(περίληψη προηγουμένου: Δέχεσαι ένα προσκλητήριο για το γάμο της ανιψιάς σου, της Ζαχαρούλας. Συγκινείσαι και μένεις αποχαυνωμένος μέχρι το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Εκεί σε βρίσκει η γυναίκα σου να χαμογελάς ύποπτα…)

– Με ποια ήσουν ρε κάθαρμα;
– Η ανιψούλα μου…η Ζαχαρούλα μου…» (σ.σ. παραληρηματικός μονόλογος που εμφανίζεται σε ανώτερες μορφές διαλογισμού, όπως η νιρβάνα των Βουδιστών, καθώς και σε κατώτερες μορφές παραλογισμού, όπως η μαλακία του Νεοέλληνα)
– ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ; ΑΝΩΜΑΛΕ! ΑΛΗΤΗ! ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΗ! ΑΙΜΟΜΙΚΤΗ!

Ευτυχώς, η νιρβάνα (ή η μαλακία) τελειώνει την πιο κατάλληλη στιγμή, την στιγμή ακριβώς που το βάζο έχει μπει σε τροχιά γύρω από το κεφάλι σου και αρχίζει να έλκεται από το βαρυτικό του πεδίο.

– Τι έκανα;
– Τολμάς και ρωτάς; ΕΣΥ θα μου πεις τι έκανες! (σ.σ. Κλασική ερώτηση-παγίδα: Ξέρω τι έκανες, αλλά αν μου πεις εσύ μπορεί να μου αποκαλύψεις περισσότερα από όσα ξέρω)
– Δεν ξέρω τι έκανα!
– Α, δεν ξέρεις; Μήπως έχεις να μου πεις κάτι για την «ανιψούλα» σου;
– Α, ναι, μπράβο! Δεν πρόλαβα να σου το πω!
– Σκόπευες να μου το πεις, δηλαδή;
– Μα φυσικά, αφού σε αφορά κι εσένα!
– ΕΜΕΝΑ; Τι σχέση έχω εγώ με τις βρωμοδουλειές σας;
– Αφού θα έρθεις κι εσύ στον γάμο.
– ΤΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ;

Η σκηνή που ακολουθεί δεν μπορεί να περιγραφεί για δύο λόγους. Πρώτον, είναι υπερβολικά βίαια ακόμα και για ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο. Και δεύτερον, είναι υπερβολικά σουρεαλιστική ακόμα και για σίριαλ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Προσπερνώντας αυτήν τη σκηνή στο fast forward, φτάνουμε στο σημείο που, μετρώντας τις μελανιές σου, της εξηγείς τι έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Ξεκινάς πάλι την ίδια ιστορία για να της θυμίσεις ποια είναι η Ζαχαρούλα (και φυσικά μόνο όταν αναφέρεις την περίφημη εμφάνισή της στα «Παρατράγουδα» καταλαβαίνει για ποια μιλάς). Της δείχνεις και το προσκλητήριο. Εκείνη υποδέχεται την είδηση σαφώς πιο ψύχραιμα και συγκρατημένα από σένα: με ένα απλό μειδίαμα, που σταδιακά γίνεται γέλιο και τελικά χάχανο. Αμέσως ηρεμεί και πηγαίνει στο ψυγείο να φάει τη βραδινή σαλάτα της.
Ωστόσο, η «ηρεμία» αυτή είναι παραπλανητική, όσο και σύντομη – κάτι σαν το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ δύο φόνων στον «Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες», στο οποίο όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά, μέχρι που εμφανίζεται και πάλι ο Φρέντι (τον οποίο έχει αρχίσει να θυμίζει επικίνδυνα στο πρόσωπο η γυναίκα σου, αλλά δεν της το λες, γιατί καλύτερα να πέσεις στα νύχια-μαχαίρια του Κρούγκερ, παρά στα δικά της νύχια).

Η σχέση της γυναίκας σου με το σόι σου δεν είναι και η καλύτερη δυνατή – για την ακρίβεια, πιο πολύ συμπαθιούνταν τα λιοντάρια με τους Χριστιανούς στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κι αυτό γιατί η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα από Αθηναίους γονείς, ενώ εσύ μπορεί να γεννήθηκες και να μεγάλωσες στην Αθήνα, αλλά οι γονείς σου (ή τουλάχιστον ένας από αυτούς) κατάγονται από ένα βλαχοχώρι που μόλις πριν 5 χρόνια ξεφορτώθηκε την τελευταία εξωτερική του τουαλέτα. Έτσι, όλοι οι συγγενείς σου μυρίζουν τυρίλα ή καπνίλα ή (σύμφωνα με την ίδια) ακόμα και σκατίλα, ενώ μιλάνε σαν κλώνοι του Φατσέα. Τι δουλειά έχει αυτή, βέρα Αθηναία στο προπύργιο της βλαχιάς;
Και έτσι, το επόμενο βράδυ ξεκινάει ακόμα ένας συζυγικός διάλογος, αυτή τη φορά στο κρεβάτι:

– Αντρούλη μου, να σου πω…
– Τι είναι, αγάπη μου;
– Σε αυτόν το γάμο, της ανιψούλας σου, εμείς πρέπει να πάμε;
– Ε, φυσικά και πρέπει να πάμε! Μια φορά παντρεύεται ο άνθρωπος στη ζωή του.

Φυσικά, αυτό ακούγεται τουλάχιστον γελοίο για κάποιον που έχει ακουστά την Λιζ Τέιλορ, τον Μπραντ Πιτ, την Μαριάντα Πιερίδη και άλλες σημαντικές προσωπικότητες – μόνο που στα χωριά δεν τους έχουν ακουστά και αυτό το ξέρει και η ίδια. Επομένως πάμε στο επόμενο επιχείρημα.

– Ναι, αλλά πότε γίνεται ο γάμος;
– Ε, σε ένα μήνα, τον Αύγουστο.
– Τον Αύγουστο; Μα είναι δυνατόν; Χειρότερο μήνα δεν μπορούσαν να βρουν!
– Γιατί;
– Μα τον Αύγουστο εμείς θα πάμε διακοπές! Θα χαλάσουμε τις διακοπές μας για ένα γάμο; Απαπα, αποκλείεται, και νιώθω ήδη κουρασμένη…
– Ο γάμος είναι στις 31 Αυγούστου, καλή μου, θα έχουμε γυρίσει από τις διακοπές.
– Α, ναι; Και με το που θα γυρίσουμε θα ξαναφύγουμε;
– Τι λες μπιφτεκάκι μου; Αφού επιστρέφουμε στις 17 Αυγούστου. ‘Εχουμε δύο εβδομάδες για να ξεκουραστούμε.
– Ναι, αλλά έχουμε και δουλειές! Δουλεύει χωρίς εμένα το ΙΚΑ; (σ.σ. Γιατί, με εσένα δουλεύει;)
– Αφού Σάββατο γίνεται ο γάμος!
– Α, ναι ε;

Ακόμα ένα επιχείρημα που κατερρίφθη. Η μάχη χάθηκε, ο πόλεμος ποτέ!

– Και πού θα γίνει ο γάμος;
– Ε, δεν ξέρεις πού είναι το χωριό μου; Εκεί, έξω από το Καρπενήσι, στην Κάτω Κορακόπετρα.
– Πού, μες στα άγρια βουνά, στην ερημιά, στα τσακάλια, μακριά από τον πολιτισμό, που ούτε με GPS δεν μας βρίσκει άνθρωπος;
– Νομίζω ότι υπερβάλλεις. Είναι άλλωστε μια καλή ευκαιρία να κάνουμε και μια εκδρομή στην εξοχή, καιρό έχουμε. Και απέχει μόνο 10 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι.
– Ναι, αλλά τι 10 χιλιόμετρα! Έτσι που είναι χωματόδρομος, στενός και χιονισμένος, στο χείλος του γκρεμού, σε 10 ώρες θα τα κάνουμε! Και ζαλίζομαι κιόλας, δεν μπορώ…
– Να σου θυμίσω ότι από την τελευταία φορά που ήρθες στο χωριό, το 1998, ο δρόμος έχει ασφαλτοστρωθεί, έχει διαπλατυνθεί, έχουν τοποθετηθεί προστατευτικές μπάρες και, απ’όσο ξέρω, σπάνια χιονίζει τον Αύγουστο.

Η κρίση εξυπνάδας σου αρχίζει και γίνεται πραγματικά εκνευριστική. Τελευταίο χαρτί στην τράπουλα: Τα παιδιά.

– Και τα παιδιά; Τι θα τα κάνουμε τα παιδιά; πού θα τα αφήσουμε;
– Γιατί να τα αφήσουμε; Μαζί μας θα έρθουν. Δεν έχουν σχολείο.
– Ναι, αλλά τους έχω κλείσει εντατικά μαθήματα στο ωδείο, δεν σου το είπα, για να σου κάνω έκπληξη για τα γενέθλιά σου, να σου παίξουν τα «Χρόνια Πολλά» στο πιάνο!

Σε αυτό το σημείο αρχίζεις να ψυλλιάζεσαι ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά, αφού δεν έχετε πιάνο και ούτε σκοπεύετε να αποκτήσετε.

– Τι λες τώρα; Πότε έγινε αυτό;
– Χτες το απόγευμα.
– Εννοείς χτες το απόγευμα που ήσουν όλη μέρα κλεισμένη στην κρεβατοκάμαρα;
– …

Ξαφνικά βλέπεις στα μάτια της την λευκή σημαία που κυματίζει μεσίστια. Είναι ακριβώς η στιγμή που η μυστήρια φωνή στο κεφάλι σου προστάζει «Finish Her!» και είσαι έτοιμος για το fatality:

– Προσπαθείς να μου πεις κάτι;
– Ποιος, εγώ; Δεν θα σου το ‘λεγα αν ήθελα κάτι;
– Όχι.
– Αχ, με έχεις παρεξηγήσει…
– Να υποθέσω ότι δεν θες να πάμε στο γάμο;
– Είπα ΕΓΩ τέτοιο πράγμα;
– Όχι, δεν το είπες. Πάντως, εντελώς πληροφοριακά, σε ενημερώνω ότι εμείς στον γάμο θα πάμε ό,τι κι αν γίνει.

Έχοντας το ύφος του Μεγάλου Ναπολέοντα όταν έβλεπε τον εαυτό του στον καθρέφτη φορώντας εικοσάποντες γόβες, ακούς την γυναίκα σου να μουγκρίζει ένα απρόθυμο «καλά» και να γυρίζει πλευρό εμφανώς εκνευρισμένη. Γυρίζεις κι εσύ πλευρό και ονειρεύεσαι το χωριό σου. Καληνύχτα…

(συνεχίζεται στο επόμενο…)

Advertisements