Ιουλίου 2012



Όταν είσαι παιδί και άρα έχεις πρόσφατα έρθει σε αυτόν τον παράξενο κόσμο, χρειάζεσαι καθοδήγηση. Χρειάζεσαι κάποιον να σου πει τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις. Γιατί σε σένα μπορεί να φαίνεται εντελώς φυσιολογικό να βγεις από το σπίτι τσίτσιδος, αλλά για τους άλλους δεν είναι. Ή μπορεί να σου φαίνεται εντελώς ακίνδυνο και απολαυστικό να μη μασάς την τροφή πριν την καταπιείς, αλλά ευτυχώς έχει προνοήσει η μάνα σου να σου εξηγήσει αυστηρά πως δεν πρέπει να το κάνεις, αλλιώς θα πνιγείς. Κάποιος πρέπει να σου εξηγήσει τους κανόνες.

Και είναι λογικό: Όταν δεν ξέρεις τους κανόνες ενός παιχνιδιού, δεν μπορείς να παίξεις. Πρέπει πρώτα να έρθει κάποιος να σου μάθει τους κανόνες του παιχνιδιού, και μετά να προσπαθήσεις να γίνεις πρωταθλητής σε αυτό το παιχνίδι. Αλλιώς δε γίνεται. Στην καλύτερη περίπτωση θα αποτύχεις, και στη χειρότερη θα καταστρέψεις το παιχνίδι και για τους άλλους που ξέρουν τους κανόνες και νόμιζαν ότι τους ήξερες κι εσύ όταν σε δέχτηκαν για συμπαίκτη.

Τώρα, στη θέση του παιχνιδιού βάλε το Internet. Γιατί τι είναι το Internet, αν όχι ένα (σχετικά) νέο «παιχνίδι» που όλο και περισσότεροι ανακαλύπτουν και αρχίζουν να παίζουν μαζί του, χωρίς όμως να γνωρίζουν τους κανόνες του; Και, όπως είπαμε, όταν παίζεις ένα παιχνίδι χωρίς να ακολουθείς τους κανόνες, μόνο κακά πράγματα μπορεί να συμβούν.

Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που έχω για τους ανθρώπους που ανακάλυψαν πρόσφατα το Internet: Μικρά παιδιά που περιπλανώνται για ώρες σε ένα ατέλειωτο σούπερ μάρκετ πληροφοριών, χαζεύοντας τα ράφια, χωρίς καμία επίβλεψη, χωρίς να μπορούν να κρίνουν αν αυτό που τους «γυάλισε» στο πάνω-πάνω ράφι είναι καλό ή κακό, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι πίσω από ελκυστικές λέξεις όπως «προσφορά», «ευκαιρία», «δώρο» μπορεί να κρύβονται πολύ λιγότερο ελκυστικές λέξεις όπως «παραπλάνηση», «κίνδυνος», «παγίδα».

Ξέρεις ποια είναι η μόνη διαφορά; Ότι σε ένα αληθινό σούπερ μάρκετ, η μαμά θα κράταγε το παιδί από το χέρι και δε θα το άφηνε να τριγυρίζει χωρίς επίβλεψη, προστατεύοντάς το από τυχόν κινδύνους. Στο Internet, όμως, είσαι ελεύθερος. Δε σε κρατάει κανείς από το χεράκι. Και όταν έχεις στα χέρια σου μία τέτοια ελευθερία, τότε οφείλεις να τη διαχειριστείς με υπευθυνότητα, αν θες να φανείς αντάξιός της.

Αλλά αρκετά με τις μεταφορές, τις παρομοιώσεις και τις παραβολές. Εδώ υπάρχει ένα πραγματικό θέμα, πολύ πιο σοβαρό απ’όσο μπορεί να φαντάζονται πολλοί.

Για όσους ζουν σε κάποιο μοναστήρι στα Μετέωρα ή σε κάποια υπόγεια στοά της Αθήνας και δεν το έμαθαν, σήμερα το Internet έχει γεμίσει από δημοσιεύματα σε «ενημερωτικά» blogs και sites, σύμφωνα με τα οποία η σημαιοφόρος της γερμανικής αποστολής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, Νατάσα Κέλλερ, έγραψε σε tweet της ότι «το Ολυμπιακό Χωριό έχει γεμίσει με ξυπόλυτους Έλληνες αθλητές. Τους βλέπουμε και κάνουμε τους μαλάκες για να μην μας ζητήσουν δανεικά». Μάλιστα, τα (πανομοιότυπα) δημοσιεύματα παραθέτουν και δεύτερο tweet μία (αγνώστου ταυτότητος) Αγγλίδας αθλήτριας, που αναφέρει «ελπίζω οι πεινασμένοι Έλληνες να μη φάνε όλο το φαΐ στο Ολυμπιακό χωριό».

Διαβάζοντας μια τέτοια είδηση, ένας άνθρωπος γαλουχημένος από τα παραδοσιακά ΜΜΕ (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα) δεν έχει καμία αντίσταση. Το καταπίνει αμάσητο. Δεν είναι λογικό; Εδώ και δεκαετίες έχει μάθει να ενημερώνεται από Μέσα που δεν επιδέχονταν καμία αμφισβήτηση. Αν έβλεπες πριν από δεκαπέντε χρόνια μία είδηση σε μία εφημερίδα, ή την άκουγες στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, δεν είχες άλλη επιλογή: Έπρεπε να την πιστέψεις. Κι αυτό επειδή δεν είχες τα μέσα να κάνεις το δικό σου «ρεπορτάζ» και να διαπιστώσεις αν είναι όντως αληθινή ή όχι. Πιστεύει, λοιπόν, ότι έτσι λειτουργεί και το Internet.

Μόνο που η ενημέρωση στο Internet έχει διαφορετικούς κανόνες. Γιατί ο καθένας μπορεί να ανοίξει ένα οποιοδήποτε site, να το βαφτίσει «ενημερωτικό» και να γράφει εκεί ό,τι του κατέβει. Με τα παλιά Μέσα δεν ήταν τόσο εύκολο. Χρειαζόσουν ένα τεράστιο αρχικό κεφάλαιο για να ανοίξεις μία εφημερίδα, έναν τηλεοπτικό σταθμό ή έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Στο Internet είναι σχεδόν δωρεάν – ή και εντελώς δωρεάν, αν επιλέξεις τη λύση του blog. Και το τζάμπα μπορεί να είναι πιο γλυκό, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι και ακίνδυνο.

Τι συνέβη, λοιπόν, με αυτήν την ιστορία; Πολύ απλά, κάποιος (ή κάποιοι) αποφάσισε ότι με κάποιον τρόπο έπρεπε να «εκδικηθεί» για τον αποκλεισμό της Βούλας Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου με αφορμή ένα tweet της. Και επιχείρησε να το κάνει με αυτόν τον τρόπο: Βγάζοντας από το κεφάλι του μία προσβλητική για τους Έλληνες φράση και αποδίδοντάς την όχι σε μία τυχαία αθλήτρια, αλλά στη σημαιοφόρο της αποστολής της «μισητής» Γερμανίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Σατανικό; Και πού να ακούσεις και το καλύτερο: Για να ενισχύσει την «εξωτερική απειλή», έβγαλε από το κεφάλι του μία άλλη προσβλητική φράση, που δήθεν ξεστόμισε μία Αγγλίδα αθλήτρια, την οποία δεν μπήκε καν στον κόπο να κατονομάσει.

Και επειδή μπορεί να μην το κατάλαβες ακόμα (γιατί έχω και μερικούς αναγνώστες περιορισμένης ευθύνης και πρέπει γι’αυτούς ειδικά να τα κάνω όλα νιανιά), όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα ψέμα. Ένα τεράστιο, κακό ψέμα. Και αν πίστεψες αυτό το ψέμα, το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να το παραδεχτείς και να γράψεις 500 φορές σε ένα αρχείο Word «δε θα ξαναπιστέψω άκριτα ό,τι παπαριά διαβάζω στο Internet».

Μη με παρεξηγείς: Δε θέλω να κάνω τον γκουρού. Ήμουν κι εγώ κάποτε νέος στο Internet, και προώθησα κι εγώ chain mails για να δώσει ο Μπιλ Γκέιτς ένα δολάριο σε ένα φυματικό παιδάκι, πίστεψα κι εγώ ότι υπάρχει ένας ψυχάκιας που αφήνει σύριγγες μολυσμένες με AIDS στα σινεμά και μόλις κάτσεις στη θέση σου μολύνεσαι, πάτησα κι εγώ σε μαλακισμένα links που φόρτωσαν κάποιον ιό στον υπολογιστή μου. Όλοι μας τα κάναμε αυτά, και όποιος σου πει ότι δεν τα έκανε σου λέει ψέματα (αλλά για το αν θα πρέπει να καταπίνουμε αμάσητη όποια μαλακία μας λένε οι φίλοι μας θα μιλήσουμε σε άλλο post, τώρα προέχουν άλλα).

Δυστυχώς, ο διαδικτυακός αναλφαβητισμός κάνει θραύση στη χώρα μας (και όχι μόνο σε αυτήν, για να είμαστε δίκαιοι). Οι περισσότεροι διαβάζουν μία είδηση, την αναπαράγουν άκριτα, διαδίδοντάς τη σε άλλους, οι οποίοι επίσης την αποδέχονται σαν αληθινή επειδή την αναπαρήγαγε ο φίλος τους, και την αναπαράγουν με τη σειρά τους, μέχρι που δημιουργείται ένα τέρας. Όχι πως αυτή είναι μία αποκλειστικά ιντερνετική υπόθεση: Ξέρουμε όλοι εκείνη την περίφημη δήλωση που αποδίδεται στον Κίσινγκερ, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες είμαστε δυσκολοκυβέρνητοι και πρέπει να μας πλήξουν βαθιά στις πολιτισμικές μας ρίζες, αλλά είμαστε μειοψηφία εμείς που ξέρουμε πως αυτό αποτελεί μία μπαρούφα και δεν ειπώθηκε ποτέ στην πραγματικότητα. Και αν δεν το ήξερες ούτε αυτό, τότε λυπάμαι, αλλά πάλι την πάτησες.

Θέλεις να μην την ξαναπατήσεις; Τότε παίξε με τους κανόνες. Το Google είναι φοβερό εργαλείο. Ουδέν κρυπτόν υπό του Google. Διάβασες κάτι σε ένα site άγνωστης αξιοπιστίας; Ψάξε στο Google να βρεις περισσότερα σχετικά με το θέμα. Λογικά θα βρεις πολλά παρόμοια δημοσιεύματα που θα λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αν όμως ούτε και αυτά προέρχονται από αξιόπιστα sites, μην τα πιστέψεις. Πρέπει να ψάξεις πολύ για να βρεις ιστοσελίδες που δε θα σου πουν ψέματα, και εγώ δε νιώθω ότι μπορώ να σε βοηθήσω να τις βρεις. Όμως ό,τι κι αν ψάχνεις, το πιο πιθανό είναι ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου εκεί μέσα στο Google. Ψάξε.

Αν πάλι δε σε πειράζει να σε πιάνουν κορόιδο και να σε βάζουν να αναπαράγεις μπούρδες που επινόησαν διάφοροι σκιώδεις τύποι, δικαίωμά σου. Μπορείς μάλιστα να κοιμάσαι ήσυχος, ξέροντας ότι το ίδιο ακριβώς κάνουν ακόμα και οι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει δημοσιογραφία, την εξασκούν και υποτίθεται ότι ξέρουν πώς να διασταυρώσουν μία είδηση. Όπως για παράδειγμα ο Άκης Παυλόπουλος, τον οποίο έτυχε να ακούω σήμερα το πρωί, την ίδια ώρα που εγώ αναζητούσα και έβρισκα την αλήθεια πίσω από το ψέμα, να εξαπολύει μύδρους κατά της Κέλλερ και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, αναπαράγοντας με πάθος μία είδηση που ούτε καν είχε μπει στον κόπο να διασταυρώσει. Είμαι σίγουρος ότι δεν ήταν μόνο αυτός, αλλά αυτόν άκουσα και γι’αυτόν μπορώ να πω, όπως ο καθηγητής στο σχολείο έβλεπε μόνο εσένα να μιλάς στην τάξη (ενώ όλη η τάξη έκανε το ίδιο) και έδινε σε σένα μόνο ωριαία αποβολή.

Τώρα θα μου πεις, αν ένας έμπειρος δημοσιογράφος δεν μπορεί να διασταυρώσει μία είδηση, πώς θα το κάνει ένας άπειρος χρήστης του Internet που δεν ξέρει καν τους βασικούς κανόνες του μέσου; Και εδώ η απάντηση είναι μόνο μία: Μάθε τους κανόνες. Και παίξε με αυτούς, αν θες να βγεις νικητής. Αν παίξεις με τους κανόνες της τηλεόρασης, σίγουρα θα χάσεις. Αν παίξεις με τους κανόνες του Διαδικτύου, μπορεί και να κερδίσεις.


Ο Χότζη έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Ινδία, και βρίσκεται λίγες μόνο μέρες εκεί όταν πέφτει βαριά άρρωστος. Πάει από γιατρό σε γιατρό, κανείς όμως δεν είναι σε θέση να τον βοηθήσει. Στο τέλος πάει σε έναν Ινδό γιατρό. Ο γιατρός του λέει, «πάρε αυντό ντο κουβά, πήγαινε σντο άλλο δωμάτιο, χέσε μέσα σντο κουβά, γκατούρησε κιόλας, και μετά βάλε το κεφάλι σου μέσα σντο κουβά και ανάπνευσε ντις ανατυμιάσεις για δέκα λεπτά». Ο Χότζη παίρνει τον κουβά, πάει στο διπλανό δωμάτιο, χέζει στον κουβά, κατουράει και τα σκατά, σκύβει και αναπνέει τις αναθυμιάσεις για δέκα λεπτά. Μετά επιστρέφει στον γιατρό και του λέει, «Μου έκανε καλό. Νιώθω απίθανα. Τι είχα;». Και ο γιατρός του λέει: «Νοσταλγία γκια την πατρίδα».

Αυτό το ανέκδοτο, όπως κι αν το δεις, είναι άθλιο. Είναι σιχαμερό, ρατσιστικό, αηδιαστικό, και γενικά έχει όλα τα κακά του κόσμου. Το ανέσυρα από ένα παλιό βιβλίο με ανέκδοτα, από αυτά που διάβαζα παλιά με το κιλό («Άσεμνα Ανέκδοτα», εκδόσεις Παρά Πέντε). Είχε σημειωμένο δίπλα ένα τσεκ, που σήμαινε ότι είχα γελάσει με αυτό το ανέκδοτο.

Μπορεί άραγε κανείς να γελάσει με ένα τέτοιο ανέκδοτο; Κι όμως, μπορεί. Εντάξει, δεν είναι ακριβώς ο τύπος αστείου που θα έλεγες σε μία παρέα με την οποία έχεις βγει σε μία καφετέρια, είναι όμως ακριβώς ο τύπος αστείου που αποτελεί «κρυφή απόλαυση» όταν το διαβάζεις μόνος σου μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω να ξινίσει τα μούτρα του. Μη μου πεις ότι δεν έχεις γελάσει ποτέ με ένα ανέκδοτο για Πόντιους, Πολωνούς, Ιρλανδούς, Βέλγους, ξανθιές, δικηγόρους, τον Ανδρέα Παπανδρέου ή οποιαδήποτε προσωπικότητα ή εθνότητα είναι της μόδας. Δε θα σε πιστέψω. Κι αν επιμένεις να σε πιστέψω, τότε δε θα θέλω να κάνω παρέα μαζί σου. Γιατί αν δεν μπορείς να χαλαρώσεις τις όποιες πεποιθήσεις σου για να δεχτείς ένα αστείο που αντιτίθεται σε αυτές, τότε δε μου κάνεις. Αν αστείο ήταν μόνο αυτό που άρεσε σε έναν, θα ήταν πολύ βαρετός ο κόσμος. Θα ήταν ένας αποστειρωμένος, «πολιτικά ορθός» και χιουμοριστικά στρεβλός κόσμος.

Πάμε τώρα να δούμε ένα άλλο αστείο που ήρθε πολύ απότομα στη δημοσιότητα σήμερα. Με τόσους Αφρικανούς στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Νείλου θα τρώνε σπιτικό φαγητό. Ας το δούμε εντελώς αποστασιοποιημένα, εντάξει; Είναι ένα αστείο ρατσιστικό, πρώτα απ’όλα. Σαν αυτό που λέγαμε πριν. Είναι πετυχημένο; Αυτό μπορεί να το κρίνει ο καθένας. Εγώ το βρήκα αρκετά αστείο, όπως έχω βρει κατά καιρούς αστεία πολλά ανέκδοτα με Πόντιους (χωρίς να έχω κάτι προσωπικό με τους Πόντιους), με Πολωνούς (χωρίς να έχω κάτι προσωπικό με τους Πολωνούς) ή με τον Ανδρέα Παπανδρέου (χωρίς καν να καταλαβαίνω τι ακριβώς έλεγαν, γιατί ήμουν δέκα χρονών όταν βγήκαν). Το γεγονός ότι το βρήκα αστείο με καθιστά αυτομάτως ρατσιστή; Σημαίνει ότι έχω κάτι προσωπικό με τους Αφρικανούς; Νομίζω πως όχι. Επίσης: Αυτός που σκέφτηκε το αστείο ήταν απαραιτήτως ρατσιστής; Μπορεί, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν απλά κάποιος έξυπνος (≠ ρατσιστής) τύπος που έκανε έναν αστείο συνειρμό – εξάλλου έτσι γεννιούνται συνήθως τα ανέκδοτα, με έναν συνειρμό. Ή μήπως αυτό το αστείο υποκινεί όποιον το διαβάσει σε ρατσιστική βία; Ε, θα ήταν υπερβολικό να το πει κανείς αυτό.

Προσοχή όμως: Έχει σημασία το ΠΟΙΟΣ λέει το αστείο. Αν σου το πει ένας φίλος σου που ξέρεις για χρόνια, και γνωρίζεις καλά πως δεν είναι ρατσιστής, θα γελάσεις και θα το βρεις έξυπνο. Αν όμως το ακούσεις από τα χείλη ενός ρατσιστή, πιθανότατα θα στραβώσεις τα μούτρα σου και θα αντιδράσεις έντονα. Κι όλα αυτά για το ίδιο αστείο. Γιατί ξέρεις ότι ο ένας το λέει για πλάκα, ενώ ο άλλος το λέει από μίσος για την κοινωνική ομάδα στην οποία «επιτίθεται» το αστείο.

Όταν λοιπόν η αθλήτρια του τριπλούν Βούλα Παπαχρήστου έγραψε στο Twitter αυτό ακριβώς το αστείο, προκαλώντας έναν διαδικτυακό πανικό, η πρώτη μου ενστικτώδης αντίδραση ήταν να ψάξω να βρω τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που το έγραψε. Αν ήταν φίλη μου, μπορεί να της έκανα ένα retweet. Η Βούλα Παπαχρήστου, όμως, δεν είναι φίλη μου. Και δε θα γίνει ποτέ, γιατί είναι οπαδός της Χρυσής Αυγής, όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα προηγούμενα tweets της, οι φωτογραφίες και οι λογαριασμοί που ακολουθεί. Μπορεί κανείς να τα δει στο account της: @papaxristoutj.

Τι έχουμε, λοιπόν; Ένα ρατσιστικό αστείο και μία πρωταθλήτρια του τριπλούν με ακροδεξιά πιστεύω. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εκεί. Να την κράξουμε οι υπόλοιποι που δεν είμαστε χρυσαυγίτες (όχι όμως για ένα αστείο που μάλιστα δε σκέφτηκε καν η ίδια, αλλά για ένα σωρό άλλα tweets), να την αποθεώσει το 7% που ψήφισε Χρυσή Αυγή στις εκλογές και να είμαστε όλοι χαρούμενοι. Όμως η ιστορία δε σταμάτησε εκεί. Γιατί η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή αποφάσισε να αποβάλει την Παπαχρήστου από την ελληνική αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες για «δηλώσεις της που αντίκεινται στις αξίες και τα ιδεώδη του Ολυμπισμού».

Τώρα, αυτό σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Πρώτα απ’όλα, ποιες ακριβώς είναι οι αξίες και τα ιδεώδη του Ολυμπισμού; Γιατί αν αξίες είναι η νίκη πάση θυσία και με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο και ιδεώδες ο πλουτισμός μερικών επιχειρήσεων, τότε δε βλέπω πού είναι το πρόβλημα.

Ας δεχτούμε όμως ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες διέπονται από κάποιες κοινώς αποδεκτές αξίες και πρεσβεύουν κάποια μαγευτικά ιδεώδη. Πόσο απειλούνται αυτά από ένα αστείο, όσο κακό κι αν είναι; Πάντως πολύ λιγότερο απ’όσο απειλούνται από γενοκτονίες, πολέμους, δολοπλοκίες και πολλές άλλες τέτοιες πράξεις στις οποίες εμπλέκονται πάρα πολλές χώρες στον κόσμο. Αν η Ολυμπιακή Επιτροπή απέβαλλε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες τις χώρες που δεν πρεσβεύουν τα θεμελιώδη ιδανικά της, θα συμμετείχαν μόνο η Ανδόρρα, το Λιχτενστάιν, το Βατικανό και άλλες 5-6 χώρες.

Τι πετυχαίνουμε λοιπόν απαγορεύοντας στην Παπαχρήστου να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου για ένα tweet; Δύο πράγματα: Πρώτον, στερούμε από μία αθλήτρια τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε μία διοργάνωση στην οποία προκρίθηκε με το σπαθί της, χάρη στις αγωνιστικές της επιδόσεις, κι όλα αυτά εξαιτίας ενός αστείου. Δεν έχει σημασία η ιδεολογία. Είναι σπορ, φίλε μου. Και το αν ένας αθλητής την ώρα του αγώνα βλέπει τον μαύρο δίπλα του και σκέφτεται «ψόφα παλιοπούστη» δε μας αφορά καθόλου, εφ’όσον αγωνίζεται τίμια. Το τι μυαλά κουβαλάει είναι ένα εξωαγωνιστικό θέμα, που εδώ που τα λέμε αφορά μόνο τον ίδιο τον αθλητή. Δικαίωμά του να είναι σκατόμυαλος. Κι αν εσύ μάθεις ότι είναι σκατόμυαλος και δε θέλεις πια να τον υποστηρίζεις, δικαίωμά σου επίσης. Κι εγώ το ίδιο ακριβώς θα έκανα αν η Παπαχρήστου πήγαινε στο Λονδίνο: Δε θα την υποστήριζα, κι ας φορούσε τα ελληνικά χρώματα. Αλλά το να την εμποδίζεις να συμμετάσχει δείχνει μία εκδικητικότητα που δε με εκφράζει.

Τι άλλο πετυχαίνουμε αποβάλλοντάς της από την Ολυμπιάδα; Μα φυσικά να ενισχύσουμε τη Χρυσή Αυγή. Αύριο κιόλας αν βγάλει μία ανακοίνωση ο Μιχαλολιάκος και εκμεταλλευτεί την αποβολή της Παπαχρήστου σαν οργανωμένο σχέδιο για να πληγεί το κόμμα του, η Χρυσή Αυγή θα πιάσει διψήφιο ποσοστό. Δε θέλει πολύ μυαλό. Αν θέλεις πραγματικά να πολεμήσεις κάτι, δεν κάνεις τον υποστηρικτή του οσιομάρτυρα, γιατί έτσι τον ενισχύεις.

Ναι, θα μου πεις «μα αν πήγαινε στο Λονδίνο θα ήταν σαν να επιβραβεύεται ο ρατσισμός της» ή «μα ο αθλητής είναι πρότυπο για τους νέους και πρέπει να δίνει το σωστό παράδειγμα». Ισχύουν αυτά. Όμως σε κάθε περίπτωση υπάρχουν παράπλευρες απώλειες. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Αν υπήρχε απολύτως σωστή απόφαση δε θα συζητούσαμε όλη μέρα για το ποια είναι αυτή, απλά θα την εφαρμόζαμε και θα τέλειωνε η ιστορία. Αυτό που εγώ θέλω να πω είναι ότι το να τιμωρείς κάποιον εξαιτίας ενός αστείου που αν το έλεγε κάποιος άλλος θα γελούσες, είναι λάθος.

Και όσο κι αν τρίβεις τα χέρια σου και χαμογελάς εκδικητικά για την απόφαση, όπως θα έκανες αν έβλεπες έναν τύπο που αντιπαθείς να γλιστράει σε μία μπανανόφλουδα και να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο, καλό θα ήταν να θυμάσαι ότι αυτός ο τύπος, μαζί με αυτούς που θα τον βοηθήσουν να σηκωθεί, θα έρθουν μετά και θα σε σπάσουν στο ξύλο. Εκδικητικά κι αυτοί.


Σπάνια αφιερώνω ένα ολόκληρο post σε μία και μοναδική φωτογραφία, αλλά η σημερινή πραγματικά το αξίζει. Τη βρήκα στην περιοχή του Παπάγου, σε 2-3 διαφορετικά σημεία, και είναι κλασική περίπτωση «τι-πήγε-και-σκέφτηκε-ο-πούστης». Ένα στένσιλ έξυπνο, επίκαιρο και αιχμηρό. Όπως μου αρέσει.

Τα συγχαρητήριά μου στον καλλιτέχνη ή στους καλλιτέχνες.

UPDATE: http://mapetstencils.wordpress.com/2012/05/31/77th-post/ (thanks Στέλλα)


Δεν έχω πολλά να πω σήμερα. Αυτό το post είναι αποκλειστικά και μόνο προμόσιον. Του εαυτού μου, και μερικών άλλων. Σιχαίνομαι το προμόσιον, για να πω την αλήθεια. Τόσο να το κάνω, όσο και να μου το κάνουν. Αλλά μερικές φορές είναι για καλό σκοπό, οπότε παραβλέπεις την ενοχλητική πρακτική του και εστιάζεις στο περιεχόμενο. Και αν είναι καλό το περιεχόμενο, ξεχνάς όλα τα άλλα.

Το πρώτο που θέλω να σας παρουσιάσω είναι το διήγημά μου που δημοσιεύεται στο ONE:STORY σήμερα, με τίτλο «Όταν ο Θεός κάνει σχέδια». Διαβάστε το με δική σας ευθύνη, και φροντίστε να προμηθευτείτε κανα-δυο χαρτομάντιλα να υπάρχουν. Δεκτή ασφαλώς πάσης φύσεως κριτική, ειδικά αρνητική.

Το δεύτερο είναι η συλλογή μικροδιηγημάτων Tweet Stories, η οποία περιλαμβάνει 371 διηγήματα, η έκταση των οποίων δεν ξεπερνά τους 140 χαρακτήρες το καθένα. Και αν νομίζετε πως σε 140 χαρακτήρες δε χωράει ένα διήγημα, ξανασκεφτείτε το. Κάπου στο τέλος θα βρείτε και το δικό μου μικροδιήγημα.

Με το τρίτο δεν έχω προσωπικά καμία σχέση, όμως είναι μία προσπάθεια που νομίζω πως αξίζει να προωθηθεί. Πρόκειται για το Ανθολόγιον Ιστολόγιον, μία συλλογή από 91 κείμενα, γραμμένα από επτά γνωστούς (και αγαπημένους) bloggers. Ομολογώ πως δεν το έχω διαβάσει ακόμα, αλλά σίγουρα θα βρω χρόνο μέσα στο καλοκαίρι για να το κάνω – τι σκατά την έχουμε την ανεργία άμα δεν μπορούμε να βρούμε χρόνο να διαβάσουμε ένα βιβλίο;

Σε αυτό το σημείο, το πρόγραμμα telemarketing έφτασε στο τέλος του. Ακολουθεί η συνέχεια της ταινίας «Εφιάλτης στο δρόμο με τους φασίστες».


Από τότε που γνώρισα καλύτερα την ανθρωπότητα, έπαψα να πιστεύω σε αυτήν. Είναι κάπως κυνικό, αν σκεφτείς ότι ανήκω κι εγώ στην ανθρωπότητα, αλλά έτσι είναι. Όσο πιο μακριά βρίσκεσαι από την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο την εκτιμάς. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με οτιδήποτε άλλο.

Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας για τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της ανθρωπότητας. Από την ανακάλυψη της φωτιάς και του τροχού μέχρι τη θεωρία της σχετικότητας και το Internet. Στην πορεία μαθαίνουμε και τα κακά της από τα βιβλία: Πόλεμοι, καταστροφές, βαρβαρότητες, ραδιουργίες. Και όταν μεγαλώσουμε αρκετά και τα ζήσουμε όλα αυτά από κοντά, χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Εμείς είμαστε στ’αλήθεια; Εμείς που αναπτύξαμε τη λογική σκέψη, τα μαθηματικά, τον ηλεκτρισμό και όλα αυτά που σήμερα μας φαίνονται αυτονόητα, όμως κάποτε ήταν ριζοσπαστικά και άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που ζούμε, εμείς είμαστε οι ίδιοι που μοιάζουμε να παλεύουμε να κάνουμε τον κόσμο όλο και χειρότερο;

Άλλες φορές πάλι τα ξεχνάμε όλα αυτά και υπερηφανευόμαστε για τις επιτυχίες της ανθρωπότητας. Και η αλήθεια είναι πως αυτές δε σταμάτησαν ποτέ να συμβαίνουν. Χθες μόλις οι επιστήμονες ανακοίνωσαν πως εκτός συγκλονιστικού απροόπτου το μποζόνιο Higgs, ένα σωματίδιο που αδυνατώ να καταλάβω τι ακριβώς είναι, μια και δε σκαμπάζω από κβαντική φυσική (ή από οποιοδήποτε είδος φυσικής), αλλά μπορώ να καταλάβω πως πρόκειται για μία ανακάλυψη ανεκτίμητης αξίας. Επιτυχίες υπάρχουν πάντα. Όμως δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι επισκιάζουν τις αποτυχίες.

Όλο και περισσότερο έχω την εντύπωση ότι αυτός ο κόσμος πάει κατά διαόλου. Όμως ίσως να κάνω λάθος. Εξάλλου, πάντα ο κόσμος κατά διαόλου πήγαινε. Ουσιαστικά, δεν έχει αλλάξει κάτι. Η αθηναϊκή δημοκρατία καταδίκασε σε θάνατο τον πιο λαμπρό φιλόσοφο όλων των εποχών, τον Σωκράτη. Η Ιερά Εξέταση καταδίκασε σε θάνατο τον Γαλιλαίο επειδή αποκάλυψε πώς πραγματικά είναι το σύμπαν, αντίθετα από τις τότε κοινές παραδοχές. Πιο πρόσφατα, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονήθηκε επειδή διεκδικούσε το αυτονόητο: Ισότητα για λευκούς και μαύρους ανθρώπους. Τρεις εντελώς διαφορετικές εποχές, τρεις εντελώς ίδιες περιπτώσεις: Κοινωνίες προβληματικές, που αποφάσισαν να σκοτώσουν έναν άνθρωπο που απλά έλεγε την αλήθεια. Μια αλήθεια που ενοχλούσε, όμως.

Όμως πάντα έτσι δεν ήταν; Τα περισσότερα ανθρώπινα επιτεύγματα ήταν ατομικά. Μεμονωμένοι άνθρωποι που μελέτησαν, δούλεψαν, απομονώθηκαν, και τελικά κατάφεραν να πετύχουν κάτι μεγάλο. Το οποίο σε πολλές περιπτώσεις λοιδωρήθηκε στην εποχή του, για να γίνει αργότερα αντικείμενο εκμετάλλευσης από άλλους ανθρώπους, και φυσικά για να το λατρέψει και να το οικειοποιηθεί αργότερα ολόκληρη η ανθρωπότητα σαν δικό της επίτευγμα, ακόμα κι αν τη στιγμή που γινόταν η εφεύρεση η ανθρωπότητα ήταν πολύ απασχολημένη με το να σκοτώνεται αναμεταξύ της.

Πώς μπορείς να μιλήσεις για λογική σκέψη σε μία κοινωνία που αρνείται να αποδεχθεί πως έχεις δίκιο όταν δεν τη βολεύει; Εδώ δεν περνάει η λογική. Έχουν όμως πέραση οι κόλακες. Λίγοι αντέχουν να ακούσουν πως τα πράγματα δεν είναι όπως νομίζουν, και ακόμα λιγότεροι αντέχουν να αναγνωρίσουν τη δική τους ευθύνη γι’αυτό. Λίγοι μπορούν να ανοίξουν τα αυτιά τους σε οτιδήποτε τους «ενοχλεί», αλλά όλοι τα ανοίγουν σε αυτόν που υπόσχεται να τους τα χαϊδέψει.

Με αυτά τα δεδομένα, δε θα πρέπει να μας φαίνεται περίεργο που η ανθρωπότητα έχει πέσει τόσο χαμηλά. Θα πρέπει να λέμε «πάλι καλά» που δε βρέθηκε ακόμα ένας ψυχάκιας να πατήσει το κόκκινο κουμπί και να κάνει όλο τον πλανήτη λαμπόγυαλο. Όμως είναι σαφές: Αυτός ο κόσμος πάει πάλι κατά διαόλου. Εκεί που νομίζαμε πως είχαμε τελειώσει με τον ναζισμό, να που αρχίζουν να ενισχύονται πάλι οι ακροδεξιοί. Εκεί που νομίζαμε ότι είχαμε τελειώσει με τον σκοταδισμό, να που οι παπάδες συνεχίζουν να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν – και έχουν ακόμα πολλούς πιστούς ακολούθους. Όλες οι πληγές της ανθρωπότητας είναι ακόμα εδώ, και είναι ανοιχτές.

Ξέρεις ποια είναι η μαλακία; Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’αυτό. Είμαστε όλοι εξίσου χωμένοι σε αυτόν τον αχταρμά που λέγεται «ανθρωπότητα», και χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από μερικές μεμονωμένες φωτεινές εξαιρέσεις για να αλλάξουν όλα. Χρειαζόμαστε όχι απλά φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά και έναν μηχανισμό παραγωγής εξαιρέσεων, μέχρι που να μην αποτελούν πια εξαιρέσεις, αλλά να είναι ο ίδιος ο κανόνας.

Αλλά αυτό είναι μάλλον ουτοπικό. Και όλα όσα συμβαίνουν τώρα τελευταία δε μου επιτρέπουν να ονειρεύομαι έναν καλύτερο κόσμο. Η μόνη μου ελπίδα είναι να γίνω μία φωτεινή εξαίρεση.

Κι αν γίνουμε πολλές οι φωτεινές εξαιρέσεις, ίσως να δημιουργήσουμε κάποτε ένα φωτεινό μονοπάτι που θα οδηγεί σε κάτι καλύτερο.


Δεν το κρύβω, τελευταία δεν είμαι και πολύ καλά. Νιώθω σαν ένα καζάνι που βράζει μέσα του ένα μείγμα από τσαντίλα, απογοήτευση και απορία, περιχυμένο με μπόλικη σως απελπισίας. Δεν πρέπει να είναι και πολύ νόστιμο.

Έκανα ένα google search, πιο πολύ για πλάκα. Post-election blues. Τελικά υπάρχει. Είναι αυτή η μελαγχολία που νιώθεις μετά τις εκλογές, ακόμα κι όταν κερδίζει αυτός που υποστήριξες (πόσο μάλλον όταν συμβαίνει το αντίθετο). Και αυτό μου συμβαίνει.

Θα το ξεπεράσω. Ήδη νιώθω κάπως καλύτερα. Έχω περάσει από τη φάση «μουκλεβουντομελλονμουγαμωτημπουταναμουκιεμεναδεμερωτησεκανείς» στη φάση «δεθαφησωκανεναρχιδιναμεκανειναπεσωσταπατωματα». Είναι σαφής η βελτίωση.

Μέχρι να συνέλθω πλήρως, ορίστε μερικές φωτογραφίες από διάφορους αθηναϊκούς τοίχους, να μη λέτε ότι εξαφανίστηκα.