Φεβρουαρίου 2011



Αγαπητό ημερολόγιο,

κρίνοντας από τις πρώτες μου μέρες στη δουλειά, και συγκρίνοντάς τις με τον τρόπο που ζούσα σαν άνεργος, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν είχε καμία πρόθεση να μας βάλει να δουλεύουμε όταν μας δημιούργησε. Βλέπεις, μας δημιούργησε σε έναν Παράδεισο, με την προοπτική να καθόμαστε όλη μέρα, να παίζουμε με τα ζώα και να τρώμε φρούτα και ψάρια, κι όχι να ταλαιπωρούμαστε όλη μέρα μπροστά από έναν υπολογιστή, ή ένα αυτοκίνητο, ή μία οικοδομή, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η μαλακία είναι ότι πήγαμε κόντρα στον κατασκευαστή μας, τρώγοντας το γαμημένο το μήλο, και άρα κόντρα στη φύση μας, και γι’αυτό είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πράγματα που δε μας είναι φυσικά για να επιβιώσουμε. Ή τουλάχιστον αυτή είναι μία αιρετική, αστήριχτη, χριστιανικής εμπνεύσεως θεωρία που μόλις επινόησα, και εδώ που τα λέμε δεν είναι λιγότερο σοβαρή από κάτι θεότρελες «επιστημονικές» απόψεις που ακούς πού και πού.

Η θεωρία μου, λοιπόν, είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι προορισμένος να δουλεύει. Η δουλειά, τα λεφτά, η κοινωνική καταξίωση και όλες αυτές τις μαλακίες είναι απλά κοινωνικά κατασκευάσματα, που κάποιο καταχθόνιο, σαδιστικό ανθρώπινο μυαλό επινόησε για να κάνει δύσκολες τις ζωές όλων των ανθρώπων που θα ζήσουν στον πλανήτη μέχρι τον πυρηνικό πόλεμο που θα μας εξοντώσει όλους. Και όχι απλά τα επινόησε, αλλά τα επέβαλε κιόλας – καλοί μαλάκες ήταν κι αυτοί που τα δέχτηκαν με ενθουσιασμό, νομίζοντας ότι θα έκαναν τη ζωή τους καλύτερη. Πού να ήξεραν τι τους (και μας) περίμενε.

Ξέρω τι θα μου πεις: Ότι αν τα σκέφτομαι αυτά από την δεύτερη εβδομάδα στη δουλειά, τι να πει και ο Χ μεροκαματιάρης, που δουλεύει 35 χρόνια σερί, και βλέπει τον εαυτό του σε δέκα χρόνια συνταξιούχο, με μία σύνταξη της πείνας και τον φρικτό θάνατο να φαίνεται ευχάριστη αλλαγή από την εφιαλτική ζωή του. Σύμφωνοι, είμαι μικρός ακόμα, και νιούφης στη δουλειά. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην γκρινιάζω. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για να μην γκρινιάζεις για οτιδήποτε. Η γκρίνια είναι ζωή, και η ζωή δίνει τόσες λαβές για γκρίνια, που είναι σαν να σε ενθαρρύνει να γκρινιάξεις. Γιατί να της χαλάσω το χατίρι;

Μιλώντας συγκεκριμένα για τη δουλειά μου, δεν μπορώ να έχω παράπονο. Οι συνάδελφοί μου είναι ευχάριστοι, οι αρμοδιότητές μου είναι τόσες πολλές που δε βαριέμαι ποτέ, το ωράριο είναι σχετικά φυσιολογικό – το Internet είναι το μόνο που με κάνει να θέλω να γκρινιάξω, γιατί σέρνεται σαν τετραπληγικός βραδύποδας με αρθριτικά, αλλά υποθέτω ότι δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Φαντάζομαι ότι σε λίγες εβδομάδες θα έχω απηυδήσει από την κατάσταση και θα βρίζω τον πάροχο νυχθημερόν, εκτονώνοντας τη δεδομένη ανάγκη μου για ανελέητη γκρίνια. Για την ώρα, προτιμώ να γκρινιάζω για τον θεσμό της εργασίας γενικότερα, παρά για τη δική μου δουλειά.

Επίσης, αν θέλω να γκρινιάξω (που θέλω, προφανώς) θα κάνω μία αναφορά και στις απεργίες των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Ξέρεις, γενικά είμαι υπέρ των απεργιών. Ναι, σε αδικούν, σου πίνουν το αίμα, οπότε κάνεις κι εσύ το μόνο που μπορείς: Δεν πηγαίνεις στη δουλειά σου, στερώντας τις (όχι πάντα) πολύτιμες υπηρεσίες σου από το κράτος και τους πολίτες. Λογικό. Κι ας ταλαιπωρηθούμε και εμείς οι υπόλοιποι λίγο, δεν πειράζει, σκέφτεσαι «τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα αυτοί που διεκδικούν τα δικαιώματά τους», αρκεί να είναι δίκαια τα αιτήματά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, τα αιτήματα δεν είναι καθόλου δίκαια, και γι’αυτό οι αλητεσλερεσεργατοπατέρες δεν έχουν την παραμικρή στήριξη από τον κόσμο. Όχι μόνο επειδή τον ταλαιπωρούν, αλλά επειδή δεν συμφωνεί κανένας με τις διεκδικήσεις τους. Δηλαδή εγώ του ιδιωτικού τομέα είμαι μαλάκας που δεν παίρνω «επίδομα εκκίνησης υπολογιστή» ή «επίδομα κολατσιού πάνω στο πληκτρολόγιο με τα ψίχουλα να χώνονται κάτω από το Ctrl και να μην πατιέται μετά»; Να πας να γαμηθείς απ’όλες τις τρύπες που σου έδωσε ο θεός, βλάκα συνδικαλιστή. Κι από τον αφαλό.

Αυτά περίπου σκεφτόμουν την περασμένη Τρίτη, που είχαν όλα τα ΜΜΜ απεργία και ταλαιπωρήθηκα αφάνταστα για να πάω στη δουλειά μου και να γυρίσω μετά σπίτι (άσε που πλήρωσα 9 ευρώ ταξί, όσο θα κόστιζαν τα εισιτήριά μου για να μετακινηθώ από και προς τη δουλειά μου για τρεις μέρες – ποιος θα μου τα πληρώσει αυτά; Θα φταίω εγώ μετά να πω ότι για τρεις μέρες «δεν πληρώνω-δεν πληρώνω» εισιτήριο;). Αλλά, παραδόξως, ισχύει εδώ το «ουδέν κακόν αμιγές καλού», αφού στα πλαίσια της ταλαιπωρίας μου είπα τουλάχιστον να κάνω και μια βόλτα και να βγάλω καμιά φωτογραφία, να μην πάει χαμένος ο κόπος. Και το έκανα στα αγαπημένα μου Εξάρχεια, που όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα σου, θα δεις κάποιο σύνθημα γραμμένο. Και με αυτές τις φωτογραφίες θα σε αφήσω για σήμερα – ελπίζω να βρω το κουράγιο να σου ξαναγράψω σύντομα. Αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα.

Κλασικό, θα μου πεις, αλλά δεν το είχα στη συλλογή μου. Το είχα βγάλει παλιότερα στου Ζωγράφου, αλλά κάπου το έχασα μετά. Push the button.

Νομίζω ότι η εκδοχή "ζήτω το sex" μου αρέσει περισσότερο.

Μπα, δεν αξίζει. Δεν είχα τίποτα αξίας, ούτως ή άλλως.

Για να πω την αλήθεια, εγώ είμαι 8 ώρες στη δουλειά για μια ώρα ξάπλα στο κρεβάτι να παίζω PSP για να χαλαρώσω. Δεν το λες και γκλαμουριά.

Πόσο πολύ με εκφράζει αυτό. "Βόλτες στους δρόμους". Έτσι απλά.

Ρώτα την Πέγκυ Ζήνα, έχει τις ίδιες ανησυχίες.

Εγώ δεν είμαι ευτυχισμένος. Είμαι υπηρέτης.

Προσοχή στις λεπτομέρειες: Το Λ είναι υψωμένο στο τετράγωνο. Είναι σαλονικιώτικο "λλ".

Αυτό που ξεκίνησε σαν "αίμα και σπέρμα", κατέληξε ένα αηδιαστικό συνονθύλευμα.

Επίσης, αυτό που ξεκίνησε σαν "αίμα και σπέρμα" κατέληξε χιτ του Σάκη Ρουβά. Ακόμα πιο αηδιαστικό.

Ή εγώ είμαι βλάκας, ή αυτός που το έγραψε ήταν μαστουρωμένος, γιατί δεν καταλαβαίνω Χριστό.

Μην κάνεις σήμερα αυτό που θα μπορούσες να είχες κάνει χθες.

Atenistas, μπορείτε να σταματήσετε τις δράσεις σας. Οι πολίτες δεν θεωρούν πια την πόλη άσχημη.

Και πάνω στον γύψο, κάποιος υπέγραψε ως "ΔΝΤ".

Αυτό δεν κατάλαβα αν είναι συγκεκαλυμμένη οπαδική προπαγάνδα από Ολυμπιακούς ή αντι-οικολογικό μήνυμα.

Άσε, μια φορά πήγα σε παγοδρόμιο και έφαγα τα μούτρα μου. Δεν είναι για μένα αυτά.

Κατάλαβες, Νταίζη; "Κατάλαβα", να λες.

Ορίστε, οι ίδιες οι συνθήκες δηλώνουν απερίφραστα ότι έχουν ωριμάσει. Η Μπάγερν Μονάχου δεν ξέρω πού κολλάει.

Χεστήκαμε, τώρα βλέπουμε την Lady GaGa, που είναι ξανθιά.

Κουφάλες πλαστικοί χειρούργοι, μισές δουλειές κάνατε.

Οι άνδρες δεν κλαίνε. Μονάχα πονάνε. Τάδε έφη Μαζωνάκης.

Ένα παράξενο πράγμα, αλλά νιώθω μια φοβερή ταύτιση με αυτό εδώ.

Θα συμφωνούσε; Ή θα στριφογύριζε στον τάφο;

Advertisements

Αγαπητό ημερολόγιο,

ίσως να παρατήρησες μια μικρή αλλαγή στον τίτλο, σε σχέση με τις προηγούμενες καταχωρίσεις μου. Και ίσως να κατάλαβες και για ποιον λόγο έγινε αυτή η (μικρή, αλλά) σημαντική αλλαγή. Ίσως, πάλι, να έχεις πάρει από τον μπαμπά σου και να είσαι χαζό, οπότε θα πρέπει να σου εξηγήσω ότι το σερί που λέγαμε την προηγούμενη φορά, αυτό των 200 ημερών της ανεργίας, επιτέλους έσπασε και ως εκ τούτου ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ ΑΝΕΡΓΟΣ! Ναι, σωστά διάβασες! Περνάμε σε άλλα επίπεδα πλέον!

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Σου είχα πει ότι την περασμένη Παρασκευή, πριν μία εβδομάδα δηλαδή, είχα βγει σε ένα μπαρ στο κέντρο για ένα Twitter meeting, όπου γνώρισα πολλούς (και ενδιαφέροντες) συνtweeters μου. Αυτό που δε σου είχα πει, είναι ότι εκείνο το βράδυ, όσο ήμουν ακόμα στο μπαρ, έσκασε ένα μήνυμα-βόμβα στο inbox μου, από αυτά που αν δεν προλάβεις να τα διαβάσεις εγκαίρως, έρχεται η αντιτρομοκρατική και σε αρχίζει στις ανακρίσεις. Το μήνυμα αφορούσε μία ευκαιρία για δουλειά. Την επόμενη κιόλας μέρα (καίτοι Σάββατο – φαίνεται ότι τελικά είναι πολύ περισσότεροι απ’ό,τι νόμιζα αυτοί που ΔΕΝ θεωρούν το Σάββατο μέρα αναψυχής, αλλά μέρα εργασίας) πήρα τηλέφωνο. Και τη Δευτέρα το πρωί, δέχτηκα τηλέφωνο. Με ήθελαν για συνέντευξη. Κι έτσι, την Τρίτη πήγα για συνέντευξη. Βέβαια, πήγα σε κακά χάλια: Άρρωστος, αξύριστος (ακριβώς επειδή κρύωνα και δεν μπορούσα να ξυριστώ), ιδρωμένος (επειδή αναγκάστηκα να πάω με το λεωφορείο, λόγω απεργίας του μετρό), ακούρευτος (επειδή βαριέμαι θανατηφόρα τα κομμωτήρια), γενικά χάλια. Απ’ό,τι φαίνεται, όμως, τους ενδιέφερε περισσότερο ο πλούσιος εσωτερικός μου κόσμος, κι έτσι με προσέλαβαν. Επιτόπου. Μην ακούς τις συμβουλές που λένε ότι στις συνεντεύξεις πρέπει να πηγαίνεις ξυρισμένος, γυαλισμένος, υπέρλαμπρος και λοιπά. Δεν πιάνουν. Μία φορά έκανα το αντίθετο, και βρήκα δουλειά.

Δε θα σου πω τι δουλειά είναι αυτή, γιατί έχω υποσχεθεί εχεμύθεια, και η υπόσχεση αυτή καλύπτει και το προσωπικό μου ημερολόγιο – εξάλλου, έπαθα κι έμαθα. Θα σου πω, όμως, ότι δεν έχει σχέση με τη δημοσιογραφία, αλλά ανήκει σε έναν διαφορετικό κλάδο, και είναι κάτι που δεν έχω δοκιμάσει ξανά. Είναι μια ευχάριστη αλλαγή στη ζωή μου και στην καριέρα μου, και ελπίζω να αποδειχθώ πολύ γαμάτος σε αυτό και να παραμείνω στον κλάδο.

Α, και το καλύτερο δε σου το είπα ακόμα: Όχι απλά βρήκα δουλειά, αλλά βρήκα και δουλειά με μισθό! Ξέρεις, στις μέρες μας πρέπει να πανηγυρίζεις ακόμα και για τα αυτονόητα, γιατί αυτό που για σένα είναι αυτονόητη ανάγκη, για το μελλοντικό σου αφεντικό μπορεί να είναι περιττή πολυτέλεια.

Έχω αρχίσει, που λες, από την Τετάρτη σε αυτήν τη δουλειά. Δε θα σου πω ότι είναι εύκολη, γιατί δεν είναι καθόλου εύκολη. Είναι πολύ απαιτητική και χρειάζεται να είμαι συνέχεια συγκεντρωμένος σε αυτήν όσο δουλεύω. Βέβαια, δε θα σου πω και ότι είναι κουραστική, γιατί τότε θα ήμουν προσβλητικός απέναντι στους οικοδόμους, τους οδοκαθαριστές και όλους τους χειρώνακτες εν γένει, που λιώνουν το κορμί τους για να κάνουν τη δουλειά τους, την ίδια στιγμή που εγώ λιώνω σε μία καρέκλα, μπροστά από μία οθόνη υπολογιστή. Ε, δεν είναι και το ίδιο.

Πάντως είναι ακόμα οι πρώτες μέρες, αλλά με προβληματίζει λίγο η ρουτίνα. Το πρωινό ξύπνημα που με σκοτώνει, η ταλαιπωρία με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς για να πάω μέχρι εκεί (όταν δεν απεργούν, φυσικά), οι 8 και βάλε ώρες μπροστά σε έναν υπολογιστή, μετά πάλι ταλαιπωρία με τα μέσα, ακόμα πιο ανυπόφορη αυτή τη φορά (γιατί έχεις και 8 ώρες δουλειάς από πίσω), η στιγμή που γυρίζεις στο σπίτι και συνειδητοποιείς ότι νυστάζεις περισσότερο απ’όσο πεινάς (και πεινάς ΠΑΡΑ πολύ), ο ύπνος με συνοπτικές διαδικασίες πριν από τις 12, το πρωινό ξύπνημα της επόμενης μέρας που σε σκοτώνει, και φτου κι απ’την αρχή. Βέβαια, δουλειά χωρίς ρουτίνα δεν είναι δουλειά, είναι χόμπι επί πληρωμή. Αλλά δεν είναι κι εύκολο για κάποιον που έχει 200τόσες μέρες να μπει σε μια ρουτίνα, να το κάνει μέσα σε δυο-τρεις μέρες. Υποθέτω πως σύντομα θα το συνηθίσω – λες και μπορώ να κάνω αλλιώς, δηλαδή.

Όπως καταλαβαίνεις, η θεματολογία των καταχωρίσεών μου μεταβάλλεται θεαματικά, τουλάχιστον μέχρι να καταφέρω να απολυθώ και πάλι: Αντί να σου γράφω πόσο βαριέμαι που δεν έχω δουλειά, θα σου λέω πόσο βαριέμαι στη δουλειά. Και αντί να σου γκρινιάζω που δεν έχω λεφτά επειδή είμαι άνεργος, θα σου γκρινιάζω που δεν έχω λεφτά επειδή τα χαλάω όλα σε εισιτήρια και τυρόπιτες. Ναι, το ημερολόγιο αυτό γυρίζει επιτέλους σελίδα – το πρόβλημα είναι ότι οι προηγούμενη είναι γραμμένη με τόσο έντονα γράμματα, που έχει αφήσει το στίγμα της και στις επόμενες.

Θα προσπαθήσω να καταπολεμήσω την κούραση και να σε ενημερώνω τακτικά για τα τεκταινόμενα στη ζωή μου, εντός και εκτός δουλειάς, αλλά δεν εγγυώμαι τίποτα. Μόνο τα Σαββατοκύριακα είναι σίγουρο πως θα προλαβαίνω να σου γράψω, που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα. Και να που επιτέλους οι Παρασκευές θα αποκτήσουν ένα νόημα – αλλά, δυστυχώς, ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τις Δευτέρες…

Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Η ομορφιά είναι παντού, αρκεί να είσαι παρατηρητικός.


Αγαπητό ημερολόγιο,

πριν από τρεις μέρες έσπασα (απ)αισίως το ψυχολογικό φράγμα των 200 ημερών από τότε που ξεκίνησα να σου γράφω. Θα μπορούσα λοιπόν να κάνω κάτι επετειακό σήμερα, ξέρω ‘γω, να καταρτίσω ένα top-10 των καλύτερων και χειρότερων στιγμών της ανεργίας μου (αν και αμφιβάλλω αν μπορώ να βρω 10 καλές στιγμές). Δε θα το κάνω όμως, γιατί ενώ το σερί της ανεργίας μου συνεχίζεται ακάθεκτο, σήμερα χάλασε ένα άλλο σερί, το οποίο μάλιστα είχε διατηρηθεί πολύ περισσότερο, και συγκεκριμένα 1,5 χρόνο. Σήμερα, λοιπόν, αρρώστησα, κάτι που είχε να συμβεί από την περίφημη ιγμορίτιδα του Αυγούστου 2009 (ξέρεις, που νόμιζε ο γιατρός ότι μπορεί να είχα τη γρίπη των χοίρων και με έστειλε για εξετάσεις – ακόμα δεν τον έχω συγχωρέσει). Και, όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω και την καλύτερη δυνατή διάθεση.

Γενικά, όταν αρρωσταίνω συνήθως είναι κάτι ουρανοκατέβατο για μένα. Αδυνατώ να καταλάβω πώς και από πού κόλλησα. Αυτή τη φορά, όμως, έχω την υποψία ότι κόλλησα στο twitter meeting της Παρασκευής. Όχι μόνο γιατί δεν βγήκα άλλη φορά αυτή τη βδομάδα και είναι μάλλον απίθανο να κόλλησα από το κρεβάτι μου, αλλά και επειδή οι μισοί εκεί ήταν άρρωστοι. Ναι, είναι μάλλον ισχυρή η πιθανότητα να κόλλησα εκεί.

Θα σου δώσω ανταπόκριση από το Twitter meeting σε κάποιο επόμενο κείμενο, γιατί αυτή τη στιγμή νιώθω σαν να έχει μπει ο Κοντορεβυθούλης μέσα στο κεφάλι μου και παίζει μανιωδώς σκουος. Θα μου επιτρέψεις, λοιπόν, να σε «ξεπετάξω» σήμερα με μερικές φωτογραφίες από τους τοίχους της Αθήνας, που μου είναι πιο εύκολες. Θα επιστρέψω δριμύτερος.

Άμα ο Χίτλερ, εκτός από την μπάλα, είχε εκμεταλλευτεί και τις τσόντες και το lifestyle, τώρα θα μιλούσαμε όλοι γερμανικά.
Και δύο μπάλα, μην ξεχνάμε την μπάλα.
Τι ωραία, να σε καλημερίζει ο απέναντι τοίχος κάθε πρωί (ή μπορεί και όχι).
Κάποιος το’σκασε από το Δαφνί (και, με μαγικό τρόπο, έφτασε μέχρι την Αγία Παρασκευή).
Μπα, δε χωράει. Αλλά μπορούμε να πετάξουμε έναν-έναν τους 300 βουλευτές σε ξεχωριστούς κάδους. Αυτούς για τοξικά απόβλητα.
Όποιος κοιμάται πατριώτης, βλέπει στον ύπνο του τον Μπουμπούκο.
Όχι, υπάρχουν μόνο μίζεροι μισάνθρωποι.
Έχω δει διάφορους στίχους από τραγούδια κατά καιρούς, αλλά Μητροπάνο πρώτη φορά. Nice.
Είμαστε σίγουροι γι’αυτό; Τόσοι που είναι, πρέπει να υπάρχει κάποιο γονίδιο.
Μία αιώνια απορία.
Τα μίνι και οι ζαρτιέρες φταίνε για την κατάντια του τόπου.
Ναι, τελικά οι μπάτσοι είναι αδέρφια μας.
Σκονάκι σε τοίχο; Νέα μόδα είναι αυτή;
Αυτό στη διάλεκτο των πολιτικών λέγεται «δικαιοσύνη».
Σαν να λέμε, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Υπάρχει μία ανακολουθία ανάμεσα στην εικόνα και το «χεσμένα», αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.
Μιλάμε για ένα πραγματικό ρεσιτάλ ανορθογραφίας, όχι αστεία.
Για την Αίγυπτο μιλάμε;
Έξω από σχολείο. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί κάνουν συνέχεια κοπάνες.
Ποτέ ένα οπαδικό σύνθημα δεν ήταν ΤΟΣΟ δικαιολογημένο.
Θέλω να βρω αυτόν που το έκανε και να του φιλήσω το χέρι.
Αυτό θα πει «φιλοδοξία».
Τι ωραίο που ακούγεται αυτό.
Είναι αθώος, σας λέω. Ούτε λαστιχένιο ποντίκι δεν έχει πειράξει. (κάθε φορά που το βλέπω, μου φτιάχνει τη μέρα!)
Αυτό το έβγαλα μόνο και μόνο επειδή μου άρεσε που, για να βγει η ομοιοκαταληξία, ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε την υπέρτατη βρισιά «χαζοί».
Δεν ε.ίμαι και τόσο σίγουρος ότι αυτό θα ήταν καλό…
Ποιος τα διαδίδει αυτά τα ψεύδη, άραγε;
Παλιό, αλλά καλό.
Εμένα δε με έπιασε. Έκανα καθρεφτάκι.
Tattoo, όχι Prozac.
Άλλος ένας ευγενικός τοίχος για τη συλλογή μου.
Δεν τους βλέπω να πολυφοβούνται, πάντως…
Τα λουλούδια στην κυρία από μένα.

\


Αγαπητό ημερολόγιο,

μια κινέζικη παροιμία λέει «αυτός που δεν έχει δική του ζωή είναι καταδικασμένος να ασχολείται με τις ζωές των άλλων». Εντάξει, ψέματα λέω, το έβγαλα μόλις τώρα από το κεφάλι μου – αλλά παραδέξου το: το κόλπο της κινέζικης παροιμίας πάντα πιάνει.

Που λες, μια και (ως συνήθως) τίποτα το αξιοσημείωτο δε συμβαίνει στη δική μου ζωή, τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην Αίγυπτο, μία χώρα που διανύει μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της τεράστιας ιστορίας της, και μία χώρα στην οποία αυτές τις μέρες συμβαίνουν πράγματα που μπορούν να αποτελέσουν ιστορικό προηγούμενο για μελλοντικές καταστάσεις σε άλλες χώρες – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Και αυτό που θα κάνω σήμερα θα είναι να σου εκφράσω κάποιες σκέψεις για όλα αυτά.

(ναι, το ξέρω ότι βαριέσαι αυτές τις αναλύσεις, και ότι δεν είμαι ούτε πολιτικός αναλυτής, ούτε ιστορικός, ούτε καν δημοσιογράφος τυπικά, αλλά αυτά έχω ανάγκη να γράψω αυτή τη στιγμή. Θα με ανεχτείς για άλλη μια φορά.)

Πρώτα απ’όλα, ας ξεκινήσουμε από το προφανές: Αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες στην Αίγυπτο δεν είναι απλά «ταραχές» ή «επεισόδια» ή «διαδηλώσεις», αλλά «επανάσταση» και «εξέγερση». Πρόκειται για ανθρώπους νέους στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι ξεσηκώνονται εναντίον ενός αυταρχικού, (κατ’επίφασιν δημοκρατικού αλλά στην πράξη) δικτατορικού καθεστώτος, αγανακτισμένοι από την φτώχεια, την ανεργία και γενικά το ζοφερό μέλλον που προδιαγράφεται γι’αυτούς.

Βέβαια, αν έβλεπε κανείς το δελτίο του Mega αυτές τις μέρες, θα νόμιζε ότι στην Αίγυπτο έχουν βγει στους δρόμους 50 κατάπτυστοι κουκουλοφόροι, που πετάνε μολότοφ και πέτρες στους αστυνομικούς σπάνε βιτρίνες, και οι οποίοι αργά ή γρήγορα θα βαρεθούν και η ζωή στην Αίγυπτο θα επιστρέψει σύντομα στους κανονικούς της ρυθμούς – όπως γίνεται κάθε τόσο στην Αθήνα, δηλαδή. Και μετά, αν έβαζε Al Jazeera, θα έβλεπε χιλιάδες ανθρώπους συγκεντρωμένους σε πλατείες, χωρίς κουκούλες και χωρίς όπλα, χωρίς κανένα απολύτως όπλο πέρα από τη φωνή τους, με την οποία απαιτούσαν την παραίτηση του Χόσνι Μουμπάρακ και ορκιζόντουσαν ότι δεν θα επέστρεφαν στα σπίτια τους αν δεν έφευγε από την εξουσία αυτός ο άνθρωπος. Και μετά θα αναρωτιόταν κανείς αν υπάρχουν δύο διαφορετικές Αίγυπτοι στον κόσμο, όπου συμβαίνουν διαφορετικά γεγονότα, ή αν υπάρχουν δύο διαφορετικές δημοσιογραφικές δεοντολογίες.

Είναι φανερό ότι ο Χόσνι Μουμπάρακ είναι πια ανεπιθύμητος από την πλειοψηφία του αιγυπτιακού λαού, και πολύ περισσότερο από το πιο δυναμικό κομμάτι του, τους νέους. Και καμία εξουσία δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ όταν έχει χάσει πια, όχι απλά τη στήριξη, αλλά και την ανοχή του λαού που κυβερνά.

Ένας ηγέτης με αξιοπρέπεια, ακούγοντας τον λαό του να απαιτεί την παραίτησή του, δεν θα μπορούσε παρά να παραιτηθεί επιτόπου. Ακόμα κι αν πιστεύεις πως έχεις πολλά να προσφέρεις στον τόπο, και ακόμα κι αν είσαι βέβαιος ότι εσύ είσαι ο καταλληλότερος για αυτήν τη θέση, δεν έχει νόημα να την κατέχεις αν δεν έχεις τον λαό με το μέρος σου. Κι έτσι ζητάς συγνώμη για τα λάθη σου, παραιτείσαι και αφήνεις την ιστορία να κάνει τη δουλειά της: Αν μετά από 50 χρόνια αποδειχθεί πως ο λαός της Αιγύπτου έκανε ένα τραγικό λάθος στερώντας σου την εξουσία, περνάς στα βιβλία της με χρυσά γράμματα. Αν όχι, τότε απλά δεν άξιζες αυτήν την τιμή.

Ωστόσο, ο Μουμπάρακ δεν είναι αξιοπρεπής. Είναι αρχομανής, θρασύτατος και αλαζών. Στο πρώτο του διάγγελμα προς τον αιγυπτιακό λαό, μετά από μέρες ολόκληρες διαδηλώσεων, όχι μόνο δεν ανακοίνωσε την παραίτησή του, αλλά αντίθετα ανακοίνωσε ότι θα παραμείνει στην εξουσία, κάνοντας έναν ανούσιο ανασχηματισμό – αυτά τα κόλπα πρέπει να τα έμαθε από τους δικούς μας πολιτικούς. Φυσικά, το «κόλπο» δεν έπιασε: Οι Αιγύπτιοι εξοργίστηκαν ακόμα περισσότερο, και η εξέγερση συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση.

Μπροστά στις νέες διαδηλώσεις, και μετά από πιέσεις από τη «νονά» Αμερική (ξέρεις, αυτή που σου φέρνει λαμπάδα το Πάσχα και σου στέλνει «δωράκια» πού και πού), ο Μουμπάρακ αλλάζει τροπάρι: Λέει «καλά, αφού είστε τέτοιοι, κι εγώ στις επόμενες εκλογές δεν θα είμαι υποψήφιος, αλλά μέχρι τον Σεπτέμβριο θα σας βγάλω την πίστη». Αυτό, βέβαια, αποτελεί είδηση: Ένας άνθρωπος που έχει ριζώσει για 29 χρόνια στην εξουσία ανακοινώνει ότι η θητεία του τελειώνει οριστικά σε 7 μήνες. Όμως οι Αιγύπτιοι δεν είναι ικανοποιημένοι. Θέλουν να φύγει, και θέλουν να φύγει ΤΩΡΑ. Και οι ταραχές συνεχίζονται.

Σαν καλός δικτάτορας, ο Μουμπάρακ προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους «αντιφρονούντες» με προβοκάτσιες και απρόκλητη βία – όμως οι μέρες του είναι μετρημένες. Οι φήμες λένε ότι μεθαύριο θα έχει τελειώσει οριστικά η εποχή Μουμπάρακ. Μένει να το δούμε.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Τι θα γίνει μετά στην Αίγυπτο; Η μόνη λογική απάντηση είναι «δεν έχω την παραμικρή ιδέα». Οι αραβικοί λαοί είναι απρόβλεπτοι, ακριβώς επειδή έχουν τόσο ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία τους. Μπορεί να ακολουθήσει μία νέα, μουσουλμανική δικτατορία, ή μπορεί να ακολουθήσει μία πρότυπη δημοκρατία. Μπορεί ακόμα και να κυλήσει η χώρα σε έναν αιματηρό εμφύιο πόλεμο. Σε μία χώρα όπου το καθεστώς έχει μείνει ίδιο κι απαράλλαχτο επί 30 χρόνια, όταν αυτό καταρρεύσει, όλα είναι πιθανά.

Ξέρεις κάτι, όμως; Ό,τι κι αν γίνει, οι Αιγύπτιοι θα έχουν νικήσει. Θα έχουν διεκδικήσει και κατακτήσει μόνοι τους, με τις δικές τους δυνάμεις, την απελευθέρωσή τους από ένα αυταρχικό καθεστώς. Μπορεί θεωρητικά όλα αυτά να οδηγήσουν σε ένα νέο, ακόμα πιο αυταρχικό καθεστώς – αλλά θα το έχουν εγκαθιδρύσει οι ίδιοι. Μπορεί να αποδεκατιστούν από έναν εμφύλιο πόλεμο – αλλά θα φταίνει οι ίδιοι και μόνο, καμία εξωτερική δύναμη. Θα έχουν παλέψει και θα έχουν πάρει τη μοίρα τους στα ίδια τους τα χέρια. Και αυτό είναι αρκετό για έναν λαό.

Και σκέψου τι αντίκτυπο μπορεί να έχει η επιτυχία αυτής της αιγυπτιακής επανάστασης σε όλον τον κόσμο. Και κυρίως στην Ελλάδα, όπου η κοινωνική ισορροπία ήδη κρέμεται από μία κλωστή. Κι αν γίνει κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα; Κι αν η επιτυχία των Αιγυπτίων εμπνεύσει άλλους λαούς; Ποιος θα βγει τότε να τους πει ότι αυτό που κάνουν είναι «ουτοπικό» και «ανούσιο», όπως θα ακούσεις να λένε όλοι αψήφιστα; Βέβαια, θα μου πεις ότι εμείς εδώ έχουμε δημοκρατία, και όχι δικτατορία. Μπορεί και να ισχύει, αλλά εγώ προσωπικά νιώθω ότι ζω σε μία δικτατορία ηλιθίων, οι οποίοι ψηφίζουν τους δικούς τους ηλίθιους κάθε φορά που τους δίνεται η ευκαιρία, φορτώνοντάς τους σε όλους μας. Κι εξάλλου, ακόμα κι αν έχουμε δημοκρατία, η πραγματική δημοκρατία είναι αυτό που συμβαίνει στην Αίγυπτο, οι άνθρωποι που βγαίνουν στους δρόμους για να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον, και όχι οι βολεμένοι που ψηφίζουν κάθε 4 χρόνια τους «ευεργέτες» που τους διόρισαν. Ναι, αυτό είναι η δημοκρατία.

Κάποιες καρέκλες έχουν ήδη αρχίσει να τρίζουν. Και κάποιοι σύντομα θα πέσουν από τις καρέκλες τους προτού προλάβουν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τόσα χρόνια οι ίδιοι άνθρωποι στις ίδιες καρέκλες, κάποια στιγμή θα σπάσουν. Και τότε, η Αίγυπτος θα φτιάξει καινούργιες καρέκλες για νέους ανθρώπους…

Αυτά είχα να σου πω. Ελπίζω να μη βαρέθηκες πολύ. Ξέρεις, δεν είναι μόνο ότι πρέπει να πω σε κάποιον αυτά που σκέφτομαι, αλλά και ότι θέλω να ξέρω ότι, μετά από χρόνια, θα μπορώ να ξαναδιαβάσω αυτά που σου έγραφα κάποτε, στην τρελή μου νιότη, και να πω «μπράβο ρε, πόσο μάγκας ήμουν που τα έγραφα αυτά» ή «πωωωωωωωωω ρε πούστη μου, τι μαλακίες έγραφα τότε;». Να διαβάζω το ημερολόγιό μου και να ξαναζώ τα γεγονότα της εποχής. Γι’αυτό και μόνο, πρέπει να ξέρεις ότι είσαι πολύ σημαντικό για μένα.

Καληνύχτα. Και να θυμάσαι:

Σε έναν κόσμο οργανωμένης πλήξης, πάντα κάποιοι θα βρεθούν να σπάσουν τη ρουτίνα...