Δεν ξέρω αν υπάρχει επισήμως κάποιο αναγνωρισμένο σύνδρομο που να λέγεται «σύνδρομο του θλιμμένου παλιάτσου», ή κάπως έτσι, ή απλά είναι κάτι που έχω βγάλει από το κεφάλι μου. Ίσως να είναι κάποια μορφή κατάθλιψης, μία περίεργη μορφή κατάθλιψης που δε βγαίνει προς τα έξω, που δε σε αφήνει να τη βγάλεις προς τα έξω. Όπως ο παλιάτσος οφείλει να βγαίνει στη σκηνή για να διασκεδάσει το κοινό του, ακόμα κι αν πέντε λεπτά νωρίτερα έμαθε ότι ξεκληρίστηκε ολόκληρη η οικογένειά του σε τροχαίο, και επιτελεί το καθήκον του στο ακέραιο, πριν επιστρέψει στο καμαρίνι του και ξεσπάσει σε γοερά κλάματα.

Είχα γράψει ένα ποίημα προς τιμήν του άγνωστου θλιμμένου παλιάτσου στο σχολείο, και είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που έγραψα στο σχολείο και δεν έχω αποκηρύξει ακόμα. Πολλές φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις τη δυστυχία που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο, τα δάκρυα που καλύπτονται από ένα δυνατό γέλιο ή τις τραγικές ιστορίες που σκεπάζονται από ένα καλό ανέκδοτο. Και όταν τα καταλαβαίνεις όλα αυτά με τον πιο τραγικό τρόπο, είναι πια αργά.

Οι κωμικοί ηθοποιοί, ως σύγχρονοι παλιάτσοι, υποφέρουν συχνά από κατάθλιψη. Και αν σε κάποιους είναι πιο φανερό (εντάξει, ο Γούντι Άλεν βγάζει μάτι), άλλοι το κρύβουν καλύτερα. Τόσο καλά, που όταν το μαθαίνεις να λες «μα δε γίνεται, αυτός όλο γελάει, τόσο πρόσχαρος άνθρωπος, από πού κι ως πού να είναι καταθλιπτικός;».

Είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, γιατί ακριβώς οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο τους υποδειγματικά, όχι μόνο στις ταινίες τους, αλλά και κάθε φορά που τους τραβάει η κάμερα – σε συνεντεύξεις, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, οπουδήποτε δημόσια. Και μετά γυρίζουν στο σπίτι τους και εκεί βγάζουν τον πραγματικό τους εαυτό – αν έχουν καταφέρει να τον κρατήσουν, φυσικά. «Αν μου ζητήσεις να υποδυθώ τον εαυτό μου, δε θα ξέρω τι να κάνω. Δεν ξέρω ποιος ή τι είμαι», είχε δηλώσει ο Πίτερ Σέλερς, πριν πεθάνει σε ηλικία 54 ετών, βασανισμένος από κατάθλιψη και ποιος ξέρει τι άλλο.

Τουλάχιστον ο Ρόμπιν Γουίλιαμς άντεξε λίγο παραπάνω. Έφυγε στα 63 του χρόνια – πιθανότατα αυτοκτόνησε. Το γιατί μπορεί να μην το μάθουμε ποτέ, αλλά το ότι πάλευε με την κατάθλιψη είναι ένα hint.

Προσπαθούσα να σκεφτώ ηθοποιούς που να με έχουν επηρεάσει και να έχω αγαπήσει περισσότερο από τον Ρόμπιν Γουίλιαμς. Δυσκολεύτηκα πολύ. Δύσκολα βρίσκεις τόσο πολυδιάστατο ηθοποιό. Που να παίζει με την ίδια ευκολία την κυρία Doubtfire ή τον μισότρελο Άλαν Πάρις στο Jumanji, και σε ταινίες όπως ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ, τα Ξυπνήματα ή εκείνο το παραγνωρισμένο The Final Cut, που μπορεί να μη θυμάται κανένας άλλος πια.

Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς πρωταγωνιστούσε στην πρώτη ταινία που είδα σε κινηματογράφο, το Hook. Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια με το Jumanji. Τον Ρόμπιν Γουίλιαμς πήγα να δω μόνος στο σινεμά μία Παρασκευή μετά το σχολείο, όταν έπαιζε το «Θα σε βρω στον Παράδεισο». Και βέβαια αργότερα ανακάλυψα τα «Ξυπνήματα», τον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», εκείνες τις ταινίες που τότε ήμουν πολύ μικρός για να εκτιμήσω.

Αλλά ακόμα και όταν έπαιζε σε «σοβαρές» ταινίες, δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις από το μυαλό σου ότι ήταν κωμικός ηθοποιός – θυμάμαι πόσο αταίριαστος μου φαινόταν στο Insomnia, σαν «κακός». Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς δεν είχε φάτσα κακού. Με τίποτα.

Αν μπορούσα, σήμερα θα διοργάνωνα έναν μαραθώνιο ταινιών του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Θα ξεκινούσα από το Hook και το Jumanji, και θα κατέληγα να δω μέχρι και το Flubber ή το Old Dogs. Ίσως κάποια μέρα. Για τον αγαπημένο μου θλιμμένο παλιάτσο.

(Υ.Γ. Ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, επιβεβαίωσα ότι όλοι τον γράφουν ως «Ρόμπιν Ουίλιαμς». Έχουν δίκιο, έτσι είναι το σωστό. Εγώ, πάλι, τον γράφω όπως τον έμαθα, σε μία εποχή που κανείς δεν έδινε σημασία σε κάτι τέτοια. Ρόμπιν Γουίλιαμς.)

Advertisements