Νοέμβριος 2013



Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες μία συζήτηση που είχα με έναν συγγραφέα πριν από δυο-τρία χρόνια. Είχε αναφέρει πως ποτέ δεν θέλει να ξέρει το βιογραφικό του συγγραφέα πριν διαβάσει ένα βιβλίο, γιατί ξέρει πως αυτό μπορεί να τον επηρεάσει αξιολογικά. Ότι μπορεί, δηλαδή, αν ο συγγραφέας ήταν μέθυσος, ή φασίστας, ή σίριαλ κίλερ, ή ακόμα χειρότερα δικηγόρος, δημοσιογράφος ή διαφημιστής, να επηρεαστεί αρνητικά πριν καν ανοίξει το βιβλίο.

Μου φάνηκε κάπως παράδοξο. Μπορείς άραγε να απομονώσεις ένα καλλιτεχνικό έργο από τον δημιουργό του; Μπορείς δηλαδή να διαβάσεις ένα βιβλίο, χωρίς να ξέρεις ποιος το έγραψε, να το λατρέψεις, και μετά να μάθεις ότι ο συγγραφέας του ήταν ένας κακός, απαίσιος, αποτρόπαιος άνθρωπος, και να συνεχίσεις να το λατρεύεις;

Υπάρχει βέβαια και η άποψη ότι το καλλιτεχνικό έργο στέκεται μόνο του, ανεξάρτητα από τον δημιουργό του. Μπορείς να θαυμάσεις έναν πίνακα ζωγραφικής χωρίς να ξέρεις καν ποιος είναι ο καλλιτέχνης, άρα μπορείς και να θαυμάσεις ένα βιβλίο χωρίς να ξέρεις τον συγγραφέα του, και μία μελωδία χωρίς να ξέρεις τον συνθέτη της, και μία ταινία χωρίς να ξέρεις τον σκηνοθέτη της, και ούτω καθεξής.

Κάτσε βγάλε άκρη.

Τώρα θα μου πεις, γιατί κάθομαι και βασανίζω το ήδη βασανισμένο μυαλουδάκι μου για φιλοσοφικά ζητήματα που στο κάτω-κάτω της γραφής είναι περισσότερο θέμα γούστου παρά οτιδήποτε άλλο. Καλή ερώτηση. Δεν έχω αρκετά καλή απάντηση, όμως η καλύτερη που έχω είναι ένα ονοματεπώνυμο: Νότης Σφακιανάκης.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα ότι θα έγραφα κάποτε αυτό το όνομα στο blog μου όταν ξεκινούσα, πριν από επτά και κάτι χρόνια. Μετά έκανα ένα search στο blog μου και ανακάλυψα ότι το είχα αναφέρει σε ένα post το 2007. Αλλά καταλαβαίνετε τέλος πάντων τι θέλω να πω.

Αναρωτιόμουν, λοιπόν, όλος αυτός ο ντόρος που έγινε επειδή ένας τραγουδιστής είναι φασίστας, τελικά δικαιολογείται; Φοβάμαι πως ναι. Όχι επειδή ένας τραγουδιστής δεν έχει δικαίωμα να είναι φασίστας, αλλά επειδή όταν ο συγκεκριμένος τραγουδιστής έχει μία ισχυρή απήχηση σε ένα ευρύ κοινό, ε, δεν μπορεί να περάσει και στο ντούκου ότι είναι φασίστας – χωρίς φυσικά να απαγορεύεται, γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς η βλακεία δεν είναι παράνομη και όχι μόνο δεν τιμωρείται, αλλά επιβραβεύεται κιόλας, και το έχουμε νιώσει όλοι στο πετσί μας αυτό.

Επομένως, δεν αξίζει να ασχοληθείς με τον Σφακιανάκη επειδή έχει κάποια αξία (καλλιτεχνική, ανθρώπινη, οποιαδήποτε), αλλά επειδή έχει κάποια απήχηση. Επηρεάζει κόσμο. Δυστυχώς.

Αλήθεια, γιατί επηρεάζει κόσμο ο Σφακιανάκης; Είναι καλλιτέχνης; Όχι, δε θα το ‘λεγα. Γράφει τους στίχους του; Συνθέτει τη μουσική του; Απ’ όσο ξέρω, όχι. Όπως άλλωστε και οι περισσότεροι τραγουδιστές της γενιάς και του είδους του.

Θα πρέπει λοιπόν κάποιος να μας εξηγήσει γιατί ένας τραγουδιστής που απλώς τραγουδάει τραγούδια άλλων είναι “καλλιτέχνης” και συγκαταλέγεται στον “πνευματικό κόσμο”. Μπορώ να δεχτώ μόνο ότι το τραγούδι είναι μία μορφή performance, και άρα ο τραγουδιστής, ακόμα κι αν δεν έχει γράψει ο ίδιος με τα χεράκια του το τραγούδι, προβαίνει σε μία καλλιτεχνική έκφραση. Είναι λίγο ηθοποιός, όπως άλλωστε και ο ηθοποιός δε γράφει απαραίτητα το δικό του σενάριο, ούτε σκηνοθετεί τον εαυτό του. Η διαφορά είναι ότι ο ηθοποιός, για να γίνει τέτοιος και να είναι αξιόλογος, πρέπει να έχει μία παιδεία. Ο τραγουδιστής, από την άλλη, αρκεί να έχει μία καλή φωνή – και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, δε χρειάζεται καν να έχει καλή φωνή, αρκεί να είναι ευπαρουσίαστος.

Δε νοείται για μένα καλλιτέχνης χωρίς παιδεία. Και όλοι οι καλλιτέχνες λαμβάνουν μία παιδεία ευρύτερη από τα στενά όρια του αντικειμένου τους: Οι συγγραφείς, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι συνθέτες, οι σκηνοθέτες, δεν μπορούν απλά να είναι τέτοιοι (και να είναι καλοί στη δουλειά τους) αν δεν έχουν μία ευρύτερη παιδεία. Και, με δεδομένο ότι για να είσαι φασίστας είναι προαπαιτούμενο η αμορφωσιά (γιατί αν έχεις πάρει καλή μόρφωση δεν μπορεί να πιστεύεις σε επιχειρήματα που ένα παιδί της 1ης Γυμνασίου θα μπορούσε να κατατροπώσει για πλάκα), ένας φασίστας δεν μπορεί να είναι καλλιτέχνης, δεν μπορεί να ανήκει στον “πνευματικό κόσμο”, δεν μπορεί να είναι τίποτα πνευματικό, εκτός από ένα πνευματικό τίποτα.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν τι μας πασάρουν ως “πνευματικό κόσμο”. Ας αναρωτηθούμε τι σημαίνει “καλλιτέχνης” και πόσοι από αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ή παρουσιάζονται από τα κανάλια ως “καλλιτέχνες” πληρούν όντως τις προδιαγραφές ώστε να δικαιούνται τον προσδιορισμό αυτό. Γιατί είναι πολύ εύκολο για κάποιον να βάλει μία ταμπέλα στον εαυτό του και να πει “είμαι καλλιτέχνης” – αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να διαβάσουμε υποχρεωτικά τι γράφει στην ταμπέλα του, αν στο κούτελό του γράφει με μεγάλα γράμματα “ΦΑΣΙΣΤΑΣ”.

Και ας αναρωτηθούμε αν τα τραγούδια του Σφακιανάκη, που έγραψαν άλλοι, αλλά τα τραγούδησε αυτός, είναι “δικά του”, και αν μπορούμε να τα διαχωρίσουμε από αυτόν και την απωθητική του περσόνα. Και αν τέλος πάντων το γεγονός ότι από χθες μου έχει κολλήσει στο μυαλό ο “Νταβατζής” και παίζει συνέχεια στο repeat εκεί μέσα είναι κατακριτέο ή μπορώ να συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου χωρίς να κλειστώ σε μοναστήρι, ακούγοντας στωικά μέχρι το τέλος της ζωής μου τα άπαντα της Δέσποινας Βανδή.

(ειρήσθω εν παρόδω, έκανα ένα search στο blog για να δω αν έχω ξαναγράψει για Βανδή. Έχω γράψει. Είμαι πιο σκοτεινός τύπος απ’ όσο νόμιζα τελικά.)

Advertisements

Έχω στο κεφάλι μου μια φυλακή. Με τοίχους χοντρούς, με κάγκελα ατσάλινα, με φύλακες ακοίμητους. Μέσα κρατάω φυλακισμένες, σε ξεχωριστό κελί την καθεμιά, όλες αυτές τις σκέψεις. Σκέψεις αναρχικές, σκέψεις πρωτόγονες, σκέψεις απερίσκεπτες, σκέψεις αυθόρμητες, σκέψεις αντιδραστικές, σκέψεις επικίνδυνες. Καταδικασμένες σε τετράκις ισόβια χωρίς δίκη.

Τις υποβάλλω τακτικά σε βασανιστήρια. Τους αφήνω ανοιχτή μια χαραμάδα, για να κοιτούν από εκεί τις άλλες σκέψεις να κυκλοφορούν ελεύθερες. Τις αφήνω χωρίς τροφή για μέρες. Βάζω τους φύλακες να τις χτυπάνε, να τις καταπιέζουν όσο μπορούν πιο βίαια.

Αλλά αυτές επαναστατούν, εξεγείρονται. Πάνε να ξεφύγουν από τα κελιά τους. Και τότε είναι που αρχίζει το μακελειό. Τότε είναι που οι φύλακες τις χτυπάνε αλύπητα, τις διαλύουν, τις συνθλίβουν, τις εξοντώνουν.

Και είναι η μοίρα τους αυτή, να εξεγείρονται, να διαλύονται, και ύστερα να συνέρχονται με μαγικό τρόπο, να εξεγείρονται, να διαλύονται, και φτου κι απ’ την αρχή.

Και είναι και η μοίρα των φυλάκων αυτή, να τις διαλύουν, να ησυχάζουν για λίγο, και μετά να έχουν πάλι να αντιμετωπίσουν άλλη μία εξέγερση.

Πώς άραγε έφτασαν να είναι τόσο ανθεκτικές; Μάλλον επειδή φυλακίζονται εδώ και χιλιάδες χρόνια, οι ίδιες αυτές σκέψεις, είναι πια ανθεκτικές σε κάθε βασανιστήριο, ανθεκτικές ακόμα και στο θάνατο, απέθαντες και άρρητες, και επικίνδυνες όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.

Έχουμε λοιπόν στα κεφάλια μας μέσα μια ολόκληρη φυλακή υψίστης ασφαλείας, γεμάτη εγκληματίες που ψάχνουν την πρώτη ευκαιρία για να βγουν και να προκαλέσουν χάος και αναρχία. Μία ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει ανά πάσα στιγμή, αν κανείς ξεχάσει ότι βρίσκεται εκεί.

Ευτυχώς που φτιάχνουμε αυτές τις φυλακές για να τις κρύβουμε καλά, και ευτυχώς που υπάρχουν πάντα πρόθυμοι φύλακες να τις προσέχουν κάθε μέρα, όλη μέρα, χωρίς να κουράζονται ποτέ να τις πολεμούν. Ποιος ξέρει τι θα συνέβαινε αν κατάφερναν κάπως να το σκάσουν.

Όλη μας η κοινωνία βασίζεται σε αυτές τις φυλακές. Σε αυτούς τους ακοίμητους φύλακες με την αστείρευτη όρεξη να επιβάλουν την τάξη. Στους χοντρούς τοίχους, τα ατσάλινα κάγκελα και εκείνες τις βασανιστικές χαραμάδες στη γωνία των κελιών τους.

Και κοίτα να δεις: Είναι και κάτι άλλες σκέψεις, από αυτές τις ελεύθερες, που πάνε τα βράδια και γράφουν κρυφά έξω από τη φυλακή με κόκκινα σπρέι “ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ”. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία, και κανείς δεν τις έχει βρει ποτέ. Κυκλοφορούν εκεί έξω, ελεύθερες κι ωραίες, όμως είναι κι αυτές σκέψεις αναρχικές, σκέψεις πρωτόγονες, σκέψεις απερίσκεπτες, σκέψεις αυθόρμητες, σκέψεις αντιδραστικές, σκέψεις επικίνδυνες. Σκέψεις ελεύθερες, και άρα ακόμα πιο επικίνδυνες.

Κι αν ποτέ κάνουν αυτές κανένα ρεσάλτο και χτυπήσουν τους φύλακες, ανοίξουν τα κελιά και απελευθερώσουν τις φυλακισμένες σκέψεις;

Τότε, φίλε μου, θα γίνουν όλα. Όλα.


Διαβάζοντας πρόσφατα το Ham On Rye του Τσαρλς Μπουκόφσκι («Τοστ Ζαμπόν» στα ελληνικά) φυσικά το λάτρεψα. Μπουκόφσκι είναι, δε νομίζω πως χρειάζεται να εξηγήσω κάτι παραπάνω.

Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα βιβλία που διαβάζω, σε ένα χρόνο το πολύ θα έξω ξεχάσει τα πάντα από αυτό το βιβλίο. Τα πάντα, εκτός από ένα – και είναι αυτό το ένα τελικά που κάνει ένα βιβλίο ξεχωριστό σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο, από το οποίο μετά από μερικούς μήνες το πολύ-πολύ να θυμόμουν το όνομα του συγγραφέα ή το σχέδιο στο εξώφυλλο.

Το βιβλίο είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και το κομμάτι που μου τράβηξε την προσοχή και μου φαίνεται συγκλονιστικά επίκαιρο και διδακτικό ήταν προς το τέλος, όταν ο περιθωριακός ήρωας, Χένρι Τσινάσκι, πηγαίνει στο κολλέγιο, κι ενώ στην Ευρώπη μαίνεται ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τον Χίτλερ να προελαύνει.

Ο Τσινάσκι περιγράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια το πώς, από αντίδραση προς τους αντιφασίστες καθηγητές του, έφτασε να υποστηρίζει τους ναζί, χωρίς να ενστερνίζεται τη θεωρία του ναζισμού:

«Ήταν πνευματικά δημοφιλές και αρμόζον να είσαι υπέρ του πολέμου κατά της Γερμανίας, για να σταματήσει η εξάπλωση του φασισμού. Όσο για μένα, δεν είχα καμία επιθυμία να πάω στον πόλεμο για να προστατεύσω τη ζωή που είχα ή το μέλλον που θα μπορούσα να έχω. Δεν είχα ελευθερία. Δεν είχα τίποτα. Με τον Χίτλερ, μπορεί να έβλεπα κανένα κωλαράκι μια στο τόσο και ένα χαρτζιλίκι πάνω από ένα δολάριο την εβδομάδα. Όπως το σκεφτόμουν, δεν είχα τίποτα να προστατεύσω. Επιπλέον, έχοντας γεννηθεί στη Γερμανία, υπήρχε μία φυσική αφοσίωση και δε μου άρεσε να βλέπω ολόκληρο το γερμανικό έθνος, τους ανθρώπους, να απεικονίζονται παντού σαν τέρατα και ηλίθιοι. Στα σινεμά επιτάχυναν τις μπομπίνες για να κάνουν τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι να μοιάζουν σαν φρενήρεις τρελοί. Επίσης, με όλους τους καθηγητές να είναι αντι-Γερμανοί, το βρήκα προσωπικά αδύνατο να συμφωνήσω απλά μαζί τους. Από καθαρή απομόνωση και μία φυσική τάση να πηγαίνω κόντρα, αποφάσισα να συνταχθώ κατά της οπτικής τους γωνίας. Δεν είχα διαβάσει ποτέ το «Ο Αγών Μου» και δεν είχα καμία επιθυμία να το κάνω. Ο Χίτλερ για μένα ήταν απλά ένας ακόμα δικτάτορας, απλά αντί να μου κάνει κήρυγμα στο δείπνο πιθανότατα θα μου τίναζε τα μυαλά στον αέρα ή θα μου ξερίζωνε τα μπαλάκια αν πήγαινα στον πόλεμο για να τον σταματήσω».

Δεν μπορώ να μη σκεφτώ πόσοι βλέπουν τη Χρυσή Αυγή με αυτόν τον τρόπο. Όλοι, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι χαρτογιακάδες, όλο το σύστημα με άλλα λόγια, κηρύττει κάθε μέρα εναντίον της Χρυσής Αυγής. «Απεικονίζονται παντού σαν τέρατα και ηλίθιοι». Πόσοι που «δεν έχουν τίποτα να προστατεύσουν» από αντίδραση θα πάνε να υποστηρίξουν τη Χρυσή Αυγή ακριβώς για αυτόν το λόγο, επειδή τους τη δίνει το σύστημα;

Παρακάτω, ο Τσινάσκι συνεχίζει:

«Απέφευγα οποιαδήποτε ευθεία αναφορά σε Εβραίους και μαύρους, με τους οποίους δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα. Όλα μου τα προβλήματα προέρχονταν από λευκούς. Έτσι, δεν ήμουν ναζί από ταμπεραμέντο ή από επιλογή, οι καθηγητές λίγο-πολύ με ανάγκασαν, όντας τόσο όμοιοι και σκεπτόμενοι τόσο πολύ με τον ίδιο τρόπο και με την αντι-γερμανική προκατάληψή τους».

Ας σκεφτούμε τώρα τι επίδραση έχει σε έναν άνθρωπο με αυτήν την ψυχοσύνθεση η συνεχής επίθεση των συστημικών ΜΜΕ στη Χρυσή Αυγή.

Όμως το πιο συγκλονιστικό κομμάτι έρχεται λίγο μετά, όταν ο Χένρι Τσινάσκι έχει έναν αποκαλυπτικό διάλογο με τον πρόεδρο των μαθητών του κολλεγίου, τον δημοφιλή, καλοντυμένο, «τέλειο» Μπόιντ Τέιλορ, με το καλοξυρισμένο μουστάκι και το εξασφαλισμένο μέλλον. Ο Τέιλορ πετυχαίνει τον Τσινάσκι σε έναν διάδρομο και του λέει πως θέλει να μιλήσουν.

Ακολουθεί ο εξής διάλογος:

– Δε νομίζεις ότι δείχνει κακό για σένα, Μπόιντ, να σε βλέπουν να περπατάς μαζί μου;
– Άσε εμένα να ανησυχώ γι’ αυτό.
– Εντάξει. Τι είναι;
– Τσινάσκι, αυτό που θα σου πω θα μείνει μεταξύ μας, το ‘πιασες;
– Εντάξει.
– Άκου, δεν πιστεύω σε αυτό που εσείς οι τύποι πιστεύετε, ούτε αυτό που προσπαθείτε να κάνετε.
– Και;
– Αλλά θέλω να ξέρεις ότι αν κερδίσετε εδώ και στην Ευρώπη, είμαι πρόθυμος να πάρω το μέρος σας.

Αν βλέπετε κι εσείς προεκτάσεις με τη σημερινή εποχή και το πώς «σοβαροί», «καλοντυμένοι», «τέλειοι» «δημοκράτες» κάνουν παρέα με νεοναζί, μάλλον βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Και αυτό δεν είναι και πολύ ευοίωνο για το μέλλον μας.

Τελικά τι έμαθε η ανθρωπότητα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ολοκαύτωμα και τον ναζισμό; Όχι και πολλά, δυστυχώς.