Σεπτεμβρίου 2009



Κοίτα να δεις πώς περνάει ο καιρός: Ήταν 26 Σεπτεμβρίου του 2006 όταν αποφάσισα να ανοίξω το πρώτο μου blog, στο μακαρίτικο πλέον i-blog (μία ακόμα λάθος απόφασή μου – story of my life!). Χθες συμπληρώθηκαν 3 χρόνια από εκείνη τη μέρα, και ούτε καν το πήρα χαμπάρι. Λίγο η κούραση της δουλειάς, λίγο η προεκλογική περίοδος, κατά τύχη το θυμήθηκα. Δέχομαι ευχές, κατάρες και εμβάσματα στον λογαριασμό μου σε τράπεζα της Ελβετίας.

Και τι δεν έχω κάνει αυτά τα τρία χρόνια μέσα από αυτό το blog. Έχω γράψει κείμενα αστεία ή σοβαρά, μελαγχολικά ή γλυκόπικρα, κείμενα πολιτικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά και «καμένα», κείμενα με φωτογραφίες ή «γυμνά», κείμενα μικρά και (συνήθως) μεγάλα, αλλά πάνω απ’όλα κείμενα δικά μου. Με τα καλά τους και με τα κακά τους, αυτά τα κείμενα είναι ο εαυτός μου αποτυπωμένος σε λέξεις. Όσο κλισέ κι αν ακούγεται πια αυτό, τα κείμενά μου, συμπεριλαμβανομένου και του παρόντος, είναι μια κατάθεση ψυχής. Και όποιος θέλει, μπορεί να κάνει μια ανάληψη.

Μη με παρεξηγείτε, ο μελοδραματισμός δεν είναι καθόλου το στυλ μου. Κι όμως, αυτό το blog ξεκίνησε με πολύ μελό. Σε μια μάλλον «μαύρη» περίοδο της ζωής μου (ευτυχώς που δεν είχαν βγει ακόμα οι emo, γιατί μπορεί και να είχα παρασυρθεί), το χρησιμοποίησα σαν μια διέξοδο προς τον έξω κόσμο. Ένα ημερολόγιο μου φαινόταν πάντα καλή ιδέα, αλλά ποτέ δεν κατάφερνα να την υλοποιήσω. Ξέρετε, είμαι από αυτούς τους τύπους που ενθουσιάζονται στην αρχή με κάτι και μετά το βαριούνται και το παρατάνε. Σκεφτόμουν ότι και σε αυτήν την περίπτωση το ίδιο θα συνέβαινε. Αλλά εξέπληξα τον εαυτό μου. Λίγα πράγματα έχω κρατήσει στη ζωή μου για πάνω από ένα-δυο χρόνια, και το blog μου είναι ένα από αυτά.

Στην πορεία συνέβησαν πολλά. Συνειδητοποίησα ότι προτιμώ να κάνω τον κόσμο να γελάει, παρά να προβληματίζεται. Άρχισα να πειραματίζομαι με αστεία κείμενα, επηρεασμένος κυρίως από τους αγαπημένους μου ήρωες: Τον Γκάρφιλντ, τους ήρωες του Αρκά, τη Μαφάλντα, τα «Φιλαράκια», αλλά και το MAD, το μοναδικό περιοδικό που αγοράζω ακόμα. Προσπάθησα να δημιουργήσω ένα δικό μου στυλ, γιατί ποτέ δε μου άρεσε να αντιγράφω τους άλλους. Και γι’αυτό και σε ελάχιστα κείμενα αυτού του ιστολογίου θα βρείτε λόγια άλλων.

Ωστόσο, ποτέ δεν σταμάτησα να προβληματίζομαι για όσα συμβαίνουν γύρω μου. Προσπάθησα να κάνω πλάκα με πράγματα που δε σηκώνουν πλάκα. Προσπάθησα να τα κάνω όλα να φαίνονται αστεία, αλλά δεν τα κατάφερα. Μάλλον επειδή δε γίνεται. Αλλά τουλάχιστον προσπάθησα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε το blog μου να είναι μονοθεματικό. Αν θα έπρεπε, δηλαδή, να γράφω μόνο αστεία κείμενα ή μόνο σοβαρά κείμενα. Και κυρίως προβληματίστηκα για το ποια από τις δύο κατευθύνσεις θα έπρεπε να ακολουθήσω. Τελικά προτίμησα να έχω ένα blog χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα. Όταν συμβαίνει κάτι αστείο, γράφω κάτι αστείο. Και όταν συμβαίνει κάτι σοβαρό, γράφω κάτι σοβαρό. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως, νομίζω ότι αυτό είναι το σωστό. Από την άλλη, όταν με ρωτάει κάποιος φίλος μου τι γράφω στο blog μου, δεν ξέρω τι να του απαντήσω. Συνήθως λέω «ό,τι μου κατέβει». Και μάλλον αυτός δεν είναι και ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος να προωθήσω το blog μου.

Αλλά για blog χωρίς προώθηση, νομίζω ότι τα πάει αρκετά καλά. 146.011 κλωτσιές έχει δεχτεί αυτή τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο, και μακάρι να δεχτεί πολλές ακόμα. Αντέχει. Το feedback που λαμβάνω από όσους με διαβάζουν είναι σε μεγάλο βαθμό θετικό, και αυτό είναι κάτι ευχάριστο. Ειδικά αν λάβει κανείς υπ’όψιν ότι ελάχιστοι από αυτούς που μου αφήνουν σχόλια είναι άνθρωποι που με ήξεραν κι από πριν ή μου χρωστούν μια καλή κουβέντα. Οι περισσότεροι από εσάς που με διαβάζετε μού είστε τελείως άγνωστοι, κι εγώ σας είμαι εξίσου άγνωστος. Όπως αυτός ο τύπος που κάθεται απέναντί σας στο μετρό, που δεν τον έχετε ξαναδεί και δεν θα του μιλήσετε ποτέ από μόνοι σας, ούτε κι αυτός θα σας μιλήσει. Κρίμα, γιατί θα μπορούσατε να πείτε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Κλείνοντας αυτό το επετειακό (;) post, νομίζω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να αναφέρω κάποια στατιστικά στοιχεία:

3 χρόνια ζωής

571 posts

2.120 σχόλια

Κανένα λογοκριμένο σχόλιο

612 spam σχόλια (άσχετο, αλλά το αναφέρω)

146.011 individual clicks

1.847 επισκέψεις από χρήστες του Google που είχαν χρησιμοποιήσει σαν λέξη-κλειδί το «scorpions»

4.178 επισκέψεις στο πιο δημοφιλές κείμενό μου, με τίτλο «Ένας Άη Βασίλης στο Νέο Ηράκλειο»

3 μόλις κείμενα ανέβηκαν ολόκληρο τον Ιούνιο του 2008, τον λιγότερο παραγωγικό μου μέχρι σήμερα (αλλά έχω δικαιολογία: Ήμουν φαντάρος, και μάλιστα σε περίοδο εμπλοκής)

29 κείμενα ανέβηκαν στους πιο παραγωγικούς μου μήνες, τον Οκτώβριο του 2006 και τον Μάιο του 2007

Και μετά είναι οι εμπειρίες μου από αυτά τα τρία χρόνια, που δε χωράνε σε καμία στατιστική ανάλυση. Και ξέρω ότι έχω πολλά ακόμα να δω εδώ μέσα. Ανυπομονώ να έρθουν προς το μέρος μου. Τα περιμένω με ανοιχτές αγκάλες.

Ευχαριστώ όσους με έχετε διαβάσει μέχρι τώρα, και ιδιαίτερα όσους αντέξατε να με διαβάσετε πάνω από δυο-τρεις φορές. Θέλω να πιστεύω ότι θα με αντέξετε τουλάχιστον για μερικά χρόνια ακόμα. Το feedback που λαμβάνω από τον καθένα σας είναι πολύτιμο για μένα και ελπίζω να συνεχιστεί.

Τα καλύτερα έρχονται! 😀

Υ.Γ.: Το «Ημερολόγιο Ενός Βιβλιοπώλη» μεταφέρεται σε ξεχωριστή σελίδα, γιατί έτσι του αξίζει. Δεν του ταιριάζει η κεντρική σελίδα του blog, αλλά μια αυτοκρατορική, δική του, ολόδική του σελίδα. Πλέον, θα το βρείτε εδώ: https://thestranger.wordpress.com/bookstore

Advertisements

Ημέρα 7η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα σου έχω φοβερά νέα! Βέβαια, όπως θα καταλάβεις, η λέξη «φοβερά» είναι αμφίσημη: Μπορεί να σημαίνει ότι έχω πάρα πολύ καλά νέα, αλλά μπορεί να σημαίνει και ότι έχω κάτι φρικτό και τρομερό να σου πω. Εγώ θα σου το πω, και αποφάσισε εσύ τι από τα δύο συμβαίνει.

Που λες, μία από τις κοπέλες μάς ανακοίνωσε σήμερα ότι δεν θα μπορέσει να συνεχίσει στη δουλειά, επειδή θέλει να δώσει το τελευταίο της μάθημα και να πάρει το πτυχίο της. Που σημαίνει ότι, εν μέσω σχολικής περιόδου, το μαγαζί μένει με δύο υπαλλήλους, εκ των οποίων ο ένας part time. Ή μήπως όχι;

Αν δεν το κατάλαβες ακόμα, αγαπητό ημερολόγιο, πήρα προαγωγή! Ναι, μόλις μία εβδομάδα μετά την πρόσληψή μου, πήρα την πρώτη μου προαγωγή! Θα μου πεις, «σιγά το πράγμα, αφού δεν την πήρες με την αξία σου». Ή μάλλον δε θα μου το πεις, γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις. Κρίμα, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε έναν ιδιαίτερα εποικοδομητικό διάλογο. Αλλά αν, υποθετικά, μπορούσες να μου κάνεις αυτήν την ερώτηση, η απάντησή μου θα ήταν «ο καθένας παίρνει ό,τι αξίζει στη ζωή». Φυσικά δεν θα το εννοούσα, γιατί αν όντως ίσχυε αυτό, τότε ο Καραμανλής θα ήταν ιδιοκτήτης χασαποταβέρνας στα Βλάχικα και ο Παπανδρέου κλητήρας σε χωριό της Αχαϊας. Αλλά θα το έλεγα για να σου πάω κόντρα.

Τέλος πάντων. Το θέμα είναι: Πρέπει να χαίρομαι ή να πανικοβληθώ; Να χαίρομαι που θα παίρνω τα τετραπλάσια λεφτά ή να πανικοβληθώ που θα δουλεύω τις τετραπλάσιες ώρες; Να χαίρομαι που ξαφνικά έχω κάτι για να γεμίσω τις άδειες μου ώρες ή να πανικοβληθώ στη σκέψη ότι πρέπει κάθε πρωί να ξυπνάω πλέον στις 7; Να χαίρομαι για την εμπιστοσύνη που μου δείχνει το αφεντικό μου ή να πανικοβληθώ ξέροντας ότι το επόμενο ρεπό μου θα είναι στην αργία της 28ης Οκτωβρίου; Φαντάζομαι ότι μόνο ο χρόνος θα απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Και ελπίζω να έχει τις καλές του όταν κληθεί να απαντήσει.

Κατά τ’άλλα, σήμερα ήταν ήσυχα τα πράγματα. Το μόνο αξιοσημείωτο της ημέρας ήταν εκείνος ο θεόμουρλος τύπος, ο οποίος έχει γράψει το δικό του μανιφέστο (στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εξωγήινων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και υποστηρίζει ότι ο Κλίντον και ο Μπους ήταν εξωγήινοι, ενώ ο Τόνι Μπλερ νεκρόφιλος – άσχετο) και μας το έφερε για να το εκτυπώσουμε καμιά δεκαριά φορές. Δεν έχω ιδέα γιατί ήθελε να του το εκτυπώσουμε και σε ποιους θέλει να το δώσει. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι όσοι κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν, θα γελάνε μέχρι να τους βγουν τα μάτια από τις κόγχες τους. Μην κοιτάτε που εγώ τη γλίτωσα, είναι επειδή κρατιόμουν.

Μιας και το ανέφερα αυτό, πρέπει να σου μεταφέρω και έναν προβληματισμό μου: Είναι ηθικό και τίμιο να μου φέρνουν οι πελάτες διάφορα κείμενα για φωτοτυπίες ή εκτυπώσεις και εγώ να τα διαβάζω στα κρυφά; Υποθέτω πως η δουλειά μου έχει ένα στοιχείο εχεμύθειας: Κανονικά, ακόμα κι αν ο πελάτης είναι τρομοκράτης και θέλει να του εκτυπώσω τις ακριβείς συντεταγμένες του επόμενου στόχου του, εγώ πρέπει να παραμείνω αμέτοχος και αδιάφορος για το περιεχόμενο του χαρτιού που μου δίνει. Η δουλειά μου είναι απλώς να το εκτυπώσω. Αλλά πώς να μη ρίξω έστω μια κλεφτή ματιά σε αυτά που μου δίνουν οι πελάτες; Πώς να καταπιέσω την έμφυτη περιέργειά μου και να μη διαβάσω το σουρεαλιστικό μανιφέστο του θεόμουρλου τύπου; Ή να μην δω από ποια σχολή είναι το απολυτήριο που μου δίνει για φωτοτυπία εκείνος ο νεαρός; Ή να μην δω την ηλικία που δηλώνει η κυρία που μου έδωσε το βιογραφικό της για εκτύπωση;

(ναι, το ξέρω ότι ακούγεται πολύ κατινίστικο, αλλά θα έσκαγα αν δεν το έβλεπα! Για την ιστορία, μάλλον κάτι έκρυβε.)

Ε, δε γίνεται. Μου είναι αδύνατο να μην είμαι λαθραναγνώστης. Ξέρω ότι είναι ενοχλητικό (ειδικά όταν κάθεσαι στο μετρό και ο λαθραναγνώστης στέκεται πάνω από το κεφάλι σου και διαβάζει την εφημερίδα σου), αλλά έτσι είμαι. Τέλος. Και σ’όποιον δεν αρέσει, να φύγει. Να πάει αλλού. Έχει κι αλλού φωτοτυπικά που κάνουν φωτοτυπίες.

Ημέρα 8η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα, όπως γνωρίζεις, ήταν μόλις η δεύτερη μέρα μου ως πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου. Και, όπως ήταν φυσικό, τα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανα τόσο καιρό για να μάθω πού βρίσκεται τι από σήμερα έγιναν πιο εντατικά. Έχω μάθει τόσα πολλά πράγματα αυτές τις μέρες, που θα μπορούσα να γράψω ένα σωρό βιβλία για διάφορα ασήμαντα θέματα. Να, έφτιαξα μια λίστα με κάποια από αυτά:

– «Αερίζοντας το Φωτοτυπικό Χαρτί: Τα Μικρά Μυστικά μιας Μεγάλης Τέχνης»

– «Το Πρώτο μου Fax» (για παιδιά προσχολικής ηλικίας)

– «Το Χαμόγελο της Επιτυχίας: Πώς να Κάνετε τους Άλλους να Νομίζουν ότι Χαίρεστε που Τούς Βλέπετε»

– «Λαδομπογιές, Κηρομπογιές, Ακουαρέλες, Τέμπερες: Συγκριτική Ανάλυση και Οδηγίες Χρήσης»

– «100+1 Τρόποι για να Αγνοήσετε την Άθλια Μουσική που Παίζει το Ραδιόφωνο και να Συγκεντρωθείτε στη Δουλειά»

– «Η Οδύσσεια Ενός Βιβλιοπώλη: Αναζητώντας Δώρο για ένα 5χρονο Κοριτσάκι»

– «Μαθαίνω να Χρησιμοποιώ τον Βιβλιοστάτη (τον ποιον;;;;;)»

– «Η Υψηλή Τέχνη του Σπιράλ: Μετατρέποντας μια στοίβα χαρτιά σε αριστούργημα»

– «Διαχείριση Κρίσεων: Πώς να Μείνετε Ψύχραιμοι Όταν Εμφανίζονται Από το Πουθενά 10 Πελάτες Ταυτόχρονα»

– «Φάκελοι Ταχυδρομείου: Τα Είδη τους και οι Πολλαπλές τους Χρήσεις»

Κρίμα που δεν προλαβαίνω να ξεκινήσω κάποιο από αυτά τα βιβλία, γιατί δεν έχω καθόλου χρόνο. Είμαι σίγουρος ότι θα γινόντουσαν αμέσως μπεστ σέλερ.

Την πρώτη μέρα που σου έγραψα, αγαπητό ημερολόγιο, δε σου ανέφερα καθόλου τη συζήτηση που είχαμε με το αφεντικό μου (το οποίο δεν ήταν ακόμα αφεντικό μου τότε, αλλά απλώς πιθανός εργοδότης). Πέρα, λοιπόν, από τα τετριμμένα, δηλαδή το ωράριο, το μισθό και τις γνωστές φιλοφρονήσεις που ανταλλάξαμε (του τύπου «ελπίζω να συνεργαστούμε», «μου αρέσει το περιβάλλον εδώ», «είναι καλό που μένεις εδώ κοντά» και τέτοια), κάποια στιγμή μου είπε: «Αλλά αν πρόκειται να συνεργαστούμε, ΑΥΤΟ θα το κόψεις». Το «ΑΥΤΟ» ήταν το μούσι μου, το οποίο είχα πάνω από μία εβδομάδα να ξυρίσω, προσπαθώντας (ανεπιτυχώς) να ξορκίσω το φάντασμα του Στρατού. Του εξήγησα πως δεν είχα κανένα πρόβλημα να το ξυρίσω και δεν έδωσα περισσότερη σημασία τότε. Σήμερα, όμως, έμαθα κάτι παραπάνω γι’αυτό.

Κάποια στιγμή που δεν είχαμε δουλειά, μου έπιασε την κουβέντα. Μεταξύ άλλων, με ρώτησε πού πήγα φαντάρος. ‘Οταν του ανέφερα το τελευταίο στρατόπεδο στο οποίο υπηρέτησα ήμουν σίγουρος ότι δεν θα το ήξερε, αφού οι μόνοι που γνωρίζουν την ύπαρξή του είναι οι φαντάροι που πέρασαν από εκεί και οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είπε: «Α, σε εκείνο το μπουρδέλο;». Ναι, ήξερε εκείνο το στρατόπεδο, που βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Και μάλιστα ήξερε ότι είναι και μπουρδελο! Τον ρώτησα πώς το ήξερε, και όταν πήρα την απάντηση ευχόμουν να μην είχα ρωτήσει: Το αφεντικό μου ήταν παλιά στην Στρατονομία. Στην διαβόητη ΕΣΑ. Το γράφω κι ανατριχιάζω. Και δεν του φαίνεται, ρε γαμώτο.

Τουλάχιστον, υπάρχει και η θετική πλευρά: Άμα βρεθεί ποτέ το πτώμα μου σε κανένα χαντάκι, με βγαλμένα νύχια και σβησμένα τσιγάρα στο πρόσωπο, θα υπάρχεις εσύ, αγαπητό μου ημερολόγιο, και θα ξέρουν όλοι ποιος το έκανε. Αλλά άμα αυτή είναι η θετική πλευρά, τότε η αρνητική ποια είναι; Ότι άμα δώσω λάθος ρέστα σε κανέναν πελάτη θα με περάσει από φάλαγγα;

Πού έμπλεξα, γαμώ τη γκαντεμιά μου;

Ημέρα 9η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ίσως να σε τρομοκράτησα χθες με αυτά που σου έγραψα. Αλλά τελικά μάλλον ήταν άκυρος συναγερμός. Γιατί με αυτά που θα σου γράψω σήμερα, θα καταλάβεις ότι το αφεντικό μου είναι μια χαρά τύπος. Πώς έμπλεξε με την ΕΣΑ δεν ξέρω…Τι να σου πω, μπορεί να τον παρέσυραν οι κακές παρέες.

Που λες, λοιπόν, κάποιος μας άφησε ένα βιβλίο 150 σελίδων σήμερα για να του το φωτοτυπήσουμε και να του δέσουμε τις φωτοτυπίες με σπιράλ. Εγώ ανέλαβα οικειοθελώς το σπιράλ, αν και το ήξερα μόνο στη θεωρία πώς γίνεται, και δεν το είχα δοκιμάσει στην πράξη. Αλλά σκέφτηκα, «ένα σπιράλ είναι, όχι η θεωρία της σχετικότητας! Μπορώ να τα καταφέρω μια χαρά!». Βέβαια, όπως αποδείχθηκε, θα τα κατάφερνα καλύτερα με τη θεωρία της σχετικότητας.

Γιατί, αγαπητό ημερολόγιο, έκανα την πιο αξιομνημόνευτη γκάφα της σύντομης μέχρι τώρα καριέρας μου: Κατάφερα και τρύπησα ΚΑΙ τις 150 σελίδες από την ανάποδη πλευρά, αχρηστεύοντας ουσιαστικά 150 φωτοτυπίες και 15 λεπτά ενασχόλησης της συναδέλφου μου, που είχε αναλάβει τις φωτοτυπίες. Μιλάμε για την γκάφα του αιώνα!

Η κοπέλα δε μου θύμωσε, βέβαια, αλλά φοβόμουν την αντίδραση του αφεντικού μου. Θα μου πεις, τι μπορούσε να μου κάνει; Να μου δώσει δύο μέρες στέρηση εξόδου από το μαγαζί και να με κλειδώσει μέσα για δύο 24ωρα; Ή να με βάλει να κάνω σκοπιά έξω από το μαγαζί όλο το βράδυ για να μη μπει κανένας διαρρήκτης και μας κλέψει τις ξυλομπογιές; Το πολύ-πολύ να κράταγε τη ζημιά από το μισθό μου.

Αλλά ούτε καν αυτό δεν έκανε. Απλώς, μου έδειξε υπομονετικά τον σωστό τρόπο για να κάνω το σπιράλ και με έβαλε να το κάνω μπροστά του δυο-τρεις φορές, για να σιγουρευτεί ότι το κατάλαβα. Ούτε φωνές, ούτε παρακράτηση μισθού, ούτε φάλαγγα.

(που, μεταξύ μας, και ΕΣΑτζής να μην ήταν, μια φάλαγγα την άξιζα για τη μαλακία που έκανα)

Τελικά είναι άδικο να κρίνεις τον άλλο από κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν. Ειδικά αν δεν ξέρεις τι ακριβώς έχει κάνει. Νιώθω πολύ βλάκας αυτή τη στιγμή. Όχι πως είναι και κανένα σπάνιο συναίσθημα για τα δικά μου δεδομένα, δηλαδή, όπως φάνηκε και από τη σημερινή μου γκάφα. Και κάτι μου λέει ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες…


Ημέρα 4η

Αγαπητό ημερολόγιο,

σήμερα ήταν Σάββατο, οπότε σκέφτηκα ότι στο μαγαζί θα είχαμε κόσμο. Λογικά, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες που δεν θα δούλευαν σήμερα θα έφερναν τα κουτσούβελά τους για να τους αγοράσουν τα πρώτα σχολικά τους: Βιβλία, κασετίνες, τσάντες και τέτοια. Γι’αυτό και έβαλα τα καλά μου. Ένα σχετικά καλό πουκάμισο (και λέω «σχετικά» σε σύγκριση με κάτι χαβανέζικα που έχω και δεν ενδείκνυνται για τέτοιες περιστάσεις) και ένα καλό παντελόνι. Αλλά τα All-Star, αμετακίνητα. Σταθερή αξία.

Τέλος πάντων, ντύθηκα, στολίστηκα και πήγα στο μαγαζί προετοιμασμένος για μια κοσμοπλημμύρα. Ε, λοιπόν τζάμπα στολίστηκα. Μέχρι το μεσημέρι βαράγαμε μύγες, και στο τέλος φύγανε κι αυτές και δεν είχαμε τι να βαρέσουμε. Γιατί δεν είχα υπολογίσει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Έλληνα: Την αναβλητικότητά του. Σχολικά; «Έλα μωρέ, πάμε 10 Σεπτέμβρη να τα πάρουμε». Σινεμά; «Πάμε μωρέ πέντε λεπτά πριν αρχίσει η ταινία, θα έχει εισιτήρια». Λογαριασμοί; «‘ντάξει μωρέ, και να λήξει μια-δυο μέρες δεν έγινε και τίποτα». Και θα έπρεπε να έχω υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα, γιατί κι εγώ ακριβώς έτσι είμαι. Αλήθεια, έχω αναφέρει ότι μου έχουν κόψει το κινητό εδώ και δύο εβδομάδες επειδή δεν έχω πληρώσει το λογαριασμό; Όχι, ε; Καλά, κάποιον λόγο θα είχα.

Ψόφια πράγματα, που λες. Μόνο κάτι παππούδες μας τίμησαν με την παρουσία τους. Που να μην έσωναν, δηλαδή. Ξέρεις, δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με τους ηλικιωμένους. Ίσως γι’αυτό ευθύνεται το γεγονός ότι οι παππούδες μου πέθαναν πριν τους γνωρίσω, η μία γιαγιά μου πέθανε όταν ήμουν πέντε χρονών, και την άλλη ζήτημα είναι αν την είδα πέντε φορές σε όλη μου τη ζωή. Αλλά λίγο-πολύ όλοι δεν βαριόμαστε τους ηλικιωμένους; Λίγο το χάσμα των γενεών, λίγο η μόνιμη γκρίνια και η επιμονή τους να σου αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από καταστάσεις για τις οποίες όσα ξέρεις προέρχονται από το «πασάλειμμα» που έκανες για να περάσεις την Ιστορία στην Γ’ Λυκείου, δε θέλει και πολύ για να στραβώνεις τη μούρη σου κάθε φορά που σου απευθύνει το λόγο ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Αλλά είπαμε, μπορεί να είμαι και προκατειλημμένος.

Τουλάχιστον, έχω να ομολογήσω ότι κάποιοι από αυτούς τους παππούδες έχουν πλάκα. Όπως εκείνος που μπήκε σήμερα για να του βγάλουμε φωτοτυπίες και μεγενθύνσεις από κάποιες παλιές φωτογραφίες, στις οποίες απεικονιζόταν ο ίδιος μαζί με τον Βασιλιά Παύλο, τη Φρειδερίκη και άλλους τέτοιους, που οι νέοι τους ξέρουμε μόνο από τους δρόμους που έχουν τα ονόματά τους (αλήθεια, Βασιλέως Παύλου υπάρχει, Βασιλέως Γεωργίου υπάρχει, Βασιλίσσης Σοφίας υπάρχει, Βασιλίσσης Όλγας υπάρχει – Βασιλίσσης Φρειδερίκης πώς και δεν έχω δει πουθενά; ). Όπως έλεγε, λοιπόν, αυτός ο 93χρονος (!) κύριος, ήταν υπασπιστής του Παύλου, και πολύ κοντά στη βασιλική οικογένεια. Καλόπαιδο, δηλαδή.

Αλλά είχε πλάκα. Μας έλεγε ότι την τελευταία φορά που είχε έρθει (χθες, δηλαδή, γιατί απ’ό,τι κατάλαβα αυτός κάθε μέρα στο μαγαζί μας κουβαλιέται) είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι του, και η γυναίκα του τον ρώταγε που είναι και μπας και ήταν με καμιά γκόμενα (Αλτσχάιμερ; Πιθανόν)! Μετά από λίγο μπήκε μια άλλη πελάτισσα, και τον ρώτησε αν ήταν αυτός στις φωτογραφίες. Αυτός της απάντησε καταφατικά και εκείνη τον ρώτησε πόσων χρονών είναι. Όταν αυτός της είπε τον μαγικό αριθμό 93, αυτή εξεπλάγη. «Δε σας φαίνεται καθόλου», του είπε. «Εμ, γι’αυτό σας ζηλεύει η γυναίκα σας», του είπα. Δε γέλασε. Αλλά πιθανόν και να μην άκουσε καν τι είπα.

Α, επίσης σήμερα μας ήρθε ένας σελέμπριτι. Αρχίδια σελέμπριτι, δηλαδή, ένας παλιός ηθοποιός ήταν. Απ’ό,τι μου είπαν οι άλλες κοπέλες, έρχονται αρκετοί γνωστοί στο μαγαζί. Ένας μεγάλος ζωγράφος (που πληρώνει πάντα με χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, ακόμα κι αν πάρει μόνο ένα πινέλο), ένας άλλος ηθοποιός (επίσης παλιάς κοπής), ένας γνωστός συνθέτης (που και να τον έβλεπα δε θα τον γνώριζα) και άλλοι. Λέω να προτείνω στο αφεντικό μου να μετονομάσουμε το βιβλιοπωλείο σε «Celebrity Bookstore». Πιασάρικο δεν είναι;

Ουφ, αύριο Κυριακή. Επιτέλους, ξεκούραση! Λέω να τη βγάλω ξαπλωμένος όλη τη μέρα. Ή τουλάχιστον μέχρι να αρχίσω να νιώθω ξανά τα πόδια μου από τα γόνατα και κάτω. Πρέπει να πάρω και δυνάμεις για την επόμενη εβδομάδα. Πωπωωωωωωωωω, φαντάσου να δούλευα και full time, δηλαδή!

Ημέρα 6η

Αγαπητό ημερολόγιο,

ήταν ωραίο το Σαββατοκύριακο. Ξεκουράστηκα πολύ, και σκέφτηκα ότι είχα φορτίσει τις μπαταρίες μου και ήμουν έτοιμος για την εβδομάδα που ξεκινούσε. Μάλιστα, ένιωθα τόσο έτοιμος που πήρα την απόφαση να πάω με τα πόδια το πρωί μέχρι το μαγαζί, που είναι περίπου 20-25 λεπτά από το σπίτι μου. Κάτι που αποδείχθηκε όχι ιδιαίτερα έξυπνο, καθώς όταν έφτασα εκεί ήμουν ήδη ψόφιος και με το ζόρι στεκόμουν όρθιος όλη μέρα. Και δεν έχει και πού να κάτσεις αυτό το μαγαζί, που σημαίνει ότι ακόμα κι αν δεν μπει πελάτης για δύο ώρες, εγώ πρέπει να στέκομαι όρθιος, λες και είμαι τιμωρία. Και καλύτερα να μη σου πω πώς ένιωθα όταν έφτασα στο σπίτι το μεσημέρι, πάλι με τα πόδια, βεβαίως. Το μόνο που θυμάμαι από το μεσημέρι είναι το κλειδί μου να μπαίνει στην πόρτα. Μετά έπαθα μπλακ άουτ.

Μου φαίνεται ότι σήμερα είχαμε περισσότερη δουλειά. Φυσικά, ήρθαν οι γνωστοί παππούδες και μας λέγανε ιστορίες από τον πόλεμο του ’40, αλλά είδα και πολλούς άλλους σήμερα. Αλλά ήρθαν και κάτι αρχιτέκτονες που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα σχέδιο. Και κάτι δικηγόροι που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα συμβόλαιο (το οποίο συμβόλαιο είχε πάνω χαρτόσημα τα οποία έγραφαν, με μεγάλα γράμματα, «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»!!!). Και κάτι φοιτητές, που ήθελαν να φωτοτυπήσουν ένα βιβλίο σε σμίκρυνση. Για σκονάκι, φυσικά.

Λοιπόν, μεγάλη εφεύρεση η σμίκρυνση. Το καλύτερο σκονάκι. Σχεδόν νιώθω βλάκας που πέρασα όλα τα μαθήματα της σχολής χωρίς να την χρησιμοποιήσω. Αλλά τι να κάνουμε, εγώ είμαι πιο παραδοσιακός τύπος. Προτιμούσα την αντιγραφή.

Α, μια και είπα για τη σχολή μου, σήμερα ήρθε και ένας άλλος τύπος, μεγάλος σε ηλικία αλλά καλοδιατηρημένος, ο οποίος ήθελε κάτι φωτοτυπίες από παλιές εφημερίδες. Μου είπε πως διαθέτει ένα αρχείο από 5.000 και πλέον εφημερίδες, και του είπα πως αυτό είναι ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον χόμπι, και πάνω στην κουβέντα του ανέφερα πως έχω σπουδάσει δημοσιογραφία. Τότε, έλαμψε το ματι του. Όπως αποδείχθηκε, ήταν βετεράνος δημοσιογράφος. Μου είπε ότι σήμερα στη δημοσιογραφία η κατάσταση είναι τραγική και με συμβούλευσε να μείνω πάντα πιστός στις αρχές της δημοσιογραφίας και να μην προδώσω ποτέ αυτά που πιστεύω. Δε μου είπε κάτι καινούργιο, αλλά ήταν μια ευχάριστη στιγμή αυτής της μέρας. Όσο ευχάριστη μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση ότι στο κωλοεπάγγελμα που έχω διαλέξει μόνο οι κωλογλείφτες και οι κωλοτούμπες πληρώνονται.

Α, επίσης σήμερα έφαγα και την πρώτη μου επαγγελματική «χυλόπιτα». Μπήκε ένας περίεργος τύπος, που ήθελε κάτι φωτοτυπίες. Έβγαλε από μια τσάντα ένα μάτσο χαρτιά και με ρώτησε μέσα απ’τα δόντια του πού είναι το αφεντικό μου. Εγώ του είπα ότι έλειπε (που όντως έλειπε εκείνη τη στιγμή), αλλά προσφέρθηκα να του κάνω εγώ τη δουλειά. Τότε μάζεψε τα χαρτιά του, τα έβαλε πάλι στην τσάντα του και είπε: «Άστο, θα έρθω όταν θα είναι εδώ κάποιος που θα μπορεί να με εξυπηρετήσει». Πολύ ευγενικό εκ μέρους του, έτσι;

Λοιπόν, ξέρεις τι παρατήρησα; Τόσες μέρες γράφω για μένα, και δε σου έχω πει τίποτα για τις κοπέλες του μαγαζιού, ή για το αφεντικό μου. Ίσως είναι λίγο εγωιστικό εκ μέρους μου. Αλλά πάντα ήμουν λίγο εγωιστής. Θυμάμαι μια φορά όταν ήμουν τεσσάρων χρον…Φτου! Πάλι το ίδιο κάνω! Αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό μου ημερολόγιο είσαι, ό,τι θέλω γράφω! Άμα θέλουν οι άλλοι, ας φτιάξουν δικό τους ημερολόγιο. Στο δικό μου θα γράφω τα δικά μου ψυχολογικά. Άι σιχτίρ πια με τον αλτρουισμό.


Ημέρα 1η

Αγαπητό ημερολόγιο,

καλωσήρθες! Από σήμερα θα σου γράφω όλα όσα συμβαίνουν στην καθόλου πολυτάραχη ζωή μου, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεκινάω ημερολόγιο. Το έκανα άλλες δύο φορές: Μία όταν ήμουν 9 χρονών (και το παράτησα στη δεύτερη μέρα) και μία όταν ήμουν φαντάρος (και λίγο έλειψε να με στείλουν στο Στρατοδικείο). Ελπίζω εσύ να κρατήσεις περισσότερο.

Σήμερα, που λες, ήταν η πρώτη μου μέρα στη δουλειά. Είμαι πλέον υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Μη ν0μίζεις πως το επιδίωξα, άλλα σπούδασα εγώ. Αλλά είναι αυτή η ρουφιάνα η κρίση, που με ανάγκασε να παρατήσω τις προσπάθειές μου να βρω κανονική δουλειά και να βολευτώ με μία προσωρινή. Part time θα δουλεύω, τίποτα το ιδιαίτερο. 200 ευρώ θα βγάζω, ένα χαρτζιλίκι για να ξαλαφρώσω λίγο τους γονείς μου, που με πληρώνουν ακόμα, 25 χρόνια μετά τη γέννησή μου. Και είναι και μια ευκαιρία να ξεσκουριάσω λίγο, μετά από 7 μήνες στην ανεργία.

Σήμερα δεν έκανα και πολλά πράγματα. Απλά το νέο μου αφεντικό μού έκανε μια ξενάγηση στον χώρο (που δεν κράτησε και πολύ, γιατί το μαγαζί είναι πολύ μικρό) και γενικά η δουλειά μου σήμερα ήταν να κοιτάζω τους άλλους να δουλεύουν. Οι «άλλοι» είναι δύο κοπέλες, οι οποίες δουλεύουν full time και ουσιαστικά ο ρόλος μου είναι να τις καλύπτω στα ρεπό τους. Σαν να λέμε, ο μπαλαντέρ που «κλείνει» την τελευταία τριάδα στο κουμ καν. Αλλά όχι και τόσο σημαντικός όσο ο μπαλαντέρ.

Λοιπόν, υποθέτω ότι αύριο θα έχω περισσότερα να σου γράψω. Επιστρέφω με περισσότερα νέα.

Ημέρα 2η

Αγαπητό ημερολόγιο,

το πρωί κοιμήθηκα καλά, περιμένοντας ότι θα κουραζόμουν το απόγευμα στη δουλειά. Αλλά τελικά δε χρειαζόταν. Η κούραση της δουλειάς σήμερα δεν ήταν σωματική, αλλά πνευματική. Γιατί η ορθοστασία αντέχεται, αλλά η υπερφόρτωση του εγκεφάλου με άχρηστες πληροφορίες δεν είναι το ίδιο υποφερτή.

Ναι, το ξέρω. Έτσι είναι σε κάθε καινούργια δουλειά. Πρέπει συνέχεια να μαθαίνεις καινούργιες πληροφορίες: Πώς λένε τον συνάδελφό σου, πού είναι η τουαλέτα και τέτοια. Αλλά αυτές οι πληροφορίες είναι υπερβολικά πολλές για να χωρέσουν σε μια ή δύο μέρες. Άσε που οι περισσότερες από αυτές τις πληροφορίες είναι άχρηστες. Για παράδειγμα: Σήμερα έμαθα πού έχουμε τα ψαλίδια, τις ξύστρες, τα λαστιχάκια, τους συνδετήρες και διάφορα άλλα αντικείμενα (μα πόσα μπορούν τέλος πάντων να χωρέσουν σε ένα τόσο μικρό μαγαζί;;;), έμαθα πώς να βγάζω καλές φωτοτυπίες, έμαθα πότε πρέπει να κατεβάζω το ρολό για να μην πέφτει ο ήλιος πάνω στη βιτρίνα και ξεβάφει τις σχολικές τσάντες, έμαθα πώς δουλεύει η ταμειακή μηχανή. Και αυτή είναι μόνο η αρχή. Έχω πολλά να μάθω ακόμα. Και αναρωτιέμαι πού θα τα βάλω όλα αυτά. Άραγε υπάρχει ακόμα ελεύθερος χώρος στη μνήμη μου για τέτοιες λεπτομέρειες ή θα αρχίσει ο εγκέφαλός μου να διαγράφει άλλες, πιο χρήσιμες μνήμες για να γράψει τις καινούργιες; Ελπίζω να γίνει το πρώτο.

Κατά τάλλα, τίποτα. Δεν εξυπηρέτησα πελάτη ακόμα. Καλύτερα. Το φοβάμαι λίγο αυτό, για να πω την αλήθεια. Είμαι από τη φύση μου ντροπαλός, και δεν ξέρω πώς θα καταφέρω να το ξεπεράσω αυτό για χάρη της νέας μου δουλειάς. Στην προηγούμενη δουλειά μου (που δεν ήταν ακριβώς «δουλειά», αλλά μια τρίμηνη πρακτική που κατέληξε σε επτάμηνο χόμπι, αφού δεν πληρωνόμουν) τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: Καθόμουν όλη τη μέρα μπροστά σε μία οθόνη και έγραφα. Καμία επαφή με ανθρώπους, πλην των λιγοστών συναδέλφων μου. Τώρα είναι αλλιώς: Δεν κάθομαι σε υπολογιστή (αλλά στέκομαι όρθιος, καθώς δεν υπάρχει μέρος για να καθήσω – μάλλον εσκεμμένα) και θα είμαι συνεχώς σε επαφή με κόσμο. Έχω λίγο τρακ γι’αυτό, αλλά πιστεύω ότι θα το ξεπεράσω. Ή τουλάχιστον το ελπίζω.

Αύριο θα δουλεύω όλη μέρα, γιατί μία από τις κοπέλες έχει ρεπό, το τελευταίο της πριν αρχίσει η σχολική χρονιά και πλακωθούμε όλοι στη δουλειά. Ευκαιρία να μάθω καλά το μαγαζί, ώστε να αρχίσω να αξίζω τα λεφτά που θα παίρνω. Ελπίζω να τα παίρνω, δηλαδή. Ποιος ξέρει;

Ημέρα 3η

Αγαπητό ημερολόγιο,

πολλή κούραση σήμερα. Εκτάκτως, ευτυχώς. Δούλεψα σχεδόν όλη τη μέρα, με ένα διάλειμμα από τις 2.30 ως τις 5. Τα πόδια μου δεν τα νιώθω από τα γόνατα και κάτω. Πάλι καλά που εγώ είμαι part time και δεν θα συμβαίνει συχνά αυτό. Από την άλλη, γι’αυτό πληρώνονται τα τετραπλάσια από μένα οι κοπέλες του μαγαζιού. Αλλά αξίζει; Δεν ξέρω.

Σήμερα εξυπηρέτησα και την πρώτη μου πελάτισσα! Ναι, έγινε κι αυτό! Οι άλλες κοπέλες ήταν απασχολημένες, κι έτσι έπρεπε εγώ να την εξυπηρετήσω. Πήρα μια βαθιά ανάσα και την πλησίασα – ούτε ραντεβού να ήθελα να της ζητήσω! Την καλησπέρισα με το πιο γλυκό μου χαμόγελο (για την ακρίβεια, το χαμόγελο που θα είχε ένας άντρας που μόλις είχε πηδήξει την Αντζελίνα Τζολί) και τη ρώτησα αν μπορούσα να τη βοηθήσω. «Μια κάρτα θέλω», μου είπε ευγενικά, κοιτώντας τις κάρτες που έχουμε στο μαγαζί για όλες τις περιστάσεις: Γενέθλια, γάμοι, βαφτίσεις, κηδείες, τα πάντα. Πάνω στο τρακ μου, της είπα: «Για ποιο πράγμα;». Νομίζω ότι θα μπορούσα να πω κάτι πιο ευγενικό, και μετά που το είπα στην άλλη κοπέλα έβαλε τα γέλια. Αλλά ευτυχώς η πελάτισσα δεν το πήρε στραβά. Τελικά ήθελε μια κάρτα για έναν γάμο. Της πρότεινα μία λουσάτη, με ένα ωραίο σχέδιο, αντί για μία απλή, με μία ανθοδέσμη που έγραφε «να ζήσετε». Της άρεσε, και τελικά πήρε αυτήν. Και αυτή ήταν η πρώτη μου πώληση. Εντάξει, μπορεί στην τεχνική να ήμουν κάτω απ’τη βάση, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το επιθυμητό. Αυτό δε μετράει;

Σχεδόν όλη την υπόλοιπη μέρα μάθαινα καινούργιες άχρηστες πληροφορίες. Το αφεντικό με έβαλε να κοιτάζω παντού γύρω μου, για να εξοικειωθώ με τον χώρο και να μάθω πού βρίσκονται τα προϊόντα. Για αρκετή ώρα στριφογύριζα άσκοπα στο μαγαζί, ανοίγοντας συρτάρια, ντουλάπια, προθήκες και εξετάζοντας προσεκτικά τα ράφια. Μετά από λίγο, ήρθε η ώρα του τεστ: Το αφεντικό με ρωτούσε πού βρίσκονται διάφορα αντικείμενα που πουλάμε. Με ρώτησε για γύρω στα δέκα αντικείμενα, και τα βρήκα όλα. Πάντα ήμουν καλός στα τεστ, ειδικά στα τεστ παρατηρητικότητας. Νομίζω ότι τον εξέπληξα. Γουαου!

Επίσης, σήμερα έβγαλα φωτοτυπίες. ΠΟΛΛΕΣ φωτοτυπίες. Μονές, διπλές, τρίδιπλες, βιβλία, ταυτότητες, τετράδια, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Δεν ήξερα καν ότι μπορείς να κάνεις τόσα πράγματα με ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα. Επίσης, δεν ήξερα ότι κάνει τόση ζέστη όταν περνάς δύο ώρες πάνω από ένα φωτοαντογραφικό μηχάνημα, αλλά το έμαθα κι αυτό. Ίδρωσα, αλλά το έμαθα.

Αύριο είναι Σάββατο, που σημαίνει ότι θα δουλέψω μέχρι τις 3 το μεσημέρι. Ελπίζω να έχω πολλά να σου πω.

(συνεχίζεται…)


22082009251(Χολαργός, κοντά στα σύνορα με την Αγία Παρασκευή. Τα παιδιά της περιοχής θα κάνουν φέτος μαύρα Χριστούγεννα…)

03082009240

(Αγία Παρασκευή, έξω από ένα κατάστημα με ρούχα. Ευτυχώς, εγώ έχω μίζερο κορμί.)

03082009241

(- Τι είναι πράσινο και σε χαιρετάει;

– Δεν ξέρω, τι;

– Η κολώνα της ΔΕΗ!

– Μα η κολώνα της ΔΕΗ δεν είναι πράσινη!

– Ναι, αλλά σε χαιρετάει!)


1. Ο Λουκάς Βύντρα γεννήθηκε στην Τσεχία, αλλά είναι διεθνής με την Εθνική Ελλάδος. Μάλιστα, έχει αγωνιστεί και στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών, εκπροσωπώντας την Ελλάδα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου γεννήθηκε στην Αμερική, αλλά είναι πολιτικός στην Ελλάδα. Μάλιστα, έχει εκλεγεί πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, εκπροσωπώντας την Ελλάδα.

2. Ο Λουκάς Βύντρα αγωνίζεται σαν δεξί μπακ που προωθείται, αλλά συχνά παίζει και στο κέντρο της άμυνας (και σπάνια αριστερά).

Ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίζεται σαν αριστερό μπακ που προωθείται, αλλά συνήθως παίζει στο κέντρο του πολιτικού φάσματος (και ενίοτε και δεξιά).

3. Ο Λουκάς Βύντρα σε κάθε γκάφα που κάνει ακούει τα εξ αμάξης από τους οπαδούς του Παναθηναϊκού.

Ο Γιώργος Παπανδρέου σε κάθε γκάφα που κάνει ακούει τα εξ αμάξης από τους οπαδούς του Βενιζέλου.

4. Σύμφωνα με φήμες που ακούγονται, ο Λουκάς Βύντρα είναι βασικός στον Παναθηναϊκό επειδή η γυναίκα του έχει συγγένεια με τον Γιάννη Βαρδινογιάννη.

Σύμφωνα με την κοινή λογική, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι πρόεδρος στο ΠΑΣΟΚ επειδή ο ίδιος έχει συγγένεια με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

5. Όταν στον Παναθηναϊκό δόθηκε η ευκαιρία να στείλει τον Λουκά Βύντρα στη Χέρτα Βερολίνου, οι «πράσινοι» αποφάσισαν να τον κρατήσουν στην ομάδα.

Όταν στο ΠΑΣΟΚ δόθηκε η ευκαιρία να στείλει τον Γιώργο Παπανδρέου σπίτι του, οι «πράσινοι» αποφάσισαν να τον κρατήσουν στην προεδρία.

6. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, μετά από το ματς του Παναθηναϊκού με την Ατλέτικο Μαδρίτης, ο κόσμος ψήφισε για πρώτη φορά ως καλύτερο παίκτη τον Λουκά Βύντρα (!).

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, μετά από τις φήμες για πρόωρες εκλογές, ο κόσμος ψήφισε για πρώτη φορά ως καταλληλότερο πρωθυπουργό τον Γιώργο Παπανδρέου (!).

7. Τον χειμώνα του 2004 ήρθε για τον Λουκά Βύντρα η μεγάλη στιγμή της ποδοσφαιρικής του καριέρας, όταν έγινε παίκτης του Παναθηναϊκού – που να ήξερε τι τον περίμενε…

Τον χειμώνα του 2004 ήρθε για τον Γιώργο Παπανδρέου η μεγάλη στιγμή της πολιτικής του καριέρας, όταν έγινε αρχηγός του ΠΑΣΟΚ – πού να ήξερε τι τον περίμενε…

8. Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού θα θυμούνται τον Λουκά Βύντρα για τα δύο γκολ που πέτυχε τον Φεβρουάριο του 2009 κόντρα στον ΠΑΟΚ , τα πρώτα του με τον Παναθηναϊκό.

Οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ θα θυμούνται τον Γιώργο Παπανδρέου για τις δύο εσωτερικές νίκες που πέτυχε το 2004 κόντρα στα λευκά και το 2007 κόντρα στον Βενιζέλο, τις πρώτες του με το ΠΑΣΟΚ.

9. Ο Λουκάς Βύντρα έγινε βασικός στον Παναθηναϊκό όταν έφυγε από την ομάδα ο (σαφώς ικανότερος) Γιούρκας Σεϊταρίδης.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έγινε πρόεδρος στο ΠΑΣΟΚ όταν έφυγε από την προεδρία ο (σαφώς ικανότερος) Κώστας Σημίτης.

10. Οι πολέμιοι του Λουκά Βύντρα τον κατηγορούν, όχι ότι δεν είναι φιλότιμος και δεν προσπαθεί για το καλό της ομάδας, αλλά ότι δεν μπορεί να προσφέρει, γιατί δεν είναι ικανός ποδοσφαιριστής.

Οι πολέμιοι του Γιώργου Παπανδρέου τον κατηγορούν, όχι ότι δεν είναι φιλότιμος και δεν προσπαθεί για το καλό της παράταξης, αλλά ότι δεν μπορεί να προσφέρει, γιατί δεν είναι ικανός πολιτικός.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ

Αν ο Λουκάς Βύντρα προτεινόταν από οποιονδήποτε προπονητή του Παναθηναϊκού για αρχηγός της ομάδας, οι οπαδοί του Παναθηναϊκού θα εξεγείρονταν και θα τα έκαναν γυαλιά-καρφιά στην Παιανία.

Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου προτάθηκε από τον Κώστα Σημίτη για αρχηγός του κόμματος, οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ ενθουσιάστηκαν και του επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στην Χαριλάου Τρικούπη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Είτε οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, είτε οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ έχουν λάθος. Αλλά ποιοι;


Ένα κλασικό αμερικάνικο ανέκδοτο, που κυκλοφορεί πολλά χρόνια πριν από αυτήν την τελευταία οικονομική κρίση, είναι το εξής:

– Ποιες είναι οι λέξεις που λέει πιο συχνά ένας απόφοιτος ____(προσθέστε σχολή της αρεσκείας σας)_________ όταν πιάνει δουλειά;

– «Θέλετε και πατάτες;»

Αυτό ακριβώς ισχύει για πολλούς κλάδους, και οπωσδήποτε για τον δικό μου, τη δημοσιογραφία. Και αυτό περίπου συμβαίνει και σε μένα αυτόν τον καιρό, εξ ου και η πολυήμερη απουσία μου από τη blogόσφαιρα. Αυτές είναι οι αδικίες του κόσμου: Όλοι οι άλλοι bloggers άφησαν τα blogs τους για να πάνε διακοπές, κι εγώ το άφησα για να πάω να δουλέψω!

Τουλάχιστον, εγώ δε χρειάστηκε να πιάσω δουλειά στα McDonald’s για να βγάλω τα προς το ζην. Βρήκα κάτι πιο κοντά στο στυλ μου: Ένα βιβλιοπωλείο. Όπως καταλαβαίνετε, η περίοδος που διανύουμε είναι η πιο κουραστική για έναν υπάλληλο βιβλιοπωλείου, καθώς τα σχολεία ανοίγουν σε 10 μέρες και τα παιδάκια τραβολογάνε τους γονείς τους για να αποκτήσουν καινούργιες τσάντες, κασετίνες, μολύβια, ξύστρες, γόμες και ό,τι άλλο τους γυαλίσει εκείνη την ώρα. Και μαντέψτε ποιος πρέπει να είναι όλη τη μέρα stand by για να εξυπηρετήσει τα κακομαθημένα…Ναι, εγώ είμαι αυτός!

Επειδή θέλω πάντα να βλέπω τη φωτεινή πλευρά της ζωής (να’ναι καλά οι Μόντι Πάιθον), δε θα σταθώ στην κούραση και στον τεράστιο όγκο των άχρηστων πληροφοριών που έχω φορτωθεί την τελευταία εβδομάδα, αλλά θα σας πω το θετικό: Από αυτή τη δουλειά σίγουρα θα βγουν πολλές ιστορίες για να έχω να λέω εδώ πέρα. Για την ακρίβεια, ήδη έχουν βγει. Θα μπορούσα να σας πω για τα κοριτσάκια που τσιρίζουν χωρίς λόγο και αιτία και δεν ξέρεις αν χαίρονται ή κλαίνε. Ή για τους απόστρατους αξιωματικούς που ζητούν τις φωτοτυπίες τους με το ίδιο αυστηρό ύφος που θα είχαν παλιότερα, όταν έβλεπαν ένα κωλοφάνταρο να «διαβάζει» το Playboy στη σκοπιά. Ή για τον αλβανικής καταγωγής κύριο που ήρθε να βγάλει φωτοτυπία το διαβατήριό του γιατί, μετά από 20 χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, θεωρείται ακόμα ξένος στη χώρα που μεγάλωσε και πρέπει κάθε τόσο να ανανεώνει τα χαρτιά του. Ή για τον ημίτρελο τύπο που ήρθε να εκτυπώσει το μανιφέστο του για έναν καλύτερο κόσμο, που δεν θα τον κυριεύουν οι εξωγήινοι. Ή για την «κατάσκοπο» που ήρθε από αντίπαλο βιβλιοπωλείο για να διερευνήσει τις τιμές του δικού μας και να ρυθμίσει ανάλογα και τις δικές της. Αλλά θα τις κρατήσω για τη συνέχεια, να τις βάλω μαζί με τις υπόλοιπες που θα βγουν στην πορεία. Με βλέπω να γράφω best seller: «Τα απομνημονεύματα ενός βιβλιοπώλη». Γουαου.

Όσο για το blog; Ε, πιστεύω ότι όταν επιστρέψει ο υπολογιστής μου από το service και όταν επιστρέψει η σύνδεση στο κινητό μου (που είναι κομμένη εδώ και δύο βδομάδες), τότε θα επιστρέψω κι εγώ κλασικά και καθημερινά στο blog μου. Και ελπίζω αυτό να γίνει σύντομα, γιατί ο εγκέφαλός μου έχει μπουκώσει: Από τη μία οι αμέτρητες άχρηστες πληροφορίες που συσσωρεύονται, από την άλλη οι ιδέες που μου έρχονται και δεν έχω πού να τις αφήσω, και αναγκαστικά μένουν εκεί και σαπίζουν. Πώς το’λεγαν οι Τρύπες; «Στροβιλίζομαι απ’τη μια άκρη στην άλλη μ’ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι». Ε, εγώ στροβιλίζομαι απ’τη μια άκρη στην άλλη μ’ένα κεφάλι γεμάτο σκουπίδια. Και δε βλέπω και κάδο πουθενά εδώ κοντά, και θα βρωμίσουμε.

Και τώρα επιστρέφω στη δουλειά μου – οι ώρες της τεμπελιάς μου είναι μετρημένες, και μόλις τελείωσαν. Έχω πολλά κακομαθημένα και πολλούς παράξενους γέρους που περιμένουν να εξυπηρετηθούν. Δεν προλαβαίνω!