Φεβρουαρίου 2012



Έχω βαρεθεί μετά από κάθε πορεία να γράφω εδώ τι ωραία που ήταν, και πόσος κόσμος μαζεύτηκε, και πόσο ελπιδοφόρο είναι να ξυπνάει ο κόσμος, και πόσο κακοί είναι οι μπάτσοι που μας ψεκάζουν, και πόσο κοντεύει να σπάσει το κεφάλι μου από τα γαμημένα τα χημικά. Βαρέθηκα. Όσοι κατέβηκαν χθες στο Σύνταγμα, όλοι ανεξαιρέτως, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, μπορούν να αναζητήσουν το τι συνέβη σε άλλα, πολύ πιο αξιόπιστα και αντικειμενικά sites και blogs από το δικό μου. Αν και, μεταξύ μας, αν είσαι Αθηναίος, έχων σώας τας φρένας και αρτιμελής, και δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, δε δικαιούσαι να ξέρεις τι έγινε χθες. Δεν ενδιαφέρθηκες αρκετά για να κερδίσεις αυτό το δικαίωμα.

Ξέρεις, η πόλη δεν είναι μία νεκρή μάζα τσιμέντου. Η πόλη είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και αν εμείς οι ίδιοι καθόμαστε στους καναπέδες μας και βλέπουμε την πόλη μας από τις τηλεοράσεις, τότε είναι που αυτή η πόλη πεθαίνει. Η πόλη δε θα πεθάνει με μία φωτιά, ούτε με έναν πόλεμο. Θα πεθάνει όταν πια δε θα ενδιαφέρεται κανείς γι’αυτήν.

Ας δούμε λοιπόν εν συντομία τι συνέβη χθες γενικά:

– (κανείς δεν ξέρει πόσες) Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και άλλες πόλεις της χώρας για να εναντιωθούν σε ένα εξοντωτικό νομοσχέδιο.

– Οι πολίτες αυτοί δέχτηκαν αναίτιες επιθέσεις από τις δυνάμεις των ΜΑΤ, που τους φλόμωσαν στο δακρυγόνο ενώ διαδήλωναν ειρηνικά.

– Παράλληλα με τη διαδήλωση, ομάδες κουκουλοφόρων έβαλαν φωτιά σε κάποια κτίρια, προκαλώντας υλικές ζημιές, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές.

– 199 από τους 300 βουλευτές ψήφισαν το εξοντωτικό νομοσχέδιο στο οποίο η πλειοψηφία των πολιτών εναντιώθηκε.

– Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, 45 βουλευτές που ξέφυγαν από την κομματική τους γραμμή διαγράφηκαν σε χρόνο dt, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε δημοκρατία.

– Πέθανε η Γουίτνι Χιούστον.

Μπορεί κανείς να πει ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες ειδήσεις, που θα άξιζαν να αναφερθούν σε ένα δελτίο ειδήσεων. Ακόμα και σε ένα τόσο διεφθαρμένο και προπαγανδιστικό δελτίο ειδήσεων όσο αυτά που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Όποιος όμως άντεξε σήμερα να δει δελτία ειδήσεων (και τα συγχαρητήριά μου σε όσους τα κατάφεραν χωρίς ηρεμιστικά), ξέρει ήδη ότι κάποια από αυτά δεν αναφέρθηκαν καν, ενώ κάποια άλλα υπεραναλύθηκαν, μέχρι που έγιναν νιανιά.

Αν, λοιπόν, αγαπητέ και αγαπητή μου, δεν είχες κατέβει χθες στο Σύνταγμα, σήμερα ενημερώθηκες μόνο για τα κτίρια που κάηκαν, τους ταραξίες που έκαψαν την Αθήνα, τους βουλευτές που διεγράφησαν από τα κόμματά τους και την αιτία του θανάτου της Γουίτνι Χιούστον. Με το μικροσκόπιο ίσως ανακαλύψεις κάπου κάποια αναφορά στο πλήθος και το πείσμα των ειρηνικών διαδηλωτών και στις συνέπειες από την ψήφιση του νέου μνημονίου στους πολίτες (ενώ αντίθετα οι «καταστροφικές» συνέπειες της χρεοκοπίας απέσπασαν δεκάλεπτα ρεπορτάζ σε πολλά κανάλια τις προηγούμενες μέρες), ενώ ούτε με μικροσκόπιο δε θα βρεις αναφορές στην αστυνομική βία.

Είναι αλήθεια πιο σημαντικός ο θάνατος της Γουίτνι Χιούστον από την ασφάλεια και το μέλλον των Ελλήνων; Έτσι φαίνεται.

Εσύ, λοιπόν, Αθηναίε που δεν κατέβηκες χθες στο Σύνταγμα, μπορείς να πεις ό,τι θες. Μπορείς να επιχειρηματολογήσεις για τους κακούς κουκουλοφόρους που καίνε την πόλη σου (ωστόσο σκέψου λίγο το ενδεχόμενο κάτω από τις κουκούλες να μην είναι αυτοί που διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου ότι είναι), να χαρακτηρίσεις συλλήβδην ταραξίες όλους όσοι κατέβηκαν στο Σύνταγμα, να κοιμηθείς με ήσυχη τη συνείδησή σου ότι εσύ έπραξες το σωστό. Μπορείς να πεις ό,τι θες. Δημοκρατία έχουμε, άλλωστε. Όμως εμείς που βρεθήκαμε εκεί, κινδυνεύσαμε (όχι από κουκουλοφόρους, αλλά από κρανοφόρους αστυνομικούς), τρέξαμε, φωνάξαμε, κλάψαμε, μας κόπηκε η ανάσα, πέσαμε κάτω, ξαναγυρίσαμε, ξανακλάψαμε, ξανατρέξαμε, ξαναφωνάξαμε… Εμείς ξέρουμε. Ζήσαμε. Ήμασταν εκεί. Εσύ παπαγαλίζεις ό,τι άκουσες. Γι’αυτό, φάε δύο κρακεράκια, άκου κι ένα τραγούδι της μακαρίτισσας της Γουίτνι Χιούστον και άντε για ύπνο. Δεν έχουμε ανάγκη τις νουθεσίες σου εκ του μακρώθεν. Να ήσουν εκεί να μας τις πεις από κοντά.

Γιατί έξω απ’τον χορό πολλά τραγούδια λέει κανείς. Αλλά τα λέει φάλτσα.

Advertisements

Η στρατιωτική μου θητεία ήταν (όπως και για τους περισσότερους, άλλωστε) μία τραυματική εμπειρία. Και πριν σπεύσετε να πείτε τη δική σας ιστορία, να σας ενημερώσω πως εγώ έφτασα μία ανάσα από το Στρατοδικείο και ακόμα δεν έχω καταλάβει ακριβώς πώς τη γλίτωσα. Τέλος πάντων, άλλο θέλω να πω. Ένας από τους παράγοντες που έκαναν ακόμα πιο δύσκολη τη θητεία μου ήταν και οι σπουδές μου. Βλέπεις, μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει ότι η λέξη «δημοσιογράφος» στους περισσότερους δεν προκαλεί δέος, σεβασμό ή έστω ένα συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, αλλά μία γκριμάτσα αηδίας που συνοδεύεται από την φράση-καρμπόν «αλήτης-ρουφιάνος-δημοσιογράφος». Έτσι, όταν γνώριζα κάποιον φαντάρο και με ρωτούσε τι έχω σπουδάσει, απαντούσα αθώα (και ίσως με κάποια αφελή υπερηφάνεια) «δημοσιογραφία». Και φυσικά τύγχανα σχεδόν κάθε φορά της αντιμετώπισης που προανέφερα.

Κάποια στιγμή μάλιστα με ενόχλησε τόσο πολύ αυτή η ιστορία, που από ένα σημείο και μετά δεν έλεγα «δημοσιογραφία», αλλά «επικοινωνία», που ήταν και πιο ακριβές με βάση το όνομα της σχολής μου. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή επειδή ήθελα να γίνω δημοσιογράφος.

Φυσικά, αυτή η αντίδραση, που στις μέρες μας είναι πιο συχνή από ποτέ, είναι άδικη. Κι αυτό γιατί δεν μπορείς να εξισώνεις μια χούφτα μεγαλοδημοσιογράφους που βγάζουν εκατομμύρια διαστρεβλώνοντας τις ειδήσεις με τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων, οι οποίοι μετά βίας βγάζουν τα προς το ζην (αν τα βγάζουν) και στην πράξη δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν όχι την κοινή γνώμη, αλλά ούτε τον ψιλικατζή της γειτονιάς.

Οι μεγαλοδημοσιογράφοι, όπως και οι πολιτικοί, είναι σε μεγάλο βαθμό αποκομμένοι από την κοινωνία. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να το καταλάβει κανείς αυτό από την παρουσία τους στα social media – όσους τολμούν να έχουν παρουσία, δηλαδή.

Είχαμε ένα επικοινωνιακό τσίρκο χθες στα Εξάρχεια, με την υπόθεση κάποιων άστεγων και αλληλέγγυων σε αυτούς που μπήκαν στην καφετέρια του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Αν θελήσει κανείς να διαβάσει τι συνέβη εκεί χθες, η πιο κατατοπιστική περιγραφή είναι αυτή εδώ, από τον @risinggalaxy, καθώς και τα σχόλια από κάτω. Όχι το δελτίο του Mega, όχι κάποια μεγάλη εφημερίδα, όχι ένα ενημερωτικό portal, αλλά το blog κάποιου που βρέθηκε εκεί και ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Κι αν μπορεί κανείς να το θεωρήσει μη δημοσιογραφικό ή «στρατευμένο», ας σκεφτεί πρώτα ποια στάση τήρησαν οι παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, που στο κάτω-κάτω της γραφής πληρώνονται για να είναι δημοσιογράφοι, και άρα θα περίμενε κανείς μία αξιοπιστία και μία σοβαρότητα από αυτούς.

Όποιος ήταν online στο Twitter το απόγευμα της Τετάρτης και ακολουθεί τους σωστούς ανθρώπους ξέρει ήδη ότι η στάση των δηλωμένων δημοσιογράφων (και όχι αυτών που εκπροσωπούν τη λεγόμενη «δημοσιογραφία των πολιτών») ήταν στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη, και στη χειρότερη απροκάλυπτα αρνητική, σε σημείο σοβαρής παρεξήγησης και ενάντια σε κάθε λογική δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Αυτό που παρατηρώ είναι ότι αυξάνονται όλο και περισσότερο οι περιπτώσεις ανθρώπων που μπαίνουν «ατσαλάκωτοι» στο Twitter και το Facebook, και βγαίνουν με κατεβασμένα σώβρακα. Άνθρωποι που νομίζουν ότι θα κάνουν «καριέρα» στα social media με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το πέτυχαν στην τηλεόραση και τις εφημερίδες: Προπαγανδίζοντας, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προωθώντας τις προσωπικές τους ατζέντες. Μόνο που στα social media υπάρχει κάτι που στα παραδοσιακά μέσα δεν υπήρχε, ή υπήρχε, αλλά ήταν ασήμαντο: Υπάρχει ανάδραση. Ό,τι γράφει κανείς μπορεί σε πραγματικό χρόνο να σχολιαστεί, να συζητηθεί, να αποθεωθεί ή να λοιδωρηθεί, να κάνει το γύρο του Διαδικτύου σε 80 δευτερόλεπτα και να γυρίσει πίσω στον γράφοντα, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό.

Μην έχοντας συνηθίσει την ανάδραση, οι παλαιού τύπου δημοσιογράφοι θεωρούν τα αρνητικά σχόλια «bullying», ειδικά όταν αυτά έρχονται ανά δεκάδες. Βέβαια, πρακτικά «bullying» είναι να χρησιμοποιείς την «αυθεντία» σου για να επιβάλλεις την άποψή σου και να καταπνίξεις κάθε αντίθετη γνώμη ως υποδεέστερη, μία πρακτική που τα παραδοσιακά ΜΜΕ και οι εκπρόσωποί τους ακολουθούν με ιδιαίτερη σπουδή εδώ και πολλά χρόνια. Bullying στον μπούλη; Δε νομίζω.

Φυσικά δε θα πω ότι όλοι όσοι υποστήριξαν τους άστεγους και τους αλληλέγγυους είναι (είμαστε, για την ακρίβεια) άγιοι, γιατί χοντράδες και ανακρίβειες ειπώθηκαν από όλες τις πλευρές. Το θέμα είναι ότι από ανθρώπους που δεν πληρώνονται για να μεταδίδουν γεγονότα είναι αναμενόμενο να υπάρξουν τέτοια προβλήματα. Οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, όμως; Τι δικαιολογία έχουν για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και την απαξιωτική στάση απέναντι σε ένα θέμα για το οποίο πιθανότατα δεν είχαν ιδέα; Μήπως θα έπρεπε να λογοδοτήσουν;

Μ’αυτά και με τ’άλλα, έχω καταντήσει κι εγώ να είμαι ο άνθρωπος που σιχαινόμουν πριν από μερικά χρόνια. Αυτός που βλέπει με καχυποψία κάθε δημοσιογράφο εκ των προτέρων. Αυτός που βλέπει στο Τwitter κάποιον να δηλώνει στο bio του «δημοσιογράφος», και ξινίζει αυτόματα τα μούτρα του. Κι ας ξέρω ότι δεν είναι σωστό. Κι ας ξέρω ότι είναι άλλοι οι αλήτες, άλλοι οι ρουφιάνοι και άλλοι οι δημοσιογράφοι. Και είναι μόνο κάποιοι λίγοι που είναι και τα τρία μαζί.

UPDATE: Ο Γαλαξιάρχης τα λέει καλύτερα από μένα.