Ιουνίου 2013



Ένα μικρό διάλειμμα από τη λογοτεχνική έξαρση, γιατί τελικά υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορείς να τα εκφράσεις σωστά αν δεν τα πεις σε πρώτο ενικό και τα βάλεις στο στόμα κάποιου άλλου.

Θέλω να ξεκαθαρίσω από την αρχή ένα πράγμα: ΧΕΣΤΗΚΑ για την ΕΡΤ. Έχουν κλείσει ένα σωρό επιχειρήσεις στην Ελλάδα, έχουν μείνει χιλιάδες άνθρωποι άνεργοι και το κλείσιμο μιας επιχείρησης, ακόμα και μιας τόσο μεγάλης και ιστορικής επιχείρησης, από μόνο του δεν αρκεί για να με συγκινήσει. Ειδικά όταν όλοι ξέρουμε ότι εκεί μέσα έχουν γίνει αρκετά σκάνδαλα για να γεμίσουν τόμους ολόκληρους από κουτσομπολίστικα περιοδικά.

Βέβαια, ο μέσος μαλάκας όταν ακούει «έκλεισε η ΕΡΤ» σκέφτεται «στα παπάρια μου, έκλεισε ένα κανάλι που δεν έβλεπα ποτέ». Όχι, μικρέ μου μαλάκα, δεν είναι τόσο απλό. Η ΕΡΤ δεν είναι μόνο τηλεόραση. Είναι και ραδιόφωνο. Και ένα τεράστιο αρχείο. Και δύο μουσικά σχήματα. Και ένα σωρό προγράμματα για τους ομογενείς. Είναι πολλά περισσότερα από «ένα κανάλι που δεν έβλεπες ποτέ».

Αλλά ακόμα και έτσι να ήταν, να ήταν ένα μικρό, αδιάφορο κανάλι. Μήπως αυτό που έχει σημασία δεν είναι το ότι έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά το ΠΩΣ έκλεισε; Χμμμ, ίσως δε σου μάθανε αυτό το κεφάλαιο. Πάμε λοιπόν να δούμε πώς έκλεισε η ΕΡΤ.

– Ένα γκρουπ από καλούς ανθρώπους, που συνηθίζουμε να αποκαλούμε με το γελοίο όνομα «Τρόικα», ζήτησε να απολυθεί κόσμος από το ελληνικό Δημόσιο. Πολύς κόσμος.

– Η κυβέρνηση, για να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα, είπε να θυσιάσει όοοοοοοοοοοοοοοοολους τους επίορκους δημόσιους υπαλλήλους που τάιζε τόσα χρόνια.

– Μόνο που το πράγμα δεν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν ήταν αρκετοί οι επίορκοι. Άσε που ήταν ολόκληρη διαδικασία να τους διώξεις. Άρα, έπρεπε να βρεθούν κι άλλοι υπάλληλοι να θυσιαστούν.

– Τότε ήταν που τους ήρθε η ιδέα: «Το βρήκα, ας κλείσουμε την ΕΡΤ. Έχει δυόμισι χιλιάδες υπαλλήλους, είναι τίγκα στα σκάνδαλα και δε θα ανοίξει ρουθούνι, γιατί δεν ασχολείται κανείς μαζί της». Γαμάτη ιδέα, συμφώνησαν.

– Πώς θα την υλοποιούσαν, όμως; Τελικά ήταν πανεύκολο: Με μία πράξη νομοθετικού περιεχομένου (που μπορεί να εκδοθεί ΜΟΝΟ σε έκτακτες περιστάσεις και ΜΟΝΟ για εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα). Χάρη σε αυτήν την πράξη, η ΕΡΤ σήμερα αποτελεί παρελθόν. Μέσα σε μία μέρα. Μιλάμε για καταπληκτικό σχέδιο – αν ήταν σε όλα τόσο οργανωμένη η κυβέρνηση, θα συναγωνιζόμασταν την Ελβετία.

Ας δούμε τώρα τι είναι η «πράξη νομοθετικού περιεχομένου». Είναι ένας τρόπος να εφαρμόζει μία κυβέρνηση το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» της χούντας χωρίς να χρειαστεί να καταλύσει το Σύνταγμα. Για να το πω πιο απλά: Η χούντα πριν αρχίζει να επιτελεί το θεάρεστο έργο της καταλύει το Σύνταγμα. Η «δημοκρατική» κυβέρνηση δεν καταλύει το Σύνταγμα πρακτικά, αλλά το καταλύει ουσιαστικά, με κολπάκια σαν αυτό. Αυτό πρέπει να λέγεται «αντισυνταγματική δημοκρατία», ή τουλάχιστον έτσι το βάφτισα εγώ.
Άρα, τι έγινε χθες; Με μία εντελώς παράνομη, εντελώς αντισυνταγματική απόφαση, μέσα σε λίγες ώρες, η κυβέρνηση έκλεισε τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Το επαναλαμβάνω για τους πιο αργόστροφους αναγνώστες του μάταιου τούτου blog: «ΜΕ ΜΙΑ ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗ, ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ».
Επομένως, δε με νοιάζει τι θα πεις για την ΕΡΤ και τους εργαζομένους της. Δε με νοιάζει αν σου άρεσε το πρόγραμμά της ή όχι. Δε με νοιάζει αν τη «Ραδιοτηλεόραση» δεν τη διάβαζαν ούτε αυτοί που την έγραφαν. Δε με νοιάζει αν δεν άκουσες ποτέ ΕΡΑ ΣΠΟΡ στη σκοπιά σε ένα ακριτικό νησί που δεν έπαιζε κανέναν άλλο ελληνικό σταθμό, παρά μόνο τούρκικους.

Με νοιάζει όμως να παραδεχτείς ότι όλο αυτό που έγινε ήταν ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟ. Και ως τέτοιο, να το καταδικάσεις, Και να αντιδράσεις σε αυτό. Αν θέλεις να θεωρείσαι δημοκράτης, δεν μπορείς παρά να καταδικάζεις κάθε φασιστική και εκ των πραγμάτων απολύτως παράνομη ενέργεια, ακόμα και αν συμφωνείς με το αποτέλεσμά της.

Ή μήπως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»; Όχι, φίλε μου. Όχι στη Δημοκρατία. Στη Δημοκρατία ο σκοπός είναι σκοπός και υποχωρεί μπροστά στους νόμους.

Και εν πάση περιπτώσει, αν έχει καταλυθεί η Δημοκρατία και επισήμως στη χώρα, να μου το πείτε κι εμένα να πάψω να γκρινιάζω και να πάω να ληστέψω καμία τράπεζα. Καθόλου δε θα με χάλαγε.

Αλλά για όνομα του καπιταλισμού, αποφασίστε τελικά αν έχουμε Δημοκρατία ή όχι. Να ξέρουμε κι εμείς να πράξουμε αναλόγως.
Advertisements

Μερικές φορές είναι δύσκολο να πεις αν είναι στυλ, τρόπος ζωής ή απλά μια παραξενιά. Ίσως να είναι και όλα αυτά μαζί.

Ο Χάρης Δ. ακούει μουσική. Φοράει αυτά τα μεγάλα, βαριά ακουστικά που νόμιζες ότι είχαν πεθάνει μαζί με τα γουόκμαν και τις κασέτες, όμως τα βλέπεις να ανασταίνονται κάθε μέρα από ανθρώπους σαν τον Χάρη.

Μοιάζει χαμένος σε έναν δικό του, ολόδικό του κόσμο. Έναν κόσμο με μπάσα, κιθάρες, συνθεσάιζερ, μικρόφωνα, ντραμς και στίχους. Πολλούς και συνήθως ακατανόητους στίχους. Δεν μπορείς παρά να τον ζηλέψεις.

Όταν φοράει τα ακουστικά του, απογειώνεται. Ξεχνάει και ξεχνιέται. Περνάει αλώβητος από όλες τις παγίδες και τελειώνει το level με νέο hi-score. Είναι άτρωτος. Όταν τα βγάζει, είναι πάλι ο Χάρης, αυτός ο τύπος που τον κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη και στραβομουτσουνιάζει.

Το καλύτερο όμως όταν φοράει τα ακουστικά του είναι που γίνεται αόρατος. Κανείς δε θα τον ρωτήσει αν έχει μισό ευρώ να του δώσει να πάρει μια τυρόπιτα. Κανείς δε θα τον ρωτήσει προς τα πού να πάει για να βγει στον Άγιο Δημήτριο. Κανείς δε θα του ζητήσει να σηκωθεί για να καθίσει εκείνος στη θέση του. Κανείς. Γιατί είναι αόρατος.

Μπορούν να του πάρουν τα λεφτά του, να του στερήσουν την ελευθερία του, να του σημαδέψουν το κορμί, όμως δε θα μπορέσουν ποτέ να του πάρουν τη μουσική. Ποτέ. Ακόμα κι αν του πάρουν τα ακουστικά και τα σπάσουν σε χίλια κομμάτια. Γιατί η μουσική είναι στο μυαλό του. Και αυτό δε θα του το πάρει κανείς. Ποτέ.

Τον είχε ρωτήσει κάποτε ένας παπάς αν πιστεύει στο Θεό. Τον κοίταζε με αυτό το καχύποπτο βλέμμα, σαν να είχε κρυμμένο πίσω από την πλάτη του το ρόπαλο σε περίπτωση που έπαιρνε «λάθος» απάντηση. «Ο Θεός υπάρχει», του είπε, και μόλις είδε το χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του πρόσθεσε: «Αλλά δεν είναι αυτός που λέει η εκκλησία. Είναι το shuffle στη μουσική μου». Και έφυγε αφήνοντας τον παπά να αναρωτιέται αν τελικά έκανε καλά που τον άφησε να φύγει χωρίς καρούμπαλο.

Αυτό που βρίσκεται πίσω από τη μουσική είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα της μελωδίας, του στίχου και της φωνής. Είναι κάτι μαγικό, υπερφυσικό, θεϊκό. Κάτι που μπορεί να μετατρέψει μία μελωδία σε ύμνο, ένα στίχο σε κοσμοθεωρία, μία φωνή σε πλημμύρα συναισθημάτων. Κάτι έξω από αυτόν τον κόσμο. Κάτι που υπάρχει όμως στον κόσμο που βρίσκεται τώρα ο Χάρης. Στον κόσμο που ο θόρυβος του μετρό δε φτάνει, στον κόσμο που απλώνεται κάτω από τον αόρατο μανδύα του. Στον κόσμο που και να χάσεις μία ή δύο στάσεις δεν πειράζει. Αρκεί να μην κόψει κανείς τη μουσική σου.


Τελευταίο δρομολόγιο, τελευταίο βαγόνι. Πρέπει να είσαι λίγο περιθωριακός για να βρίσκεσαι εκεί. Ή έστω να νιώθεις έτσι.

Ο Χρήστος Σ. νιώθει έτσι ακριβώς. Άνεργος εδώ και δύο χρόνια και κάτι μήνες. Μόνος, με κάθε πιθανή έννοια της λέξης. Αβοήθητος, απελπισμένος, απογοητευμένος, και πολλά άλλα που αρχίζουν από το καταραμένο γράμμα άλφα. Το στερητικό.

Είναι άδικο, σκέφτεται, και μετά συνειδητοποιεί ότι και το άδικο με άλφα ξεκινάει. Στερητικό.

Διαφορετικοί άνθρωποι αντιδρούν με διαφορετικούς τρόπους όταν μένουν άνεργοι. Ο Χρήστος δεν το έβαλε κάτω. Πείσμωσε. Έψαξε. Συμβιβάστηκε. Προδόθηκε. Και μετά απογοητεύτηκε. Άντεξε πολύ πριν πέσει σε κατάθλιψη. Όμως ήταν αναπόφευκτο.

Σκέφτηκε και την αυτοκτονία. Κι αυτή από άλφα αρχίζει. Στερητικό της ζωής. Όλοι το σκέφτονται μετά από λίγο καιρό, κι ας μην το λένε. Και τους βρίσκουν μετά κρεμασμένους με τη ζώνη τους και αναρωτιούνται τι πήγαινε στραβά και δεν το είχαν αντιληφθεί. Όμως για τον Χρήστο ήταν απλά μια φευγαλέα σκέψη. Ο φόβος του θανάτου είναι γι’ αυτόν πιο τρομακτικός από το φόβο της ζωής, ακόμα και έτσι όπως έχει αυτή καταντήσει.

Όμως δεν ήταν μόνο ο φόβος του θανάτου. Ήταν και ο εγωισμός του ανθρώπου που αρνείται να παραδοθεί άνευ όρων σε μία κατάσταση, πόσω μάλλον όταν αυτός δεν προκάλεσε με κανέναν τρόπο την κατάσταση αυτή, αλλά τη βρήκε έτοιμη, βρήκε μια κοινωνία διαλυμένη από άλλους, αλλά προορισμένη για τον ίδιο. Οι ένοχοι αυτοκτονούν, οι αθώοι παλεύουν με όλη τους τη δύναμη, σκεφτόταν. Και αυτή η σκέψη τον κράτησε ζωντανό.

Αθώος. Κι αυτό από άλφα αρχίζει. Όχι στερητικό. Περήφανο και ελπιδοφόρο. Υπάρχει και αυτό το άλφα. Το άλφα της αλληλεγγύης, το άλφα της αντίστασης, το άλφα της ανθρωπιάς, το άλφα της ανταπόδοσης, της ανεξαρτησίας, της αρετής, της αθανασίας, της αξιοπρέπειας. Το άπειρο, ατελείωτο, αεικίνητο άλφα.

Στη μάχη των άλφα, ο Χρήστος αποφάσισε να πάει με αυτό το άλφα. Όχι με το στερητικό. Αβοήθητος, απελπισμένος, απογοητευμένος και άνεργος θα είναι μόνο όσο του το επιβάλλουν οι άλλοι. Όσο περνάει από το χέρι του, θα είναι άπειρος, ατελείωτος, αεικίνητος. Και άτρωτος, και άρρητος, και αόρατος, και άναρχος, και άξιος, και αέρινος, και άλλα. Όλα από άλφα, όχι στερητικό. Άλφα λυτρωτικό.

Αυτό το άλφα το στερητικό είναι που του χάλασε τη ζωή. Που τον έκανε από Χρήστο, άχρηστο. Που τον έκανε από ενεργό, άνεργο. Που τον έκανε από δυνατό, αδύνατο. Αλλά όχι πια. Έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όλους όσους υπηρετούν το στερητικό άλφα. Τους ανήθικους, τους άθλιους, τους αδιάφορους, τους αλαζόνες, τους αγάμητους, όλους αυτούς. Ακήρυχτος πόλεμος, και μάλλον ατελέσφορος. Και απερίσκεπτος. Αλλά πρέπει να αγωνιστεί. Για ένα καλύτερο αύριο. Να κάνει το άγριο, αύριο. Με όλες του τις δυνάμεις.

Βγαίνοντας από το μετρό, νιώθει το ίδιο περιθωριακός. Όχι επειδή είναι άνεργος. Αλλά επειδή είναι άνθρωπος. Και αυτό είναι τόσο σπάνιο στις μέρες του στερητικού άλφα, που δεν μπορείς παρά να νιώθεις περιθωριακός αν είσαι τέτοιος. «Αγάπη», σκέφτεται. Αυτό είναι το απόλυτο άλφα.


Κάποιοι άνθρωποι τραβούν πάνω τους τα βλέμματα με την εκθαμβωτική ομορφιά τους. Είναι λίγοι και τυχεροί. Όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να κάνουν κάτι πολύ ξεχωριστό για να μπορέσουν να μαγνητίσουν τα βλέμματα.

Σε αυτήν την πολυπληθή κατηγορία ανήκει η Χριστίνα. Μικροκαμωμένη και γεματούλα (εύσχημος τρόπος για να πει κανείς «κοντόχοντρη»), η Χριστίνα δεν είναι ακριβώς προικισμένη από τη φύση της. Δε θα γίνει ποτέ φωτομοντέλο – και το ξέρει. Ούτε και θα ήθελε άλλωστε να γίνει φωτομοντέλο, ακόμα κι αν μπορούσε. Ή τουλάχιστον αυτό λέει στον εαυτό της τώρα που όντως δεν μπορεί.

Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν μπορούν (ή νιώθουν πως δεν μπορούν) να προσελκύσουν με τη φυσική τους ομορφιά το αντικείμενο του πόθου τους, έτσι και η Χριστίνα ανέπτυξε τον εσωτερικό της κόσμο. Έφτιαξε μέσα στο σώμα της έναν παράδεισο, ελπίζοντας πως κάποιος θα εκτιμήσει αυτό που καλλιεργεί μέσα της και όχι αυτό που φαίνεται απ’ έξω. Όμως στάθηκε άτυχη, γιατί γεννήθηκε σε μία εποχή που μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, αλλά χίλιες λέξεις, όσο γλυκές και προσεγμένες κι αν είναι, δεν πιάνουν μία μπροστά σε μία ωραία εικόνα. Και αυτή έχει πάρα πολλές ωραίες λέξεις να πει, όμως της λείπει η εικόνα.

Όμως, από μία άλλη άποψη, στάθηκε και τυχερή. Γιατί γεννήθηκε σε μία εποχή που η απρόσωπη επικοινωνία, έστω και με τα στραβά της, είναι εφικτή. Έτσι, μπορεί να σαγηνεύσει κάποιον με τα όμορφα λόγια της, και αυτός να ερωτευτεί το μέσα της πριν καν δει το έξω της, μπορεί να έχει μια ελπίδα να νικήσει την παντοδυναμία της εικόνας απλά με το μυαλό της, μπορεί να δείξει τον καλύτερό της εαυτό πριν αναπόφευκτα δείξει το χειρότερό της εαυτό. Όμως τότε θα είναι ήδη αργά. Θα τον έχει γοητεύσει τόσο που δε θα τον νοιάζει αυτό που θα βλέπει, αλλά αυτό που θα σκέφτεται και θα ακούει.

Κάπως έτσι βρέθηκε σήμερα στο μετρό. Έχει ραντεβού με εκείνον που γνώρισε στο Internet. Μιλούσαν για τουλάχιστον δύο ή τρεις εβδομάδες, σε σημείο που ήξεραν ήδη ο ένας τον άλλο καλύτερα απ’ όσο γνώριζαν ακόμα και τους δικούς τους ανθρώπους. Είχαν δει μαζί ένα ηλιοβασίλεμα, ένα Σάββατο ξημερώματα με το ένα χέρι στο πληκτρολόγιο και το άλλο πάνω από τα μάτια, για να μην τυφλώνονται από το φως, μετά από επτά συνεχόμενες ώρες κουβέντας. Είχαν ακούσει το ίδιο τραγούδι να παίζει την ίδια στιγμή και σκέφτηκαν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Είχαν κάνει τα πρώτα τους «πονηρά» παιχνίδια, ζωγραφίζοντας ο ένας το σώμα του άλλου μπροστά στα μάτια τους και κάνοντας στη σκιά που μόνο αυτοί έβλεπαν μπροστά τους ό,τι ήθελαν. Ό,τι θα έκαναν αν δεν τους χώριζε (αλλά και τους ένωνε ταυτόχρονα) ο υπολογιστής.

Έχει άγχος. Όμως ξέρει ότι και αυτός θα είναι εξίσου αγχωμένος. Ξέρει ότι κι αυτός, για να ψάχνεται στο Internet, κάποιο κουσούρι θα έχει, μικρό ή μεγάλο – Θεέ μου, κάνε να είναι μικρό. Το μόνο που πραγματικά τη νοιάζει είναι να του αρέσει. Γι’ αυτό και έβαλε ό,τι καλύτερο είχε στην ντουλάπα της. Γι’ αυτό και πασαλείφθηκε με κρέμες και χρώματα, που δεν το είχε κάνει ποτέ. Για να πλησιάσει το έξω της λίγο πιο κοντά στο μέσα της.

Γυρίζει προς τις έξω πόρτες του βαγονιού. Κοιτάζει την αντανάκλασή της. Παίζει λίγο με τα μαλλιά της. Σκέφτεται μήπως έπρεπε να τα δέσει πισω, πάντα της έλεγε η μάνα της ότι έτσι της πάνε καλύτερα. Όμως τώρα δεν είναι εκεί η μάνα της. Μόνο αυτή, να παλεύει με την αντανάκλαση στην πόρτα, και αυτός, που ένας Θεός ξέρει τι να κάνει τώρα.

Τελευταία ματιά. «Είμαι όμορφη», λέει και προσπαθεί να το πιστέψει. Οι πόρτες ανοίγουν και χάνεται μέσα στο πλήθος.

Και ναι, είναι όμορφη.


Τον κοίταξε με ένα βλέμμα που συνδύαζε απαξίωση, αγανάκτηση και απογοήτευση ταυτόχρονα. Ένα βλέμμα που λίγοι μπορούν να εκπέμψουν και ακόμα λιγότεροι ξέρουν να το χρησιμοποιούν κατά βούληση.

«Ξέρεις κάτι;», του είπε. «Σε ζηλεύω. Αλήθεια σε ζηλεύω. Σε ζηλεύω γιατί είσαι βλάκας. Ξέρεις τι σημαίνει να είσαι βλάκας; Φυσικά και δεν ξέρεις, αφού είσαι βλάκας, και δεν ξέρεις καν ότι είσαι βλάκας! Εγώ πρέπει να αποδεικνύω στον εαυτό μου κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο ότι δεν είμαι βλάκας. Ενώ εσύ το λες στον εαυτό σου και το πιστεύεις, έτσι απλά. Εγώ πρέπει να ψάξω πολύ για να βρω έναν άνθρωπο να συνεννοηθώ, να μπορέσω να επικοινωνήσω μαζί του πραγματικά, να νιώσω ότι κάτι μας συνδέει, κάτι βαθύτερο από σάρκα και οστά και το ένστικτο του πιθήκου που τρέχει στο DNA μας. Εσύ είσαι βλάκας, και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να βρεις έναν άλλο βλάκα και να αρχίσετε μία βλακώδη συζήτηση που μπορεί να κρατήσει μέρες ολόκληρες, και όταν τελειώσει θα είστε και οι δύο ακόμα πιο βλάκες από όταν την ξεκινήσατε. Εγώ βασανίζομαι να βρω απαντήσεις σε ερωτήσεις που κανείς δεν έχει απαντήσει σωστά, θέλοντας να είμαι αυτός που θα περάσει στην ιστορία ως ο πρώτος που κατάφερε να λύσει ένα μυστήριο αιώνων. Εσύ το πολύ-πολύ να βασανίζεσαι με ένα σταυρόλεξο, ή ένα σουντόκου από τα εύκολα. Εγώ πασχίζω όλη μου τη ζωή να σκεφτώ, να φιλοσοφήσω, να κατασκευάσω τη δική μου κοσμοθεωρία, που θα είναι δική μου και θα με εκφράζει, και μόλις νομίζω ότι την έχω βρει τη διαλύω και τη φτιάχνω από την αρχή γιατί κάτι δε μου αρέσει, και τη φτιάχνω και τη διαλύω αιώνια σαν έναν πεισματάρη πύργο της Βαβέλ. Εσύ ψωνίζεις μια κοσμοθεωρία από τα πανέρια και δεν ξεκολλάς από πάνω της μέχρι να ξεκολλήσει η σάρκα από τα κόκκαλά σου».

Εκείνος τον κοίταζε αποσβολωμένος. Σαν βλάκας.

«Τι σου λέω κι εσένα τώρα», μονολόγησε. «Τέλος πάντων. Παίζουμε μια παρτίδα σκάκι;».
«Βαριέμαι το σκάκι. Να παίξουμε τάβλι».
«Άστο καλύτερα. Θα διαβάσω ένα βιβλίο».
«Πφ. Βλακείες».


Στη διαθήκη του, που είχε από χρόνια φροντίσει να συντάξει παρουσία συμβολαιογράφου, το είχε τονίσει σαφέστατα: «Στον τάφο μου επιθυμώ να αναγράφεται η εξής φράση: Υπήρξε ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ακέραιος χαρακτήρας, που έζησε μία ενάρετη και ήσυχη ζωή, γεμάτη αγάπη, ανάμεσα σε φίλους».

Ωστόσο, η επιθυμία του δεν έμελλε ποτέ να γίνει πράξη. Ένα βράδυ που επέστρεφε παραπατώντας από ένα μπαρ έπεσε πάνω στον άνθρωπο που είχε καταστρέψει πριν από πολλά χρόνια, εξαπατώντας τον και αποσπώντας του σχεδόν όλη την περιουσία του. Εκείνο το βράδυ, σε ένα σκοτεινό στενό κοντά στο λιμάνι, ο εξαπατημένος πρώην συνέταιρος πήρε την εκδίκησή του, όπως τη σχεδίαζε για χρόνια. Στάθηκε μπροστά του για όσο χρειαζόταν μέχρι να τον αναγνωρίσει. Όταν σήκωσε το κεφάλι του και γούρλωσε τα μάτια του, συνειδητοποιώντας ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με τη Νέμεσή του, εκείνος με ένα σπασμένο μπουκάλι του έκοψε το λαιμό και μετά το κάρφωσε με μανία στο στήθος του και το κεφάλι του. Πέθανε ακαριαία. Πήρε το ματωμένο πτώμα του και το πέταξε με βία στο πορτ μπαγκάζ του μισοδιαλυμένου αυτοκινήτου του, που πλέον χρησίμευε περισσότερο σαν σπίτι παρά σαν αυτοκίνητο. Με αρκετή προσπάθεια και μια-δυο κλωτσιές, το σαράβαλο πήρε μπρος. Οδήγησε μέχρι ένα ερημικό λιμανάκι. Όταν έφτασε μπροστά από την προβλήτα, γκάζωσε απότομα το ερείπιο, κι αυτό έβαλε τα δυνατά του, όλα τα άλογα που του είχαν απομείνει ζωντανά στον κινητήρα του. Λίγο πριν φτάσει στην άκρη της προβλήτας άνοιξε την πόρτα και πήδηξε έξω. Το αυτοκίνητο έπεσε με ορμή στη θάλασσα και σιγά-σιγά βούλιαξε, με το σφάγιο ακόμα στο πορτ μπαγκάζ. Αυτός τη γλίτωσε με ένα κάταγμα στο χέρι, περίπου όπως το υπολόγιζε. Είχε τελειώσει οριστικά με το παρελθόν του, και πια δεν τον ένοιαζε και τόσο το μέλλον του.

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να βρεθεί το αυτοκίνητο. Ήταν χειμώνας, και κανείς δεν πλησίαζε στο απόμερο λιμανάκι.Και όταν βρέθηκε, το πτώμα είχε σχεδόν διαλυθεί. Μόνο τα ματωμένα ρούχα του είχαν απομείνει σχεδόν ανέπαφα, μαρτυρώντας το φρικτό του τέλος.

Κανένας δεν τον αναζήτησε ποτέ, για να μπορέσει να εκπληρώσει την παράλογη επιθυμία του.