώς ήταν εργονομικά σχεδιασμένες ειδικά για ανθρώπους που δεν έχουν καθόλου κώλο) και ξεκίνησε η διαδικασία. Η οποία δεν ήταν καθόλου «συνέντευξη» – στην πραγματικότητα ήταν ένας μονόλογος του αφεντικού για το πόσο γαμάτη και φοβερή είναι η δουλειά που προσφέρει (είναι εντυπωσιακό το πόσο όμορφα μπορεί να περιγράψει κάποιος τη δουλειά του πλασιέ, αν θέλει), και πόσο εύκολο και σίγουρο είναι ότι ο καθένας μπορεί να βγάζει 1.500 ευρώ το μήνα, και πόσο απίστευτες επιτυχίες έχει καταγράψει η εταιρεία του, με λίγα μόνο διαλείμματα για ερωτήσεις του τύπου «τι σου άρεσε από αυτά που άκουσες;» και «ωραίο δεν είναι;».

Επί μία ώρα περίπου τον άκουγα να περιγράφει έναν εργασιακό παράδεισο, όπου όλοι περνούσαν καλά, έβγαζαν τρελά λεφτά και κάθε τόσο έπαιρναν σημαντικές προαγωγές. Και στο μυαλό μου είχα μόνο μια απορία: «ΟΚ, ποια είναι η παγίδα;». Δεν τολμούσα να τον ρωτήσω, βέβαια, αλλά κατά βάθος ήξερα ότι υπήρχε μια παγίδα πίσω από το λαχταριστό κομμάτι τυρί που έβλεπα. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, ήμουν τόσο πεινασμένος που δεν είχα αντίρρηση να ρισκάρω να πιαστώ σ’αυτήν την παγίδα, προκειμένου να φάω κι εγώ λίγο τυράκι.

Κρατούσα σημειώσεις απ’όσα έλεγε, αν και οι περισσότερες από αυτές ήταν απλοί πολλαπλασιασμοί χρημάτων επί μέρες, επί εβδομάδες, επί μήνες, επί χρόνια. Ήταν φανερό το πώς είχε φτάσει πριν τα 25 του χρόνια να έχει δική του εταιρεία: Είχε φοβερό ταλέντο στο να «πλασάρει» πράγματα. Και ήταν τόσο καλός σε αυτό που, αν και ήξερα ότι ήταν αδύνατο να είναι όλα τόσο τέλεια όσο τα περιέγραφε, σχεδόν είχα πειστεί από την ρητορεία του.

Όταν τελείωσε η διαδικασία, μας πήρε έναν-έναν ξεχωριστά στο γραφείο του για να μας μιλήσει ιδιαιτέρως. Εμένα με άφησε τελευταίο – δεν ήξερα αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Όταν ήρθε η σειρά μου, μού έκανε μόνο μία ερώτηση: Γιατί να επενδύσει σε μένα; Του απάντησα ότι μαθαίνω γρήγορα. είμαι φιλότιμος και έχω πολλή όρεξη για δουλειά. Ήταν μια απάντηση εντελώς κλισέ, σαν αυτές που δίνουν οι υποψήφιες των καλλιστείων στη φάση των ερωτήσεων, προσπαθώντας εις μάτην να αποδείξουν ότι έχουν και κάτι άλλο να επιδείξουν, εκτός από ωραία βυζιά. Ε λοιπόν, αν συμμετείχα στα καλλιστεία (και είχα βυζιά), θα αναδεικνυόμουν Σταρ Ελλάς, γιατί φάνηκε να ικανοποιήθηκε από την απάντησή μου.

Πράγματι, μια ώρα αργότερα μου τηλεφώνησε και μου είπε να πάω αύριο το απόγευμα ξανά στην εταιρεία, ώστε να ξεκινήσω την απαιτούμενη εκπαίδευση. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, αγαπητό μου ημερολόγιο;…Τι είπες;…Ότι επιτέλους βρήκα δουλειά;…Α, ναι, κι αυτό…Αλλά βασικά εγώ εννοούσα ότι αύριο δεν θα χρειαστεί να ξυπνήσω αξημέρωτα! YES!!!

Λοιπόν, μόλις μια εβδομάδα αφού ξεκίνησα να σου γράφω τις σκέψεις μου, βρήκα δουλειά. Αυτό σημαίνει ότι μου έφερες γούρι, υποθέτω. Αλλά επίσης σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσω να σου γράφω. Η παρέα σου ήταν εξαιρετική, όμως θα πρέπει να σε αποχωριστώ. Πάντως, μη βάλεις και τα κλάματα. Κάτι μου λέει ότι δεν θα κρατήσει για πολύ αυτό, και ότι σύντομα θα επιστρέψω στις σελίδες σου για να βρω παρηγοριά από την δυσβάσταχτη πραγματικότητά μου.

Καληνύχτα, και μην ξεχνάς εκείνη την κινέζικη παροιμία που λέει: «Ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει στο τέλος της ταινίας, εκτός κι αν παίζει ο Τσακ Νόρις».

(έλα, παραδέξου ότι την πάτησες πάλι με την κινέζικη παροιμία…Α, το κατάλαβες αυτή τη φορά, ε; Κρίμα, δεν πιάνει πάντα.)


Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω πρήξει με τη γκρίνια μου για τα κακά της ανεργίας, οπότε σήμερα θα ξεκινήσω την καταχώρησή μου με ένα από τα καλά της ανεργίας. Που λες, όταν είσαι άνεργος όλες οι μέρες είναι ίδιες. Η Δευτέρα δεν είναι «εκείνη-η-απαίσια-μέρα-μετά-το-Σαββατοκύριακο», αλλά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Αλλά και το Σάββατο δεν είναι «εκείνη-η-μέρα-που-και-καλά-πρέπει-να-βγεις-αλλιώς-είσαι-ξενέρωτος», αλλά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Να φανταστείς ότι καταλαβαίνω πως έχει φτάσει Σαββατοκύριακο μόνο όταν κάνω ζάπινγκ το μεσημέρι και βλέπω τα «Φιλαράκια» στο Star.

«Και γιατί είναι αυτό καλό», θα μπορούσες εύλογα να ρωτήσεις. Είναι καλό, γιατί πολύ απλά σημαίνει ότι μπορείς πολύ άνετα να ξυπνήσεις το πρωί, να βάλεις το μαγιό σου και να κατευθυνθείς προς την πλησιέστερη παραλία, όπου κατά 71,43% (αν δεν είναι Σαββατοκύριακο, δηλαδή) θα είσαι μόνος σου μαζί με τα φύκια, τους αχινούς και άλλους 2-3 αργόσχολους. Όλοι οι άλλοι θα δουλεύουν, την ώρα που εσύ θα λιάζεσαι στην παραλία, πίνοντας τον δεύτερο φρεντοτσίνο (αφού τον πρώτο στον είχε χύσει στην άμμο εκείνο το κωλόπαιδο που πέρασε τρέχοντας δίπλα από την ψάθα σου, αλλά ο μπαμπάς του ήταν υπερβολικά macho για να του ζητήσεις τα ρέστα).

Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι όλα αυτά τα κορόιδα που δουλεύουν την ώρα που εγώ κάνω τα μακροβούτια μου θα πληρωθούν στο τέλος του μήνα, κι έτσι τον Αύγουστο θα κάνουν τις διακοπές τους σε κάποιο ελληνικό νησί, ενώ εγώ θα περνάω το τρίτο συνεχόμενο Δεκαπενταύγουστό μου στην Αθήνα, όταν ακόμα και οι Πακιστανοί που καθαρίζουν τα τζάμια των αυτοκινήτων στα φανάρια θα έχουν πάρει τα κουβαδάκια τους σε άλλες παραλίες. Αλλά αυτός που θα τα έλεγε αυτά τα πράγματα θα ήταν πικρόχολος, κακόβουλος και, πάνω απ’όλα, 100% σωστός.

Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω στην παραλία είναι η τρέλα πολλών με το μαύρισμα. Βλέπω γυναίκες (κατά κύριο λόγο) να ψήνονται για ώρες ολόκληρες κάτω από τον ήλιο, αρνούμενες να μπουν στη θάλασσα για να δροσιστούν, και σκέφτομαι ότι πρόκειται για τις ίδιες γυναίκες που στην πόλη, αν χρειαστεί να περπατήσουν για δέκα λεπτά, διασχίζουν κάθε τόσο τον δρόμο για να πάνε στο πεζοδρόμιο που έχει περισσότερη σκιά και να γλιτώσουν τον ήλιο. Αλλά έτσι κι αλλιώς, οι γυναίκες είναι μυστήρια πλάσματα – μιλάμε για αυτήν την υποκατηγορία ανθρώπων που πασαλείβονται αλύπητα με κρέμες, σκόνες και αλοιφές για να δείχνουν πιο ωραίες απ’ό,τι είναι στην πραγματικότητα, και ταυτόχρονα γκρινιάζουν ότι οι άντρες δεν τις θέλουν γι’αυτό που είναι (το οποίο κρύβουν επιμελώς).

Αντίθετα, εγώ στην παραλία θέλω μόνο να βρίσκομαι μέσα στη θάλασσα. Όχι απαραίτητα να κολυμπάω (καθώς είμαι τόσο καλός στην κολύμβηση, όσο θα ήταν ένας σκαντζόχοιρος στο μπιτς βόλεϊ), αλλά απλά να βουλιάζω στο νερό και να σκέφτομαι. Ξέρεις, μέσα στη θάλασσα τα βλέπεις όλα πιο καθαρά. Εκτός, βέβαια, κι αν ανοίξεις τα μάτια, γιατί τότε τα βλέπεις όλα πιο θολά. Ναι, έβλεπα φανατικά Σεφερλή μικρός στην τηλεόραση – γιατί ρωτάς;

Το ένα γεγονός της ημέρας, λοιπόν, ήταν το μπάνιο μου στη θάλασσα. Το άλλο ήταν μάλλον πιο σημαντικό: Με πήραν τηλέφωνο από τη δουλειά, που είχα πάει χθες για συνέντευξη, θυμάσαι που στα’λεγα; Ναι, μου τηλεφώνησαν. Και μου είπαν ότι θέλουν να πάω αύριο για μια δεύτερη συνέντευξη. Ένιωσα σαν να μου είχαν πει ότι κέρδισα 1.000.000 ευρώ στο Τζόκερ, αλλά τα 999.999 από αυτά έπρεπε να τα δώσω στην Εφορία. Μια χαρμολύπη. Και ξέρεις, είμαι κυκλοθυμικός άνθρωπος και μπορεί μέσα σε 5 δευτερόλεπτα να περάσω από τον ενθουσιασμό στην κατάθλιψη, αλλά σπάνια μου συμβαίνει να τα έχω και τα δύο ταυτόχρονα.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα ήμουν τρισευτυχισμένος που με κάλεσαν για δεύτερο interview. Συνήθως το πρώτο ήταν τόσο κακό, που περίμενα ότι μετά θα κατέθεταν ασφαλιστικά μέτρα εναντίον μου, αλλά αυτή τη φορά φαίνεται πως έκανα καλή εντύπωση. Είναι φοβερό: Όσες φορές προσπάθησα να αναδείξω σε κάποια συνέντευξη τα ταλέντα μου ή τις σπουδές μου, έμεινα με το CV στο χέρι. Και τη μία και μοναδική φορά που ανέδειξα το πόσο απελπιστικά απελπισμένος είμαι να βρω δουλειά, κατάφερα να κληθώ και σε δεύτερη συνέντευξη. Και τώρα πες μου εσύ: Εγώ να χαρώ ή να απογοητευτώ; Να συνεχίσω να το παίζω μαλάκας ή να δείξω ότι έχω κι εγώ φιλοδοξίες και όνειρα; Να ρισκάρω να χάσω τα προνόμιά μου ως άνεργος ή να ρισκάρω να χάσω μια σπάνια ευκαιρία να βγάλω επιτέλους δικά μου χρήματα;

(εντάξει, μην αγχώνεσαι να απαντήσεις. Ρητορικές είναι οι ερωτήσεις. Ξέρω εγώ τι θα κάνω. Θα σπάσω τα μούτρα μου, όπως πάντα.)

(άσχετο: Φαντάζεσαι τον Δημοσθένη, τον αρχαίο ρήτορα που δεν μπορούσε να πει το «ρ», να έκανε μια «γητογική εγώτηση»; Πρέπει να έριχναν πολύ γέλιο μαζί του οι Αθηναίοι. Θα ήταν ο αρχαίος Κάτ-μαν.)

Οπότε, αγαπητό μου ημερολόγιο, προετοιμάσου. Αύριο έρχεται το «Τοιχανάλυση και Συνέντευξη 2: Ξέρω τι Έκανες Προχθές το Μεσημέρι». Μην το χάσεις. Ναι, το ξέρω ότι τα sequel συνήθως είναι πολύ χειρότερα από το πρωτότυπο, αλλά θυμήσου το Terminator 2. Και προσπάθησε να ξεχάσεις το δεύτερο Jurassic Park.

Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Όσες πορτοκαλιές κι αν υπάρχουν που κάνουν πορτοκάλια, θα’ναι πάντα πιο βολικό να πας στο σούπερ μάρκετ και να πάρεις μια παγωμένη πορτοκαλάδα.


Αγαπητό ημερολόγιο,

πιστεύω ακράδαντα ότι ο καθένας από εμάς έχει ταλέντο σε κάποια πράγματα και είναι απολύτως ανίκανος σε κάποια άλλα. Για να μιλήσω για τον εαυτό μου, μπορώ να πω ότι είμαι εξαιρετικά ταλαντούχος, παραδείγματος χάριν, στο πρωινό χουζούρεμα – και θα ήθελα σε αυτό το σημείο να καταγγείλω την κατάπτυστη στάση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής που επιμένει να μην εντάσσει το πρωινό χουζούρεμα στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων και μου στερεί την ευκαιρία να στεφθώ κι εγώ κάποτε Ολυμπιονίκης και να δηλώνω μετά υπερήφανος για το ελληνικό DNA που πάντα κερδίζει σε τέτοιου τύπου αγωνίσματα. Αλλά σε κάποια άλλα πράγματα είμαι τόσο ανίκανος, που ακόμα και ένας τετραπληγικός ιπποπόταμος με σύνδρομο Down θα τα κατάφερνε καλύτερα. Και ένα από αυτά είναι οι συνεντεύξεις για δουλειά.

Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο με τις γκάφες που κατά καιρούς έχω κάνει σε συνεντεύξεις, με τίτλο «100+1 τρόποι να ΜΗΝ πάρετε τη δουλειά». Δεν ξέρω ποιος θα ενδιαφερόταν να το διαβάσει, αφού ο κόσμος συνήθως πηγαίνει σε συνεντεύξεις για να πάρει τη δουλειά, και όχι για να ακούσει το κλασικό «θα σας τηλεφωνήσουμε», που είναι το επαγγελματικό αντίστοιχο του «θα σου τηλεφωνήσω» που λέει ο τύπος που κάνει one night stand με μια άγνωστη, και μετά εξαφανίζεται από προσώπου γης.

Με αυτήν περίπου την ψυχολογία ξεκίνησα σήμερα για τη συνέντευξη που είχα το μεσημέρι. Την ψυχολογία της ποδοσφαιρικής ομάδας που προέρχεται από 15 συνεχόμενες ήττες και οι παίκτες της κατά βάθος ελπίζουν ότι στο επόμενο ματς ίσως να σταματήσουν το σερί, αλλά στην πραγματικότητα ξέρουν ότι η επόμενη συντριβή τους περιμένει στη γωνία.

Το κυρίαρχο πρόβλημά μου είναι πάντα η ενδυμασία. Πώς πας ντυμένος σε μία συνέντευξη; Να μια ερώτηση για την οποία κανένα πανεπιστήμιο δε σου δίνει την απάντηση. Να βάλω εκείνο το ακριβό πουκάμισο που φόρεσα μία και μοναδική φορά στην αποφοίτηση, μαζί με το (μοναδικό) λινό μου παντελόνι; Μπααααα, θα φαινόταν πολύ «ακριβό» και δεν θα ήμουν καθόλου ο εαυτός μου. Από την άλλη, άμα ήμουν ο εαυτός μου σε κάθε συνέντευξη, τότε είναι που θα είχα χάσει το παιχνίδι πριν ακόμα προλάβω να πω «καλημέρα» στον συνεντευξιάζοντα. Ναι, ξέρω ότι γενικά στις συνεντεύξεις «πρέπει να είσαι ο εαυτός σου», αλλά αυτό ισχύει για τους φυσιολογικούς ανθρώπους – στην περίπτωσή μου, πρέπει να είμαι οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μου, αν θέλω να διατηρήσω κάποιες ελπίδες πρόσληψης.

Τελικά, έκανα κάτι ενδιάμεσο: Έβαλα ένα polo σε μια ζωηρή, ροδακινί απόχρωση (κάπου έχω διαβάσει ότι τα έντονα χρώματα κάνουν καλή εντύπωση στον υποψήφιο εργοδότη, αλλά δεν το έχω επιβεβαιώσει ακόμα εμπειρικά) και το λινό παντελόνι. Πρέπει να έμοιαζα σαν off-season καρνάβαλος, αλλά ας έπαιρνα τη δουλειά, και θα κυκλοφορούσα όλη μέρα με στολή κλόουν αν χρειαζόταν.

Η εταιρεία όπου είχα συνέντευξη ήταν στο κέντρο της Αθήνας, κι έτσι το να πάω μέχρι εκεί με αυτοκίνητο θα ισοδυναμούσε με απόπειρα αυτοκτονίας, και μάλιστα με αρκετά μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Γι’αυτό και πήγα με το μετρό. Βέβαια, μέχρι να φτάσω στον σταθμό του μετρό έπρεπε να περπατήσω μισή ώρα μέσα στον καυτό ήλιο, κι αυτό γιατί σήμερα είχαν απεργία τα λεωφορεία. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι μέχρι να μπω στο μετρό είχα εκκρίνει τέτοιες ποσότητες ιδρώτα, που άμα τον πούλαγα μισό ευρώ το λίτρο, θα γινόμουν πλούσιος. Αλλά επειδή κανένας δεν ενδιαφερόταν να τον αγοράσει, αναγκάστηκα να τον κρατήσω εγώ, με αποτέλεσμα, όταν έφτασα στον προορισμό μου, να μοιάζω λες και είχα μόλις βγει από τη θάλασσα και έψαχνα απεγνωσμένα να βρω πού είχα παρκάρει τα πράγματά μου για να σκουπιστώ.

Επιπλέον, οι οδηγίες για το πώς θα πήγαινα στην εταιρεία φαινόντουσαν εξαιρετικά σαφείς: «Περνάτε απέναντι, προχωράτε ευθεία, στο τέταρτο στενό στρίβετε αριστερά και θα το δείτε μπροστά σας». Ωστόσο, είχαν ξεχάσει να αναφέρουν κάτι πολύ σημαντικό. Γιατί, αν ήταν πραγματικά ακριβείς, θα έγραφαν: «Περνάτε απέναντι, προχωράτε ευθεία, ναι καλέ, εκεί, στην τεράστια ανηφόρα που χρειάζεστε σύνεργα αναρρίχησης για να την σκαρφαλώσετε, και στο τέταρτο στενό (αν καταφέρετε ποτέ να φτάσετε ως εκεί) ζητάτε από κάποιον να σας στύψει για να φύγει ο ιδρώτας, μη μας μαγαρίσετε και το μαγαζί, που θα το δείτε μπροστά σας στα αριστερά». Ξέρεις, αγαπητό μου ημερολόγιο, κάτι τέτοιες μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες είναι που κάνουν τη διαφορά, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, θεωρητικά, το «καλό» και το «κακό» διαφέρουν μόσο σε ένα γραμματάκι.

Ανέβηκα στον 3ο όροφο, όπως μου είχαν πει, και εκεί βρήκα άλλους 3 σαν εμένα να κοιτάζουν με αγωνία τους τοίχους, λες και προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν κάποιο μυστικό γραμμένο εκεί με μπλάνκο. Η γραμματέας με καλωσόρισε και μου έδωσε ένα χαρτί να συμπληρώσω. Εκτός από τα προσωπικά μου στοιχεία, υπήρχε και ένα σκέλος στο οποίο έπρεπε να βάλω σε σειρά προτεραιότητας 8 πράγματα που ζητάω να έχει μια δουλειά, όπως «χρήματα», «δυνατότητα ταξιδιών», «συνεχής εκπαίδευση» και τέτοια. Εκεί δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά τελικά κατέληξα ότι το σημαντικότερο είναι το ευχάριστο εργασιακό περιβάλλον και το λιγότερο σημαντικό είναι οι ευκαιρίες να δείξω ηγετικό χαρακτήρα – εδώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να επιβληθώ στο ηλίθιο σκυλί μου για να μην κατουράει στο σαλόνι, θα επιβληθώ σε καμιά δεκαριά ανθρώπους; Τα λεφτά τα έβαλα κάπου στη μέση – αν μπορούσα να ζήσω χωρίς λεφτά, θα τα έβαζα τελευταία, αλλά είναι αναγκαίο κακό. Δεν ήταν ωραία, αλήθεια, όταν τα λεφτά ήταν απλά ένα μέσο για να περνάς καλά και όχι αυτοσκοπός; Πρέπει να ήταν, αλλά δεν την πρόλαβα αυτήν την εποχή, κι ούτε βλέπω να ξανάρχεται σύντομα.

Μετά από 10 λεπτά, κι ενώ είχε προστεθεί και μια ακόμα κοπέλα στην παρέα των τοιχαναλυτών (εξηγώ για σένα που είσαι αμόρφωτο ημερολόγιο και δεν γνωρίζεις αυτόν τον επιστημονικό όρο. Τοιχανάλυση: Κλάδος της ψυχανάλυσης, ο οποίος ασχολείται με τις μύχιες σκέψεις και τα παιδικά τραύματα των τοίχων, τα οποία ο τοιχαναλυτής επιχειρεί να εντοπίσει παρακολουθώντας το αντικείμενό του προσεκτικά και για ώρα, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του κάθε τόσο), εμφανίστηκε ένας καλοντυμένος νεαρός άνδρας, που δε χρειαζόταν να σκεφτεί κανείς πολύ για να καταλάβει ότι ήταν αυτός που θα μας έκανε τη συνέντευξη. Μας χαιρέτησε όλους, έναν-έναν, και μας οδήγησε σε μία μικρή αίθουσα, όπου υπήρχε μόνο ένα οβάλ τραπέζι με 6 καρέκλες και μια οθόνη στον τοίχο.

Καθήσαμε όλοι περιμετρικά του τραπεζιού, και τότε ήταν που κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι που δε μου είχε ξανατύχει σε κανένα από τα 20κάτι interviews στα οποία είχα παραβρεθεί: Θα μας έπαιρνε συνέντευξη και στους 5 μαζί! Φυσικά, κάτι τέτοιο συνήθως είναι πολύ απαιτητικό, καθώς δεν αρκεί απλά να πλασάρεις τον εαυτό σου και να εξηγήσεις για ποιους λόγους είσαι τόσο γαμάτος που αν δε σε πάρουν στην εταιρεία θα τραβάνε τα μαλλιά τους για το κελεπούρι που άφησαν να φύγει μέσα απ’τα χέρια τους, αλλά πρέπει να πείσεις τον άλλο ότι είσαι καλύτερος κι από τα άλλα 4 ρεμάλια που θέλουν να σου φάνε τη θέση. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά, αφού η όλη διαδικασία δεν κράτησε πάνω από 10 λεπτά. Όσο χρειαζόταν, δηλαδή, για να μας εξηγήσει τι ακριβώς δουλειά θα έκανε ο/η τυχερός/ή που θα έπαιρνε τη δουλειά και να προλάβουμε να συστηθούμε σε στυλ «είμαι ο Θανάσης και είμαι καλά».

Για να μην τα πολυλογώ, το «ζουμί» των όσων μας είπε ο τύπος συνοψίζεται πολύ απλά στην φράση «ψάχνω για άτομα με ενθουσιασμό και όρεξη για δουλεια» που είπε δυο-τρεις φορές. Μετά τη δεύτερη φορά που την άκουσα, μου φάνηκε ότι κάτι μου θύμιζε αυτή η φράση. Έτσι, άνοιξα εκείνη την ώρα το «λεξικό διφορούμενων εννοιών» που έχω ενσωματωμένο στον εγκέφαλό μου και ανέτρεξα στο σχετικό λήμμα. Είχα δίκιο. Το λεξικό έγραφε: «Ψάχνω για άτομα με όρεξη για δουλειά = Ψάχνω για μαλάκες». Τότε κατάλαβα ότι θα ήμουν ιδανικός για αυτήν τη δουλειά.

Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, ο συνεντευξιάζων μας χαιρέτησε πάλι έναν προς έναν και μας έβαλε στο ασανσέρ, όπου, μόλις έκλεισε η πόρτα, ξεσπάσαμε και οι πέντε σε ανεξήγητα γέλια. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήταν τόσο αστείο, αλλά δεν μπορώ να μη γελάσω όταν βλέπω άλλους ανθρώπους να γελάνε (ακόμα και όταν γελάνε εις βάρος μου, που δεν είναι και τόσο σπάνιο φαινόμενο), οπότε έβαλα κι εγώ τα γέλια. Μετά χαιρετηθήκαμε και τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του γυρισμού. Δεν θα περίμενε κανείς τόσο ευχάριστη συμπεριφορά από ανθρώπους που υποτίθεται ότι διαγκωνίζονται για μια θέση στον ήλιο (αλήθεια, τι ηλίθια έκφραση, ειδικά όταν την ακούς το καλοκαίρι, που ψάχνεις τρόπο να αποφύγεις τον ήλιο). Περιμένω τηλέφωνο αύριο για να μάθω αν αποκλείστηκα στα προκριματικά ή συνεχίζω στη φάση των ομίλων.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε τόσο αδιάφορα, που δε θυμάμαι τίποτα. Ενδέχεται να με απήγαγαν εξωγήινοι, να πραγματοποίησαν ακατονόμαστα πειράματα πάνω μου και μετά να μου έσβησαν τη μνήμη και να με πέταξαν στο κρεβάτι μου, γιατί το επόμενο πράγμα που θυμάμαι αφού έφυγα από την εταιρεία είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου το βράδυ. Κρίμα για τους εξωγήινους, δηλαδή, που προφανώς αναζητούσαν ένα τυπικό δείγμα γήινου και έπεσαν στην περίπτωση ενός μακρινού ξαδέλφου τους από τον γειτονικό πλανήτη, που κατά λάθος βρέθηκε στη Γη και κανείς δεν ξέρει ακόμα πώς έφτασε εκεί. Στοιχηματίζω πως το UFO τους λέγεται «S.S. Mitsotakis».

Λοιπόν, αγαπητό μου ημερολόγιο, αν είχες αρχίδια θα σου τα είχα κάνει τσουρέκια, οπότε κλείνω εδώ και σε καληνυχτίζω. Και μην ξεχνάς: Όταν η ζωή σου δίνει ένα χαστούκι, γύρνα και δώσ’της μια κλωτσιά στα απόκρυφα. Το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να την τσαντίσεις περισσότερο, αλλά τουλάχιστον θα το ευχαριστηθείς.


Αγαπητό ημερολόγιο,

ένα από τα αρκετά χόμπι με τα οποία προσπαθώ απεγνωσμένα να γεμίσω τον αφόρητα υπερβολικό ελεύθερο χρόνο που διαθέτω είναι οι βόλτες στην Αθήνα. Πηγαίνω κάθε τόσο και σε μια διαφορετική περιοχή και σουλατσάρω στους δρόμους, φωτογραφίζοντας ό,τι μου φανεί ενδιαφέρον στην πορεία με τη φωτογραφική μηχανή του κινητού μου – συνήθως συνθήματα σε τοίχους. Όταν, λοιπόν, το αγαπημένο μου χόμπι συνδυάζεται και με καλή παρέα, τότε η μέρα δεν μπορεί παρά να είναι ευχάριστη.

«Ραντεβού στη 1 στην Αττική, έξοδος Αδμήτου», έγραφε το μήνυμα του φίλου μου του Κ. Φαίνεται απίστευτο, αλλά μολονότι έχω οργώσει τους δρόμους της Αθήνας τα τελευταία χρόνια, δεν είχα κατέβει ποτέ σε εκείνο τον σταθμό του τρένου. Δεν ήξερα καν τι υπάρχει εκεί πέρα, πώς λέγονται οι γύρω περιοχές, ποιοι δρόμοι περνούν από εκεί. Όχι πως σήμερα τα έμαθα όλα αυτά, αλλά μπορώ να πω ότι έκανα μια αρχή. Και μάλιστα, έβγαλα και μια φωτογραφία: Ένα σύνθημα που έγραφε «Η οικογένεια είναι φυλακή, λευτεριά στις σχέσεις. Δεν ξέρω αν μια εικόνα αξίζει όντως χίλιες λέξεις, όπως αναφέρει το γνωστό made in China κλισέ, αλλά σίγουρα η εικόνα μια υπεραξία έναντι των λέξεων την έχει.

Συναντηθήκαμε με τον Κ. και τον Γ. στο σημείο που είχαμε συμφωνήσει. Παραδόξως, έφτασα τελευταίος – ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς ανήκω σε αυτήν την ολιγομελή κατηγορία ανθρώπων που προτιμούν να φτάσουν στον προορισμό τους μισή ώρα νωρίτερα, παρά ένα λεπτό αργότερα, με αποτέλεσμα να έχω φάει αθροιστικά στη ζωή μου 24ωρα ολόκληρα περιμένοντας κάποιον έξω από το μετρό, παίζοντας παιχνίδια στο κινητό για να περάσει η ώρα. Και ουκ ολίγες φορές, η αναμονή ξεπέρασε τα καθιερωμένα πλαίσια, καθώς ορισμένοι δεν αρκούνται στο ακαδημαϊκό τέταρτο, αλλά παίζουν και τις καθυστερήσεις. Αλλά αυτή είναι μια πονεμένη ιστορία – ειδικά για τα πόδια μου.

Ο Κ. και ο Γ. είναι συμφοιτητές μου από τη σχολή και καλοί φίλοι. Συναντιόμαστε μια φορά στο τόσο και μιλάμε για τα δύο τοπ ανδρικά θέματα: Μπάλα και γκόμενες. Είμαστε η κλασική αντροπαρέα που θα ξεσηκώσει με τα γέλια της το μαγαζί που θα έχει την ατυχία να την φιλοξενήσει και θα αποσπάσει τα επικριτικά βλέμματα από τους παρακείμενους παππούδες, τις παρακείμενες κοπέλες, και ενίοτε από τους υπερσυντέλικους σερβιτόρους. Με άλλα λόγια, είμαστε η παρέα που λατρεύει να τη μισούν.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με τα πόδια από την Αττική, περπατήσαμε για δέκα λεπτά σε δρόμους εντελώς άγνωστους για μένα, και ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σε μια μεγάλη εκκλησία. Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα μου όταν συνειδητοποίησα ότι η εκκλησία αυτή δεν ήταν άλλη από τον διαβόητο…Άγιο Παντελεήμονα!

Το ρίγος χρειάστηκε περίπου 5 λεπτά για να διαπεράσει ολόκληρο το σώμα μου, γιατί λόγω του καθημερινού σαπίσματος τρώω περισσότερο και γυμνάζομαι λιγότερο, με αποτέλεσμα να έχω πάρει κάτι κιλά, οπότε κόλλησε για λίγο στα πατσόκοιλα. Σε αυτή τη χρονική διάρκεια, ο εγκέφαλός μου προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα νέα δεδομένα. Βλέπεις, στο άκουσμα των λέξεων «Άγιος Παντελεήμονας», η μνήμη μου ανέσυρε την εικόνα που είχε σχηματίσει για την περιοχή από την τηλεόραση: Μια άγρια ζούγκλα του Αμαζονίου, που μόνο αν ήσουν οπλισμένος σαν αστακός θα μπορούσες να διασχίσεις χωρίς να σε ξεκοιλιάσει κάποιο από τα άγρια ζώα που ενδημούν εκεί. Ωστόσο, αυτό που έβλεπα μπροστά μου ήταν μια τυπική αθηναϊκή πλατεία, με καφετέριες, με μια παιδική χαρά, με γιαγιάδες να πίνουν αμέριμνες τον καφέ τους, με ήσυχους μετανάστες. Aποθήκευσα αμέσως τα νέα δεδομένα στη μνήμη. «Overwrite existing data?», έγραψε η οθόνη του μυαλού μου. Ναι, overwrite, απάντησα.

Ξέρω ότι ο Άγιος Παντελεήμονας δεν είναι και η καλύτερη περιοχή της Αθήνας – μπορεί και να είναι η χειρότερη, ειδικά όταν η νύχτα πέφτει στον Παντέλο. Αλλά για να πας ένα μεσημέρι και να πιεις μια λεμονίτα με 2.50 ευρώ, μια χαρά είναι.

Αγνοώντας το context της συνάντησής μας, επικεντρώθηκα στη συζήτησή μας. Ο Κ. είναι άεργος – δεν έχει δουλειά, αλλά δεν ψάχνει κιόλας. Θέλει να ξεκουραστεί και να ζήσει τη ζωή του πριν κάνει το πρώτο του βήμα στην ατραπό της επαγγελματικής ρουτίνας, όταν θα είναι πια πολύ αργά για να αλλάξει γνώμη και να κάνει όσα μπορούσε να κάνει στα 25 του και δεν τα έκανε. Ίσως θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμά του κι εγώ, αν και είμαι απόλυτα συμφιλιωμένος με το γεγονός ότι στα 40 μου θα πάσχω από βαριά κατάθλιψη, μετανιώνοντας για όσα δεν έκανα όταν είχα τη δυνατότητα.

Ο Γ., από την άλλη, δουλεύει σε ένα site από το σπίτι του. Στέλνει κάθε μέρα κείμενα και πληρώνεται με 300 ευρώ το μήνα. Ωστόσο, από αυτά μόνο τα 90 καταλήγουν στην τσέπη του, καθώς η ασφάλιση στο ΤΕΒΕ κοστίζει 420 ευρώ το δίμηνο, άρα ουσιαστικά ο μισθός του είναι…90 ευρώ το μήνα. Ποια γενιά των 600 ευρώ και κουραφέξαλα; Αυτό είναι το μέλλον!

Το ότι καταφέρνουμε να χαμογελάμε (και, διόλου σπάνια, να χασκογελάμε) παρά τα χάλια μας είναι η μεγαλύτερη κατάκτησή μας. Είναι σαν να κοιτάζεις κατάματα τον κακό δράκο του παραμυθιού και να του λες επιδεικτικά «ΧΟΥ ΡΕ!», περιμένοντας να τρομάξει και να φύγει μακριά, πριν ανοίξει το στόμα του και σε κάνει τραγανιστό μπέικον. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, εμείς θα χαμογελάμε. Κόντρα σε όλους και σε όλα.

Επιστρέφοντας προς την Αττική για να πάρουμε το τρένο του γυρισμού (πώς τα γράφω ο πούστης, λες και γυρίζαμε από φαντάροι στον Έβρο!), είδα μια καφετέρια που λεγόταν «Tetris». Φαινόταν κάπως παρακμιακή, αλλά σκέφτηκα μεγαλοφώνως ότι σε αυτήν την καφετέρια θα καθόμουν μόνο και μόνο για το όνομά της, που μου θυμίζει το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι, χάρη στο οποίο είχα για χρόνια εφιάλτες με τουβλάκια που πέφτανε από τον ουρανό και έπρεπε να τα τακτοποιήσω για να μη χάσω. Τότε, ο Κ. μου απάντησε: «Ναι, αλλά φαντάζεσαι να σου έφερνε την απόδειξη και να έβλεπες πάνω «Α. Τετρής»; Ξενέρωμα». Γελάσαμε όλοι δυνατά. Το γέλιο είναι το καλύτερο αντίδοτο για όλα τα δηλητήρια.

Κατόπιν όλων αυτών, γύρισα στο σπίτι, όπου η σοβαρότερη ασχολία μου ήταν να κοιτάω για ώρες τη lava lamp που μου είχε πάρει η Δ. στη γιορτή μου πέρυσι. Είναι φοβερό το πώς εντυπωσιάζομαι από κάτι τέτοια παιδιάστικα πράγματα – αν και όχι τόσο φοβερό, αν σκεφτεί κανείς ότι μερικές φορές μου’ρχεται να παίξω με τα αυτοκινητάκια μου, που τα έχω κρατήσει σε ένα κουτί για να τα δείξω κάποτε το παιδί μου και να μου πει «καλά, με τέτοιες μαλακίες παίζατε όταν ήσουν μικρός; Βάλε τώρα ένα Need For Speed Full Nitro Speed Underground 5 στο Playstation 12 να γουστάρουμε». Πάντως, αντιστέκομαι σθεναρά στον πειρασμό να ανοίξω το κουτί. Αλλά αν δε βρω δουλειά σύντομα, δεν αποκλείεται να ξανακυλήσω.

Α, είπα για δουλειά και θυμήθηκα να σου πω ότι ξέχασα το σημαντικότερο γεγονός της μέρας, που συνέβη το πρωί. Ναι, το ξέρω ότι είμαι σπαστικός που δε σου γράφω τα γεγονότα με χρονολογική σειρά, αλλά δεν είμαι καθηγητής ιστορίας, κι ούτε θα ήθελα να είμαι (είναι τυχαίο που ποτέ δεν συμπάθησα κανέναν από τους καθηγητές ιστορίας που είχα; Μάλλον όχι.).

Που λες, αυτή τη φορά το τηλέφωνό μου δε χτύπησε για να ακούσω για νιοστή φορά πόσα χρωστάω στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, που μου έχει κόψει το κινητό εδώ και κάτι μήνες. Αντίθετα, ήταν από μια διαφημιστική εταιρεία, όπου είχα στείλει το βιογραφικό μου. Ναι, ρε, έχω interview αύριο! Απίστευτο; Καλά, μη σου πέσουν και τα συκώτια απ’τη χαρά. Πάλι με το βιογραφικό στο χέρι θα μείνω μάλλον. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Αύριο θα έχω νέα. Αν είναι καλά, θα σου γράψω με μπλάνκο, αλλιώς με το μαύρο στυλό. Ελπίζω να μην ξεχαστώ σαν τον άλλο τον αρχαίο μαλάκα που ξέχασε να αλλάξει τα μαύρα πανιά και έστειλε τον πατέρα του να βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.

Καληνύχτα από έναν επαγγελματία μικροκαλλιεργητή φλούδων ελπίδων.


Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως σου είχα πει και χτες, σήμερα ήταν μέρα γενικής απεργίας. Έτσι, κι εγώ αποφάσισα να απέχω από την τηλεόραση, αφού δεν είχα από τι άλλο να απεργήσω (αν και οφείλω να ομολογήσω ότι έγινα απεργοσπάστης το βράδυ, που έπαιζαν Ισπανία-Πορτογαλία – είπαμε, απεργός ήμουν, όχι μαλάκας). Θα μπορούσα να έχω κατέβει στη διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, όπως είχα κάνει την προηγούμενη φορά, αλλά αυτό θα σήμαινε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι θα έδινα σε ένα τσούρμο συνδικαληστών (ορθογραφικό λάθος; Ποιο λάθος;) την ψευδαίσθηση της στήριξής μου στον αγώνα τους (ο οποίος αγώνας, βέβαια, δεν είναι εναντίον της κυβέρνησης, αλλά εναντίον των άλλων συνδικάτων). Και δεύτερον και σημαντικότερον, θα έπρεπε να ξυπνήσω πάλι νωρίς. Άσε που μου είχαν τελειώσει και οι μάσκες του Η1Ν1, που μου είχαν φανεί πολύ χρήσιμες την προηγούμενη φορά, όταν είχε βρέξει δακρυγόνα με το τσουβάλι.

Πρέπει να σου εξομολογηθώ, αγαπητό μου ημερολόγιο, ότι δεν αισθάνομαι και πολύ περήφανος για την απουσία μου από τη διαδήλωση. Ξέρεις, είμαι από αυτούς τους ρομαντικούς κρετίνους που πιστεύουν ακόμα ότι από μια τέτοια διαδήλωση ίσως κάποτε ξεκινήσει η επόμενη κοσμογονική επανάσταση. Και θα ήθελα πολύ να είμαι μέρος της όταν συμβεί – πράγμα μάλλον δύσκολο, αφού πιο πιθανό είναι να πέσει η Μέρκελ στα πόδια του Παπανδρέου και να του ζητάει κλαίγοντας δανεικά για να πληρώσει τη δόση του στεγαστικού της δανείου, παρά να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά αν είναι έγκλημα η ελπίδα, τότε ρίξτε μου ισόβια.

Μου τη δίνει κάπως το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για το τι συνέβη στην πορεία, αλλά τουλάχιστον μπορώ να είμαι σίγουρος ότι αυτή τη φορά δεν πέθανε κανένας. Αν υπήρχε έστω και ένας νεκρός, τα βαμπίρ των ΜΜΕ (που μπροστά τους ο Κόμης Δράκουλας μοιάζει με άκακο κουνούπι) θα είχαν μυριστεί το αίμα και θα είχαν επιστρέψει στα πόστα τους. Μάλλον έμειναν νηστικοί σήμερα, ευτυχώς.

Επιπλέον, δεν είχα ενημέρωση ούτε από το Internet, καθώς και το μόντεμ μου απεργεί εδώ και μερικές μέρες, με βασικό αίτημα την κατάργηση από μέρους μου της συνήθους μου πρακτικής να το γκρεμίζω από το γραφείο μου, σκουντουφλώντας πάνω στα καλώδια. Ή τουλάχιστον ελπίζω να είναι έτσι, γιατί αν τα’χει τινάξει οριστικά τα πέταλα, με βλέπω στο δρόμο, να ζητιανεύω από τους περαστικούς για να πάρω τη δόση μου από Twitter. Άτιμη κοινωνία, που άλλους τους κατεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις ακόμα χειρότερα.

(αλήθεια, μήπως ξέρεις αν μπορώ να παρκάρω σε θέσεις ΑΜΕΑ τώρα που είμαι συναισθηματικά ανάπηρος χωρίς σύνδεση στο Internet; Δεν ξέρεις, ε; Καλά, θα ρωτήσω στην Τροχαία.)

—————————————
ΠΡΟΣΟΧΗ: Ακολουθεί non sequitur

Είναι ένας άντρας και μια γυναίκα σε ένα μπαρ. Κοιτάζονται, κάνουν παιχνίδι με τα μάτια και κάποια στιγμή ο άντρας πλησιάζει τη γυναίκα, την κερνάει ένα ποτό και τη ρωτάει πώς τη λένε. «Πηνελόπη», απαντάει αυτή, «εσένα;». «Τηλέμαχο», απαντάει αυτός. Τότε, η γυναίκα παίρνει την τσάντα της και ετοιμάζεται να φύγει. «Πού πας; Φεύγεις», τη ρωτάει ο άντρας. «Ναι», απαντάει αυτή, «δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Θα μπορούσα να είμαι μητέρα σου».

Τέλος non sequitur
—————————————-

Αποκομμένος, λοιπόν, από κάθε είδους ενημέρωση, πέρασα ολόκληρο το απόγευμα παίζοντας βελάκια. Τελικά, εκείνος ο στόχος που είχα πάρει πριν από χρόνια ήταν καλή επένδυση. Βέβαια, ο τοίχος γύρω από τον στόχο έχει γίνει σαν ξεβαμμένο έμμενταλ από τις τρύπες, αλλά αυτό είναι το τίμημα του αναίμακτου ξεσπάσματος. Γιατί, αν κάθε φορά που είχα τα νεύρα μου ξεσπούσα σε αυτούς που με εκνεύριζαν και όχι στον στόχο, θα είχαμε θρηνήσει θύματα. Κατά καιρούς, μάλιστα, έχω κρεμάσει στον στόχο φωτογραφίες πολιτικών, οι οποίες είναι διάτρητες από τα βελάκια που τις έχουν διαπεράσει, ειδικά στο δόξα πατρί του καθενός. Γι’αυτό σου λέω, αγαπητό μου ημερολόγιο, τα βελάκια είναι εκτόνωση, είναι ψυχική υγεία, είναι έκφραση. Αλλά επίσης είναι και κάπως περίεργη γυμναστική, αφού γυμνάζεται μόνο το ένα χέρι. Με φαντάζομαι σε 2-3 χρόνια με το δεξί χέρι σαν του Ζαμπίδη και το αριστερό σαν του Καραμανλή και τρομάζω.

Επίσης, με πήραν τηλέφωνο από μια εταιρεία δημοσκοπήσεων. Ξέρεις, ποτέ δε λέω όχι σε ένα γκάλοπ. Θες επειδή με κάνουν να νιώθω σημαντικός, θες επειδή λυπάμαι τους κακομοίρηδες που όλη μέρα τηλεφωνούν σε κόσμο που τους σιχτιρίζει, απαντάω πάντα. Ακόμα κι αν δεν έχω καμία σχέση με το αντικείμενο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση ήταν το κατά πόσον ήμουν ικανοποιημένος από την τοπική αυτοδιοίκηση στην περιοχή μου. Δεδομένου ότι δεν ψηφίζω στην περιοχή και ότι δεν ασχολούμαι με τα κοινά της, ήμουν ο πλέον ακατάλληλος για να απαντήσω στις ερωτήσεις μιας τέτοιας έρευνας. Αλλά αφού αυτό δεν ενοχλούσε την εταιρεία που διεξήγαγε την έρευνα, τότε γιατί να ενοχλεί εμένα; Αναρωτήθηκα πόσοι από αυτούς που συμμετέχουν σε όλες αυτές τις δημοσκοπήσεις για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό και άλλα τέτοια μυθικά πρόσωπα, έχουν τόση σχέση με την πολιτική όση οι πιγκουίνοι με τα κορν φλέικς. Νομίζω ότι είναι πολλοί. Και σε αυτούς βασίζονται κυρίως οι πολιτικοί για να κρίνουν αν τα πάνε καλά ή άσχημα. Ζήτω που καήκαμε.

Αύριο το μενού έχει για κυρίως πιάτο καφέ στο κέντρο, πέρα από τα συνηθισμένα ορεκτικά της μιζέριας και της αυτολύπησης. Για επιδόρπιο μάλλον θα έχει ξύσιμο αρχιδιών με μπόλικη σως σαπίλας.

Καληνύχτα και ο Θεός να βάλει το χέρι του. Αλλά όχι στον κώλο μας, αυτή τη φορά.