Ιανουαρίου 2010



Στρ. Φυλάκιο «Άκρη»…Όχι, κάτσε, αυτό είναι από άλλη διαφήμιση…

ΧΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑ! Παιδιά, το ακούσατε αυτό; Είπε ότι αυτή η διαφήμιση είναι καλύτερη από το «Σήμα Καμπάνα»!

Όχι ρε πούστη…Μου βουτήξανε το πορτοφόλι! Να γιατί τους λέγανε ΚΛΕΦΤΕΣ και αρματολούς…

Χέστηκα ρε για την Επανάσταση! Αφού στο τέλος θα με μπαγλαρώσετε στο Παλαμήδι! Δε γαμιέται, πάω να παίξω σκάκι καλύτερα…

Βαράτε στο ψαχνό, παιδιά! Εκεί πέρα είναι τα γραφεία της διαφημιστικής!

Γάμα την επανάσταση, μωρέ, εδώ πάω να κάνω καινούργιο ρεκόρ στο Φιδάκι!

Μη με κρατάτε, ρε! ΜΗ ΜΕ ΚΡΑΤΑΤΕ, ΣΑΣ ΛΕΩ!!! Αφήστε με να τον πνίξω τον %@#$%#%*$ που με έβαλε να παίξω σε αυτή την %#$#@%$διαφήμιση!

Κάτσε να φτιάξω λίγο το μουστάκι, μπας και μου κάτσει το γκομενάκι που κάνει την Μπουμπουλίνα…

Αρχίδια πλαστικός χειρούργος αυτός ο Φουστανέλος, τελικά…Μπήκα να μου σουλουπώσει τη μύτη, και βγήκα σαν το Φάντασμα της Όπερας…

Όπα, παιδιά, μου έστειλε SMS ο Μπότσαρης…Το βραδάκι είμαστε όλοι καλεσμένοι για τσίπουρα στο Χάνι της Γραβιάς…

Ψψψψψψψψψψψψψψψτ! Είσαι να κάνουμε φάρσα στον Κολοκοτρώνη ότι και καλά ξεκίνησε η Επανάσταση; Να δεις που θα το χάψει!

ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ; ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ; ΣΤΑ ΟΠΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!

ΧΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑ! Όντως, το έχαψε!


Οι Ολυμπιακοί Αγώνες περνούν μεγάλη κρίση, κυρίως επειδή όλος ο κόσμος πια έχει καταλάβει ότι οι αθλητές «φτιάχνονται» με κοκτέιλ φαρμάκων, και όχι με σκληρή προπόνηση. Πώς θα σας φαινόταν, όμως, μία Ολυμπιάδα όπου όχι μόνο θα ήξεραν όλοι ότι οι αγωνιζόμενοι είναι «φτιαγμένοι», αλλά θα ήταν και θεσμικά απαραίτητο να είναι «φτιαγμένοι» όλοι οι συμμετέχοντες;

Αυτή είναι η Καγκουρολυμπιάδα! Κάγκουρες από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται κάθε 4 χρόνια σε μια προκαθορισμένη χώρα και αγωνίζονται σε διάφορα αθλήματα, με σκοπό να αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι του είδους τους. Η Ελλάδα έχει, φυσικά, την τιμητική της, καθώς μπορεί να μη γεννήθηκε εδώ το καγκουρικό ιδεώδες (κατά το «ολυμπιακό ιδεώδες»), αλλά πολλοί Έλληνες το τηρούν πιστά. Εξάλλου, η Ελλάδα έχει την απαραίτητη υποδομή για να φιλοξενήσει ένα τέτοιο μεγάλο γεγονός: Τα αγωνίσματα θα διεξάγονταν σε καγκουρο-friendly περιοχές, όπως το Μπουρνάζι, ο Κορυδαλλός και φυσικά η Ποσειδώνος.

Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα αγωνίσματα που θα απάρτιζαν αυτήν την ιδιότυπη Ολυμπιάδα:

Συγχρονισμένη οδήγηση (ή Ρυθμική Καγκουρική)

Σε αυτό το εξαιρετικά απαιτητικό σπορ, οι κάγκουρες αποδεικνύουν ότι δεν παίζουν μόνο ατομικά, αλλά και ομαδικά. Κάγκουρες απ’όλο τον κόσμο σχηματίζουν ομάδες και εντυπωσιάζουν τους κριτές (οι οποίοι είναι βετεράνοι κάγκουρες που δεν τους πέρασε η τρέλα μετά τα 30) με τις φιγούρες τους. Ταυτόχρονες αλλαγές λωρίδας, προσπεράσεις από αριστερά κι από δεξιά, μαγευτικές στροφές με χειρόφρενα, μαρσαρίσματα και, φυσικά, συγχρονισμένη μουσική πολλών ντεσιμπέλ από τα υπερμεγέθη ηχεία τους. Μία πραγματική πανδαισία καγκούρικου θεάματος.

Καλλιτεχνικό drifting

Αν ριγείτε από συγκίνηση κάθε φορά που βλέπετε μια όμορφη φιγούρα καλλιτεχνικού πατινάζ, τότε θα λατρέψετε το καλλιτεχνικό drifting. Με μοναδικά τους όπλα το τιμόνι, το χειρόφρενο και τη φαντασία τους, οι διαγωνιζόμενοι κάγκουρες εντυπωσιάζουν με επιτόπιες πιρουέτες-σβούρες, θαυμάσιες στροφές 180 και βάλε μοιρών και άλλες εξαίσιες φιγούρες. Φυσικά, στην αναμετάδοση των αγώνων επιστρατεύεται ο έμπειρος Αλέξης Κωστάλας.

Καγκουραθώνιος

Το απόλυτο άθλημα καγκουρικής αντοχής! Εκατοντάδες κάγκουρες από όλο τον κόσμο ξεκινούν με τα φτιαγμένα αυτοκίνητά τους από το κέντρο της Αθήνας, με προορισμό της Εθνική Αθηνών-Λαμίας. Σκοπός τους είναι να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο μακριά με ένα ντεπόζιτο, πράγμα αρκετά δύσκολο, δεδομένου του πόσα λίτρα βενζίνης καίνε οι γιγάντιες μηχανές τους. Το θετικό του συγκεκριμένου αθλήματος είναι ότι όχι μόνο υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός και άρα μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά και ότι για 2-3 μέρες εξαφανίζονται όλοι οι κάγκουρες από την Αθήνα.

Αθλήματα ταχύτητας και μετ’εμποδίων

Τα αθλήματα ταχύτητας των 100 μ., 200 μ. και 400 μ. είναι, φυσικά, τα πιο δημοφιλή, όπως συμβαίνει και στους κανονικούς Ολυμπιακούς Αγώνες – ειδικά τα 100 μέτρα, που εδώ ονομάζονται «0-100». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, και οι κούρσες μετ’εμποδίων, που διεξάγονται σε γεμάτους δρόμους και οι αγωνιζόμενοι κάγκουρες πρέπει να κάνουν στρατηγικές σφήνες προκειμένου να φτάσουν πρώτοι στη γραμμή του τερματισμού. Για ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθ’όλη τη διάρκεια της κάθε κούρσας, τους αγωνιζόμενους κάγκουρες κυνηγάει μια διμοιρία από περιπολικά.

Καγκουροκαγκουρική πάλη

Όλες οι μορφές πάλης συγχωνεύονται σε μία, σε αυτό το σκληρό άθλημα για γερά νεύρα, γερά πνευμόνια και γερά συκώτια. Ψυχωμένοι κάγκουρες, αφού διαπληκτιστούν έντονα για το ποιος έχει τα πιο μεγάλα ηχεία, ποιανού η εξάτμιση κάνει μεγαλύτερο θόρυβο, ποιανού η μηχανή βγάζει τα περισσότερα άλογα και ποιανού η αεροτομή είναι πιο αεροδυναμική, έρχονται στα χέρια και τότε όλα μπορεί να συμβούν: Μπουνιές, κλωτσιές, κουτουλιές, αγκωνιές, τιμονιές, καθρεφτιές, ζαντιές – όλα επιτρέπονται. Επιτρέπεται και ο στοιχηματισμός για το ποιος θα επικρατήσει.

Τριπλούν

Το τριπλούν της Καγκουρολυμπιάδας δεν είναι αυτό που μπορεί να νομίζετε. Οι αγωνιζόμενοι πρέπει να φέρουν εις πέρας τρεις στόχους ταυτόχρονα: 1. Μερακλωμένο γάβγισμα ανυπόφορων σκυλάδικων τραγουδιών (που φυσικά συνοδεύουν τα εκκωφαντικά ηχεία, 2. Συνεχής κίνηση του κεφαλιού αριστερά, δεξιά και πίσω, προς εντοπισμό άλλων καγκούρων, πρόθυμων για κοντρίτσες, ή γκομενακίων, πρόθυμων για τρελίτσες, και φυσικά 3. Οδήγηση με ταχύτητα όχι μικρότερη των 100 χλμ/ώρα. Νικητής ανακηρύσσεται όποιος μπορέσει να μην τρακάρει για περισσότερη ώρα.

Άρση ζαντών

Οι ζάντες θεωρούνται για τους κάγκουρες σύμβολο κύρους, κι έτσι δεν θα μπορούσαν να μην έχουν κι αυτές την τιμητική τους στην Καγκουρολυμπιάδα. Στην άρση ζαντών κερδίζει ο πιο δυνατός, δηλαδή αυτός που θα καταφέρει να σηκώσει τις περισσότερες ζάντες με μία κίνηση – το ζετέ απορρίπτεται, ως αδερφίστικο. Η αρχική σκέψη ΄ήταν το άθλημα να ονομάζεται «άρση ηχείων», όμως αποδείχθηκε πως είναι ανθρωπίνως αδύνατο να σηκώσει κανείς τόσο μεγάλο βάρος, όσο ζυγίζουν τα ηχεία ενός μέσου κάγκουρα.

Μήκος και Διάμετρος

Εδώ τα πράγματα είναι πολύ απλά: Οι κάγκουρες τις βγάζουν έξω και τις μετράνε, ποιος έχει τη μεγαλύτερη και ποιος την φαρδύτερη. Τι εννοείτε «ποιες»; Τις εξατμίσεις τους, φυσικά! Πού πήγε το μυαλό σας;

Καγκουροπένταθλο

Πρόκειται για το υπέρτατο αγώνισμα, καθώς ο καγκουροπενταθλητής θεωρείται βασιλιάς των απανταχού καγκούρων της υφηλίου. Το πένταθλο αποτελείται από: Καλλιτεχνικό drifting, «0-100», 200 μέτρα μετ’εμποδίων, άρση ζαντών και Μήκος-Ύψος-Διάμετρο. Ο νικητής δεν παίρνει απλώς χρυσό μετάλλιο, ούτε ένα απλό χρηματικό έπαθλο. Κερδίζει ένα ολοκαίνουργιο, κωλοφτιαγμένο Subaru Impreza – και φυσικά, τον αιώνιο σεβασμό όλων των ομοίων του.


Σήμερα, μετά από πολύ καιρό – ούτε καν θυμάμαι πόσο – έδωσα χρήματα σε έναν ζητιάνο, καθώς περίμενα να ανάψει το φανάρι. Όχι πως του έδωσα πολλά: 50 λεπτά. Τόσα είχα πάνω μου. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει μεγάλες ευεργεσίες από έναν άνεργο, έτσι;

Το θέμα είναι: Γιατί; Γιατί νιώθουμε (ή ΔΕΝ νιώθουμε) την ανάγκη να δώσουμε κάτι σε έναν ζητιάνο; Θα προσπαθήσω να αναλύσω τη συμπεριφορά μας απέναντι στους επαίτες, με βάση κάποιες σκέψεις, αναμνήσεις και συναισθήματα που μου έρχονται σκόρπια στο μυαλό, και που προσπαθώ εδώ και ώρες να μετουσιώσω σε κείμενο. Ελπίζω να βγάζουν νόημα τα όσα θα ακολουθήσουν, αλλά δεν εγγυώμαι τίποτα – ποτέ δεν ξέρεις τι θα ξεβράσει στην ακτή μια φουρτούνα του μυαλού.

Η πρώτη φορά που θυμάμαι να έδωσα λεφτά σε ζητιάνο ήταν όταν πήγαινα στην Τετάρτη ή Πέμπτη Δημοτικού. Εκείνη η μέρα, για κάποιον λόγο που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου. Είχαμε ξεκινήσει με τη μητέρα μου από το σταθμό του τρένου στο Μαρούσι, με προορισμό την Ομόνοια – στον Λαμπρόπουλο πηγαίναμε, αν δεν κάνω λάθος. Μια-δυο στάσεις μετά, μπήκε στο βαγόνι μια ζητιάνα. Νομίζω ότι ήταν τσιγγάνα. Έψαξα στην τσέπη μου και συνειδητοποίησα ότι είχα μερικά πενηντάρικα. Της έδωσα το ένα. Μετά από λίγες στάσεις, μπήκε κι άλλη ζητιάνα. Να μη σας τα πολυλογώ, όταν ξεκινήσαμε από το Μαρούσι είχα πέντε πενηντάρικα. Όταν επιστρέψαμε στο Μαρούσι, δε μου είχε μείνει ούτε ένα. 250 δραχμές, με τις οποίες θα μπορούσα να έχω αγοράσει μία τυρόπιτα, ή ένα περιοδικό, ή εκείνο το φανταχτερό στυλό που είχα σταμπάρει από το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου – μη γελάτε, για αυτές τις ηλικίες τα στυλό είναι ό,τι τα iPod για τους 20άρηδες. 250 δραχμές, που τελικά επένδυσα σε «φιλανθρωπίες». Γιατί;

Δεν θυμάμαι να έκανα κάτι παρόμοιο στην υπόλοιπη παιδική και εφηβική μου ηλικία. Σίγουρα θα έδωσα από δω κι από κει σε διάφορους επαίτες, αλλά τέτοια κρίση φιλανθρωπίας δεν ξαναείχα. Γιατί;

Ο καθένας από μας έχει διαφορετική αντιμετώπιση προς τους ζητιάνους. Άλλοι τους αγνοούν επιδεικτικά, τους αντιμετωπίζουν σαν καμένα χαρτιά που δεν αξίζει να τους δώσεις παράταση στα βάσανά τους. Άλλοι, αντίθετα, τους βοηθούν επειδή είναι καλοί άνθρωποι και δεν αντέχουν να βλέπουν άλλους ανθρώπους να υποφέρουν. Άλλοι τους βοηθούν επειδή πιστεύουν ότι έτσι θα εξασφαλίσουν μια θέση στον Παράδεισο, ότι όταν ο Άγιος Πέτρος βάλει στη ζυγαριά τα καλά και τα κακά που έχουν κάνει, οι φιλανθρωπίες τους θα κάνουν τη ζυγαριά να γείρει προς την πλευρά του Παραδείσου, και θα εξαγνιστούν για ό,τι κακό έχουν κάνει.  Και υπάρχει και μία άλλη, καθόλου ολιγομελής υποκατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι βοηθούν τους ζητιάνους, προκειμένου να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους. Πράγματι, το συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν αφήνει ένα νόμισμα στο κεσεδάκι ενός επαίτη είναι πολύ όμορφο, είναι μια αγαλλίαση στην ψυχή. Και για πολλούς αυτή η αγαλλίαση είναι πιο σημαντική από το γεγονός ότι βοηθούν έναν ανήμπορο άνθρωπο. Δε λέω ότι είναι καλό ή κακό να ανήκει κανείς σε μία από αυτές κατηγορίες – ο καθένας έχει τα δικά του επιχειρήματα, που υποστηρίζουν τη στάση του. Αλλά γενικά νομίζω ότι όλοι υπαγόμαστε σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες. Και ορισμένοι από μας και σε περισσότερες από μία.

Δίνοντας μια βοήθεια σε έναν επαίτη, όσο μικρή κι αν είναι, του προσφέρουμε κάτι που θα μπορούσε να χρησιμεύσει και σε μας. Τα 50 λεπτά, ή το 1 ευρώ, ή και τα 20 λεπτά που θα δώσει κανείς σε έναν επαίτη δεν του τα χρωστάει από πουθενά. Δε φταίμε εμείς για την οικτρή του κατάσταση, και θεωρητικά δε μας υποχρεώνει κανείς να του τα δώσουμε. Γιατί, λοιπόν, το κάνουμε; Νομίζω πως πρέπει να δούμε κάθε κατηγορία ξεχωριστά.

Αυτοί που δεν προσφέρουν τίποτα δεν είναι απαραίτητα εγωιστές γύφτουλες που αδιαφορούν για τον συνάνθρωπό τους – συνήθως είναι, αλλά όχι πάντα. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι το σωστό, γιατί αφενός η συνδρομή τους θα παρέτεινε τη μιζέρια του επαίτη, αφετέρου θεωρούν πως τα χρήματά τους δεν θα «έπιαναν τόπο», γιατί ο επαίτης θα αγόραζε ναρκωτικά, ή ποτό, ή κάτι άλλο άχρηστο, όταν θα έπρεπε να αποτελεί ενεργό μέλος της κοινωνίας, να ψάχνει για μια δουλειά και να μην εξαρτάται από την καλωσύνη των ξένων.

Αυτοί που θέλουν να κλείσουν πρώτο τραπέζι πίστα για τον Παράδεισο, ουσιαστικά δεν προσφέρουν κάτι, αλλά κάνουν μια ανταλλαγή: Ανταλλάσσουν ένα μικρό χρηματικό ποσό, για ένα εισιτήριο στο ρετιρέ της μεταθανάτιας ζωής. Μια καλή επένδυση. Το ίδιο, εξάλλου, κάνουν κι αυτοί που βοηθούν τους επαίτες για να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους: Πληρώνουν ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, και αγοράζουν ένα όμορφο συναίσθημα. Κι αυτή είναι μια αρκετά καλή επένδυση.

Ωστόσο, αυτοί που δεν μπορούν να βλέπουν συνανθρώπους τους να υποφέρουν είναι οι μοναδικοί που δεν κάνουν καμία επένδυση. Προσφέρουν, χωρίς να περιμένουν κάποια ανταπόδοση. Ίσως κατά βάθος πιστεύουν ότι η ζωή θα τους ανταποδώσει την καλωσύνη τους, όμως δεν το κάνουν γι’αυτό. Το κάνουν επειδή θέλουν να βοηθήσουν κάποιον που έχει την ανάγκη τους.

Όταν χάλασα τις 250 δραχμές στο τρένο, το έκανα καθαρά για να βοηθήσω. Ένιωθα ότι αυτό είναι το σωστό, το έκανα επειδή αυτοί οι άνθρωποι το είχαν ανάγκη. Τώρα πια δεν είμαι σίγουρος σε ποια κατηγορία ανήκω. Νομίζω ότι ανήκω και στις τρεις, ανάλογα με την περίσταση. Και είναι και εκείνο το ιδιότυπο «σύστημα αξιολόγησης» που μου έχει «κολλήσει» η φίλη μου, η οποία πρώτα περνάει τον ζητιάνο από εντατικό έλεγχο: Μοιάζει αρκετά κακομοιριασμένος; Του λείπει κάποιο μέρος του σώματος, ώστε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν δουλεύει; Προσφέρει κάποια υπηρεσία, όπως πλύσιμο στα τζάμια, χαρτομάντιλα ή στυλό; Είναι ευγενικός; Αν πληροί αυτές τις προδιαγραφές, τότε έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει κάτι. Δε μου αρέσει καθόλου αυτή η λογική, τη βρίσκω εγωιστική και απάνθρωπη, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι έχει κάποια βάση. Και φοβάμαι ότι αργά ή γρήγορα θα την εφαρμόζω κι εγώ.

Θυμήθηκα τώρα και μια άλλη φορά που επαναλήφθηκε το «φαινόμενο του τρένου»: Ήταν πριν δύο χρόνια, όταν πήρα στα χέρια μου τον πρώτο μου μισθό. 512 ευρώ και κάτι ψιλά. Αυτά τα 2 και κάτι ευρώ κατέληξαν στους ζητιάνους που βρέθηκαν στο δρόμο μου, από την Κοραή μέχρι το Σύνταγμα – πρέπει να ήταν τρεις ή τέσσερις. Το ποσό ήταν ευτελές, αλλά η σκέψη μέτρησε: Ήθελα να μοιραστώ ένα μικρό κομμάτι, έστω, του πρώτου μου μισθού με αυτούς που το είχαν περισσότερο ανάγκη από μένα. Ούτε για να πάω στον Παράδεισο (ούτως ή άλλως, αυτό είναι κάτι που δε θα γίνει ούτε καν όταν παγώσει η Κόλαση), ούτε για να νιώσω εγώ καλά. Αλλά για να κάνω και μερικούς άλλους να χαρούν μαζί με μένα.

Αναρωτιέμαι ποιοι είναι περισσότεροι: Αυτοί που αγνοούν τους επαίτες ή αυτοί που τους βοηθούν, έστω και με όχι και τόσο ανιδιοτελή κριτήρια; Δεν θα ποντάριζα υπέρ των μεν ή των δε, όμως το γεγονός ότι οι περισσότεροι από μας δεν γνωρίζουμε καν ποιος μένει στην ίδια πολυκατοικία με μας και δεν το μαθαίνουμε ποτέ μέχρι να δούμε το κηδειόχαρτο κολλημένο έξω από την εξώπορτα γέρνει την πλάστιγγα υπέρ των πρώτων. Από την άλλη, ουδείς εκών κακός: Η φύση του ανθρώπου είναι να είναι κοινωνικός και να ενδιαφέρεται για τους συνανθρώπους του, άσχετα αν ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας έχει αλλοτριώσει και απομονώσει σε τραγικό βαθμό. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι εκεί έξω που αντιστέκονται στην κοινωνικά επιβεβλημένη αναισθησία. Δεν ξέρω πόσοι είναι, ούτε και πόσο θα αντέξουν. Θέλει κουράγια.

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, συνειδητοποιώ ότι ουσιαστικά δεν έδωσα καμία απάντηση στο αρχικό ερώτημα: Γιατί νιώθουμε (ή ΔΕΝ νιώθουμε) την ανάγκη να βοηθήσουμε έναν επαίτη; Μάλλον επειδή δεν μπορώ να απαντήσω. Ούτε κοινωνιολόγος είμαι, ούτε ψυχολογία έχω σπουδάσει. Ένας απλός παρατηρητής είμαι. Και από αυτά που βλέπω, συμπέρασμα δε βγάζω. Ίσως τελικά να μην έχει τόση σημασία το συμπέρασμα. Ίσως να είναι πιο σημαντικό να παρατηρούμε, να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε, και εν τέλει να διατηρούμε τον εγκέφαλό μας σε λειτουργία, προτού πέσει σε αχρηστία. Κι ας μην καταλήξουμε σε κανένα συμπέρασμα. Το ταξίδι του μυαλού που σε οδήγησε σχεδόν μέχρι το συμπέρασμα ίσως να είναι πιο σημαντικό από τον τελικό προορισμό.

Ή ίσως αυτός είναι ένας πολύ εύσχημος τρόπος για να κουκουλώσω το γεγονός ότι είμαι ανίκανος να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα. Μπορεί κι αυτό.

Υ.Γ.: Λοιπόν, αυτό το σκέφτηκα αφού είχα γράψει και τον τίτλο και ήμουν έτοιμος να πατήσω το Publish: Μία ώρα αφού είχα δώσει το 50λεπτο στον ζητιάνο, άκουσα στο ραδιόφωνο μετά από χρόνια το θρυλικό τραγούδι των Τσοπάνα Rave που έλεγε «δώσμου απ’αυτά τα καινούργια τα διακοσάρικα»…Αν σκεφτεί κανείς ότι 50 λεπτά είναι περίπου 200 δραχμές της προ euro εποχής, νομίζω ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα σύμπτωση…Και φανταστείτε να το άκουγα μια ώρα ΠΡΙΝ δώσω το 50λεπτο…Spoooooooooooooky…


Μου αρέσει το παζάρι βιβλίων της Κλαυθμώνος, γιατί εκεί μπορείς να βρεις πραγματικά οτιδήποτε: Ένα κομμουνιστικό βιβλίο του ’60, μία παλιά συλλογή κόμικς της οποίας την ύπαρξη αγνοούσες, ένα ημερολόγιο του 1989, ένα βιβλίο που σας είχε βάλει η δασκάλα να διαβάσετε στην 5η Δημοτικού…Και όλα αυτά σε εξευτελιστικές τιμές. Γι’αυτό και πηγαίνω κάθε χρόνο. Το μόνο κακό του είναι ότι συμβαίνει μόνο μία φορά το χρόνο.

Φέτος σχεδίαζα να πάω από τη μέρα που άνοιξε το παζάρι και, τηρώντας τις παραδόσεις, πήγα τελικά την τελευταία μέρα πριν κλείσει. Ευτυχώς, δεν τα είχαν πάρει όλα. Μετά από πολύ ψάξιμο και ακόμα περισσότερο ξεσκαρτάρισμα, κατέληξα σε τρία βιβλία: Ένα με politically correct παραμύθια για παιδιά, ένα Αθηναϊκό ημερολόγιο του 1997 και, τρίτο και καλύτερο, το «Ντόναλντ ο Απατεώνας», με υπότιτλο «Η Διήγηση του Ιμπεριαλισμού στα Παιδιά». Ειδικά αυτό το τελευταίο ήταν κεραυνοβόλος έρωτας. Πρόλαβα το τελευταίο – αυτό μάλλον σημαίνει ότι το θέμα ενδιέφερε κι άλλους καμμένους.

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι περίμενα να διαβάσω σε ένα τέτοιο βιβλίο. Υποθέτω πως μου έκανε «κλικ» επειδή βλέπει τα αγαπημένα μου κόμικς από μία εντελώς διαφορετική σκοπιά – μου αρέσουν οι εναλλακτικές απόψεις και γενικά θέλω να έχω πάντα τουλάχιστον δύο απόψεις για το οποιοδήποτε θέμα. Και κάπως έτσι έχω μπροστά μου αυτή τη στιγμή την (ακραία) κομμουνιστική άποψη για τα κόμικς του Ντίσνεϋ.

Δεν το έχω τελειώσει ακόμα το βιβλίο, αλλά έχω ήδη καταλάβει αρκετά πράγματα. Ή τουλάχιστον έχω καταλάβει το σημαντικότερο: ότι οι συγγραφείς του έπιναν κάτι πολύ ενδιαφέρον (και πιθανότατα παραισθησιογόνο) όταν το έγραφαν. Θα μοιραστώ μαζί σας δύο αποσπάσματα από το βιβλίο, και νομίζω πως θα συμφωνήσετε με το συμπέρασμά μου.

Αλλά πρώτα, λίγα λόγια για το βιβλίο: Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Χιλή το 1971, την περίοδο που ο κομμουνιστής Σαλβαδόρ Αλιέντε είχε εκλεγεί πρόεδρος της χώρας και προωθούσε τις μεταρρυθμίσεις του. Όταν ο δικτάτορας Πινοσέτ τον ανέτρεψε, το 1973, 5.000 αντίτυπα του βιβλίου «πνίγηκαν» στη θάλασσα. Για να κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ χρειάστηκαν δύο χρόνια δικαστικών αγώνων. Στην Ελλάδα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1979. Οι συγγραφείς του, Αρμάν Ματλάρ και Αριέλ Ντορφμάν, ως ερευνητές των ΜΜΕ, συμμετείχαν στην Λαϊκή Ενότητα του Αλιέντε, στο κομμάτι της πολιτιστικής παραγωγής, στο πλαίσιο της οποίας γράφτηκε και το συγκεκριμένο βιβλίο.

Αρκετά με τις εισαγωγές (με την ευκαιρία, να σημειώσω ότι το βιβλίο έχει τέσσερις – ναι, τέσσερις! – διαφορετικές εισαγωγές). Διαβάστε τα παρακάτω αποσπάσματα, και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ (σελ.68)

[…] τα ανηψάκια διαθέτουν ένα κλειδί για να μπουν στον κόσμο των μεγάλων και αυτό το κλειδί λειτουργεί κανονικά: είναι το Βιβλίο των Μικρών Εξερευνητών, η εγκυκλοπαίδεια της παραδοσιακής λογικής, που δίνει απάντηση σε όλα, ανοίγει τα πάντα, λύνει όλα τα τεχνικά προβλήματα, τα προβλήματα συμπεριφοράς, χώρου, ιστορικής εποχής και κατάστασης. Ακολουθήστε τις οδηγίες που αναγράφονται στο κουτί και θα λύσετε όλες σας τις απορίες. Είναι ένα συνονθύλευμα συνταγών που βοηθούν το παιδί να ελέγχει το μέλλον, κόβοντάς του τα φτερά, το εμποδίζουν να ακολουθήσει άλλους δρόμους από τους δρόμους του παρελθόντος και το καταδικάζουν να επαναλάβει τα πάντα. Όλα τα περάσματα έχουν ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί από τον εμπνευστή αυτού του βιβλίου που, σαν δικαστήριο της ιστορίας και τράπεζα του νόμου, αφιερώνεται σε αυτούς που θα κληρονομήσουν τον κόσμο: ένα κόσμο που δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη, γιατί είναι χαραγμένος από πριν και για πάντα μέσα σε αυτή τη βιβλιοδετημένη κατήχηση όπου τα πάντα έχουν γραφτεί. Αρκεί να μπουν σε εφαρμογή οι οδηγίες του και ποτέ να μην πάψουν να το διαβάζουν.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ (σελ. 80-81)

[…] Η πόλη-τέρας αγγίζει τον παροξυσμό της νευρωτικής της αρρώστιας, όταν ο Ντόναλντ, για να βρει λίγο ύπνο τη νύχτα (τα φορτηγά μεταφορών περνάνε απ’το δρόμο του, φρενάρουν, πατάνε γκάζι, κορνάρουν), κλείνει το δρόμο μπροστά στο σπίτι του. Ένας αστυνομικός διαβάζει πρόστιμο. Ο Ντόναλντ διαμαρτύρεται: «Δεν έχω γραπτή άδεια, αλλά έχω δικαίωμα να κοιμάμαι ήσυχος». «Γελιέστε», απαντάει ο αστυνομικός. Και ο Ντόναλντ ξαμολιέται φρενιασμένα να αναζητήσει γραπτή άδεια: από το αστυνπμικό τμήμα στο σπίτι του αρχηγού της αστυνομίας, έπειτα στο σπίτι του Δημάρχου που υπογράφει μόνο «εντολές που έχουν τύχει της αποδοχής του δημοτικού συμβουλίου» (σημειώστε την ιεραρχική ακαμψία αυτής της γραφειοκρατίας, της γεμάτης απαγορεύσεις και προθεσμίες). Ο Ντόναλντ πρέπει να παρουσιάσει στο συμβούλιο μια διαμαρτυρία υπογεγραμμένη από αυτούς που μένουν στο δρόμο. Βγαίνει να εξερευνήσει τη ζούγκλα των γειτόνων του.Δε θα βρει ποτέ κανένα να συμφωνήσει μαζί του, να δώσει τη βοήθειά του, να καταλάβει ότι πρόκειται για κοινό αγώνα για την ησυχία τους. Τον διώχνουν με πιστολιές, κλωτσιές, μπουνιές, τον βάζουν να πληρώσει 50 δολλάρια για ένα αυτοκίνητο που μόλις ακούμπησε, πρέπει να πάει ως το Μαϊάμι για να βρει μια υπογραφή και όταν του λένε ότι ο γείτονας πήγε πίσω στη Λιμνούπολη, κοντεύει να λιποθυμήσει. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου όμως τον κάνει να ξαναβρεί τις αισθήσεις του με ένα: «Κύριε, οφείλω να σας ενημερώσω ότι η ταρίφα για να κοιμηθελιτε στο χαλί είναι 30 δολλάρια τη νύχτα». Ένας άλλος γείτονας αρνείται να υπογράψει, πριν συμβουλευτεί τον δικηγόρο του (ακόμα 20 δολλάρια φεύγουν από την τσέπη του Ντόναλντ), τον δαγκώνει ένας σκύλος τη στιγμή που μια συμπαθητική γριούλα υπογράφει τη διαμαρτυρία, υποχρεώνεται να αγοράσει γυαλιά στον επόμενο (που απαιτεί χρυσό σκελετό = 300 δολλάρια) και για να τελειώσει, θα τον ακολουθήσει μέχρι τους καταρράκτες, όπου κάνει ακροβατικά, τέλος πέφτει στο νερό και η διαμαρτυρία σβήνεται. Τελικά, ξαναφτιάχνει τον κατάλογο (ο νυχτερινός ύπνος αξίζει όλες αυτές τις αναποδιές), αλλά εκείνη τη στιγμή τον πληροφορούν ότι το συμβούλιο θα αποφασίσει μετά 20 χρόνια. Σε μια τελευταία προσπάθεια, ο Ντόναλντ αγοράζει άλλο σπίτι. Όλα όμως πια, πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Μπροστά στις δυσκολίες του, το συμβούλιο απαγόρευσε την κυκλοφορία στην παλιά του γειτονιά και την έστρεψε προς τον καινούργιο του δρόμο. Ηθικό δίδαγμα: Μην προσπαθείτε ποτέ να αλλάξετε τίποτα! Βολέψτε τα με ό,τι έχετε! Όλα μπορούν να στραφούν εναντίον σας!

(Σας έπεισα;)


Φαντάζομαι πως όλοι θα έχετε παρατηρήσει την διαφημιστική καμπάνια του Βήμα FM, στην οποία ο Πρετεντέρης βαφτίζεται «κόκκινος», ο Πολίτης «απολίτιστος», ο Σταρόβας «λόρδος» κλπ. Δεν έχω ακούσει ποτέ τον σταθμό, δεν ξέρω τι ρόλο βαράνε όλοι αυτοί που διαφημίζονται, και δε με ενδιαφέρει. Μάλλον αυτό σημαίνει ότι η διαφήμιση απέτυχε.

Ωστόσο, θα μπορούσαν κι άλλοι δημοσιογράφοι να διαφημιστούν με τον ίδιο τρόπο – μπορεί και πάλι να μην έπιανε η διαφήμιση, αλλά θα είχε πλάκα. Να, δείτε πώς προσαρμόζεται η διαφημιστική καμπάνια του σταθμού σε μερικούς γνωστούς δημοσιογράφους:


Εν αρχή ην ο Φοίβος, ο οποίος «διασκεύαζε» γνωστά ξένα τραγούδια εν αγνοία των συντελεστών τους. Κατά καιρούς επιδόθηκαν στο ίδιο σπορ κι άλλοι. Και τώρα το κάνουν όλοι. Ακόμα και ο Δημήτρης Κοργιαλάς, που μου αρέσει πολύ γενικά σαν καλλιτέχνης, αλλά αυτό που έχει κάνει στο καινούργιο του κομμάτι, με τίτλο «Θάλασσα», είναι εξωφρενικό: Έχει πάρει το πασίγνωστο «In And Out Of Love» του Armin van Buuren, και το έχει προσαρμόσει σχεδόν αυτούσιο στο δικό του τραγούδι! Δε μιλάμε απλά για αντιγραφή, αλλά για ξεπατικωτούρα, ειδικά στο ρεφρέν, που «βγάζει μάτι»! Και για του λόγου το αληθές, παραθέτω και τα δύο βίντεο, για να βγάλετε και μόνοι σας τα συμπεράσματά σας.

(άσε που το original είναι και πολύ καλύτερο, ε;)


Καιρό είχα να ανεβάσω φωτογραφίες. Από το αλήστου μνήμης «τυροκαυτερό σ’αγαπώ». Σήμερα έχω φρέσκο υλικό, και μερικά μπαγιάτικα που είχαν ξεμείνει και δεν είχα τι να τα κάνω.

Από τις φωτογραφίες που ακολουθούν, οι πέντε πρώτες είναι φρέσκες, από μια βόλτα που έκανα στην Ελληνορώσων, στην Κατεχάκη. Μου αρέσει αυτή η περιοχή, είναι κάτι σαν τα Εξάρχεια της γειτονιάς μου. Παλιά σπίτια, αφτιασίδωτα μαγαζιά, στενοί δρόμοι, και παντού γραμμένα συνθήματα, τα περισσότερα για τον Παναθηναϊκό. Ούτε πίσω από τη Λεωφόρο τέτοια τρέλα με τον Παναθηναϊκό. Μα λογικά οι «Ελληνορώσοι» δε θα έπρεπε να είναι Ολυμπιακοί, λόγω χρώματος;

Οι άλλες φωτογραφίες είναι πιο παλιές, αλλά δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Οπότε καταναλώστε άφοβα.

(Ελληνορώσων. Όλοι κάποιον έχουμε άχτι.)

(Ελληνορώσων. Παράξενη γωνία, ε; Ήταν ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο μπροστά, γι’αυτό. Αποκλειστική πληροφορία του Blog: ΔΕΝ μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Οι «γάβροι» ήταν!)

(Ελληνορώσων. Να που, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που θυμούνται εκείνο το σίριαλ του Mega…)

(Ελληνορώσων. Εντάξει, το ξέρω ότι δε φαίνεται τι γράφει, αλλά δε φταίω εγώ – μα ποιος γράφει με μωβ σπρέι; ΜΩΒ;;; Για την ιστορία, γράφει «Καλύτερα στην πείνα παρά στρατιωτίνα». Κάποιος να πάει να το πατήσει με μαύρο, παρακαλώ.)

(Νέο Ψυχικό, έξω από ένα σχολείο. Ούτε και το αλκοόλ χρειάζεται. Αρκεί η καλή διάθεση.)

(Αιόλου, ένα στενό πάνω από την Ερμού. Μπορεί ο Σανιδάς να μην είναι πια στη θέση του, αλλά δε θα ξεχάσουμε ποτέ πόσο καραγκιόζης υπήρξε.)

(Παπάγου, ένα στενό πριν την Πλατεία Μεταξά. Ο άνθρωπος που λατρεύουμε να μισούμε.)

(στην ανδρική τουαλέτα των Everest στην Αγία Παρασκευή. Όταν η Φύση έχει κέφια, φτιάχνει αριστουργήματα.)

(και, last but not least, η φωτογραφία που μου ήρθε μέσω e-mail από τον φίλτατο K.S., η οποία συνελήφθη σοτυ Ψυρρή. Ω, ναι, η Τίνκερμπελ μεγάλωσε και κάνει πουτανιές.)


Όπως συνήθως, τα blogικά μου αντανακλαστικά λειτούργησαν άψογα: ήθελα εδώ και μέρες να γράψω κάτι ποδοσφαιρικό (ναι, καλά καταλάβατε, αν δεν προεξέχει τίποτα στην περιοχή κάτω από την κοιλιά σας μπορείτε να σταματήσετε να διαβάζετε από τώρα), και τώρα που το αποφάσισα έχουν γίνει τόσα πολλά που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Ναι, ξέρω ότι στην Ελλάδα και στον κόσμο συμβαίνουν πολύ σημαντικότερα πράγματα από την απόλυση του Ζίκο, αλλά έχω μια τρέλα με το ποδόσφαιρο, οπότε θα πρέπει να με ανεχτείτε.  Εγώ ανέχομαι τα δικά σας κολλήματα, άλλωστε.

Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, είναι πολύ μυστήριο άθλημα. Τόσο μέσα στο γήπεδο, όσο και απέξω.

Σε κάθε παιχνίδι αγωνίζονται έντεκα εναντίον έντεκα, δύο ομάδες με (θεωρητικά) ίσες πιθανότητες να κερδίσουν τον αντίπαλό τους. Το μόνο που έχει να κάνει μια ομάδα για να κερδίσει, είναι να παίξει καλύτερα από την άλλη. Είναι ένα είδος αθλητικού πολέμου: Έντεκα «πολεμιστές», υπό την καθοδήγηση ενός «στρατηγού», εφαρμόζουν τις δικές τους τακτικές, με σκοπό να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, που είναι επίσης έντεκα, καθοδηγούνται από έναν άλλο «στρατηγό» και εφαρμόζουν δικές τους τακτικές, με σκοπό να κερδίσουν αυτοί τη μάχη. Κανείς δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρος πριν από ένα ματς ότι θα κερδίσει η μία ή η άλλη ομάδα, ή ότι θα λήξει ισόπαλο. Ακόμα κι αν οι «πολεμιστές» της μίας ομάδας είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι, ή πιο γυμνασμένοι, ή πιο «ψυχωμένοι», αυτό δε σημαίνει ότι η άλλη ομάδα είναι καταδικασμένη σε ήττα. Εξάλλου, και οι 22 «πολεμιστές» διαθέτουν ακριβώς τα ίδια όπλα: Τα δύο τους πόδια. Οι εκπλήξεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι του ποδοσφαίρου, και του δίνουν αυτήν την άγρια ομορφιά.

Ωστόσο, δεν αρέσουν σε όλους οι εκπλήξεις.

Στο post του Γιώργου για τον Ζίκο, μεταξύ άλλων σχολίασα:

«Οι ήττες είναι μέσα στο πρόγραμμα. Οι άνθρωποι δεν είναι αλάνθαστοι. Άμα δε σπάσεις αυγά ομελέτα δε γίνεται. Τρεις αυταπόδεικτες αλήθειες, που ακόμα δεν έχουμε μάθει…»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά πολύ μου άρεσε αυτό που έγραψα (πιστέψτε με, δεν το λέω συχνά αυτό). Νομίζω ότι περιγράφει απόλυτα την εικόνα του Έλληνα οπαδού. Και οπωσδήποτε του οπαδού του Ολυμπιακού.

Αν υπάρχουν εκεί έξω φίλαθλοι του Ολυμπιακού, φίλαθλοι κανονικοί και όχι οπαδοί-πρόβατα, πρέπει να ντρέπονται. Εγώ, τουλάχιστον, ντρέπομαι. Αυτά που συμβαίνουν εδώ και χρόνια στον Ολυμπιακό με τους εκάστοτε προπονητές δεν είναι απλά αστεία, είναι εντελώς γελοία. Δείχνουν έλλειψη επαγγελματισμού, προχειρότητα και, το χειρότερο, ανηθικότητα.

Να θυμηθούμε μερικές περιπτώσεις; Τον Νοέμβριο του 2002, μετά την (πρώτη) απόλυση του Τάκη Λεμονή, προσελήφθη ο Σλοβένος Σρέτσκο Κάτανετς, που το προηγούμενο καλοκαίρι είχε οδηγήσει την Σλοβενία στο Μουντιάλ της Ν.Κορέας και της Ιαπωνίας. Δεν ήταν ακριβώς το μεγάλο όνομα που ήθελε ο κόσμος, αλλά σίγουρα δεν ήταν και κανένας τυχαίος.

Ο Κάτανετς απολύθηκε μόλις τρεις μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 2003. Γιατί; Επειδή έκανε το…έγκλημα να αναρωτηθεί γιατί οι οπαδοί και η διοίκηση του Ολυμπιακού έχουν τέτοια ψύχωση με το πρωτάθλημα. Επειδή, με άλλα λόγια, τόλμησε να δηλώσει ότι δεν μπορείς πάντα να κερδίζεις και υπάρχει και η ήττα στο ποδόσφαιρο. Ο Κάτανετς δεν έφυγε σαν αποτυχημένος – δεν πρόλαβε ο άνθρωπος να πετύχει ή να αποτύχει. Έφυγε επειδή θεωρήθηκε «εκτός κλίματος». Και η αλήθεια είναι ότι το κλίμα στον Ολυμπιακό δε σηκώνει κάτι τέτοιους νερόβραστους…

Αντικαταστάτης του Κάτανετς ήταν ο Όλεγκ Προτάσοφ. Πάλι δεν άρεσε στους οπαδούς, γιατί δεν ήταν το μεγάλο όνομα που περίμεναν, αλλά τουλάχιστον αυτόν τον ήξεραν και τον συμπαθούσαν. Ο Προτάσοφ δικαίωσε εν μέρει τη διοίκηση για την επιλογή της, κατακτώντας το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς. Αλλά επίσης συνέδεσε το όνομά του και με την χειρότερη ευρωπαϊκή βραδιά του Ολυμπιακού, την συντριβή από την Γιουβέντους με 7-0. Λίγο καιρό αργότερα, απολύθηκε.

Θα’λεγε κανείς ότι στον Ολυμπιακό θα μάθαιναν από τα λάθη τους. Αλλά θα ήταν λάθος. Γιατί ο «μεγάλος προπονητής» που περίμεναν οι οπαδοί ήταν…ο Αλέφαντος! Ένας άνθρωπος που έχει καταφέρει να απολυθεί από τις πιο απίστευτες ομάδες, που δεν έχει στεριώσει πουθενά και που καταστρώνει τακτικές με…κεφτέδες. Το προπονητικό αντίστοιχο της Έφης Θώδη. Αυτός θα οδηγούσε τον Ολυμπιακό ξανά στην κορυφή. Εντάξει, τελικά βγήκε δεύτερος. Και μετά, όταν απολύθηκε, έψαχνε τον Δούρο να του πει τον πόνο του.

Ακολούθησε ο άνθρωπος που επανίδρυσε τον Ολυμπιακό, ο Ντούσαν Μπάγεβιτς. Ο οποίος ναι μεν είχε πάρει τρία πρωταθλήματα με τον Ολυμπιακό, αλλά ούτε αυτός άρεσε στους οπαδούς – και στον Ολυμπιακό, οι οπαδοί κάνουν κουμάντο. Κι έτσι, μπορεί ο Ολυμπιακός να άγγιξε την πρόκριση στη δεύτερη φάση του Champions League, μπορεί να κατέκτησε το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο, αλλά ο Μπάγεβιτς αναγκάστηκε να φύγει. Αχαριστία; Δεν βρίσκω καλύτερη λέξη. Γαϊδουριά, ίσως;

Προσπερνάμε τον Τροντ Σόλιντ, που ήταν άλλη μια κακή επιλογή της διοίκησης, και να’τος πάλι μπροστά μας ο Σερ Τάκης Λεμονής. Στη δεύτερη θητεία του στον Ολυμπιακό, τα πήγε μια χαρά: το 2007 πήρε το πρωτάθλημα, ενώ την επόμενη χρονιά οδήγησε την ομάδα στην πρώτη της εκτός έδρας νίκη στο Champions League, μετά από 11 χρόνια προσπάθειας (και μάλιστα μετά τις ζευγάρωσε και μας έστειλε όλους αδιάβαστους!). Επίσης, την οδήγησε στους 16 του Champions League, όπου αποκλείστηκε αξιοπρεπέστατα από την Τσέλσι. Αλλά στο πρωτάθλημα είχε κάνει κάποιες γκέλες ο Ολυμπιακός, και αυτές οι (ασήμαντες) γκέλες του στοίχισαν τη δουλειά του. Αντί να του πουν «ευχαριστώ», τον πέταξαν με τις κλωτσιές.

Ο αντικαταστάτης του, κάποιος Χοσέ Σεγκούρα, που δεν είχε καμία εμπειρία ως προπονητής (αλλά αυτό μάλλον δεν έχει και πολλή σημασία για να γίνει κανείς προπονητής στον Ολυμπιακό) κατέκτησε με τον Ολυμπιακό το νταμπλ. Και, για πρώτη φορά, στην φιέστα του Ολυμπιακού ακουγόντουσαν περισσότερο γιουχαϊσματα, παρά επευφημίες. Παγκόσμια πρωτοτυπία.

Ο Ερνέστο Βαλβέρδε ήταν ένας καλός προπονητής, με περγαμηνές από τη θητεία του στην Εσπανιόλ. Ξεκίνησε πολύ άσχημα, με τον αποκλεισμό από την Ανόρθωση, αλλά ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει, όταν η διοίκηση δεν του είχε κάνει καμία από τις μεταγραφές που είχε ζητήσει; Συνέχισε αρκετά καλύτερα, κατέκτησε το πρωτάθλημα, κατέκτησε και το Κύπελλο και…απολύθηκε!

Και φέτος; Προσελήφθη ο «δήμιος» της περασμένης χρονιάς, Τιμούρ Κετσπάγια. Οι οπαδοί ούρλιαζαν. Δεν τον ήθελαν ούτε για να κουρεύει το γκαζόν. Περίμεναν την πρώτη «γκέλα» για να τον φάνε. Αλλά έλα που το κάθαρμα πέρασε στο Champions League με 4 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια και ξεκίνησε με νίκες και στο πρωτάθλημα! Όμως, να που η «στραβή» έγινε: Εντός έδρας ισοπαλία με την Καβάλα; ΑΠΟΛΥΕΣΤΕ, ΚΥΡΙΕ! Σα’ δεν ντρέπεστε! Πώς είπατε; Δεν κάνατε ούτε μία ήττα; Στ’αρχίδια μου ρε, εγώ είμαι η διοίκηση, ό,τι γουστάρω κάνω!

Και κάπως έτσι ήρθε στον Πειραιά ο Ζίκο (που θα αναθεματίζει την ώρα, οπωσδήποτε). Ήρθε σαν μεσσίας, ξεκίνησε με καλά αποτελέσματα…Και μετά έκανε δύο συνεχόμενες ήττες. Και ο «Μεσσίας» έγινε ξαφνικά εσταυρωμένος. Και, μετά από μία ισοπαλία με την Καβάλα (τι σατανική σύμπτωση!), απολύθηκε κι αυτός. Και δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να του πει «φιλαράκο, απολύεσαι». Το έμαθε από το Ίντερνετ! Τιμιότητα, ηθική, υπευθυνότητα.

Αυτή η σύντομη προπονητική ιστορία του Ολυμπιακού δείχνει ότι κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν να χάνουν. Δεν αποδέχονται την ήττα. Και θα κάνουν τα πάντα για να την αποφύγουν. Τα ΠΑΝΤΑ. Δεν καταλαβαίνουν ότι μπάλα είναι και γυρίζει. Πόρνη είναι και πηγαίνει με όποιον της γυαλίσει. Δεν μπορείς να κερδίζεις πάντα. Και η δαιμονοποίηση ενός ανθρώπου απλά και μόνο επειδή έκανε μία ή δύο ήττες δείχνει μικροψυχία και ανωριμότητα.

Προσωπικά, ήμουν κατά της απομάκρυνσης του Ζίκο. Ναι, ήμουν ένας από αυτούς τους λίγους. Ο Ζϊκο δεν είναι κακός προπονητής. Απλώς, έχασε δύο συνεχόμενα παιχνίδια από δύο αξιόλογους αντιπάλους, και μετά έφερε μία ισοπαλία σε μια δύσκολη έδρα. Ποιο είναι το έγκλημά του; Ότι δεν κατάφερε να ικανοποιήσει την «ψύχωση» των οπαδών και της διοίκησης. Ότι δεν είναι ψυχωτικός.

Σκεφτείτε το λίγο. Αν διαβάζατε στις διεθνείς ειδήσεις ότι η Χ ομάδα προσέλαβε έναν άσημο προπονητή στην αρχή της χρονιάς, τον απέλυσε μετά από δύο μήνες χωρίς να κάνει ούτε μία ήττα, προσέλαβε έναν άλλο, πιο γνωστό, προπονητή και μετά από λίγους μήνες τον απέλυσε κι αυτόν, μόνο και μόνο επειδή έκανε 2-3 γκέλες, για να προσλάβει στη θέση του…τον βοηθό του, τι θα πιστεύατε γι’αυτήν την ομάδα; Ότι δεν έχει σχέδιο, ότι δεν έχει ώριμη και υπεύθυνη διοίκηση, ότι είναι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. Σωστά;

Κοινώς, ο Ολυμπιακός έγινε ρόμπα διεθνώς. Περισσότερο κι από τότε με την 7άρα από τη Γιουβέντους. Γιατί μία ήττα δεν είναι ντροπή. Μία ανήθικη συμπεριφορά, όμως, είναι. Μία ισοπαλία στην Καβάλα δεν είναι ξεφτίλα. Το να αφήνεις, όμως, τους οπαδούς να κάνουν κουμάντο στην ομάδα, είναι.

Πάνω-κάτω, παρόμοιες καταστάσεις θα βρει κανείς σε όλες τις ελληνικές ομάδες, ιδίως στις «μεγάλες». Η έλλειψη ποδοσφαιρικής (και όχι μόνο) παιδείας μας είναι προφανής.

Μα γιατί ασχολούμαι ακόμα με το ελληνικό ποδόσφαιρο;;;


(με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την τελευταία μου σκοπιά, είπα να πειραματιστώ με κάτι καινούργιο. Αφιερωμένο με πολλή αγάπη στους ΕΠ.ΟΠ. που έκαναν – και κάνουν – δύσκολη τη ζωή των φαντάρων…Εντάξει, δεν είναι όλοι έτσι, αλλά είναι που το 99% βγάζει το κακό όνομα στο υπόλοιπο 1%…)


(πωωωωωωωωω, ρε πούστη, πάλι ο μαλάκας ο ΕΠ.ΟΠ. έχει υπηρεσία;)

(ωπ! Ο Τζουβάρας κοιμάται με τις αρβύλες στο κρεβάτι! Κάτσε να τον βγάλω μια φωτό, πριν τον βγάλω αναφερόμενο…)

– Καραβανόπουλε…η Cosmote έχει…

– Τι έχει;

– Έχει σήμα…

– Σήμα καμπάνα!

– ΕΠ.ΟΠ., σου γαμάμε τη μάνα!

– Ναι!

– Σου γαμάαααααααααααμε…

– …τη μάααααααααααααααααναααααααααααααααααααααα!

– Να πεις φιλιά…

– …ΝΑΙ!…

– …στην κοπελιά…

– …που την πηδήξαμε προχθές όλοι οι φαντάροι στη σκοπιά…

– Κάτσε να κλαις…Κάνε ό,τι θες…

– Πάμε κεμπάπ στη σκοπιά, εσύ γκοτζίλα ξανά…

– Ακόμα μια σκοπιά…

– Και πάμε σπίτια μας ξανά!


Επόμενη σελίδα: »