Δεκέμβριος 2013



Λένε πως όταν ένα έτος φτάνει στο τέλος του, βλέπεις όλη τη χρονιά να περνάει μπροστά από τα μάτια σου. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Ή κάτι εντελώς άσχετο, και αυτό που έγραψα τώρα απλά το επινόησα. Ναι, μάλλον αυτό το τελευταίο είναι, γιατί δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, δε θυμάμαι απολύτως τίποτα που να συνέβη τον Ιανουάριο, το Φεβρουάριο, το Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Μετά, αν ζοριστώ πολύ, κάτι θα θυμηθώ από Μάιο, και από Ιούνιο και μετά τα έχω πιο πρόσφατα. Αν έβλεπα όλη τη χρονιά να περνάει μπροστά από τα μάτια μου, το πρώτο μισό της ταινίας θα ήταν διαφημίσεις.

Γενικά, δε θα ‘λεγες ότι είμαι και ο ιδανικός άνθρωπος για να με βάλει κανείς να κάνω ανασκόπηση στο 2013. Δεν είμαι εγώ για να γράφω άρθρα του τύπου “οι 20 μεγαλύτερες στιγμές της χρονιάς”, “οι 50 άνθρωποι που σημάδεψαν το 2013”, “100 ταξίδια που έπρεπε να έχετε κάνει το 2013 αλλά -αχ τι μαλάκες που είστε- δεν τα κάνατε”, “η λίστα με τα 200 πράγματα που προλαβαίνετε να κάνετε πριν τελειώσει η χρονιά” και τέτοια. Εγώ με το ζόρι μπορώ να σου κάνω μια ανασκόπηση της ημέρας, κι αυτό αν τύχει να θυμάμαι τι έφαγα το μεσημέρι.

Αυτό το παθαίνω συνέχεια με τις ταινίες. Μία μέρα αφού δω μία ταινία τα θυμάμαι όλα. Δύο εβδομάδες μετά έχω ξεχάσει τις λιγότερο σημαντικές σκηνές. Μετά από ένα μήνα έχω ξεχάσει και κάποιες από τις πιο σημαντικές σκηνές. Στο τρίμηνο θυμάμαι μόνο ποιοι ηθοποιοί έπαιζαν και ποιο ήταν το τέλος. Στο εξάμηνο θυμάμαι μόνο ποιοι ηθοποιοί έπαιζαν. Και στο χρόνο πάνω, βλέπω την ταινία στο IMDB και αναρωτιέμαι πώς και δεν την έχω δει ακόμα.

Τι θα μου μείνει, λοιπόν, από το 2013; Νομίζω ότι θα ήμουν άδικος αν δεν παραδεχόμουν πως το 2013, προσωπικά για μένα, ήταν το πρώτο έτος μετά από χρόνια (τουλάχιστον πέντε χρόνια, με έναν πρόχειρο υπολογισμό) που δε μου βγάζει αυτό το πικρό “κάθε πέρσι και καλύτερα” που βασανίζει τους περισσότερους από μας κάθε χρόνο. Φέτος ανήκω στη μειοψηφία. Όχι, δεν κέρδισα το λαχείο, ούτε κατάφερα να πηδήξω τη Μόνικα Μπελούτσι – αν και όταν χώρισε με τον Βενσάν Κασέλ αναπτερώθηκαν οι ελπίδες μου. Κι εγώ δύσκολα τα φέρνω βόλτα, κι εγώ παλεύω με τον κακό μου εαυτό και συνήθως χάνω με διαφορά, κι εγώ σκατά περνάω στην τελική, αν κάνω το λάθος και συγκρίνω το σήμερα με το 2004, ας πούμε.

Αν όμως το συγκρίνω με το μέσο όρο σήμερα, οπωσδήποτε είμαι πιο πάνω. Έχω δουλειά, έχω μία ζωή που ακροβατεί πάνω από το όριο της επιβίωσης, έχω τα απολύτως βασικά, που συνίστανται στο να πληρώνεις τους λογαριασμούς και τους φόρους, να μπορείς να αγοράσεις το φαγητό του μήνα, και να φοράς το ίδιο φούτερ που φορούσες στο Λύκειο επειδή δε σου περισσεύουν χρήματα για να πάρεις καινούργια ρούχα.

Getting away with it all messed up. That’s the living.

Όσο και να το θέλω κατά βάθος, φέτος δεν μπορώ να γκρινιάξω. Και αυτό με κάνει να θέλω να γκρινιάξω ακόμα περισσότερο. Γιατί στο τέλος κάθε χρόνου παραδοσιακά γκρινιάζω για όλα τα στραβά του έτους και γκρινιάζω προκαταβολικά για τα στραβά του επόμενου έτους που αναπόφευκτα θα έρθουν, γιατί σε αυτή τη χώρα τίποτα δε λειτουργεί σωστά, που πήγατε και μου ψηφίσατε Σαμαρά και τώρα γκρινιάζετε κι εσείς για τα χάλια σας, μη γαμήσω το δικαίωμα στην ψήφο σας που έχετε μούτρα και μιλάτε γαμώ τον Αντίχριστό σας μέσα.

Τελικά, τι θα θυμάμαι από το 2013; Ότι ήταν μία ακόμα χρονιά ύφεσης (έχω χάσει πια το λογαριασμό, δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχουμε φτάσει, αλλά ελπίζω τουλάχιστον να κυνηγάμε κάποιο ρεκόρ), από την οποία επιβίωσα με λιγότερα ορατά σημάδια απ’ όσα φοβόμουν. Τα αόρατα θα τα δούμε στην πορεία, όταν αποφασίσουν να εμφανιστούν – δεν μπορούμε να αγχωνόμαστε και γι’ αυτά.

Το 2013 ήταν ένα έτος καταστροφής, κι εγώ βγαίνω από αυτό πιο δυνατός απ’ ό,τι ήμουν όταν μπήκα. Αυτό είναι κατόρθωμα. Και αυτό είναι που αξίζει να θυμάμαι από το 2013: I got away with it all messed up. That’s the living. Αυτό είναι το τραγούδι μου για το 2013, το τελευταίο έτος μου πριν πατήσω τα 30.

Πέρυσι είχα διαλέξει ένα άλλο τραγούδι για το 2012: Το “Είναι Δύσκολα να Στέκεσαι Όταν Τρέχει ο Χρόνος”. Κι αυτό ισχύει ακόμα, ο χρόνος με παρασέρνει στα 30 κι εγώ προσπαθώ όλο και λιγότερο να του πάω κόντρα.

Για το 2014 δεν έχω ευχές να κάνω. Δεν πιστεύω στις ευχές, σε καμία ευχή, από την καλημέρα και την καλή χρονιά μέχρι τα χρόνια πολλά και τα “πολύχρωμος κι εντοιχισμένος”. Πιστεύω μόνο στους εαυτούς μας. Εμείς είμαστε οι ευχές μας.

2014, bring it on. Σε περιμένουμε ήδη. Χωρίς ευχές. Μόνο με ελπίδες.

Advertisements

Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να επανακαταλάβω αυτό το blog. Όχι σαν το Σαμαρά που έλεγε ότι θα επανακαταλάβει τις πόλεις από τους κακούς μετανάστες και μετά άφησε τη δουλειά στους χρυσαυγίτες – εγώ θα το επανακαταλάβω μόνος μου.

Όταν ξεκίνησα αυτό το blog, έγραφα για μένα. Κάπου στην πορεία, έπαψα να γράφω για μένα και άρχισα να γράφω για τους άλλους. Κάποια εσωτερική ανάγκη ή κάποια εξωτερική επιταγή με έπεισε ότι αυτό που πρέπει να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω για τους άλλους και όχι για μένα. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος, αλλά για να θέλω να επανακαταλάβω το blog μου, μάλλον λάθος θα ήταν. Φαντάζομαι πως θα κοιτάζω κάποια κείμενά μου στο μέλλον και, σαν τους παππούδες που κοιτάζουν τις νεανικές τους φωτογραφίες, θα τα αποκηρύσσω και θα προσπαθώ να τα σβήσω από παντού, ακόμα και από τα κεφάλια αυτών που τα διάβασαν.

Κάτι με έχει πιάσει τελευταία, μία ανάγκη για απολογισμό. Μπορεί να φταίει που αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι για μένα τα τελευταία με τον αριθμό «2» μπροστά στην ηλικία μου, μια και τα 200 δε βλέπω να τα φτάνω. Και με σιχαίνομαι που το σκέφτομαι αυτό, γιατί πάντα έλεγα ότι οι αριθμοί είναι κάτι που μόνοι μας εφηύραμε αυθαίρετα, και μόνοι μας τους δώσαμε το νόημα που τους δίνουμε, και μόνοι μας ανησυχούμε και ζοριζόμαστε με τους αριθμούς που βλέπουμε να μας προσπερνούν, και τρέχουμε κι εμείς να τους προλάβουμε, λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια, και όταν είμαστε πια πολύ κουρασμένοι για να τρέξουμε κοντοστεκόμαστε και συνειδητοποιούμε ότι τόσο καιρό τρέχαμε πίσω από ένα φάντασμα, όμως είναι πια αργά για να γυρίσουμε πίσω, και μετά γινόμαστε κι εμείς φαντάσματα και περιμένουμε να τρέξουν οι άλλοι από πίσω μας, αλλά δεν μπορούμε πια να τους δούμε.

Νιώθω πως πρέπει να απολογηθώ στον εαυτό μου για πολλά πράγματα, όπως το ότι κάθε χρόνο του υπόσχομαι ότι θα στείλω σε όλους μου τους φίλους μηνύματα και θα τους πω ότι δε γιορτάζω την ονομαστική μου εορτή γιατί αφενός είμαι άθεος και αφετέρου, και θρήσκος να ήμουν, ειλικρινά δε βλέπω το λόγο να γιορτάζω για ένα όνομα που ούτε καν επέλεξα μόνος μου, και να τους πω ότι αν θέλουν να μου στείλουν ευχές ή δώρα να πάνε να τα καταθέσουν στους Γιατρούς του Κόσμου που στο κάτω-κάτω τα χρειάζονται κιόλας, αλλά δεν τοο κάνω ποτέ.

Να απολογηθώ για όλα αυτά που δεν έκανα και δε θα κάνω πριν γίνω 30, αν και είδαμε που κατέληξαν και αυτοί που μας καθοδηγούσαν για το ποια είναι αυτά τα πράγματα (ναι Πέτρο, εσένα λέω). Φαντάσου δηλαδή τι θα κάνω στη μετάβαση από τα 30 στα 40, στους ψυχολόγους θα τρέχω. Η αλήθεια είναι πως το 2013 ήταν η καλύτερα χρονιά για μένα εδώ και πολλά χρόνια, κι αυτό εν μέσω της χειρότερης χρονιάς της Ελλάδας εδώ και πολλές δεκαετίες. Δηλαδή πώς έχω το θράσος να μην είμαι ικανοποιημένος από τη ζωή μου όταν υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που πεθαίνουν από μαγκάλια επειδή δεν έχουν λεφτά για ρεύμα ή πετρέλαιο να ζεσταθούν; Δηλαδή τι να πει το κοριτσάκι που δεν έφτασε καν τα 30 (ποια 30, ούτε καν τα 15), τα παιδιά που μεγαλώνουν στο σκοτάδι και το κρύο, το 30% των ανέργων που δεν τους φτάνει που δεν έχουν δουλειά, αλλά πρέπει και να γεννήσουν λεφτά για να πληρώσουν τους αμέτρητους φόρους, τους ασθενείς που δεν μπορούν να πληρώσουν τα φάρμακά τους – αυτά είναι προβλήματα ρε μπαγλαμά, όχι το ότι σε λίγους μήνες θα μεγαλώσεις ένα χρόνο μέσα σε μια μέρα. Άλλοι ζουν λιγότερες μέρες από τα χρόνια σου.

Είναι τόσο μικροαστικό που με μισώ και μόνο που σκέφτηκα κάτι τέτοιο. Αλλά το σκέφτηκα, τι να κάνω. Κρύβω κι εγώ μέσα μου έναν τρομαγμένο μικροαστό που παλεύει να κρατηθεί από μια ιδιοκτησία και μια ασφάλεια, και παρά το ξύλο που έχει φάει από τον αναρχικό μέσα μου, επιμένει και υπάρχει. Και να που πετάει κεφάλι, και ο αναρχικός κάθεται και γράφει μαλακίες στο Twitter αντί να του πετάξει μια μολότωφ να τον κάνει να σκάσει.

Έχω την εντύπωση ότι όσο λιγότερο χρόνο έχω στη διάθεσή μου, τόσο περισσότερο σηκώνει κεφάλι ο μικροαστός μέσα μου. Αλλιώς το φανταζόμουν αυτό το post όταν το πρωτοσκεφτόμουν, πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες. Αλλά καθώς περνούσαν οι μέρες και εγώ δεν έκανα τίποτα άλλο από το να δουλεύω και να κοιμάμαι (και φυσικά όχι με αναλογία 1:1), μου βγήκε πολύ μικροαστικό, πολύ Nitro. Νόμιζα ότι το αντίθετο συμβαίνει, ότι όσο περισσότερο ελεύθερο χρόνο έχεις, τόσο πιο πολύ κουρκουτιάζει το μυαλό – αλλά αυτά τα έλεγα όταν ήμουν άνεργος και είχα ελεύθερο χρόνο 24 ώρες το 24ωρο. Το μυαλό κουρκουτιάζει όταν το πανάρεις με ρουτίνα, πολλή δουλειά και λίγο ύπνο. Αυτό είναι η «ασφάλεια» του μικροαστού: Η ρουτίνα και η δουλειά του, που τον «προστατεύουν» από τον κακό έξω κόσμο, γι’ αυτό ψήφισε ΠΑΣΟΚ και μην αφήσεις τους ακραιφνείς λαϊκιστές να σε παρασύρουν στο αντιμνημονιακό τους παραλήρημα που θα καταστρέψει τη χώρα και θα έρθουν οι κομμουνιστές να σου πάρουν το σπίτι – την «ιδιοκτησία».

Αν υπήρχε Θεός, θα του ζητούσα να μη με αφήσει να γίνω ποτέ έτσι. Αλλά μια και δεν υπάρχει (μας υποχρέωσες, κύριε), θα πρέπει να επωμιστώ εγώ αυτήν την ευθύνη.

Αναρχικόοοοοος; Μια γερή σφαλιάρα στο μικροαστό, παρακαλώ. Ευχαριστώ.