Το χάσμα των γενεών ήταν πάντα ένα πρόβλημα. Γονείς που μεγάλωσαν σε διαφορετικές συνθήκες από τα παιδιά τους και απαιτούν από αυτά να συμπεριφέρονται όπως οι ίδιοι στα νιάτα τους, αγνοώντας το πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος στο μεταξύ, και παιδιά που αρνούνται να ακούσουν τις συμβουλές των μεγαλύτερων (και άρα πιο έμπειρων) γονιών τους, θεωρώντας τους προσκολλημένους σε μία άλλη εποχή που δεν έχει καμία σχέση με τη δική τους – όλα αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα. Και είναι ακόμα πιο συνηθισμένα στην εποχή μας, που αλλάζει με τέτοιους ρυθμούς ώστε ένας 15χρονος και ένας 18χρονος που ζουν στην ίδια γειτονιά μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές παραστάσεις – φαντάσου λοιπόν τη διαφορά ανάμεσα σε έναν 15χρονο και έναν 55χρονο.

Το χειρότερο απ’όλα; Μολονότι και οι δύο πλευρές έχουν τα δίκια τους (αφού οι μεγάλοι είναι μεν πιο έμπειροι, είναι όμως και πιο παρωχημένες οι παραστάσεις τους), επικρατεί αναντίρρητα η μία, αυτή των «παλιών», όπως στον Στρατό δεν έχει σημασία αν έχεις δίκιο ή άδικο, αλλά αν είσαι «παλιός» ή «ψαράς». Με πρόσχημα την εμπειρία τους και την δεδομένη εξ αυτής σοφία τους (;), οι «παλιοί» διαχειρίζονται αυτόν τον κόσμο όπως θα τον διαχειρίζονταν το 1974, ή το 1981, ή το 1991, ή το 1997 ή ακόμα και το 2004, αγνοώντας τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η εποχή μας. Και οι «νέοι» (που δεν είναι απαραίτητα νέοι στην ηλικία, αλλά είναι νέοι στη νοοτροπία) φωνάζουν, αλλά κανείς δεν τους ακούει.

Όλη αυτή η (αδικαιολόγητα μεγάλη) εισαγωγή γίνεται για τα blogs, για τα οποία προχθές συστήθηκε μία επιτροπή που θα αποφασίσει τι θα γίνει με την ανωνυμία τους. Η επιτροπή αποτελείται από δικαστές, δικηγόρους, έναν αστυνομικό (ηλεκτρονικό, έστω) και έναν δημοσιοκάφρ…εεε, δημοσιογράφο. Θα περίμενε κανείς ότι μία επιτροπή που θα αποφασίσει για την τύχη των blogs θα έπρεπε να φιλοξενεί έστω έναν blogger, και έστω σε ένα συμβουλευτικό πόστο. Αλλά όχι: Θα ήταν υπερβολικά δίκαιο κάτι τέτοιο για να συμβεί στην Ελλάδα.

Βλέπεις, αυτοί που μας κυβερνούν δε θέλουν τη γνώμη μας. Δεν θέλουν κανενός τη γνώμη, μόνο της ψήφο μας. Δε συζητούν τίποτα με κανέναν, απλώς αποφασίζουν και διατάζουν. Και όταν οι θιγόμενοι τολμούν να διαμαρτυρηθούν για την αδικία εις βάρος τους, τούς λούζουν με δακρυγόνα, κυρήσσουν τις απεργίες τους παράνομες και καταχρηστικές (κι όμως, είναι οι κυβερνητικές αποφάσεις που συνήθως είναι παράνομες και καταχρηστικές) και άμα είναι αρκετά σελέμπριτις τους προσφέρουν και μία θέση σε ένα παράθυρο στο κεντρικό δελτίο του Mega, όπου τους αντιμετωπίζουν a priori σαν τραμπούκους και αντιδραστικούς. It’s all greek to me.

Όποια απόφαση κι αν ληφθεί για τα blogs, θα ληφθεί ερήμην μας. Και αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ. Και δεν πρέπει να το δεχτεί κανένας μας.

Ας ξεκαθαρίσουμε όμως ορισμένα πράγματα: Δεν είμαστε άγιοι εμείς οι bloggers, ειδικά αν μετρήσεις στις τάξεις μας και τα λεγόμενα «ενημερωτικά» blogs. Πολλά από αυτά τα «ενημερωτικά» blogs είναι απλά η προέκταση των παραδοσιακών media: Οι διαχειριστές τους είναι γνωστοί δημοσιογράφοι (ο θεός να τους κάνει) που βγάζουν τις «ειδήσεις» τους και τα λεφτά τους μέσω εκβιασμών και άλλων «υπόγειων» πρακτικών. Με αυτήν την έννοια, οι ίδιοι οι παραδοσιακοί bloggers, εμείς που γράφουμε για την πλάκα μας, εμείς που ξεκινήσαμε πριν από μερικά χρόνια να γράφουμε απλά τις σκέψεις μας χωρίς να ενοχλούμε κανέναν, εμείς πρέπει να τους ξεράσουμε από τους κόλπους μας. Να τους αποκηρύξουμε. Γιατί ουσιαστικά είναι αυτοί που λειτούργησαν σαν δούρειοι ίπποι για να ασχοληθεί μία αστοιχείωτη κυβέρνηση με τα blogs και να επιχειρήσει να χαλιναγωγήσει έναν εντελώς ελεύθερο χώρο, χωρίς να γνωρίζει τίποτα γι’αυτόν. Γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν.

Οι πολιτικοί μας είναι πρακτικά αναλφάβητοι τεχνολογικά. Δες τα accounts τους στο Twitter: Τα μισά από αυτά ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια πριν τις εκλογές και φυτοζωούν για τέσσερα χρόνια μέχρι τις επόμενες, και τα άλλα μισά ποστάρουν κάθε τόσο αδιάφορες ενημερώσεις για το πού θα βρίσκονται, αγνοώντας πλήρως τα mentions του κόσμου. Αποκομμένοι στον αναλογικό τους κόσμο, αδιαφορούν για την ψηφιακή επανάσταση. Ακόμα και το account του Πρωθυπουργού, που υποτίθεται ότι είναι μοντέρνος και hitech και δενξερωκιεγωτιάλλο αναμασά δηλώσεις του που μπορείς να βρεις ούτως ή άλλως σε οποιοδήποτε μέσο και δεν απαντά ποτέ σε ερωτήσεις του κόσμου. Και μολονότι όλοι αυτοί αδιαφορούν επιδεικτικά για όλα αυτά, τώρα προσπαθούν να τα παρεμποδίσουν με κάθε τρόπο.

Δεν είναι λοιπόν παράδοξο το ότι οι πολιτικοί μας νομίζουν πως το «Ίντερνετ» (ένας όρος που χρησιμοποιείται από κάθε άσχετο συλλογικά για τα blogs, τα social media, τα portals, τα τσοντοσάιτ και γενικά τσουβαλιάζει σε μία λέξη τα εκατομμύρια των χρήσεων του Διαδικτύου) είναι ένα γιγαντιαίο, ύπουλο τέρας που τους επιβουλεύεται. Παράδοξο είναι που θέλουν να το περιορίσουν χωρίς να ξέρουν τίποτα γι’αυτό. Βέβαια, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην επιτροπή έχουν γνώση του Internet – ίσως όχι όλοι, αλλά κάποιοι σίγουρα. Πώς μπορείς όμως να έχεις εμπιστοσύνη σε μία τέτοια επιτροπή όταν δεν εκπροσωπείται αυτός που θίγεται από τις αποφάσεις της;

Να πω και κάτι ακόμα: Δε με πειράζει καθόλου να αποκαλύψω το ονοματεπώνυμό μου. Ξεκίνησα αυτό το blog ως ανώνυμος, απλά επειδή δεν ήθελα να μπαίνουν και να βλέπουν τι γράφω οι γονείς μου, οι φίλοι μου και γενικά όσοι με ήξεραν. Μου άρεσε να γράφω εντελώς ελεύθερα, χωρίς να ανησυχώ για τις αντιδράσεις ανθρώπων που με ήξεραν. Τώρα πια δεν έχω τέτοιο πρόβλημα, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια ως blogger αλίμονο αν είχα ακόμα τέτοια θέματα. Αν μία γνώμη χρειάζεται ονοματεπώνυμο για να είναι «ισχυρή», δεν έχω κανένα πρόβλημα να το δώσω, ακριβώς επειδή δεν έχω τίποτα να κρύψω. Δε θέλω, ωστόσο, να με αναγκάσει κάποιος να το κάνω. Δε θέλω να έχω έναν μπαμπούλα πάνω από το κεφάλι μου και να μετράω την κάθε λέξη που γράφω μήπως την πάρει στραβά κάποιος μεγαλόσχημος πολιτικός και με πάει στα δικαστήρια (και ξέρουμε πολύ καλά ότι οι πολιτικοί μας είναι και υπερευαίσθητοι και μπορεί να σου κάνουν μήνυση για ψύλλου πήδημα). Δεν είναι ότι θέλω ειδική μεταχείριση. Θέλω, όμως, να μπορώ να πω τη γνώμη μου χωρίς να φοβάμαι, δεν είναι δικαίωμά μου σε μία δημοκρατία; Σε αυτό το blog κατά καιρούς έχω κάνει σάτιρα αμέτρητων δημοσίων προσώπων, πάντα με καλοπροαίρετη διάθεση – ποιος με προστατεύει εμένα από μία ουρανοκατέβατη μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση επειδή έβαλα το κεφάλι του σε ένα άλλο σώμα για χάρη ενός χαζού Photoshop; Αν δεν μπορείς να με προστατεύσεις (που δεν μπορείς, γιατί δεν θες), τότε άσε με να είμαι ανώνυμος. Κι αν κάποτε βγω και υποστηρίξω ότι ο πρωθυπουργός είναι μασόνος, οι υπουργοί του εξωγήινοι από τον πλανήτη Ζλοργκ και οι υπόλοιποι βουλευτές μέλη ενός παγκόσμιου σχεδίου για να εξαφανιστεί η Ελλάδα και στη θέση της να στήσουν πλωτά ξενοδοχεία, ελάτε και πιάστε με. Ή μάλλον δε θα χρειαστεί να έρθετε, θα πάω να παραδοθώ μόνος μου άμα αρχίσω να γράφω τέτοιες μαλακίες.

Εν κατακλείδι:

1. Δεν είναι όλοι οι bloggers εξ ορισμού εγκληματίες, επομένως μην τους συμπεριφέρεστε συλλογικά σαν να είναι.
2. Όταν δεν καταλαβαίνουμε κάτι, είναι ανώφελο να προσπαθούμε να το ελέγξουμε.
3. Αν, παρ’όλα αυτά, επιμένουμε να το ελέγξουμε, ζητάμε έστω τη γνώμη κάποιου που ασχολείται με αυτό το «κάτι».
4. Αν το πρόβλημα της χώρας είναι τα blogs, τότε το κλείνω σήμερα το μπουρδέλο μπας και γίνουμε καλύτερο κράτος.
5. Οι ταξιτζήδες έκλειναν λιμάνια και αεροδρόμια, εμείς τι να κλείσουμε για να διαμαρτυρηθούμε; Internet providers;
6. Τόπο στα νιάτα γαμώ το κέρατό μου.
7. Το είχα πει και παλιότερα, το ξαναλέω και σήμερα: Της κοντής ψωλής της φταίνε οι bloggers.

Advertisements

Εν έτει 2020, ο ήρωάς μας αποφασίζει να ξεκινήσει ένα blog. Σύμφωνα με το υπάρχον νομικό πλαίσιο, η «έναρξη λειτουργίας προσωπικού ιστολογίου», όπως ονομάζεται επίσημα, δεν είναι μία απλή διαδικασία. Βέβαια, θα μπορούσε να απευθυνθεί σε κάποια off-shore εταιρεία παροχής υπηρεσιών blogging και να μην του πει ποτέ κανείς τίποτα, όμως επειδή είναι μαλ…εεεεε, νομοταγής πολίτης, αποφασίζει να πάει με τα νερά του κράτους και να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία.

Ξεκίνημα από την τοπική εφορία, στο ειδικό «τμήμα ιστολογιακού μητρώου».

– Καλημέρα σας.
– ‘μέρααααααα.
– Θα ήθελα να ανοίξω ένα προσωπικό ιστολόγιο.
– Ένα τι;
– Ένα blog.
– Α, πες το έτσι ελληνικά να καταλάβω. Θα χρειαστώ το ΑΦΜ σου.
– Το ΑΦΜ μου; Γιατί;
– Για τις μελλοντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα έχεις μέσω του blog.
– Ποιες δραστηριότητες;
– Έλα τώρα που κάνεις πως δεν ξέρεις. Όλο και κάτι θα βγάλεις από αυτήν την ιστορία, τι, για την ψυχή της μάνας σου το κάνεις; Όλο και κάποιον θα εκβιάζεις, θα τσιμπήσεις και καμία διαφημισούλα, τι, δε θα φορολογηθείς γι’αυτά;
– Μα δε σκοπεύω να κάνω τίποτα απ’όλα αυτά, απλά να γράφω ένα προσωπικό ημερολόγιο θέλω.
– Ρε άσ’τα σάπια και φέρε το ΑΦΜ, μας τα’παν κι άλλοι αυτά.
– Ορίστε.
– (…) Ωραία. Θα πας τώρα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να πάρεις μία βεβαίωση ότι έχεις λευκό ποινικό μητρώο και ένα πιστοποιητικό ότι είσαι αξιόπιστος και δε θα χρησιμοποιήσεις το blog σου για παράνομους σκοπούς. Μετά θα έρθεις πάλι εδώ.

Έτσι, ο ήρωάς μας πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να πάρει την απαραίτητη βεβαίωση.

– Καλημέρα σας.
– …
– Καλημέρα σας.
– …
– ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ.
– Τι φωνάζετε κύριε, πού νομίζετε ότι βρίσκεστε;
– Μία βεβαίωση λευκού ποινικού μητρώου θέλω.
– Στον δεύτερο, στο τμήμα πρόληψης διαδικτυακού εγκλήματος.

– Καλημέρα σας, θέλω μία βεβαίωση λευκού ποινικού μητρώου για να ανοίξω ένα blog.
– Για να δω την ταυτότητά σας.
– Ορίστε.
– …Μάλιστα. Το μητρώο σας είναι όντως καθαρό. Θέλετε να ανοίξετε blog, είπατε.
– Ναι.
– Άρα θα χρειαστείτε και ένα πιστοποιητικό ασφαλείας.
– Σωστά.
– Θέλω ένα αντίγραφο του ιστορικού του browser σας την τελευταία εβδομάδα.
– Ορίστε, έχω ένα μαζί μου.
– …Χμμμμ, σε αυτό το τσοντοsite τι δουλειά είχες;
– Έβλεπα κάτι βίντεο.
– Χμμμμμ, βλέπω εδώ κι ένα καζίνο. Τζογαδόρος;
– Όχι, ένα pop-up ήταν που πετάχτηκε από μόνο του.
– Πάλι αυτό το τσοντοsite. Είστε διαστροφικός;
– Μα τι λέτε; Όχι βέβαια!
– Κτηνοβασία δεν δείχνει αυτό το βίντεο;
– Ποιο;….Αααααα, ναι…
– Καλή φάση, το έχω δει κι εγώ.
– Τι;
– Τίποτα, πάμε παρακάτω. Για ποιον λόγο θέλετε να ανοίξετε blog;
– Θέλω κάπου να γράφω τις σκέψεις μου, όλα αυτά που σκέφτομαι και δεν έχω πού να τα πω.
– Και γιατί δεν ξεκινάτε ένα κανονικό ημερολόγιο, σε ένα τετράδιο;
– Πλάκα μου κάνετε; Από το σχολείο έχω να γράψω σε χαρτί. Κι εξάλλου, είναι αλλιώς να μπορούν να σχολιάζουν και οι άλλοι αυτά που γράφω.
– Α, θέλετε να σας διαβάζουν οι άλλοι, να τους επηρεάζετε με αυτά που γράφετε.
– Εεεεεεε, ναι, γιατί όχι;
– Και ποιος μου διασφαλίζει ότι εσείς δεν θα εκφράσετε ακραίες απόψεις που θα επηρεάσουν τον κόσμο και θα οδηγήσουν στην κατάλυση του πολιτεύματος;
– Συγνώμη;
– Τι ψηφίσατε στις τελευταίες εκλογές;
– Τι σχέση έχει αυτό;
– Πρέπει να χτίσουμε το ιδεολογικό σας προφίλ, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον κάθε ανισόρροπο να έχει blog.
– Μα η ψήφος δεν είναι μυστική;
– Στην εποχή του Internet δεν υπάρχουν μυστικά, κύριε. Λοιπόν; Τι ψηφίσατε στις εκλογές;
– Τίποτα, απείχα.
– Αχά, απαξίωση του πολιτικού συστήματος;
– Όχι, απλά απογοήτευση από όλα τα κόμματα.
– Το ίδιο είναι.
– Δεν είναι το ίδιο!
– Αυτό δε θα το κρίνετε εσείς κύριε, αυτή είναι δική μας δουλειά. Καταλαβαίνετε, νομίζω, ότι δεν μπορώ να σας δώσω το πιστοποιητικό, δεν πληροίτε τις προδιαγραφές.
– Μα γιατί; Δεν έχω κάνει ποτέ κανένα έγκλημα! Ούτε καν κλήση για παράνομο παρκάρισμα δεν έχω πάρει!
– Ναι, αλλά δεν είστε αξιόπιστος ιδεολογικά.
– Δηλαδή με κρίνετε με βάση το τι νομίζετε ότι μπορεί να κάνω στο μέλλον, αν και ποτέ δεν έχω διαπράξει κανένα αδίκημα;
– Έτσι λέει ο νόμος. Δε σου αρέσει ο νόμος; Μήπως είσαι αναρχοκουμμούνι; Να φωνάξω τον αρχιφύλακα;
– Μα δεν υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να πάρω το πιστοποιητικό;
– Φυσικά. Πληρώνοντας ένα μπλογκόσημο των 3.000 ευρώ μπορείτε να έχετε το δωδεκάμηνο light blogging πρόγραμμα, ενώ με 5.000 ευρώ έχετε απεριόριστα posts και μπορείτε να φορτώνετε και εικόνες.
– Και όλα αυτά τα ιδεολογικά;
– Άμα έχεις ένα πεντοχίλιαρο, σε αυτή τη χώρα θεωρείσαι εθνικός ευεργέτης και δεν νοιάζεται κανείς για την ιδεολογία σου. Άκουσα ότι τον άλλο μήνα θα λανσαριστεί το δολοφονόσημο, με 25.000 ευρώ θα μπορείς να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, συν 4.000 ευρώ για κάθε επιπλέον θύμα, αν πρόκειται για σίριαλ κίλερ. Ήδη έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον πολλοί για τις πεθερές τους.
– Ωραία, μπορώ να έχω το light blogging πρόγραμμα;
– Φυσικά. Δώσε τα τρία χιλιάρικα στην Εφορία, στο τμήμα αποποινικοποιητικοσήμων και μαζί με το πιστοποιητικό σου θα πάρεις δώρο και ένα ποντίκι.
– Ασύρματο;
– Όχι, ψόφιο.

Ο ήρωάς μας επιστρέφει στην εφορία. Πηγαίνει στο τμήμα αποποινικοποιητικοσήμων, πληρώνει τα τρία χιλιάρικα και παίρνει στα χέρια του το πολυπόθητο πιστοποιητικό. Κατόπιν, πηγαίνει ξανά στο τμήμα ιστολογιακού μητρώου.

– Ορίστε, η βεβαίωση και το πιστοποιητικό.
– … ΟΚ, είναι όλα εντάξει. Πήγαινε μία βόλτα από το πρωτόκολλο να πάρεις αριθμό πρωτοκόλλου, να το σφραγίσουνε και φέρε μου συμπληρωμένη αυτήν την αίτηση.
– Τι αίτηση είναι;
– Ε, ξέρεις, τα απολύτως απαραίτητα: Το όνομα του blog, τα δικά σου στοιχεία, το αβατάρι σου
– Το ποιο;
– Το αβατάρι μωρέ, πώς το λέτε εσείς; Τη φωτογραφία σου.
– Α, χρειάζεται και φωτογραφία;
– Εννοείται ρε αδέρφι, να μην ξέρει ο άλλος που μπαίνει στο blog ποιον διαβάζει; Πρέπει να μου φέρεις φωτογραφία διαβατηρίου, στην οποία να μη χαμογελάς, να μην πετάει το μαλλί σου και να μην κοιτάζεις την κάμερα με λάγνο βλέμμα.
– Τυχερός είμαι, την προηγούμενη βδομάδα έβγαλα φωτογραφία, αυτή κάνει;
– …Καλή είναι, αλλά γυαλίζει λίγο η μύτη σου.

Ο ήρωάς μας συμπληρώνει την αίτηση, πηγαίνει στο πρωτόκολλο, περιμένει τον υπάλληλο να φτιάξει τον τέταρτο φραπέ του, μετά περιμένει όσο ο υπάλληλος πηγαίνει στην καντίνα γιατί του τέλειωσαν τα καλαμάκια, μετά περιμένει τον υπάλληλο να βγει από την τουαλέτα (φυσικό μετά από τόσους καφέδες), και τελικά παίρνει την πολύτιμη σφραγίδα. Επιστρέφει χαρούμενος στο ταμείο ιστολογιακού μητρώου.

– Ορίστε και το πρωτόκολλο.
– ΟΚ, είμαστε εντάξει.
– Πόσες μέρες θα πάρει η ενεργοποίηση του blog;
– Μέρες; Μήνες να λες. Άμα προλάβεις τα Χριστούγεννα θα είσαι τυχερός.
– Μα είναι Φεβρουάριος!
– Ε, blog δε θες ρε φίλε; Πρέπει να ακολουθηθεί μία διαδικασία, ένα πρωτόκολλο. Τι, θες να είναι όπως πριν δέκα χρόνια, που έμπαινε ο κάθε αλήτης να πούμε και έγραφε ό,τι γούσταρε και δεν μπορούσες να τον βρεις;
– Μα μπήκα σε όλη αυτήν τη διαδικασία, έχασα τη μέρα μου, πλήρωσα έναν σκασμό λεφτά και θα περιμένω δέκα μήνες;
– Ρε φίλε, στην Ελλάδα είσαι. Άμα θες γρήγορες διαδικασίες να πας στη Σουηδία.

Ο ήρωάς μας φεύγει τσαντισμένος από την εφορία. Και το ίδιο απόγευμα ανοίγει ένα blog σε μία off-shore εταιρεία παροχής υπηρεσιών blogging. Όπως όλοι.


Είχα εδώ και έναν μήνα περίπου στο κεφάλι μου ένα κείμενο για τους αστυνομικούς και την αστυνομία που ήθελα να γράψω, και το ταλαιπωρούσα άδικα τόσο καιρό χωρίς να βρίσκω το χρόνο ή/και τη διάθεση να το γράψω. Αλλά μετά τα χθεσινά απερίγραπτα γεγονότα νομίζω ότι είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να το κάνω. Κι ας χάσω μία ώρα ύπνου για να το κάνω – έτσι κι αλλιώς, ο ύπνος ποτέ δε μου είναι αρκετός. Αλλά για την τρομοκρατία του πρωινού ξυπνήματος και τη δράση μου στον Ε.Φ.Α.Π.Α.Ξ. (Ενιαίος Φορέας Αντίστασης στο Πρωινό Αναγκαστικό Ξύπνημα, για τους αμύητους) θα μιλήσω κάποια άλλα φορά. Τώρα έχουμε άλλα θέματα.

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή κάτι: Ποτέ δεν αντιμετώπισα προσωπικά πρόβλημα με κανέναν αστυνομικό. Η μόνη μου επαφή με αστυνομικό ήταν όταν ήμουν τεσσάρων χρονών, σε ένα πάρκο στο Γαλάτσι, όπου είχαμε πάει με τη γιαγιά μου για να παίξω (ξέρεις, τα Εξάρχεια δεν είχαν και τόσα πάρκα, οπότε έπρεπε να ξενιτευόμαστε για να βλέπω λίγο πράσινο). Η μνήμη μου γενικά είναι για τα μπάζα, οπότε δε θυμάμαι και πολλά πράγματα, θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως έναν χαμογελαστό αστυνομικό να χαριεντίζεται με τη γιαγιά μου και να μου φοράει τις χειροπέδες του, για πλάκα. Μια πλάκα που πολύ χαροποίησε και τους δύο, αλλά εμένα προσωπικά με έκανε να βάλω τα κλάματα. Κι ας ήξερα κι εγώ ότι ήταν μια πλάκα, ότι ήταν η γιαγιά μου εκεί και δε θα μπορούσε ο αστυνομικός να μου κάνει κακό. Θα μπορούσες να πεις ότι αυτή ήταν η πρώτη (και ουσιαστικά η τελευταία) εμπειρία που είχα με την αστυνομία. Και ήταν τραυματική.

Μπορεί αυτός να είναι ο λόγος που ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα την αστυνομία και τους αστυνομικούς. Αλλά δεν το πιστεύω αυτό. Ο λόγος είναι μάλλον όλα αυτά που έχω ακούσει για τους αστυνομικούς και την αστυνομία, και τα οποία επιβεβαιώνονται καθημερινά (άρα δεν είναι απλώς φήμες που διαδίδουν οι αναρχικοί, οι αντικαθεστωτικοί και αυτός ο έρμος ο ΣΥΡΙΖΑ που μάλλον είναι ο Θεός ο ίδιος, γιατί είναι πανταχού παρών και τα πάντα λερών’). Και μπορεί εγώ να μην έχω κάποια σχετική αρνητική εμπειρία, αλλά όταν μιλάς με διαφορετικούς ανθρώπους που έχουν υποστεί την αστυνομική βία είναι σαν να την έχεις υποστεί κι εσύ. Έτσι, νομίζω ότι η αντιπάθειά μου προς τους αστυνομικούς δεν οφείλεται σε κάποια υπερφυσική, παράλογη αιτία, ούτε σε ένα χαζό παιδικό τραύμα. Οφείλεται στην πραγματικότητα.

(επίσης, ένας από τους λόγους που πάντα έβλεπα με κακό μάτι τους αστυνομικούς ίσως ήταν η επιμονή της μάνας μου να μου λέει από μικρό παιδί «φασίστας και μπάτσος μη γίνεις, κι ό,τι άλλο θες γίνε». Και την ευχαριστώ γι’αυτό.)

Έχω περάσει από το στάδιο που ήθελα όλοι οι αστυνομικοί να πεθάνουν πνιγμένοι μέσα στα δακρυγόνα τους ή κακοποιημένοι μέχρι θανάτου με τα ίδια τους τα γκλομπς. Δεν ντρέπομαι να το πω. Έχω νιώσει αυτό το απύθμενο μίσος εναντίον τους, έχω κάνει τις χειρότερες σκέψεις γι’αυτούς και τελικά κατέληξα σε μία πιο μετριοπαθή στάση, μία απλή αντιπάθεια. Μία έντονη αντιπάθεια, για να είμαι ειλικρινής. Θέλω να τους αποφεύγω και να με αποφεύγουνε, να αλλάζουμε πεζοδρόμιο κάθε φορά που βλέπει ο ένας τον άλλο. Καμιά φορά νιώθω και την ανάγκη να τους φτύσω όταν τους βλέπω, όπως όταν βλέπεις τον πούστη που σου έφαγε τη γκόμενα και θες να πας να του κόψεις το λαρύγγι, αλλά τελικά απλά κλείνεσαι στις σκέψεις σου και του κόβεις το λαρύγγι σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο υπάρχει μόνο στο κεφάλι σου.

Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά μου, βλέπω μία παρέα αστυνομικών στην ίδια γωνία. Μερικές φορές τους πετυχαίνω να κοπροσκυλιάζουν, άλλες να στέκονται αγέρωχοι και να κοιτάνε το υπερπέραν, και κάποιες φορές να ελέγχουν μελαμψούς τύπους που απλώς έτυχε να περνούν από εκεί. Σκέφτομαι πόσο λάθος είναι αυτό που κάνουν: Αυτό τους μάθανε στη σχολή άραγε; Τα απαρχαιωμένα φυσιογνωμικά κριτήρια του Λομπρόζο για το ποιος είναι εγκληματίας και ποιος όχι; Και πού ξέρουν ότι εγώ, ο κοστουμαρισμένος τύπος που περνάει κάθε μέρα από εκεί δεν θα κατέβω μια μέρα ζωσμένος με εκρηκτικά, αποφαασισμένος να σκοτώσω ό,τι κινείται; Και πώς μπορώ να νιώσω ασφαλής όταν νιώθω ότι η πόλη μου είναι γεμάτη από τέτοιους τύπους που ψάχνουν «ύποπτες» φάτσες; Και ποιος μου εξασφαλίζει ότι μια μέρα δε θα έχω κι εγώ «ύποπτη» φάτσα;

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Η αστυνομία, καλώς ή κακώς (κακώς για μένα) είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία σαν τη δική μας. Είναι απαραίτητη επειδή ο άνθρωπος βάζει πάντα τον εγωισμό του πάνω απ’όλα, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να ξεπερνά ακόμα και τους νόμους προκειμένου να πετύχει τον εγωιστικό του στόχο. Κάποιος πρέπει να σταματά αυτούς τους ανθρώπους που παραβαίνουν τον νόμο, και αυτή είναι η δουλειά της αστυνομίας. Αν ήμασταν μία κοινωνία αγγέλων, οι αστυνομικοί αναγκαστικά θα έκαναν άλλο επάγγελμα, γιατί το δικό τους δεν θα υπήρχε. Αλλά είμαστε μία κοινωνία εγωπαθών, αδίστακτων ανθρώπων, και άρα θεωρητικά χρειαζόμαστε την αστυνομία.

(όπως θα έχεις καταλάβει είμαι λίγο μισάνθρωπος. Μην εκπλήσσεσαι. Η φύση με έκανε ρομαντικό και η ζωή κυνικό. Κι εγώ τα ίδια σκατά με τους άλλους είμαι, την ουρά μου δεν τη βγάζω απ’έξω. Είμαι αδύναμος ως άνθρωπος.)

Για τη λειτουργία της αστυνομίας, ωστόσο, υπάρχουν κάποια θέματα, το σημαντικότερο από τα οποία συνοψίζεται στο ερώτημα «ποιος φυλάει τους φύλακες;». Δηλαδή ποιος ελέγχει αν η αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της; Σε ποιον λογοδοτούν οι αστυνομικοί που ξεφεύγουν από τα όρια της δικαιοδοσίας τους; Και σε τελική ανάλυση: Ποια ακριβώς είναι η δικαιοδοσία τους;

Δυστυχώς, η ανθρώπινη φύση παρουσιάζει και εδώ το χειρότερο πρόσωπό της. Γιατί η στολή του αστυνομικού προσφέρει μία αίσθηση εξουσίας σε αυτόν που τη φοράει, και όπως ξέρουμε όλοι πολύ καλά, η εξουσία διαφθείρει τον άνθρωπο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Έτσι, ο αστυνομικός που ορκίστηκε να προστατεύει τον πολίτη, συχνά γίνεται ο χειρότερος εχθρός του. Ο άνθρωπος που επιφορτίστηκε με το έργο της αντιμετώπισης των κακοποιών στοιχείων, γίνεται ο ίδιος κακοποιό στοιχείο. Και τίθεται αντιμέτωπος με τον απλό πολίτη, πετώντας στα σκουπίδια τους όρκους του και περνώντας από την προληπτική αστυνόμευση στην τυφλή καταστολή.

Δεν είχα ποτέ φίλο αστυνομικό. Ούτε καν γνωστό, ούτε συγγενή. Ποτέ. Πρόσφατα μία φίλη φίλης που έχει σχέση εδώ και λίγα χρόνια με αστυνομικό μας πρότεινε να τον γνωρίσουμε. Το αποφεύγω επιμελώς, ίσως άδικα. Γιατί κατά βάθος θα ήθελα κάποια στιγμή να μιλήσω με κάποιον από αυτούς και να τον ρωτήσω γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα, τι ευχαρίστηση του προσφέρει, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή του όταν κοιμάται το βράδυ, και τέτοια. Ξέρω ότι εγώ προσωπικά δε θα γινόμουν ποτέ αστυνομικός. Καλύτερα ζητιάνος στο Μοναστηράκι, καλύτερα άστεγος στην Κίνα, να τρώω ζωντανές ακρίδες για να ζήσω. Είναι θέμα αξιοπρέπειας. Πιστεύω ότι κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα δεχόταν να γίνει αστυνομικός. Προσωπική γνώμη εκφράζω. Είδα ένα σύνθημα γραμμένο στην Πανεπιστημίου χθες, καθώς έφευγα κλαμμένος από το Σύνταγμα: «Μπάτσε, η ντροπή δεν είναι δουλειά». Ε, αυτό ακριβώς.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν «καλοί αστυνομικοί», αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να εκτιμήσω σαν άνθρωπο κάποιον που κάνει αυτήν τη «δουλειά». Θυμάμαι στον Στρατό, όταν έλεγα στους άλλους φαντάρους ότι έχω σπουδάσει δημοσιογραφία, που με κοίταζαν με μισό μάτι και με έλεγαν αλήτη ρουφιάνο. Ίσως κάπως έτσι βγαίνει το κακό όνομα στους αστυνομικούς, αλλά ειλικρινά δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

(εντάξει, δεν μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Άλλες ευθύνες καταλογίζω στα ΜΑΤ, άλλες στους ΔΙΑΣ, άλλες στον αστυνόμο της γειτονιάς μου, άλλες στην Τροχαία. Δεν μπορώ να εξισώσω έναν τροχονόμο με έναν χημικό δολοφόνο, όμως δεν έχω θετική γνώμη για κανένα αστυνομικό όργανο.)

Το βασικό πρόβλημα που έχω με τους αστυνομικούς είναι η τυφλή υποταγή στα αφεντικά τους. Με εξοργίζει αυτό και τους το καταλογίζω. Όταν ένας ολόκληρος λαός ξεσηκώνεται εναντίον μίας διεφθαρμένης και αποτυχημένης εξουσίας που παλεύει να διατηρηθεί στον θρόνο της με νύχια και με δόντια εις βάρος του λαού (αλλά και της αστυνομίας, σε τελική ανάλυση!), θεωρώ ότι οι αστυνομικοί θα έπρεπε να πάρουν το μέρος του λαού. «Κι εσείς 500 ευρώ θα παίρνετε ρε», έλεγε κάποιος χθες στους ΜΑΤατζήδες, προσπαθώντας ΜΑΤαια να τους πείσει ότι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα. Όμως αυτοί, αντί να ενωθούν με τον κόσμο και να κατεβάσουν τις ασπίδες πετούσαν όλο και περισσότερα δακρυγόνα, προστατεύοντας τα αφεντικά τους με εντυπωσιακή αυταπάρνηση. Ξέρεις κάτι; Κακώς τους λένε «γουρούνια». Οι αστυνομικοί είναι καθαρά ντόπερμαν: Ένα ενστικτωδώς επιθετικό σκυλί που εξαπολύει φουλ επίθεση όταν νιώσει την παραμικρή απειλή, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα κόκαλο και ένα χάδι στο κεφάλι από το αφεντικό του. Προτείνω από εδώ και στο εξής οι αστυνομικοί να φέρουν ταμπελίτσα κρεμασμένη στον λαιμό, που να γράφει με μεγάλα γράμματα «ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ», να ξέρουμε τι να περιμένουμε.

Βέβαια, ας μην τα ρίχνουμε όλα σε αυτούς: Τα όσα συνέβησαν χθες στο κέντρο της Αθήνας δεν τα σκέφτηκαν μόνοι τους οι ΜΑΤατζήδες – εξάλλου, σε αυτή τη «δουλειά» που κάνουν δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Σαν καλά σκυλιά, κάνουν ό,τι τους πει το αφεντικό τους. Είναι ξεκάθαρο ότι για όσα συνέβησαν χθες την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο ανεκδιήγητος Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (σας παρακαλώ, ας αλλάξει επιτέλους ο τίτλος αυτού του υπουργείου, δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω), που σε μία ιδανική κοινωνία σήμερα το πρωί θα είχε κάνει χαρακίρι με σπαθί σαμουράι για να γλιτώσει την ατίμωση, αντί να βγαίνει και να πραγματοποιεί ηρωική εμφάνιση. Αλλά βέβαια το κακό σε αυτή τη χώρα είναι ότι αυτοκτονούν οι μεροκαματιάρηδες που δεν έχουν να πληρώσουν 500 ευρώ στην τράπεζα και όχι οι αληθινοί εγκληματίες. Είπαμε, δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων.

Ασφαλώς, ξέρω ότι είναι πολύ εύκολο να χτυπήσεις το «πιόνι» που προστατεύει τον «βασιλιά», ενώ ο τελικός σου στόχος είναι να κερδίσεις μία δύσκολη παρτίδα, όμως σκέφτομαι το εξής: Σε ποιο βαθμό ένας άνθρωπος μπορεί να ακολουθεί τυφλά εντολές; Αν έκαναν σε ένα γκάλοπ την ερώτηση «θα χτυπούσατε διαδηλωτές στο κεφάλι αν ξέρατε ότι στο τέλος του μήνα θα μπουν 700 ευρώ στον λογαριασμό σας ό,τι κι αν κάνετε;», πόσοι θα απαντούσαν καταφατικά; Και τελικά γιατί είμαι υποχρεωμένος να σέβομαι κάποιον που το παίζει μάγκας και πουλάει τσαμπουκά όντας οπλισμένος σαν αστακός, κόντρα σε κάθε λογική και κάθε θεσμικό ρόλο; Μήπως αυτά τα «πιόνια» δεν είναι και τόσο αθώα τελικά;

Και μια και μιλάμε για σεβασμό: Τον σεβασμό δεν τον απαιτείς δια της βίας. Τον αποκτάς με τις πράξεις σου. Δια της βίας προκαλείς μόνο φόβο, στην καλύτερη περίπτωση. Και ο φόβος είναι χαρακτηριστικό άλλων πολιτευμάτων, και σίγουρα όχι της δημοκρατίας. Αν έχουμε μπασταρδοκρατία, ή χουλιγκανιζομένη δημοκρατία, τουλάχιστον ας το παραδεχτούν οι πολιτικοί μας δημοσίως, να μην παλεύουμε κι εμείς άδικα για μια εικαζόμενη «δημοκρατία».

Για να κλείσω επιτέλους αυτό το κολοσσιαίων διαστάσεων (αλλά μάλλον ελαχίστης σημασίας) κείμενο, θέλω να πω ένα πράγμα: Η βία της αστυνομίας δεν είναι δικαιολογημένη. Είδα ΜΑΤατζή χθες να πετάει στον κόσμο πέτρα – επιτρέπεται αυτό; Είδα «κουκουλοφόρους» να πηγαίνουν αγκαλίτσα με αστυνομικούς στη Βουλή – προβλέπεται αυτό; Είδα απλούς ανθρώπους (απλούς, χωρίς μάσκες, χωρίς κουκούλες, με τα πρόσωπά τους σε κοινή θέα) να δέχονται απρόκλητη επίθεση από αστυνομικούς – πού το γράφει ο νόμος ότι επιτρέπεται αυτό; Είδα μία πλατεία στην οποία για εβδομάδες ολόκληρες ο κόσμος διαδήλωνε ειρηνικά να γίνεται πουτάνα από αστυνομικούς που μου απαγόρευαν να την προσεγγίσω – πότε καταργήθηκε το δικαίωμά μου να διαδηλώσω σε μία πλατεία; Είδα δεκάδες μηχανές της ΔΙΑΣ να διασχίζουν γεμάτους δρόμους, αδιαφορώντας για τον πανικόβλητο κόσμο που έτρεχε γύρω τους – ποιος τους έδωσε το δικαίωμα αυτό;

Χούντα εγώ δεν έζησα. Και θεωρούσα υπερβολικούς αυτούς που μιλούσαν για την «χούντα που δεν τελείωσε το ’73». Πείσε με εσύ τώρα ότι έχουμε δημοκρατία. Δεν έχουμε δημοκρατία. Πόλεμο έχουμε. Και θα πολεμήσουμε ο καθένας με τα όπλα του: Αυτοί με τις μάσκες τους, εμείς με τα πρόσωπά μας. Αυτοί με τις προβοκάτσιες τους, εμείς με το πείσμα μας. Αυτοί με τα δακρυγόνα, εμείς με ό,τι βρούμε μπροστά μας.

Αυτοί με τα γκλομπς, εμείς με τα μπλογκς.

(Υ.Γ.: Δεν θα απαντήσω σε κανένα σχόλιο, αλλά τα αφήνω ανοιχτά για να πει ο καθένας την άποψή του. Δεν έχω όρεξη για διάλογο, βαριέμαι αυτές τις ατέρμονες συζητήσεις που ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο, ενώ κανένας από τους δύο δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξε έστω και λίγο τη δική του γνώμη. Αν θέλετε κάτι παραπάνω, το mail μου το έχω δώσει, δεν το κρύβω.)


Αγαπητό ημερολόγιο,

σε τρεις μέρες φτάνει στο τέλος του το 2010, ένα έτος που θα περάσει στην ιστορία με πολλά προσωνύμια, κανένα εκ των οποίων δε θα μας θυμίζει κατι ευχάριστο. Και όπως γίνεται παραδοσιακά στο τέλος κάθε χρόνου, έτσι και τώρα όλοι κάνουμε τον απολογισμό μας, βάζουμε στη ζυγαριά τα υπέρ και τα κατά της χρονιάς και δίνουμε υποσχέσεις στον εαυτό μας ότι θα είμαστε καλύτεροι το νέο έτος, υποσχέσεις που ξεχνιούνται μόλις συνέλθουμε από το αναπόφευκτο hangover της Πρωτοχρονιάς. Σκέφτηκα, λοιπόν, να κάνω μία ανασκόπηση της χρονιάς, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο blog μου, το οποίο αισίως συμπλήρωσε 4 χρόνια ζωής τον περασμένο Σεπτέμβριο. Για να δούμε, λοιπόν, τι θα έχω να θυμάμαι από το 2010.

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Ο Ιανουάριος είναι πάντα ο μήνας της μάταιας ελπίδας. Σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου, ελπιδοφόρου έτους, όμως πριν ακόμα παραδώσει τη σκυτάλη στον Φεβρουάριο είναι ήδη φανερό ότι η ελπίδα έχει ήδη πεθάνει. Τον Ιανουάριο του 2010 μάθαμε για το περίφημο σχέδιο της κυβέρνησης με τις αποδείξεις, που θα τις μαζεύαμε και θα σωζόμασταν και εμείς και το κράτος. Και πράγματι: «Σωθήκαμε». Ακόμα, ο Ολυμπιακός απέλυσε τον Ζίκο από προπονητή με συνοπτικές διαδικασίες, όπως και τόσους άλλους στο παρελθόν (δε θα έπρεπε πια να αποτελεί είδηση κάτι τέτοιο),  ενώ δύο διαφημιστικές καμπάνιες ξεχώρισαν: Αυτή της Vodafone με τους αγωνιστές του ’21, που μνημονεύεται ακόμα ως μία από τις χειρότερες της σύγχρονης ιστορίας, και αυτή του ΒΗΜΑ FM, με διάφορους δημοσιογράφους σε αταίριαστους ρόλους (ακόμα γελάω με το «Γιάννης ο Κόκκινος»).

Φωτογραφία του μήνα:

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Στα μάτια μου, ο Φεβρουάριος είναι για τους μήνες σαν το μικρότερο από 12 αδέρφια, που όμως καταφέρνει πάντα να κάνει κάτι και να αποσπά την προσοχή, παρά το μικρό του ανάστημα. Να, φέτος τον Φεβρουάριο έφτιαξα κάτι με το Photoshop, και μέχρι και στο Ράδιο Αρβύλα έπαιξε. Άσε που είχαμε και εκείνη τη συζήτηση για το αν θα πρέπει να απλοποιηθεί η διαδικασία για την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας από μετανάστες. Φυσικά, «γιορτάσαμε» πάλι τον Άγιο Βαλεντίνο, ενώ η πολύμηνη εμπειρία μου στην ανάγνωση αγγελιών εργασίας επιτέλους απέδωσε καρπούς – μπορεί να μη βρήκα δουλειά, αλλά τουλάχιστον έγραψα κάτι γι’αυτές.

Φωτογραφία του μήνα:

ΜΑΡΤΙΟΣ

Ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τον Μάρτιο σαν μήνα. Αν δεν είχε και την 25η Μαρτίου, που είναι αργία, θα τον είχα σχεδόν στην ίδια μοίρα με τον βαρετό Αύγουστο. Πάντως, φέτος πήγαινε μια χαρά: Η οικονομική κρίση με ενέπνεε να  παίζω με το Photoshop ξανά και ξανά, η Τζούλια Αλεξανδράτου μας διασκέδαζε με τις περιπτύξεις της,  ενώ μια μίνι επανάσταση στην περιοχή μου με έκανε να νιώσω και πάλι ελπίδα ότι μπορεί αυτός ο κόσμος να αλλάξει. Μια ελπίδα που χάθηκε και πάλι στο τέλος του μήνα, όταν σκοτώθηκε ο Αφγανός Χαμί Νατζάφι από βόμβα που βρήκε στα σκουπίδια, αφήνοντας ένα βαρύ συναισθηματικό φορτίο στον Απρίλιο.

Φωτογραφία του μήνα:

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Ο Απρίλιος είναι παραδοσιακά ο αγαπημένος μου μήνας, επειδή έχω γενέθλια – ναι, πολύ σοβαρό κριτήριο. Και φέτος τον Απρίλιο πήρα μία σημαντική απόφαση: Να γίνω επιτέλους ενεργός πολίτης. Το ξέρω πως άργησα λίγο, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Όπως συνήθως, Απρίλιο έπεσε και το Πάσχα, η μεγάλη, δακρύβρεχτη και ανθυγιεινή γιορτή της Ορθοδοξίας. Το μεγάλο γεγονός του μήνα, βέβαια, ήταν μάλλον και το γεγονός της χρονιάς: Η ένταξη της Ελλάδας στον μηχανισμό του ΔΝΤ, γεγονός που μας έριξε στη μαύρη κατάθλιψη και επηρέασε ακόμα και τον Μπάτμαν.

Φωτογραφία του μήνα:

ΜΑΪΟΣ

Πολλά πράγματα συνέβησαν τον φετινό Μάιο. Πιο σοβαρό απ’όλα, ο θάνατος τριών αθώων ανθρώπων που αμαύρωσε μία από τις πιο μαζικές πορείες διαμαρτυρίας των τελευταίων χρόνων. Παράλληλα, είχαμε εξελίξεις σε ό,τι αφορά τη φοροδιαφυγή. Μάθαμε ότι ο Τόλης Βοσκόπουλος έχει να συμπληρώσει φορολογική δήλωση από την εποχή του «Αδέλφια μου, Αλήτες, Πουλιά» (ακόμα θα τον καταριέται η Άντζελα Γκερέκου, που έχασε το υπουργείο εξαιτίας του), ενώ αποκαλύφθηκε ότι ένας οδοντίατρος δήλωνε ετήσιο εισόδημα…300 ευρώ! Και μέσα σ’όλα αυτά είχαμε και την Eurovision, την οποία ως συνήθως παρακολουθήσαμε με θρησκευτική ευλάβεια, ποντάροντας στον Άγιο Σάκη.

Φωτογραφία του μήνα:

ΙΟΥΝΙΟΣ

Όταν κάτι συμβαίνει μία φορά στα τέσσερα χρόνια, το περιμένεις πώς και πώς, παθαίνεις σύνδρομο στέρησης και τρελαίνεσαι όταν επιτέλους ξεκινάει. Κρίμα που το φετινό Μουντιάλ μας απογοήτευσε όλους. Πάλι καλά που τουλάχιστον η Ελλάδα πέτυχε μία νίκη και έφυγε με το κεφάλι ψηλά. Κατά τ’άλλα, το μόνο που μου έμεινε από το Μουντιάλ είναι κάτι κείμενα που έγραψα εδώ κι εκεί. Στο μεταξύ, από αυτά που ακούγαμε πιστέψαμε για λίγο ότι κάποιος θα έμπαινε φυλακή για το σκάνδαλο με τις μίζες της Siemens, αλλά ήμασταν πολύ αφελείς, προφανώς. Άσε που ο πρώτος που θα έπρεπε να έχει μπει στη φυλακή όχι μόνο ήταν ελεύθερος, αλλά περνάει και μια χαρά. Α, μην ξεχάσω επίσης ότι Ιούνιο ξεκίνησα να γράφω αυτό το ημερολόγιο – να μου το θυμίσεις τον επόμενο Ιούνιο, να σου φέρω δώρο γενεθλίων.

Φωτογραφία του μήνα:

ΙΟΥΛΙΟΣ

Θα σου μιλήσω ανοιχτά: Δεν έχω ιδέα τι συνέβη στον κόσμο τον Ιούλιο του 2010. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει κάποιο πυρηνικό ολοκαύτωμα και εγώ να μην έχω πάρει χαμπάρι, αφού εκείνο τον μήνα δούλεψα σαν πωλητής σε μία εταιρεία, προωθώντας μία υπηρεσία από πόρτα σε πόρτα. Πέρασα όχι μία, αλλά δύο συνεντεύξεις για να πάρω τη δουλειά. Φαινόταν πολύ ελκυστική, η πληρωμή γινόταν σε ποσοστά από τις πωλήσεις και γενικά έμοιαζε ένας εύκολος τρόπος να βγάλω κάποια χρήματα. Όταν, όμως, στην εικοστή μέρα είχα κάνει μόλις μία πώληση, τα παράτησα. Τι να κάνω, δεν έχω αυτό το ταλέντο, όπως συνειδητοποίησα κατόπιν εορτής.

Φωτογραφία του μήνα:

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Όπως σου είπα, ο Αύγουστος είναι πολύ βαρετός μήνας για έναν άνεργο. Ούτε διακοπές, ούτε κάτι ενδιαφέρον στην τηλεόραση, ούτε κανένας να μιλήσεις (φεύγουν όλοι διακοπές), ούτε ξεκούραση (από τι να ξεκουραστείς;), και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει και 40 βαθμούς υπό σκιάν. Δράμα. Καλά λένε ότι τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Πάλι καλά που μπορείς να δεις και καμιά ταινία να περάσει η ώρα. Επίσης, ωραίο είναι και όταν όλοι οι άλλοι, οι εργαζόμενοι, φεύγουν από το σπίτι και πάνε να ξεκουραστούν, αφήνοντας εσένα, τον ξεκούραστο, να φυλάει τα κατοικίδια και τα φυτά στο μπαλκόνι. Κι έτσι πρωταγωνιστείς στο δικό σου Home Alone, όπου μερικές φορές ο «κακός» δεν είναι ένας διαρρήκτης, αλλά ένα δαιμονισμένο πλυντήριο.

Φωτογραφία του μήνα:

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Μαζί με το φθινόπωρο, επιστρέφει και η ζωή. Βέβαια, κάποιες φορές η ζωή είναι ακόμα χειρότερη – για παράδειγμα, όταν έχεις να πας σε κάποιον γάμο. Και δεν εννοώ γάμο κυριλέ, με Σελίν Ντιόν και Γουίτνι Χιούστον, αλλά για γάμο χωριάτικο, με κλαρίνα και τουμπερλέκια. Άλλες φορές, πάλι, προκύπτουν μονοήμερες εκδρομές σε πόλεις που μπορεί να μην είναι και οι πιο όμορφες του κόσμου, όμως είναι πάντα μία ενδιαφέρουσα αλλαγή παραστάσεων – στην προκειμένη περίπτωση, στη Λαμία. Στο μεταξύ, μετά από δύο μήνες στην ανεργία, οι αρνητικές συνέπειες είναι φανερές: Τα περιττά κιλά που είχα χάσει με την καθημερινή ορθοστασία όχι μόνο επέστρεψαν, αλλά έφεραν και την παρέα τους για φαγητό. Και δεν είναι κι εύκολο πράγμα να αρχίσεις δίαιτα.

Φωτογραφία του μήνα:

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ

Ο φετινός Οκτώβριος ήταν ένας μήνας που με σημάδεψε όσο κανένας άλλος τη χρονιά που μας πέρασε. Και να σκεφτείς ότι ξεκίνησε τόσο καλά, όταν με φώναξαν για ένα interview σε έναν μεγάλο δημοσιογραφικό οργανισμό, όπου είχα στείλει βιογραφικό. Εκεί άκουσα πράγματα που δε μου άρεσαν, αλλά ήταν αλήθεια. Λίγες μέρες αργότερα, έπιασα δουλειά – δεν ήταν η δουλειά των ονείρων μου, βέβαια, αλλά ήταν μια δουλειά, και κάτι τέτοια είναι δυσεύρετα στην εποχή μας. Ωστόσο, τα χρήματα δεν ήταν απλά λίγα – ήταν φρικτά. Τόσο φρικτά, που δε λυπήθηκα σχεδόν καθόλου όταν με απέλυσαν επειδή έγραψα στο blog μου πόσο φρικτά ήταν. Σοκαρίστηκα, έπεσα σε απόγνωση για την κατάντια του δημοσιογραφικού κλάδου, αλλά δε λυπήθηκα για το κελεπούρι που έχασα.

Φωτογραφία του μήνα (τι ειρωνεία):

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Το σημαντικότερο γεγονός του μήνα ήταν, σαφώς, οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, από τις οποίες προσωπικά απείχα, κυρίως λόγω απόστασης, αλλά και εν είδει αποδοκιμασίας. Τα αποτελέσματα των εκλογών μας εξέπληξαν όλους: Καμίνης και Μπουτάρης έκαναν την ανατροπή και κέρδισαν τους Δήμους Αθηναίων και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, κάτι που στην Ελλάδα ισοδυναμεί με θαύμα. Όμως εμένα άλλα πράγματα με ενδιέφεραν. Βλέπεις, τον Νοέμβριο ξεκίνησα να ασχολούμαι με τους Atenistas, και μάλιστα συμμετείχα σε τρεις δράσεις εκείνο το μήνα: Στο άναμμα των ρεσώ στην Πλατεία Κοτζιά, στην νυχτερινή βόλτα στα στενά της Αθήνας, και στον καθαρισμό της παραλίας πίσω από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (θα μπορούσε να λέγεται και παραλία Σκουπιδιού και Μπίχλας). Κάτι μου λέει πως έχουμε να δούμε πολύ ωραία πράγματα ακόμα από τους atenistas στο μέλλον.

Φωτογραφία του μήνα:

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Η πορεία του Δεκεμβρίου κάθε χρόνο από το 2008 και μετά είναι προδιαγεγραμμένη: Ξεκινάει με οργή στις εκδηλώσεις για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και καταλήγει στην αναπόφευκτη χαρωπή αποχαύνωση των Χριστουγέννων.  Ενδιάμεσα, εμάς τους άνεργους μας πιάνει και μια εμβόλιμη μελαγχολία, μέρες που είναι. Και να που φτάσαμε στο τέλος κι αυτού του χρόνου. Και, όπως και το 2009, όπως και το 2008, και κατά πάσα πιθανότητα όπως και κάθε «πέρσυ» από τότε που αρχίσαμε να μετράμε τις χρονιές, ευχόμαστε στο 2010 να πάει στα τσακίδια και να έρθει στη θέση του το 2011, που θα υποδεχθούμε ως Μεσσία, μόνο και μόνο για να το στείλουμε πάλι στα τσακίδια του χρόνου τέτοιες μέρες. Αυτή είναι η μοίρα του Δεκέμβρη, μάλλον.

Φωτογραφία του μήνα:

Και κάπως έτσι τελειώνει η ανασκόπηση του 2010, με την ελπίδα ότι το 2011 θα μας αφήσει καλύτερες αναμνήσεις. Καληνύχτα και να θυμάσαι πάντα τα τέσσερα είδη τριγώνων: Ισοσκελή τρίγωνα, ισόπλευρα τρίγωνα, σκαληνά τρίγωνα και τρίγωνα κάλαντα.

(μη μου πεις για τα τρίγωνα Πανοράματος, αυτά δε μετράνε. Είναι ισοσκελή.)


Πολλά μπορεί να πει κανείς για την Eurovision. Ελάχιστα από αυτά είναι καλά, βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία. Η Eurovision είναι ένα πανηγύρι, που μία φορά το χρόνο μας καθηλώνει (τους περισσότερους από μας, τουλάχιστον) μπροστά στις τηλεοράσεις. Άλλες φορές την περιμένουμε με αδημονία, μήνες πριν, πιστεύουντας ότι το φοβερό τραγούδι που στείλαμε θα υπνωτίσει τους Ευρωπαίους και θα μας φέρει στην κορυφή. Φέτος, ευτυχώς, δεν είχαμε τέτοιες αυταπάτες. Με ένα καθαρό γιουροβιζιονικό τραγούδι, αλλά όχι τόσο πιασάρικο όσο το «My Number One», π.χ., ξέραμε από πριν ότι δεν πηγαίναμε για κορυφή. Έτσι, το τραγούδι δεν ακούστηκε σχεδόν καθόλου (ενώ άλλες χρονιές τα τραγούδια τα ακούγαμε συνέχεια και μήνες πριν την Eurovision – σαν μαρτύριο του Γκουαντάναμο, ένα πράγμα) και το ενδιαφέρον για τη διοργάνωση περιορίστηκε στις τελευταίες 5 μέρες πριν τη μέρα του τελικού.

(άσε που, μεταξύ μας, κανείς δεν ήθελε να κερδίσουμε φέτος την Eurovision. Και να πληρώνουμε του χρόνου για τη διοργάνωση; Εδώ μας κόβουν τους μισθούς και τις συντάξεις, το πανηγύρι μας μάρανε!)

Τέλος πάντων, δε σκοπεύω να κάνω κοινωνιολογική ανάλυση της Eurovision και του τρόπου που την αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα (αν και θα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα). Αν κάτι μου έμεινε από τη φετινή Eurovision, είναι η Γερμανίδα Λένα Μάγιερ, που κέρδισε τον διαγωνισμό, την οποία έχω ερωτευτεί. Ναι, ξέρω, πείτε την «στραβοκάνα», «βαμπίρ», όπως θέλετε. Αλλά εμένα μ’άρεσε. Και το τραγούδι ήταν μια χαρά (αλλά το αγαπημένο μου ήταν το γαλλικό, που για άγνωστο λόγο πάτωσε – Ευρώπη, όχι μόνο δεν έχεις ταλέντο, αλλά δεν έχεις και γούστο).

Επίσης, έχω μια απορία: Πώς ήταν η Eurovision πριν το Twitter; Ειλικρινά, δε θυμάμαι. Ο συνδυασμός αυτών των δύο είναι εκρηκτικός. Σαν να βλέπεις την Eurovision παρέα με 100 άλλους φίλους σου, τη σχολιάζετε σε πραγματικό χρόνο, γελάτε με τα σούργελα, διαφωνείτε για το ποια από τις τραγουδίστριες είναι πιο ωραία, και φυσικά…θάβετε ασύστολα! Ευχαριστώ το Twitter για την υπέροχη χθεσινή βραδιά!

Κλείνοντας, θα παραθέσω κάποια από τα tweets μου κατά τη διάρκεια της σεμνής τελετής, τα οποία αποτελούν και τα σχόλιά μου για την Eurovision, τα οποία θα έγραφα για πρώτη φορά σήμερα στο blog μου αν δεν υπήρχε το Twitter.

Στο μυαλό της Κ.Σουλιώτη: «Καθίκι Νορβηγέ, από πέρσι στα’χω μαζεμένα…Γαμώτο, μου πήραν και το καλάσνικοφ στην είσοδο…»

Σε κάθε Γιουροβίζιον, επαναλαμβάνεται τουλάχιστον 100 φορές το ότι δεν μπορείς να ψηφίσεις τη χώρα σου. Ξέρουν σε τι IQ απευθύνονται.

Στο μυαλό της Κ.Σουλιώτη: «Που να καταπιείς το μικρόφωνο μωρή και να πας από ασφυξία! Που θες να νικήσεις το καμάρι μας!»

Λατρεύω τα ισπανικά σαν γλώσσα. Αλλά ακόμα κι έτσι, το ισπανικό τραγουδι έχει σταλεί ακριβώς για να μην κερδίσει η χρεωκοπημένη Ισπανία.

Δε θα γίνεις Κύπριος ποτέεεεεεε, Ουαλέεεεεεε, Ουαλέ-ε-ε (καλά, ας κερδίσει, και θα τον βγάλουν και Πρόεδρο)

Βοσνία, έχεις ταλέντο. Αλλά όχι στο τραγούδι. Δοκίμασε την ταχυδακτυλουργική καλύτερα.

Για το Βέλγιο δε λέω κακό, γιατί μου αρέσει το τραγούδι. Άλλο που ο τραγουδιστής είναι φλούφλης.

Στο μυαλό της Κ.Σουλιώτη: «Άμα σε πνίξω με το λουρί της κιθάρας ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΩ ΜΕ AND MY GUITAR! Καθίκι!»

Ήταν να μην κερδίσει η Σέρβα λεσβία, πριν κάτι χρόνια…Οι Σέρβοι νομίζουν ότι μόνο έτσι θα κερδίσουν πάλι.

Άραγε αν οι Λευκορώσοι αντί για Butterflies έλεγαν το Fireflies, θα έβγαζαν λάμπες από τους κώλους τους;

Αλκαίο, φάε τούμπα στη σκηνή να σιγουρευτούμε ότι δε θα νικήσουμε! Όχι στην πρωτιά της Γιουροβίζιον!

Αν η Αγγλία δεν κέρδισε με τραγούδι του Άντριου Λόιντ-Ουέμπερ, τότε δε θα κερδίσει ποτέ. Και σίγουρα όχι φέτος.

Ειλικρινά, 9 στα 10 τραγούδια θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται σε soundtrack ταινίας του Ντίσνεϊ. Το 10ο είναι το Όπα.

Δεν καταλαβαίνω γιατί η νικήτρια των καλλιστείων δεν είναι κάθε χρόνο από την Ουκρανία. Υπάρχουν και καλύτερες;

Αν το τραγούδι της Γαλλίας δεν κάνει πάταγο στα κλαμπ το καλοκαίρι, εμένα να μου τρυπήσεις τη μύτη με κομπρεσέρ.

Alkaios & Friends, Nalitch & Friends…Το μήνυμα της φετινής Γιουροβίζιον είναι το πόσο σημαντικό πράγμα είναι οι φίλοι.

Πρέπει να είναι η πρώτη φορά, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, που μου αρέσει γερμανικό τραγούδι. Μάλλον επειδή δεν είναι γερμανικό.

Έγραψα έναν στίχο, εμπνευσμένος από το πορτογαλικό τραγούδι: «Φιλίπα, Φιλίπα, πάρε μου μια…» Φτου, δε βρίσκω ομοιοκαταληξία.

Το τραγούδι της Δανίας το έχει «γράψει» ο Δανός Φοίβος. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τυχόν τραγούδια των Police είναι εντελώς τυχαία.

Του χρόνου να στείλουμε στη Γιουροβίζιον αυτούς που έκαναν τη διαφήμιση της Q. Aυτοί μάλιστα, έχουν ταλέντο.

Θα πάει το κοριτσάκι στη Μέρκελ να τη συγχαρεί, και η Μέρκελ θα την αρχίσει στις σφαλιάρες, που βάζει τη χώρα σε έξοδα.

Ξέφρενοι πανηγυρισμοί του Αλκαίου και των φίλων του για το 12άρι της Κύπρου! Μάλιστα, ο Αλκαίος παραλίγο να σηκωθεί κιόλας!

Η Ρίκα Βαγιάννη τι ακριβώς κάνει, εκτός από το να μας ενοχλεί καλύπτοντας τις φωνές αυτών που μιλάνε;

Η Γερμανία (ναι, η ΓΕΡΜΑΝΙΑ) κερδίζει τον διαγωνισμό για το καλύτερο ευρωπαϊκό τραγούδι. Αν αυτό δεν είναι σημάδι για το #2012, τότε τι;

Όπως μετά από κάθε ματς ποδοσφαίρου στη ΝΕΤ έχει post match με Γκμοχ και Γκώνια, θα’πρεπε τώρα να έχει εκπομπή με Μπόκοτα και Μαγγίρες.

*Eurovision mode: OFF*. Το φτυάρι επιστρέφει στο ντουλάπι. Άντε, και του χρόνου μ’ένα καλό παιδί. (λες να στείλουμε Πλούταρχο;)


Πρέπει να κλείσεις ΑΜΕΣΩΣ το blog σου, αν…

1. …σε κάθε σου post, το πρώτο σχόλιο είναι πάντα από τη μάνα σου, και μοιάζει κάπως έτσι: «ΜΠΡΑΒΟ ΓΙΩΡΓΑΚΗ, ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ! ΠΑΝΤΑ ΤΟ’ΛΕΓΑ ΕΓΩ ΟΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΣΟΥΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ! ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΣΟΥ ΦΤΙΑΞΩ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ΓΕΜΙΣΤΑ Ή ΣΟΥΤΖΟΥΚΑΚΙΑ;».

2. δεν έχεις ιδέα από ορθογραφία και αρνείσαι να χρησιμοποιήσεις την αυτόματη διόρθωση του Word.

3. …όταν βαριέσαι να σκεφτείς για να γράψεις κάτι, απλά «κλέβεις» κάτι από ένα άλλο blog.

4. …στο blogroll σου έχεις 100 blogs, κανένα από τα οποία δεν σε έχει στο δικό του blogroll.

5. …ξεκίνησες το blog μόνο και μόνο μπας και πιάσεις γκόμενα/ο.

6. …γράφεις 1-2 φορές το μήνα – άμα το βαριέσαι το σπορ, μην το κουράζεις.

7. …γράφεις τα posts σου σε greeklish. (άουτς)

8. …είσαι «πληρωμένος» blogger και γράφεις ό,τι σου λένε τα αφεντικά σου.

9. …όλα τα κείμενά σου είναι τόσο μεγάλα, που κάνουν το «Πόλεμος και Ειρήνη» να μοιάζει με δοκίμιο.

10. …όλα τα κείμενά σου είναι τόσο μικρά, που θα μπορούσαν να χωρέσουν και στους 140 χαρακτήρες του Twitter.

11. …για να ανεβάσεις τα hits σου, έχεις πάρει σβάρνα όλα τα fora, chatrooms και εντελώς άσχετες ιστοσελίδες και spamάρεις ασυστόλως.

12. …σε ένα οποιοδήποτε κείμενό σου, δέχεσαι επιδοκιμαστικό σχόλιο από Χρυσαυγίτη.

13. ……τα μόνα hits που δέχεται το blog σου είναι από google searching, με λέξεις-κλειδιά «ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ», «ΧΥΣΙΑ» και «kayta mounia».

14. …έχεις κλινική εμμονή με ένα και μόνο άτομο, και γράφεις αποκλειστικά γι’αυτό, είτε θετικά, είτε αρνητικά.

15. …η αντίληψή σου για την αισθητική (και κατ’επέκταση την αισθητική του blog σου) πραγματώνεται σε ένα μπουρδέλο των 80s.

16. …αντί να γράφεις δικά σου πράγματα, αναμασάς δημοσιεύματα από περιοδικά, εφημερίδες και ιστοσελίδες.

17. …όταν για κάποιο λόγο δε σου αρέσει το σχόλιο κάποιου, απλά το διαγράφεις. Αποφασίζομεν και διατάσσομεν.

18. …όλοι όσοι γνωρίζεις και σε γνωρίζουν, από τους συγγενείς σου μέχρι το αφεντικό σου, ξέρουν για το blog σου, και αυτοπεριορίζεσαι για να μην ενοχληθούν.

19. …θέλεις να διατηρήσεις την ανωνυμία σου, και το e-mail που δίνεις στο blog σου οδηγεί, με ένα απλό google search, στο προφίλ σου στο Facebook.

20. …γράφεις πράγματα που δεν θα σε ενδιέφερε να διαβάσεις.


Μετά από μια τόσο διαταραγμένη δημιουργικά παιδική ηλικία, η εφηβεία δεν θα μπορούσε παρά να είναι ακόμα πιο διαταραγμένη. Είναι η εποχή που συμβαίνουν οι πιο σημαντικές αλλαγές στη ζωή του ανθρώπου. Και το σχολείο φροντίζει ώστε η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη να γίνει όσο το δυνατόν πιο επώδυνη.

Ειλικρινά, δεν θυμάμαι καμία από τις εκθέσεις που έγραψα από την Γ’ Γυμνασίου και έπειτα, με εξαίρεση αυτήν που έπεσε στις πανελλαδικές της Γ’ Λυκείου. Ήξερα ότι πλέον δεν υπήρχε τρόπος να κάνω την έκθεσή μου «διαφορετική» από τον σωρό σε οτιδήποτε, γιατί τότε η αποτυχία ήταν απολύτως σίγουρη. Κι έτσι, ό,τι κι αν έγραφα σε αυτές τις εκθέσεις δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτά που «έπρεπε» να γράψω. Ήμουν μια μηχανή του κιμά: Με τάιζαν κακής ποιότητας κρέας και έφτυνα πάνω στο χαρτί κακής ποιότητας κιμά. Έτσι «έπρεπε».

Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι, αν ήθελα να γράψω κάτι δικό μου, ολόδικό μου, θα έπρεπε να στραφώ αλλού. Το σχολείο δεν ευνοούσε τέτοιες πρωτοβουλίες. Κι έτσι άρχισα να πειραματίζομαι στα τετράδιά μου, την ώρα του μαθήματος. Ήταν η ιδανική ώρα για γράψιμο: Οι καθηγητές ποτέ δε μου έδιναν ιδιαίτερη σημασία (ήμουν από εκείνους τους ήσυχους μαθητές, που κάθονται σε μια γωνία και κρατάνε σημειώσεις…και καλά), με τους συμμαθητές μου δεν είχα ιδιαίτερη επικοινωνία, και γενικά δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου ικανό να με αποσπάσει από την ασχολία μου. Η απόλυτη συγκέντρωση.

Για κάποιον λόγο που πραγματικά δεν έχω ακόμα καταλάβει, ξεκίνησα να γράφω ποιήματα. Προφανώς, θα ήταν πολύ πιο απλό να ξεκινήσω από τον πεζό λόγο, που ούτε ομοιοκαταληξίες χρειάζεται, ούτε μέτρο, ούτε τίποτα. Αλλά εγώ έγραφα ποιήματα. Ποιήματα για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τον χαμένο έρωτα, τον τέλειο έρωτα, τον έρωτα σε όλες του τις φάσεις, τέλος πάντων. Εντάξει, στην εφηβεία ήμουν, τι να έγραφα; Για την πυρηνική σύντηξη;

Φυσικά, όλα όσα έγραφα ήταν αποκλειστικά για μένα. Δεν τα έδειχνα σε κανέναν. Ντρεπόμουν. Εξάλλου, ήταν πράγματα που δεν είχαν απολύτως καμία αξία για οποιονδήποτε άλλον πέρα από εμένα. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου, το να γράφω ήταν απλά μια διέξοδος, ένας τρόπος να εκφράζω αυτά που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν μπορούσα να πω ελεύθερα στους γυρω μου. Ήταν σαν μηνύματα σε μπουκάλια, που τα έριχνα στην μπανιέρα μου.

Στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, έκανα κάτι που σήμερα θα λεγόταν «στροφή στο ποιοτικό». Άφησα στην άκρη τους έρωτες (που, στο κάτω-κάτω, τόσα χρόνια τους είχα εξαντλήσει και στο τέλος θα καταντούσα να γράφω καψουροτράγουδα) και το γύρισα σε πιο σημαντικά θέματα – κυρίως, στο γιατί ο κόσμος ήταν τόσο σκατά και πώς θα μπορούσα να τον αλλάξω. Ήταν μια άλλη κλασική εφηβική φάση, η θέλω-να-αλλάξω-τον-κόσμο-αλλά-δεν-ξέρω-τι-να-κάνω-οπότε-σας-βρίζω-όλους-κι-έχω-τη-συνείδησή-μου-ήσυχη.

Κάπου εκεί είναι που άρχισαν κι άλλοι να διαβάζουν αυτά που έγραφα. Όχι με τη θέλησή μου, βέβαια, αλλά για πόσο καιρό μπορείς να κρύβεις κάτι τέτοιο, όταν έχεις γύρω σου ανά πάσα στιγμή 25 συμμαθητές που ξεχειλίζουν κι αυτοί από νεανική περιέργεια, όπως κι εσύ, και άρα είναι αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα σε ρωτήσουν «τι κάνεις εκεί;», και αν απαντήσεις «τίποτα» απλώς θα τους εξάψεις την περιέργεια, με αποτέλεσμα αυτοί να σε ξαναρωτήσουν, οπότε εσύ είτε θα τους πεις την αλήθεια, είτε θα εξακολουθήσεις να λες ψέματα για να τους αποφύγεις. Όπως και να’χει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Τελικά, διαβάζουν αυτά που γράφεις.

Κατά βάθος, πίστευα ότι και να έβλεπαν τα ποιήματά μου, δε θα καταλάβαιναν τι έγραφα. Ο απαίσιος γραφικός μου χαρακτήρας λειτουργούσε αρκετά αποτελεσματικά ως γραμμή άμυνας απέναντι στα περίεργα βλέμματα – κανείς δεν είχε τη διάθεση να βγάλει τα μάτια του για να αποκρυπτογραφήσει τα ορνιθοσκαλίσματα του μαλάκα στο τελευταίο θρανίο. Αλλά έκανα λάθος. Τελικά, αν κάποιος θέλει πραγματικά να διαβάσει κάτι, θα το διαβάσει. Κι ας το’χει γράψει φαρμακοποιός με πάρκινσον.

Παρά τον αρχικό μου εκνευρισμό, οι περισσότεροι είδαν με καλό μάτι την «συλλογή» μου (την οποία είχα συγκεντρώσει σε ένα κόκκινο ντοσιέ με ζελατίνες, που οι γονείς μου νόμιζαν ότι χρησιμοποιούσα για σημειώσεις του σχολείου). Φυσικά, σε κάποιους φάνηκε «αδερφίστικο», επειδή τότε ήταν της μόδας η ραπ, το γκραφίτι και τα κατεβασμένα παντελόνια. Αλλά στους περισσότερους άρεσε αυτό που διάβαζαν. Και για πρώτη φορά, δεν ένιωθα ντροπή γι’αυτά που έγραφα.

Σύντομα, άρχισα να το παίρνω πιο σοβαρά. Βλέποντας πως κάποιοι ήθελαν να διαβάζουν τα ποιήματά μου, τους τα έδειχνα με το που τα τελείωνα. Καμιά φορά, περίμεναν και οι ίδιοι, και με ρωτούσαν πότε θα τελειώσω το επόμενο για να το διαβάσουν. Επιτέλους, είχα ένα κοινό απέναντί μου, ένα κοινό που θα διάβαζε, θα συμφωνούσε, θα διαφωνούσε, θα έκανε παρατηρήσεις, θα αντιδρούσε, τέλος πάντων. Δεν το ήξερα τότε, αλλά κατά βάθος όλοι όσοι γράφουν, γράφουν περισσότερο για τους άλλους, παρά για τον εαυτό τους. Ακόμα και όταν νομίζουν ότι γράφουν για τον εαυτό τους.

Στην Γ’ Λυκείου, δύο συμμαθητές μου με έπεισαν (τι με έπεισαν, δηλαδή, μόνο που δε με πέρασαν από φάλαγγα) να δώσω τα ποιήματά μου σε μία καθηγήτριά μου που ήταν υπεύθυνη για την σχολική εφημερίδα. Είπαμε, καλά να με διαβάζουν 5-6 νοματαίοι, αλλά όλο το σχολείο; Δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Τελικά, τρία ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο τεύχος που βγήκε πριν τις πανελλαδικές. Κανένας δεν τα παρατήρησε, εκτός από αυτούς που τα είχαν ήδη διαβάσει. Αυτό που κατάλαβα από εκείνη την ιστορία είναι ότι, μερικές φορές, μετράει περισσότερο το πού θα δημοσιευτεί κάτι, παρά το τι θα δημοσιευτεί. Πού να ήξερα τότε ότι αυτή είναι η βασική αρχή της σύγχρονης δημοσιογραφίας…

Στο «λεύκωμα» του σχολείου, εγώ ήμουν ο «ρομαντικός». Μου έμεινε η στάμπα. Με είχαν όλοι για αθεράπευτα ρομαντικό. Τελικά, ή έκαναν λάθος, ή απλά θεραπεύτηκα.

Το Πανεπιστήμιο ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Εκεί έμαθα τα σημαντικότερα πράγματα για το πώς να γράφω. Όχι, δεν είχαμε κανένα σχετικό μάθημα δημιουργικής γραφής. Είχαμε, όμως, ένα πολύ ενδιαφέρον forum, στο οποίο μου δόθηκε η ευκαιρία να γράψω πολλά διαφορετικά κείμενα, σε πολλά διαφορετικά στυλ και, καμιά φορά, και με διαφορετικά ψευδώνυμα. Και τέρμα τα ποιήματα: Πλέον, έγραφα κανονικά κείμενα.

Για πρώτη φορά, είχα απέναντί μου ένα κοινό εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχα συνηθίσει: Εντελώς άγνωστο. Δε με ξέρανε, και δεν τους ήξερα. Καμία συμπάθεια ή αντιπάθεια εκ των προτέρων. Η απόλυτη αντικειμενικότητα.

Εκείνη την περίοδο άρχισα να καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι να έχεις ένα αμερόληπτο κοινό όταν γράφεις. Ένας ή δύο φίλοι μου, που ήξεραν ποιος ήμουν, μου έκαναν πάντα θετικά σχόλια σε ό,τι έγραφα στο forum. Αντίθετα, τα σχόλια των αγνώστων αναγνωστών (τι ωραίο που ακούστηκε αυτό!) ήταν ανάμεικτα: Άλλοι συμφωνούσαν, άλλοι διαφωνούσαν. Και φυσικά, αν και πολύ θα με βόλευε να επαναπαυτώ στους επαίνους, εγώ λάμβανα πολύ περισσότερο υπ’όψιν τις κριτικές των αμερόληπτων αγνώστων. Γιατί αυτούς έπρεπε να ακούω, αυτοί θα μου έδειχναν τον δρόμο για να γίνω καλύτερος. Όσο κι αν μου άρεσε να μου γλείφουν τ’αυτιά (και σε ποιον δεν αρέσει;), όσο κι αν με πόναγε να διαβάζω αρνητικά σχόλια, ήξερα ότι αυτούς έπρεπε ν’ακούσω.

Δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες για το τι έγινε σε αυτό το forum. Αρκεί να πω ότι απέκτησα φανατικούς θαυμαστές, ακόμα πιο φανατικούς εχθρούς (οι οποίοι τελικά μου έδειξαν και την πόρτα της εξόδου) και ανεκτίμητη εμπειρία.

Εδώ και τρία χρόνια, το βασικό μου μέσο έκφρασης είναι το blog μου. Πάντα μου άρεσε η ιδέα του να έχω μια δική μου γωνίτσα και όποιος θέλει να έρχεται και να με βλέπει, και με το blog μου πετύχαινα ακριβώς αυτό: Να έχω μια δική μου γωνίτσα στην απεραντοσύνη του Διαδικτύου. Να γράφω αυτά που σκέφτομαι, να τα διαβάζουν κι άλλοι, να μου κάνουν σχόλια, να τους απαντάω, να μου απαντάνε ξανά, μετά να μπαίνω κι εγώ στις δικές τους γωνίτσες, να τους κάνω σχόλια, να μου απαντάνε, και ούτω καθεξής. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια έχουν αλλάξει πολλά. Το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι ότι εξακολουθεί να μου αρέσει να γράφω. Ίσως και να μου αρέσει περισσότερο πια. Όταν μου συμβαίνει κάτι περίεργο, ή θέλω να μοιραστώ κάτι με τον κόσμο, δεν παίρνω τηλέφωνο τους φίλους μου. Απλά, το γράφω. Το μετουσιώνω σε κείμενο. Του δίνω σάρκα και οστά.

Λοιπόν, φτάσαμε στο σήμερα, κι ακόμα δεν έχω απαντήσει στο ερώτημα που θετει ο τίτλος του κειμένου. Ή ίσως έχω δώσει την απάντησή μου με μία ιδιότυπη έκθεση ιδεών, η οποία ξέφυγε από το θέμα και ξεπέρασε το ανώτατο όριο λέξεων. Δε με πειράζει πια: Προτιμώ να με μηδενίσουν οι αναγνώστες μου, παρά κάποια στριμμένη εξετάστρια που περνάει κλιμακτήριο και κρατάει τους βαθμούς από το 15 και πάνω για τον εαυτό της και τον Θεό.

Αλλά ας το κάνω και λίγο πιο λιανά. Γιατί μου αρέσει να γράφω;

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος να εκφράσω αυτά που νιώθω, τα οποία δεν θα καταλάβαιναν οι φίλοι μου αν τους τα έλεγα.

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος για να περνάω 2 ώρες τη μέρα στο σπίτι, με κλειστή τηλεόραση και ροκ μουσική από τον Media Player, χωρίς να κοιμάμαι.

– Γιατί λατρεύω την αλληλεπίδραση με αγνώστους, οι οποίοι δε μου χρωστάνε καλές κουβέντες και δε μου χαρίζονται όταν κάνω μαλακία.

– Γιατί μου αρέσει να με διαβάζουν. Αλλιώς δε θα έγραφα καν.

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος να διατηρώ τον εγκέφαλό μου σε λειτουργία, όσο το πτυχίο μου παραμένει ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί.

– Γιατί είμαι εντελώς ανίκανος στο σχέδιο, επομένως δεν μπορώ να διοχετεύσω αλλού τη δημιουργικότητά μου.

– Γιατί, τελικά, είναι αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα. Και ίσως το μόνο πράγμα που θέλω να μάθω να κάνω ακόμα καλύτερα.

– Γιατί, απλά. μ’αρέσει!