(περίληψη προηγουμένου: Ο γάμος έγινε)

Η Εκκλησία έχει πια αδειάσει και ο παπάς μαζεύει τα ρύζια από το πάτωμα, μετρώντας παράλληλα την είσπραξη της ημέρας και ζητώντας από την θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Αντροχωρίστρας να κάνει το θαύμα της και να ξαναφέρει κανένα άλλο ζευγάρι για γάμο, κατά προτίμηση πιο πλούσιο.
Ωστόσο, οι δρόμοι του χωριού έχουν γεμίσει από αυτοκίνητα και τρακτέρ που κορνάρουν ευτυχισμένα και, τοποθετημένα σε σειρά, οδεύουν προς τον χώρο όπου θα γίνει το γλέντι, μία ταβέρνα με το χαρακτηριστικό όνομα «Το Σφαγμένο Γίδι». Ανάμεσα σε αυτά και το δικό σου αυτοκίνητο, στο οποίο η γυναίκα σου προσπαθεί να βρει τρόπους να βουλώσει τα αυτιά της, τα παιδιά προσπαθούν να βρουν τρόπους να βγουν από το αυτοκίνητο (άσχημο πράγμα το κεντρικό κλείδωμα…) και όλοι μαζί προσπαθούν να βρουν δικαιολογίες για να γλιτώσουν την ταλαιπωρία του γλεντιού.
Το κονσέρτο για κόρνα και ντουντούκα, του διάσημου Ρώσου συνθέτη Βιντσέντζου Κορνάροφ, διαρκεί περίπου 10 λεπτά. 10 λεπτά που κάνουν τόση ζημιά στο μέσο ωστικό τύμπανο όση 10 ώρες σε μία συναυλία των Slipknot. Και τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα…

Τα αυτοκίνητα και τα τρακτέρ σταματούν μπροστά από την ταβέρνα, η οποία είναι τόσο παλιά και ετοιμόρροπη, που μπροστά της ο Πύργος της Πίζας φαίνεται φυσιολογικός. Τα απρόοπτα δεν λείπουν κατά την υποδοχή των προσκεκλημένων, καθώς μέσα σε αυτούς έχουν παρεισφρήσει και δύο γείτονες της Ζαχαρούλας που δεν είχαν πρόσκληση, αλλά μυρίστηκαν τζάμπα φαγητό και ήρθαν. Η παρεξήγηση λύνεται όταν αποκαλύπτεται ότι οι θρηνούντες γονείς του Βασίλη βρίσκονται ήδη στο δρόμο προς την Αθήνα και δεν πρόκειται να παραβρεθούν στο γλέντι, οπότε οι γείτονες παίρνουν τις θέσεις τους – στο κάτω-κάτω, όλα πληρωμένα είναι.

Στην αρχή όλα φαίνονται μια χαρά. Όλα τα τραπέζια είναι στρωμένα με λευκό τραπεζομάντιλο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένα μπόλικα ποτήρια, που σημαίνει ότι προμηνύεται κρασοκατάνυξη. Η μουσική είναι απαλή, κυρίως ξένα κομμάτια που επιλέγει ο DJ Charalambos, a.k.a. Resident DJ Gkarsoni, που ξέρει από ξένη μουσική όσο ξέρει η Άννα Δρούζα από άλμα επί κοντώ. Επικρατεί σχετική ησυχία, αλλά όλα αυτά είναι εντελώς προσωρινά. Κι αυτό επειδή οι νεόνυμφοι δεν έχουν καταφθάσει ακόμα.
Ξαφνικά, τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική σταματά απότομα, για να αντικατασταθεί αμέσως από το γαμήλιο εμβατήριο. Το ζευγάρι μπαίνει στην αίθουσα προχωρώντας με αργά και βασανιστικά βήματα, ενώ όλοι χειροκροτούν θερμά. Ακολουθεί ένας αισθησιακός χορός με μουσική υπόκρουση το τραγούδι της αρεσκείας των νεονύμφων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήθελαν ένα κλασικό τραγούδι για αυτήν την περίσταση, όπως το Power of Love ή το I Will Always Love You, αλλά ήθελαν παράλληλα και κάτι που να αρέσει και στους προσκεκλημένους, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι από χωριό και δεν τους συγκινεί αυτού του είδους η μουσική. Τελικά κατάφεραν και τα δύο: Επέλεξαν το κλασικό Can’t Take My Eyes Off You, αλλά σε εκτέλεση Έφης Θώδη.

Ακολουθεί το παραδοσιακό έθιμο της κοπής της γαμήλιας τούρτας, στο οποίο ο ένας ταϊζει τον άλλο (δυστυχώς, το παραδοσιακό έθιμο της κτηνώδους κατανάλωσης της τούρτας θα αργήσει αρκετά), καθώς και το παραδοσιακό έθιμο της κατανάλωσης σαμπάνιας, όταν οι νεόνυμφοι πίνουν σαμπάνια μπλέκοντας τα χέρια τους αγκαζέ.
Μετά οι νεόνυμφοι κατευθύνονται προς τις θέσεις τους, στο επίκεντρο της προσοχής. Προτού καν προλάβουν να καθήσουν, δεκάδες μαχαιροπίρουνα εξαπολύουν μια ανελέητη επίθεση σε βάρος δεκάδων αθώων πιάτων, παράγοντας έναν ήχο σχεδόν το ίδιο ενοχλητικό με αυτόν που κάνει ένα στερεοφωνικό όταν του βάλεις τον δίσκο της Καλομοίρας και πατήσεις το Play. Η λαϊκή εντολή είναι σαφής: Φιλί. Προκειμένου να γλιτώσουν το λιντσάρισμα, οι νεόνυμφοι φιλιούνται βαριεστημένα. Παραδόξως, φαίνεται ότι ακριβώς αυτό το είδος φιλιού θέλουν να βλέπουν όλοι, γιατί το σκηνικό αυτό θα επαναληφθεί αμέτρητες φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς.

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, η ηρεμία επιστρέφει στον χώρο, καθώς η μουσική γίνεται πάλι πιο απαλή και, κυρίως, τα φαγητά έχουν έρθει στα τραπέζια και όλοι έχουν πέσει με τα μούτρα στη μάσα. Φυσικά, κανείς δεν περιμένει καλή ποιότητα φαγητού σε έναν τέτοιο χώρο. Για παράδειγμα, δεν τολμά κανείς να ρωτήσει από τι ζώο προέρχεται το παράξενο κρέας, αφενός γιατί θα προσβάλλει τον σεφ, και αφετέρου γιατί πιθανότατα δεν θέλει πραγματικά να μάθει την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Ούτε ασχολείται κανείς με το γεγονός ότι τα τυροπιτάκια, τα κεφτεδάκια και οι πατάτες είναι όλα προτηγανισμένα. Στο γαμήλιο γλέντι ισχύει ο χρυσός κανόνας: «Αν τρώγεται, είναι καλό».

Ο πραγματικός εφιάλτης του Αθηναίου προσκεκλημένου ξεκινά όταν η μουσική δυναμώνει και ο DJ αρχίζει να παίζει παραδοσιακά τραγούδια. Ο σεφτές γίνεται με το «Σήμερα Γάμος Γίνεται» (σε εκτέλεση Πάριου) και εκείνο το περίεργο που λέει «Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο λεμόνι/να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός κι οι συμπεθέροι όλοι». Και φυσικά αυτά τα τραγούδια είναι ό,τι πιο light θα ακούσεις για τις επόμενες τρεις (το λιγότερο) ώρες.

Η οικογένειά σου βρίσκεται στα όρια της παράνοιας. Η γυναίκα σου σε ικετεύει να την πάρεις από εκεί μέσα πριν αρχίσει να παίζει την «Καραγκούνα» και σου υπόσχεται να σου κάνει όσα παιχνίδια θέλεις στο κρεβάτι, ακόμα και να σου πραγματοποιήσει την φαντασίωσή σου να το κάνετε στο μπαλκόνι μέρα μεσημέρι. Τα παιδιά προσφέρονται να σου γυαλίζουν κάθε μέρα τα παπούτσια, να διαβάζουν κάθε μέρα τα μαθήματά τους και να σου αποκαλύψουν πού έχουν κρυμμένα τα πορνοπεριοδικά που αγοράζουν κάθε μήνα. Αν και οι προτάσεις τους είναι δελεαστικές, αρνείσαι και συνεχίζεις να χτυπάς ρυθμικά παλαμάκια.
Αλλά δεν μένεις στα παλαμάκια. Πάνω στο τσακίρ κέφι, σηκώνεσαι και συμμετέχεις κι εσύ στον χορό, αφήνοντας την οικογένειά σου απροστάτευτη. Έτσι, όταν ο θείος Βαγγέλης έρχεται να τους σηκώσει με το ζόρι για να χορέψουν, δεν υπάρχει κανείς εκεί για να τον ενημερώσει ότι δεν έχουν ιδέα από χορό, με εξαίρεση τα λίγα που έμαθαν από το So You Think You Can Dance. Έτσι, ο θείος Βαγγέλης τους σηκώνει με το ζόρι από τις καρέκλες τους και τους τραβάει σχεδόν με τη βία προς την αυτοσχέδια πίστα.

– «Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό», λέει σχεδόν κλαίγοντας το ένα παιδί.
– «Ναι, κι εγώ…Στο La Vita E Bella, στις σκηνές με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης…», απαντά το άλλο.

Μετά από 5 μαρτυρικά λεπτά ψευτοχορού (δηλαδή απόπειρας μίμησης του χορού που χορεύουν όλοι οι άλλοι), η σύζυγος και τα παιδιά σου επιστρέφουν τρέχοντας πίσω στο τραπέζι, κι ενώ εσύ συνεχίζεις να χορεύεις για αρκετή ώρα. Όταν επιστρέφεις στο τραπέζι όλοι σου κρατάνε μούτρα, γιατί τι σκατά προστάτης οικογένειας είσαι άμα δεν μπορείς να τους προστατεύσεις από μια τέτοια καταστροφή; Αλλά τους περνάει και σύντομα σου κάνουν και πάλι προσφορές για να τους αφήσεις να σηκωθούν να φύγουν. Αρνείσαι πεισματικά και πάλι.

Οι επόμενες 2 και κάτι ώρες κυλούν για την οικογένειά σου τόσο αργά και βασανιστικά, που συμφωνούν μεταξύ τους ότι καλύτερα θα περνούσαν σε θάλαμο αερίων – τουλάχιστον εκεί θα είχε ησυχία. Μοναδική αναλαμπή της βραδιάς είναι η υπέροχη γαμήλια τούρτα, ενώ σκηνή για highlights εκτυλίσσεται όταν το ζευγάρι πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να τσουγκρίσει ποτήρια με όλους και σε ένα από αυτά ένας ηλικιωμένος συγγενής της νύφης εύχεται στον γαμπρό «καλά γαμήσια», προφανώς επηρεασμένος από το τελευταίο hit του Νίκου Καρβέλα.
Κάτι το κρασί, κάτι ο χορός, κάτι οι πιέσεις των υπολοίπων μελών της οικογένειας, τελικά αποφασίζεις να τους πάρεις και να φύγετε. Πριν προλάβεις να σηκωθείς από το τραπέζι, οι υπόλοιποι έχουν ήδη φτάσει στο αυτοκίνητο, έχουν ανάψει τη μηχανή και ακούνε CD με κλασική μουσική για να ξορκίσουν το κακό. Εσύ περνάς από όλα τα τραπέζια, φιλάς σταυρωτά όσους συγγενείς δεν θα δεις το επόμενο πρωί, πασάρεις δήθεν κρυφά έναν φάκελο με λεφτά στην Ζαχαρούλα και φεύγεις. Οι άλλοι σου κάνουν και πάλι μούτρα επειδή άργησες και αυτή τη φορά τα κρατάνε, γιατί δεν έχουν τίποτα παραπάνω να σου ζητήσουν. Αλλά είσαι πολύ χαρούμενος για να μαλώσεις μαζί τους, οπότε απλά τους αγνοείς.

Ο ύπνος εκείνο το βράδυ είναι και ο τελευταίος εκτός Αθήνας…

(συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο επόμενο…)

Advertisements