Μαρτίου 2011



Αγαπητό ημερολόγιο,

άλλη μία εβδομάδα πέρασε, άλλες επτά μέρες προστέθηκαν στη συλλογή μου, η οποία πολύ σύντομα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα φτάσει τα 9.500 χιλιάδες κομμάτια, απέχοντας πάντως σημαντικά από τα 15.001 που είχε συγκεντρώσει ο Τζίμης Πανούσης στο «Κάγκελα Παντού» και στα οποία φιλοδοξώ κάποτε να φτάσω, πριν βαρεθώ και σταματήσω να μαζεύω. Βλέπεις, και οι μέρες είναι σαν τα αυτοκόλλητα της Panini: Και τα δύο κατά βάθος δε σταματάς ποτέ να θέλεις να τα μαζεύεις και να τα κολλάς στο άλμπουμ, αλλά από κάποιο σημείο και μετά συνειδητοποιείς ότι είσαι πια πολύ μεγάλος για να συνεχίσεις να ασχολείσαι με τέτοιες συλλογές.

Κάτι τέτοια υπαρξιακά διλήμματα περνάνε από το μυαλό μου όταν είμαι στο μετρό μέρες σαν την περασμένη Πέμπτη, που το κινητό μου είχε ξεμείνει από μπαταρία, το PSP βρισκόταν ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι και το μόνο που είχα πάνω μου και μπορούσα να διαβάσω ήταν το χτυπημένο εισιτήριό μου, που δεν αντέχει σε παραπάνω από 20 αναγνώσεις, όπως διαπίστωσα, με αποτέλεσμα να μην έχω απολύτως τίποτα να κάνω στο μετρό, πέρα από το να μετράω τα φώτα στη διαδρομή (που είναι εκνευριστικό, γιατί κάθε τόσο υπάρχει μια καμένη λάμπα και σε μπερδεύει, και αναπόφευκτα χάνεις το μέτρημα και πεισμώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι άλλο να κάνεις, μέχρι που ξαναρχίζεις από την αρχή να μετράς τα φώτα, και ούτω καθεξής) και να σκαρώνω υπαρξιακά διλήμματα που θα έκαναν πραγματικά υπερήφανο τον Σαρτρ που προνόησε να αφήσει αυτόν τον μάταιο κόσμο αρκετά νωρίς ώστε να μην τα ακούσει ποτέ.

Ξέρεις κάτι; Είσαι πια ένα τυχερό ημερολόγιο. Όταν ήμουν άνεργος, όλες αυτές οι υπαρξιακές ανησυχίες, οι αμπελοφιλοσοφίες και εν γένει οι παπαριές που περνάνε από το κεφάλι μου καθημερινά (και ων ουκ έστιν αριθμός) κατέληγαν σε σένα. Τώρα που δουλεύω, δεν προλαβαίνω να σου τις πω και δεν είμαι αρκετά οργανωτικός για να τις καταγράψω, με αποτέλεσμα αυτές να διοχετεύονται στα βαγόνια του μετρό και πιθανώς να μεταδίδονται σε ανύποπτους συνεπιβάτες μου, ταλαιπωρώντας αυτούς αντί για σένα. Ναι, μπορείς να πεις ότι πλέον έχω αναβαθμιστεί από απλός βασανιστής ενός ημερολογίου σε αόρατη μάστιγα του μετρό. (ακολουθεί σατανικό γέλιο) BWAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHAHA! (είμαι τόσο σατανικός, που ξεσήκωσα το σατανικά σατανικό γέλιο του Bowser/Koopa, του «κακού» στο Super Mario. Τόσο σατανικός, ναι. Κανένα έλεος.)

Στο μεταξύ, κάποια στιγμή που εγώ δούλευα πυρετωδώς και δεν το πήρα χαμπάρι, ήρθε η Άνοιξη. Περίμενα ότι θα μου χτυπούσε την πόρτα, σαν κυρία που είναι, και θα περίμενε υπομονετικά να της ανοίξω («να ανοίξω στην Άνοιξη»; Χμμμμ…), αλλά αυτή μπήκε αθόρυβα με το έτσι θέλω, μου έριξε μια γερή δόση φτερνιζόσκονης όπως κάθε χρόνο (είναι η αγαπημένη της φάρσα, αν και έχει αρχίσει να με κουράζει λίγο) και μου κατσικώθηκε για τρεις μήνες στον σβέρκο. Βέβαια, δεν μπορώ να της κρατήσω κακία, γιατί μπορεί να με ταλαιπωρεί έτσι κάθε χρόνο, αλλά τουλάχιστον φέρνει μαζί της τα γενέθλιά μου, ένα Πάσχα και δυο-τρία άλλα δωράκια που με κάνουν να ξεχάσω τα καπρίτσια της. Πρέπει να της το αναγνωρίσω: Η Άνοιξη δεν έρχεται ποτέ με άδεια χέρια (αντίθετα με εκείνο το αγενέστατο, στραβομούτσουνο Φθινόπωρο, που μόνο μια-δυο αργίες φέρνει, κι αυτές αν τι θυμηθεί και με μισή καρδιά).

Πάντως, κάτι μου συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Πρώτα απ’όλα, έχω πλέον συμπληρώσει ένα μήνα δουλειάς και ούτε μία φορά δεν παρακοιμήθηκα το πρωί. Αντίθετα, ξυπνάω πριν κι από το ξυπνητήρι, το οποίο μάλιστα μου εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το εργασιακό του μέλλον, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Επίσης, σιγά-σιγά μειώνεται ο χρόνος που αφιερώνω στα βιντεοπαιχνίδια, και αντίθετα αυξάνεται ο χρόνος που ξοδεύω για να διαβάσω βιβλία ή να αναζητήσω νέες μουσικές. Τέλος, νομίζω ότι έχει μειωθεί αισθητά η όρεξή μου για φαγητό, με άμεσο φόβο στο εγγύς μέλλον να μειωθεί και το βάρος μου. Με άλλα λόγια, έχω αλλοτριωθεί σαν άνθρωπος. Ή, για να το πω με έναν πιο κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, ωριμάζω. Και, για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσει καθόλου.

(μεταξύ μας, και στην εφηβεία καθόλου δε μου άρεσε όταν άρχισα να βγάζω τρίχες, αλλά τελικά όχι μόνο το αποδέχθηκα, αλλά φροντίζω να δείχνω αρκετές από αυτές, αποφεύγοντας με τακτικούς ελιγμούς το ξύρισμα εδώ και έναν ολόκληρο μήνα. Φάση είναι, θα περάσει.)

Προχθές, όμως, ήμουν και πάλι ο παλιός, κακός εαυτός μου. Στο πάρτυ που πήγα με τον φίλο μου τον Κ., περάσαμε εξαιρετικά, κυρίως επειδή βρήκαμε καλή παρέα εκεί (και επειδή μπορούσαμε να έχουμε 2-3 δωρεάν ποτά, έστω κι αν τα δικά μου ήταν Kiwi Sprite, που έχουν τόσο αλκοόλ όσο μία πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό). Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα του χορού, απέδειξα στον εαυτό μου ότι όσα βιβλία και να διαβάσω, όσο ψαγμένη μουσική κι αν ακούσω και όσες μέρες κι αν προσθέσω στη συλλογή μου, θα είμαι πάντα ο άγαρμπος, ατσούμπαλος, ανίδεος από χορό Stranger που ήμουν και στα 15 μου, και στα 20 μου, και στα 25 μου, και πάντα. Γιατί όταν η Χ. με έπιασε από το χέρι για να χορέψω μαζί της, έπαθα κοκομπλόκο (για να το θέσω επιστημονικά). Λες και δεν υπήρχε μουσική, δεν υπήρχε ρυθμός και βρισκόμουν στο απόλυτο κενό του διαστήματος, αιωρούμενος στο πουθενά. Φυσικά, δεν πτοήθηκα καθόλου, αφού ούτε η πρώτη φορά που μου συνέβη ήταν, και πιθανότατα ούτε και η τελευταία. Τι να κάνουμε, δεν είμαστε όλοι προορισμένοι για το Dancing With The Stars. Βέβαια, ούτε και ο Λάτσιος ήταν, αλλά είδες πού έφτασε. Τέλος πάντων.

Και τώρα θα σε καληνυχτίσω γλυκά και θα σε αφήσω, φορτώνοντάς σου όμως έναν ακόμα βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό – είπαμε, ανέβηκα επίπεδο, αλλά μου αρέσει ακόμα να σε ταλαιπωρώ με κάτι τέτοια. Κάνε, λοιπόν, τα φύλλα σου κομφετί, ψάχνοντας την απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα:

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω, νιώθεις παραμελημένο. Νιώθεις ότι πλέον παίζεις δεύτερο ρόλο στη ζωή μου, χωρίς καν να ελπίζεις σε ένα Όσκαρ Β’ Ημερολογιακού Ρόλου. Ότι είσαι κομπάρσος σε μια ταινία του Μπρους Λι, απ’αυτούς που τρώνε μια σφαλιάρα, ξαπλώνονται στο χώμα και μετά δεν ξαναεμφανίζονται στο έργο. Ότι είσαι ένας ταπεινός χορευτής σε ένα βιντεοκλίπ της Lady GaGa, που κάνει μια σβούρα μπροστά στην κάμερα και όλο το υπόλοιπο χορευτικό του κόβεται στο μοντάζ. Ότι είσαι ο αιώνιος παγκίτης ποδοσφαιριστής που ο προπονητής τον βάζει στο ματς πάντα στις καθυστερήσεις, ίσα-ίσα για να εξαντλήσει τις τρεις αλλαγές του. Ότι είσαι ένας παππούς που τον έχει ξεφορτώσει το παιδί του σε ένα γηροκομείο, και κάθεται μόνος του στο κρεβάτι του, κοιτώντας το άπειρο απ’το παράθυρο και ακούγοντας το «Eleanor Rigby». Τέλος πάντων, νιώθεις παραμελημένο. Έχεις δίκιο.

Θα μπορούσα να σου βρω δεκάδες δικαιολογίες που δεν σου γράφω πιο συχνά. Θα μπορούσα να σου πω ότι χτυπάω 12ωρα στη δουλειά, και όταν γυρίζω στο σπίτι ίσα που προλαβαίνω να κάνω ένα μπάνιο πριν πέσω για ύπνο – αλλά θα ήταν ψέμα, γιατί συνήθως είμαι σπίτι πριν τις 8 το βράδυ, και έχω μερικές ωρίτσες που μπορώ να αφιερώσω στον εαυτό μου, και άρα και σε σένα. Θα μπορούσα να σου πω για τα απίστευτα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλουν στο γραφείο, που περιλαμβάνουν σβήσιμο τσιγάρων στις ρώγες μου, ξερίζωμα περιττών δαχτύλων των ποδιών με τανάλια και αναγκαστικό καθημερινό ξύρισμα – αλλά θα ήταν κατάφωρο ψέμα, αφού οι συνάδελφοί μου είναι μια χαρά άνθρωποι, το εργασιακό μου περιβάλλον είναι ικανοποιητικό και κανείς μέχρι τώρα δε μου έχει ζητήσει να ξυριστώ (και επομένως δεν το έχω κάνει). Ε, και μετά θα μπορούσα να σου πω ότι με απήγαγαν εξωγήινοι και με πήγαν μια βόλτα από το Άλφα του Κενταύρου να δω τα αξιοθέατα και να δοκιμάσω τοπικές σπεσιαλιτέ, οπότε δεν προλάβαινα να σου γράψω – αλλά και αυτό θα ήταν ψέμα, έστω και ευφάνταστο.

Η αλήθεια είναι ότι όλο και περισσότερο, νιώθω ότι ο χρόνος δε μου φτάνει. Ότι ένα 24ωρο δε με καλύπτει για να κάνω όλα όσα θέλω. Πάντα πρέπει από κάπου να κόψω κάτι: Είτε να κόψω λίγο ύπνο για να κάνω κάτι ευχάριστο ή για να δουλέψω λίγο παραπάνω, είτε να κόψω λίγη από τη διασκέδασή μου για να κοιμηθώ και λίγο ή να δουλέψω λίγο παραπάνω (αλλά ποτέ να κόψω λίγη δουλειά για να κοιμηθώ ή να διασκεδάσω – αυτές είναι οι αδικίες της ζωής). Ακόμα και το Σαββατοκύριακο δε φαίνεται αρκετό. Πάλι θα βγεις με κάποιον φίλο, θα κάτσεις στο ίδιο τραπέζι με τους γονείς σου, που έχεις να τους δεις ουσιαστικά από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, κι ας ζείτε στο ίδιο σπίτι, πάλι δεν θα έχεις αρκετό χρόνο για να ασχοληθείς με τον εαυτό σου. Ο εαυτός σου, αυτός ο τύπος που είναι τόσο ενοχλητικός όταν είσαι άνεργος και πρέπει να ανέχεσαι κάθε μέρα όλη μέρα τα καπρίτσια του, όταν είσαι εργαζόμενος δε μοιάζει πια τόσο ενοχλητικός. Δεν απαιτεί πια να ικανοποιήσεις τα βίτσια του με αυστηρό τρόπο, αλλά σε παρακαλάει, σε εκλιπαρεί να του δώσεις λίγη προσοχή, λίγη ικανοποίηση, λίγη στοργή και προδέρμ, ρε παιδί μου. Εαυτός σου είναι, αίμα σου, το ίδιο DNA έχετε, πώς μπορείς να τον παραμελείς έτσι;

Βέβαια, όσο περνάει ο καιρός νομίζω ότι κι ο εαυτός μου αρχίζει και συμβιβάζεται. Κάθε τόσο του δίνω κάτι παραπάνω: Του βάζω να ακούσει μουσική στη δουλειά, και για λίγο έστω νιώθει ότι δε δουλεύει, αλλά απλά κάτι κάνει στον υπολογιστή του. Ή του αγοράζω το πρωί τον αγαπημένο του καφέ, και για μια-δυο ώρες δεν καταλαβαίνει καν ότι δουλεύει, μέχρι να περάσει η επίδρασή του και να αρχίσει πάλι την γκρίνια. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πια την πολυτέλεια να του κάνω όλα τα χατίρια, και αργά ή γρήγορα θα μάθει να συμβιβάζεται με αυτές τις μικρές χαρές και να μην περιμένει τίποτα παραπάνω. Και είναι λίγο μίζερο αυτό – δεν του το έχω πει ακόμα, γιατί ξέρω ότι θα με πρήξει με την γκρίνια του. Ελπίζω ότι κάποια στιγμή θα το καταλάβει από μόνος του, χωρίς να έχουμε δράματα.

Όλο αυτό το παραλήρημα, που θα μπορούσε να υποδηλώνει μία τάση προς τον διχασμό προσωπικότητας (κάτι που δεν θα ήταν και τόσο παράξενο για έναν άνθρωπο που πλέον περισσότεροι τον γνωρίζουν σαν Stranger, παρά με το πραγματικό του όνομα), υπηρετεί έναν και μόνο σκοπό: Να σου εξηγήσω ότι δε φταις εσύ που δε σου γράφω, δε φταίω ούτε εγώ που προτιμώ να χαλαρώσω λίγο το βράδυ παίζοντας PSP ή βλέποντας χαζοχαρούμενες τηλεοπτικές εκπομπές, παρά να στύψω το μυαλό μου για να βρω κάτι να σου γράψω. Φταίει ο τρόπος ζωής μας. Φταίει που αναγκαστικά η δουλειά μας έχει απόλυτη προτεραιότητα απέναντι σε οτιδήποτε άλλο, ακριβώς επειδή αυτή είναι που μας επιτρέπει να κάνουμε οτιδήποτε άλλο, με το χρηματικό αντίτιμο που μας παρέχει. Έχουμε παραχωρήσει ένα σημαντικο κομμάτι της ελευθερίας μας σε ένα αφεντικό, ή έστω σε μία εταιρεία, ακόμα κι αν είναι δική μας, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στον εαυτό μας, αυτό το 10χρονο παιδάκι που το μόνο που θέλει είναι να διασκεδάζει και να περνάει καλά. Αυτό το 10χρονο παιδάκι που θα ήθελε να κρατάει ημερολόγιο και να γράφει κάθε μέρα, να είναι όλη μέρα στο δρόμο και να φωτογραφίζει τους τοίχους, να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια σαν να μην υπάρχει αύριο, αυτό το παιδάκι γκρινιάζει. Θέλει περισσότερο χρόνο. Θέλει την προσοχή σου. Μόνο που, μετά από αρκετά χρόνια απόλυτης κυριαρχίας, αυτό το παιδάκι πρέπει να καταλάβει ότι δεν μπορεί πάντα να περνάει το δικό του. Όχι επειδή δε θες να του κάνεις πάντα το χατίρι, αλλά επειδή δε γίνεται. Και δυστυχώς, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Ελπίζω ο κακομαθημένος εαυτός μου να καταλάβει κάποτε.

Αλλά αλήθεια, τι είναι η ζωή χωρίς αυτό το παιδάκι να σε τραβάει από το μανίκι κάθε τόσο;

Αυτό ακριβώς...


Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάσαι που, όταν ήμουν άνεργος, σου έλεγα πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες, που δεν καταλάβαινα για πότε η Δευτέρα γινόταν Πέμπτη ή Παρασκευή κι όλα αυτά; Περίμενα ότι η δουλειά θα τα άλλαζε όλα αυτά. Αλλά τελικά τα πράγματα δεν άλλαξαν τόσο φοβερά όσο περίμενα: 9 μέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που σου έγραψα, και θα’παιρνα όρκο ότι μόλις προχθές ήμουν πάλι εδώ στημένος και σου έγραφα. Φαίνεται πως ο χρόνος όταν εργάζεσαι λειτουργεί διχασμένα: Όταν είσαι στη δουλειά, οι ώρες περνούν αργά (και ενίοτε βασανιστικά), τόσο που να νομίζεις ότι το ρολόι του υπολογιστή έχει χαλάσει, κι ας είναι πρακτικά αδύνατον αυτό, όμως ο πραγματικός σου χρόνος, ο ελεύθερος, μειώνεται επικίνδυνα, σε σημείο που να μην προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα ευχάριστο πριν πέσεις για ύπνο το βράδυ. Κι έτσι, όταν χτυπάει το ξυπνητήρι το πρωί δεν έχεις ιδέα τι μέρα είναι – αλλά ξέρεις ότι δεν είναι Σαββατοκύριακο, γιατί αλλιώς δεν θα χτυπούσε το ξυπνητήρι. Αναρωτιέσαι «τι έκανα χθες; Τι είδα στην τηλεόραση; Τι έπαιξα στον υπολογιστή; Τι βιβλίο διάβασα;», και δεν μπορείς να θυμηθείς, γιατί το πιο πιθανό ειναι ότι δεν πρόλαβες να κάνεις τίποτα από αυτά. Ή μπορεί να θυμηθείς τι έκανες, και μετά από λίγο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν το έκανες χθες, αλλά πριν μία εβδομάδα, αλλά θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά ότι έγινε χθες. Και ευτυχώς που δεν το έβαλες, γιατί θα πάθαινες εγκαύματα τρίτου βαθμού.

Όμως, σήμερα θα σε εκπλήξω: Δε σκοπεύω να γκρινιάξω (άλλο). Αντίθετα, τις τελευταίες μέρες νιώθω πολύ καλύτερα, τόσο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Πρέπει να πέρασε αυτό το διάστημα προσαρμογής που λένε, και δεν το πήρα χαμπάρι. Ενώ τις πρώτες δύο εβδομάδες ένιωθα φοβερά κουρασμένος πριν και μετά τη δουλειά, και έπαιρνα το λεωφορείο ακόμα και για τη διαδρομή 15 λεπτών με τα πόδια από το σπίτι μου μέχρι τον σταθμό του μετρό, τώρα κάνω αυτή τη διαδρομή με τα πόδια, δύο φορές τη μέρα, και νιώθω μια χαρά. Ακόμα και χθες, που πήγα στη δουλειά άγρια ξενυχτισμένος από την ολονυχτία των βραβείων Όσκαρ (κι όλα αυτά για να δω τον Φίντσερ να χάνει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας – αλλά ας μην ανοίξουμε αυτήν την κουβέντα), ούτε καν χασμουρήθηκα. Απλά, το βράδυ έπεσα στο κρεβάτι σαν τούβλο που πέφτει από την κορυφή του Empire State Building. Με άλλα λόγια, έχω μέσα μου φοβερή ενέργεια, την οποία δυστυχώς σοαταλάω για άλλους λόγους από αυτούς που πραγματικά θα ήθελα, αλλά είπαμε ότι σήμερα δε θέλω να γκρινιάξω, οπότε θα σου πω ότι είναι ωραίο να έχεις τόση ενέργεια, νιώθεις πολύ ανθρώπινος.

Επίσης, τις τελευταίες μέρες νιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου και για έναν άλλο λόγο: Πλέον, το εισιτήριο που χτυπάω στο μετρό δεν το κρατάω στην τσέπη μου (που ήταν και ο βασικός λόγος που έχουν μαζευτεί καμιά 50αριά χτυπημένα εισιτήρια στο κομοδίνο μου), αλλά το αφήνω για να το χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος. Το δικό μου «ταξίδι» διαρκεί λιγότερη από μισή ώρα, οπότε γιατί να πάει χαμένη η υπόλοιπη μία ώρα που διαρκεί το εισιτήριο; Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη Τρίτη, όταν για πρώτη φορά αποφάσισα να γυρίσω με τα πόδια, και όχι με λεωφορείο, και άρα δε χρειαζόμουν πια το εισιτήριό μου. Κι έτσι το άφησα σε εμφανές σημείο. Το επόμενο πρωί, καθώς περίμενα στην ουρά για να βγάλω εισιτήριο από το μηχάνημα, ένας από αυτούς που είχε μόλις βγει από το μετρό με ακούμπησε συνωμοτικά στην πλάτη και μου έδωσε το εισιτήριό του. Ένιωσα σαν κάποιος να μου επέστρεφε το καλό. Και από τότε το κάνω συνέχεια (κι ας μη μου το έχει επιστρέψει κανένας άλλος).

Βέβαια, δε συμφωνούν όλοι με την παραχώρηση του εισιτηρίου. Σε μία κουβέντα που είχα πρόσφατα, προσπάθησαν να με πείσουν ότι το εισιτήριο είναι προσωποπαγές, το αγοράζω αποκλειστικά και μόνο για τις δικές μου μετακινήσεις και απαγορεύεται να το μεταβιβάσω στον οποιονδήποτε, ακόμα κι αν είναι η μάνα μου ή ο αδερφός μου – πόσο μάλλον ένας ξένος. Ότι με αυτήν την πρακτική χάνει λεφτά η εταιρεία, και άρα αν το κάνω αυτό αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε νέα αύξηση του εισιτηρίου ή/και σε μείωση των δρομολογίων, επειδή δε θα βγαίνουν τα έξοδα της εταιρείας. Και ότι, αν είμαι τόσο αλτρουιστής, τότε θα έπρεπε να δίνω στον άλλο το εισιτήριο πριν το ακυρώσω, και να παίρνω άλλο εισιτήριο για τον εαυτό μου. Εγώ, όμως, αυτό το θέμα δεν μπορώ να το δω επιχειρηματικά. Χέστηκα για την εταιρεία. Εγώ δεν κάνω αυτό που κάνω επειδή θέλω να καταστρέψω το κράτος, ούτε για να πάω κόντρα σε κανέναν. Το κάνω επειδή πιστεύω ότι είναι ανθρώπινο. Ότι είναι ωραίο πράγμα να βοηθάς έστω κι έτσι έναν συνάνθρωπό σου. Ναι, είναι μία εντελώς ανέξοδη βοήθεια, και δεν το λες και φιλανθρωπία. Αλλά για την ώρα είμαι τόσο άφραγκος, που δεν μπορώ να κάνω και τίποτα άλλο. Είναι ο δικός μου, χαζός τρόπος να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Και ας με πιάσουν μια μέρα να το κάνω, κι ας μου ρίξουν πρόστιμο ή οτιδήποτε – έχω συνηθίσει πια την αντίδραση της καθεστηκυίας τάξης απέναντι σε καθετί ανθρώπινο, προστατεύοντας καθετί απρόσωπο.

Δεν έχω κάτι άλλο να σου πω για την εβδομάδα που μας πέρασε. Είναι εμφανής, νομίζω, η βελτίωση της διάθεσής μου. Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα, που έχω και την πρώτη μου αργία (Καθαρά Δευτέρα!!!), να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της διάθεσής μου, κόντρα σε αυτήν του μέσου όρου που πέφτει πιο γρήγορα κι από τούβλο από την κορυφή του Empire State Building (τι; Το είπα ήδη αυτό; Θα’παιρνα όρκο ότι το είπα την προηγούμενη εβδομάδα).

Καληνύχτα, και να θυμάσαι:

O σουρεαλισμός μας ενώνει!