Νοέμβριος 2006



Ο Πίτερ Σέλερς, ένας από τους κορυφαίους κωμικούς όλων των εποχών, ήταν ο πρώτος που το εντόπισε: Οι κωμικοί, αυτοί που είναι επιφορτισμένοι με ένα θεάρεστο έργο, να κάνουν τον κόσμο να γελάει, αυτοί είναι οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, είναι αλήθεια. Πολλές φορές, πίσω από το χαρούμενο και γελαστό προσωπείο που βλέπουμε μπροστά μας, κρύβεται μια τραγωδία. Και, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή η τραγωδία, απαγορεύεται δια ροπάλου να επηρεαστεί από αυτήν. Το κοινό πρέπει να γελάσει. Όλα τα άλλα είναι ασήμαντα.
Είχα γράψει ένα ποίημα όταν ήμουν ακόμα στο Λύκειο, μάλιστα άρεσε πολύ σε όσους το διάβασαν. Το θέμα του είναι αυτό ακριβώς: Το θλιμμένο προφίλ ενός φαινομενικά ευτυχισμένου κωμικού. Ίσως δεν το είχε σκεφτεί κανένας άλλος μέχρι τότε, γι’αυτό τους άρεσε τόσο…Το παραθέτω για να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα…

Είμαι ένας παλιάτσος, ένας φτηνός κλόουν
Που ό,τι κάνω, το κάνω για να γελάτε
Να με δείχνετε και να λέτε «κοίτα τι κάνει»
Να με κοιτάτε και να σκάτε στα γέλια
Να βλέπετε το πολύχρωμο, φανταχτερό μου πρόσωπο
Την στρογγυλή, την κόκκινή μου μύτη
Τα κουρέλια, τα παρδαλά μου ρούχα
Και να σας φεύγει κάθε λύπη
Να ξεχνάτε κάθε έγνοια και στενοχώρια
Και να τις μεταφέρετε μεμιάς όλες σ’εμένα
Κι εγώ, που τόσο γέλιο σας προσφέρω,
Να σας κοιτώ με οίκτο
Να σας ζητώ ελεημοσύνη με τα υγρά μου μάτια
Να λιώνει από τα δάκρυα το χρώμα
Και μαζί να λιώνει και το πρόσωπό μου
Και να γίνομαι σιγά-σιγά άνθρωπος
Ή μάλλον υποψία ανθρώπου…
Κι εγώ, που τόσο γέλιο σας προσφέρω,
Κλέβω τις λύπες σας, αρπάζω κάθε τύψεις
Για να γελάτε εσείς με την ψυχή σας
Με τον φτωχό, ατάλαντο παλιάτσο…
Κι εγώ, που τόσο γέλιο σας προσφέρω,
Κλέβω τις λύπες σας, αρπάζω κάθε τύψεις
Και γίνομαι πιο δυστυχισμένος απ’όλους σας…
Αλλά έτσι πρέπει…
Δεν μπορώ εγώ να σας χαλάω το κέφι…

Advertisements

Οι ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες κινήσεις του γαλαξιακού φαρσέρέστειλαν σήμερα την μπάλα μου μπροστά σε εναν παλιό φίλο, έναν συμμαθητή που είχα να δω χρόνια. Καθαρή σύμπτωση: Ήμασταν στο ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή. Από τις ευχάριστες εκπλήξεις της ζωής.
Βέβαια, δεν ήταν και ποτέ από τους καλύτερους φίλους μου. Για να πω την αλήθεια, δεν τον συμπαθούσα και πολύ. Αλλά από τότε έχουν περάσει χρόνια και έχουν αλλάξει πολλά. Αυτός δεν είναι πια το πειραχτήρι που ήταν, κι εγώ δεν είμαι το κλωτσοσκούφι που ήμουν. Αυτός είναι πλέον απόφοιτος Νομικής, εγώ ΜΜΕ. Μιλήσαμε για 5 λεπτά περίπου και ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Η τελευταία κουβέντα μας ήταν τόσο κλισέ, που δεν ξέρω αν σημαίνει τίποτα: «Μη χαθούμε». Τι ήταν αυτό; Υπόσχεση; Δέσμευση; Ευχή, ίσως; Απλά μια δικαιολογία για να τελειώσουμε τη συζήτηση; Θα δείξει…
Ωραίο γκελ ήταν αυτό, κέρδισα ένα bonus ευδαιμονίας. Μόνο που θα πρέπει να κάνω δυο-τρεις φορές ακόμα γκελ στον ίδιο στόχο, γιατί θα χάσω το extra bonus. Μερικές φορές δεν αρκεί να πετύχεις έναν στόχο μια φορά. Πρέπει να τον χτυπάς και να τον ξαναχτυπάς, ώστε να πολλαπλασιάζεις τα bonus σου. Αν τον παραμελήσεις, μπορεί να σβήσουν τα λαμπερά του φωτάκια και να πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή. Ποιος είπε ότι είναι εύκολο το παιχνίδι;
Περιμένω με αγωνία το επόμενο γκελ!


Μου αρέσει πολύ να χρησιμοποιώ παρομοιώσεις, τις θεωρώ όμορφες σαν το φρέσκο χιόνι και νομίζω πως δίνουν χρώμα σε ένα κείμενο, σαν ένα παρτέρι τουλίπες που ξεφυτρώνει μέσα από το τσιμέντο της πόλης. Αλλά αυτό μάλλον θα το καταλάβατε ήδη. Σήμερα σκέφτηκα μια καινούργια παρομοίωση για την ζωή.
Η ζωή, λοιπόν, είναι σαν το φλίπερ: Εμείς είμαστε οι μπάλες. Πεταγόμαστε ξαφνικά μέσα από το πουθενά και, με μια σειρά συμπτώσεων, πηγαίνουμε πότε δεξιά, πότε αριστερά. Βέβαια, δεν είναι όλες οι συμπτώσεις τυχαίες. Κάποιος παίζει, κάποιος αποφασίζει περίπου πού θα καταλήξουμε (ο γαλαξιακός φαρσέρ, ίσως;), αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι και πολύ καλός παίκτης… Υπάρχουν διάφοροι στόχοι και μας ταλαιπωρεί καθ’όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, με σκοπό να τους πετύχουμε. Όσο κρατάει το παιχνίδι δεν καταλαβαίνουμε πότε πέρασε η ώρα…Μπορεί να είμαστε εκεί για ώρες ολόκληρες και να νομίζουμε ότι έχουν περάσει 5 λεπτά…Αλλά όσο κι αν κρατήσει το παιχνίδι, κάποια στιγμή το μοιραίο συμβαίνει: Η μπάλα κάνει ένα κακό γκελ και καταλήγει στο άγνωστο σκοτάδι…
Και βέβαια αυτό γίνεται επ’άπειρον…Χάνει τη μία μπάλα, ξεκινάει με την επόμενη. Δεν ξέρω πόσες μπάλες χωράει αυτό το φλίπερ, υποθέτω δισεκατομμύρια. Και δεν ξέρω πόσο κολλημένος είναι αυτός ο τύπος με το παιχνίδι, για πόσο καιρό σκοπεύει να παίζει ακόμα…Αλλά περιμένω το επόμενο γκελ μου, ανυπομονώ να δω πού θα με στείλει αυτή τη φορά. Θα κερδίσω το bonus ή θα καταλήξω στο απύθμενο σκοτάδι; Ποιος ξέρει…


Καλό το μετρό, αλλά δεν μπορεί να σε πάει παντού. Ναι, υπάρχουν μερικά μέρη που πρέπει να πάρεις το Πεζό 2 (κοινώς, τα ποδαράκια σου) ή το αυτοκίνητο για να πας. Σήμερα το κατάλαβα αυτό και με το παραπάνω.
Ο τύπος στο συνεργείο ήταν παραπάνω από σαφής: Το βαριόμοιρο (και αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει σε καθετί πάεφτει στα χέρια μου…) Opel μου είχε μείνει εντελώς από μπαταρία, αφού είχα να το ξεκινήσω σχεδόν 2 εβδομάδες, και για να ξαναφορτίσει έπρεπε να κάνω βόλτες επί μία ώρα τουλάχιστον. «Και να περνάς τις 2.500 στροφές», συμπλήρωσε.
Ωραία όλα αυτά. Στα καλά του καθουμένου είχα φορτωθεί ένα ασθμαίνον αυτοκίνητο, που, λες και ήταν το λεωφορείο στο Speed, δεν έπρεπε να κόψει ταχύτητα για την επόμενη μία ώρα, αλλιώς θα έμενε στον τόπο. Υπέροχα.
Πού μπορεί να πάει κανείς στις 11 τα χαράματα (για μένα) για να τρέξει ένα αναιμικό αυτοκίνητο; Στην Αττική Οδό είπατε; Περίφημη ιδέα! Τα 3 Ευρώ ποιος τα δίνει; Εγώ; Α, όχι, μάλλον με μπερδέψατε για κάποιον άλλον, κάποιον εφοπλιστή ίσως. Μάλλον θα πρέπει να βρούμε κάποια πιο φτηνή λύση.
Ξεκίνησα, κι όπου με βγάλει ο δρόμος. Βγήκα στην Κατεχάκη, πέρασα από Καισαριανή, Ηλιούπολη, βγήκα στο κέντρο. Και είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Τότε μου ήρθε η ιδέα: Να περάσω από μέρη που έχουν κάτι να μου πουν. Τα μέρη που μεγάλωσα, τα μέρη που είχα χρόνια να επισκεφτώ. Ωραία ιδέα, ε;
Πρώτα πέρασα από τα Εξάρχεια. Εκεί, σε μια παρακμιακή πολυκατοικία περιτριγυρισμένη μόνο από άλλες παρακμιακές πολυκατοικίες και τίποτα άλλο, έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Η πολυκατοικία έχει μείνει ίδια. Για να είμαι ακριβής, τα πάντα έχουν μείνει ίδια. Η αποθήκη απέναντι είναι ακόμα εγκαταλελειμένη. Το ψιλικατζίδικο στη γωνία είναι ακόμα όπως όταν άνοιξε, πριν καμιά 30αριά χρόνια. Μόνο ο χασάπης της γειτονιάς έχει αλλάξει την επιγραφή, την έχει κάνει πιο μοντέρνα. Α, και η πιτσαρία που ήταν λίγο πιο κάτω έκλεισε. Όλα τ’άλλα έμειναν απελπιστικά ίδια.
Μετά μου ήρθε μια ακόμα πιο τρελή ιδέα: Να περάσω από τον παιδικό σταθμό, που πήγαινα από 2 χρονών. Εκεί κοντά ήταν. Όσο κι αν έψαξα, δεν τον βρήκα. Ή έχει κλείσει, ή η μνήμη μου δυσκολεύεται να ανακαλέσει την ακριβή τοποθεσία ενός κτιρίου που έχω να δω σχεδόν 20 χρόνια. Όλα παίζουν.
Η επόμενη γειτονιά μου ήταν στο Μαρούσι, σε ένα αδιέξοδο. Φοβερά χρόνια, αν ήταν στο χέρι μου δεν θα είχα φύγει ποτέ από εκεί. Βέβαια, εκεί τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Οι δύο αλάνες έχουν μετατραπεί σε δύο γκρίζα μεγαθήρια, το αδιέξοδο είναι πλέον κάθετος της Κηφισίας και το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς το έχει μια στριμμένη γριά. Υποθέτω πως θα μπορούσε να είναι και χειρότερα: Η πιλοτή όπου έμαθα ποδόσφαιρο, ποδήλατο, πινγκ πονγκ (!), αλλά και έρωτα, φιλία, διασκέδαση, είναι ακόμα στη θέση της.
Γύρισα στο σπίτι με μια απροσδόκητη αίσθηση νοσταλγίας. Πόσες αναμνήσεις μπορεί να έχει κανείς στην ηλικία μου; Την απάντηση την έμαθα σήμερα: Τόσες, όσες χωράνε σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή, σε μια σταγόνα δάκρυα. Και, πιστέψτε με, είναι πάρα πολλές…


gates.jpg

Όταν χάνεις κάτι, πονάς. Φεύγει ένα κομμάτι σου, ακόμα κι αν ήταν ασήμαντο. Κάτι που ήταν δικό σου, τώρα ανήκει σε κάποιον άλλο. Και δεν άξιζε να το έχει. Δεν ήταν πιο ικανός, ούτε κουράστηκε περισσότερο από σένα για να το αποκτήσει. Απλώς σου το πήρε. Δεν έχει σημασία αν είναι έμψυχο ή άψυχο, παλιό ή νέο. Ανήκει πλέον στο παρελθόν σου, και πιθανότατα στο μέλλον κάποιου άλλου.
Έπεσα θύμα της ανθρώπινης κακίας. Δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Και δεν σκοπεύω να θρηνήσω για τον πόνο που προκαλεί. Αν τολμάς να ζεις, αποδέχεσαι τους κανόνες της ζωής. Και η ανθρώπινη κακία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχει κακία…Είναι τυχαίο το ότι ο Παράδεισος είναι ένα εντελώς φανταστικό μέρος;
Ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό, έτσι δεν είναι; Μια τέτοια απώλεια είναι το καλύτερο τεστ θετικής σκέψης. Πόσο εύκολα μπορεί να το ξεπεράσει κανείς; Πώς θα γίνει η πίκρα χαμόγελο, πώς θα λάμψει το φως στο σκοτάδι, πού θα βρω το γιατρικό μου; Only time will tell…Only time…
Όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν ακόμα και ο ίδιος ο γαλαξιακός φαρσέρ μπορεί να τα βάλει με την ανθρώπινη κακία. Είναι φοβερό: Δεν τους νοιάζει τίποτα. Εικόνες που μοιραστήκατε, παιχνίδια που παίζατε, μουσικές που ακούγατε, κανείς δεν νοιάζεται. Μόνο να στο πάρουν, να το αποκτήσουν με κάθε τρόπο.
Δεν είναι ότι δεν το ξέρω. Απλά, δεν μπορώ να το συνηθίσω. Κάθε φορά πονάει το ίδιο με την πρώτη. Μάλλον γεννήθηκα από λάθος εδώ. Δεν ξέρω αν είμαι αρκετά κακός για να επιβιώσω. Ούτε είμαι σίγουρος ότι το θέλω. Αλλά είπαμε: Όποιος τολμά να ζει, αποδέχεται και τους ανελέητους κανόνες της ζωής…


th_dance-funny.gif

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, σιχαίνομαι τον χορό. Εντάξει, ίσως είναι λίγο υπερβολικό το «σιχαίνομαι», αλλά γεγονός είναι ότι ποτέ δεν έχω χορέψει, με εξαίρεση τα «παπάκια» και το «Lambada», κι αυτά επειδή με αναγκάσανε στον νηπιαγωγείο.
Είχα μια συζήτηση με μια φίλη μου σχετικά με αυτό το θέμα πριν λίγο καιρό, και συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω τι ακριβώς εννοεί κανείς όταν αναφέρεται στη λέξη «χορός». Εϊναι μια λέξη που περιλαμβάνει τόσα πολλά και ετερόκλητα σχήματα! Τσάρλεστον, βαλς, σάλσα, τσάμικο, reggaeton, τανγκό, breakdance, ζεϊμπέκικο, δεν ξέρω κι εγώ πόσα άλλα: Ποιο είναι το κοινό τους στοιχείο; Και να το κάνω ακόμα πιο δύσκολο: Τι θα πει «μοντέρνος» χορός; Είναι απλώς το αντίθετο του «παραδοσιακού» χορού ή κάτι παραπάνω; Και τι είναι αυτό που κάνει μια κίνηση να θεωρείται χορός; Και «μοντέρνος χορός»; Τι τα συνδέει όλα αυτά;
Είναι η κίνηση στον ρυθμό της μουσικής; Μα αυτό δεν είναι απαραίτητα χορός! Το να χτυπάω παλαμάκια ή να κουνάω ρυθμικά το πόδι μου δεν μπορεί να θεωρηθεί χορός, έτσι δεν είναι; Γιατί αν μπορεί, τότε θα μπορούσα να υπερηφανευτώ ότι είμαι πολύ χορευταράς!
Γενικά, δεν αποδέχομαι τον χορό ως μορφή έκφρασης. Η γλώσσα του σώματος μιλάει αυθόρμητα, όχι ενορχηστρωμένα, καθοδηγούμενη από μια μουσική. Η γλώσσα του σώματος μεταδίδει συναισθήματα την ώρα που μιλάμε: Η στάση του σώματος και οι κινήσεις που κάνουμε είναι μορφή έκφρασης. Τον χορό δεν τον βλέπω έτσι. Απλώς κινείσαι στον ρυθμό, βάζεις το σώμα σου σε μια ρουτίνα, δεν του αφήνεις πλήρη ελευθερία.
Σε όλα αυτά, υπάρχει πάντα η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: Το ζεϊμπέκικο είναι από άλλο πλανήτη. Όταν έχεις τις μαύρες σου, όταν σε παρατήσει η γκόμενα, όταν, όταν, όταν, θα χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο και θα ξεδώσεις. Το ζεϊμπέκικο δεν έχει ρουτίνα. Ο καθένας το χορεύει διαφορετικά. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες φιγούρες, κάνεις μόνο ό,τι αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή. Υπάρχει άραγε άλλος χορός σαν κι αυτόν; Δεν νομίζω…Πώς να το κάνουμε: Όταν ακούς την «Ευδοκία» δεν χρειάζεται και πολύ για να σηκωθείς να χορέψεις. Πάνε τα πόδια σου από μόνα τους πριν προλάβεις να σκεφτείς «τι πάω να κάνω ο μαλάκας».
Για να μη μιλήσω για αυτήν την αποκρουστική μορφή χορού που λέγεται «μπαλέτο» και ο εμπνευστής της θα έπρεπε να βασανίζεται νυχθημερόν για να εξιλεωθεί για το κακό που έκανε στην ανθρωπότητα!
Α, επίσης, καμιά φορά ακούω το Song 2 των Blur και αρχίζω να χοροπηδάω στο κρεβάτι. Αυτό είναι χορός; Όχι, να ξέρω δηλαδή…


jw.jpg

Δεν είναι και πολύ συχνό φαινόμενο μια διαφήμιση να σε βάζει σε σκέψεις. Και φυσικά δεν εννοώ σκέψεις του τύπου «γουάου, πραγματικά χρειάζομαι αυτό το πολυμίξερ για τους καταπληκτικούς χυμούς που σκοπεύω να φτιάχνω από παπάγια, αβοκάντο και καρπουζόσπορους», αλλά για πιο σοβαρούς προβληματισμούς.
Η νέα διαφημιστική καμπάνια του Johnnie Walker είναι ό,τι καλύτερο έχω δει στη ζωή μου στον τομέα της διαφήμισης. Πραγματικά, κάθε φορά που βλέπω το διαφημιστικό στην τηλεόραση νιώθω λίγο πιο περήφανος που είμαι άνθρωπος. Το ίδιο και με τις αφίσες στους δρόμους.
Η ιδέα ήταν πρωτότυπη: Ένα ανθρωποειδές ρομπότ που περιγράφει τα κακά της υπερβολικής τελειότητας και την ευχάριστη πλευρά της ανθρώπινης αδυναμίας. Αυτός έχει τέλεια όραση, όμως εμείς έχουμε οράματα. Αυτός γνωρίζει τα πάντα, όμως εμείς μπορούμε να ανακαλύψουμε νέα πράγματα. Αυτός μπορεί να μην χρειάζεται ποτέ ύπνο, όμως εμείς μπορούμε να ονειρευόμαστε…Πόσο αληθινά είναι όλα αυτά!
Ως άνθρωποι δεν θα έπρεπε να γκρινιάζουμε για τις έμφυτες ατέλειές μας. Πρέπει να τις αποδεχόμαστε και να ζούμε μ’αυτές. Μπορεί να φαίνεται αφελές, αλλά αυτή η διαφημιστική καμπάνια με οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Γιατί ακόμα και οι διαφημίσεις μπορούν να βάλουν το μυαλό σου σε λειτουργία όταν το θέλουν…
Δεν κάνω διαφήμιση στο Johnnie Walker – παρότι αυτή η καμπάνια όντως θα με έκανε να το αγοράσω, αν έπινα αλκοόλ. Όμως τέτοιες πρωτοβουλίες αξίζουν τον έπαινο…Ναι, ακόμα κι αν πρόκειται για μια καμπάνια που, από την κυνική πλευρά του θέματος, έχει σαν μόνο σκοπό το κέρδος της εταιρίας. Ποσώς με νοιάζει…

Επόμενη σελίδα: »