Μαΐου 2014



Μερικές σκέψεις για τις ευρωεκλογές που μας πέρασαν (και θα μας ταλαιπωρήσουν για πολύ καιρό ακόμα):

– Το παλιό βρίσκεται στο νεκροκρέβατό του. Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και Σοσιαλδημοκράτες χάνουν γύρω στις 70 έδρες αθροιστικά σε σχέση με το προηγούμενο Ευρωκοινοβούλιο. Φυσικά, εξακολουθούν να είναι τα πιο ισχυρά κόμματα, αλλά χάνουν σημαντικό έδαφος. Η φθορά τους για την ώρα είναι περισσότερο συμβολική, παρά ουσιαστική (αφού πάλι θα είναι ρυθμιστές της πολιτικής), αλλά αναπόφευκτα θα γίνει και ουσιαστική αν η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν αυταρχικός μπαμπάς που τιμωρεί τα παιδιά του κόβοντας το χαρτζιλίκι ή κλειδώνοντάς τα για τιμωρία στην τουαλέτα.

– Το νέο βρίσκεται στη θερμοκοιτίδα και ετοιμάζεται να αφήσει το στίγμα του στον κόσμο. Αλλά τι είναι αυτό το νέο; Το δίλημμα εδώ δεν είναι «αγόρι ή κορίτσι», αλλά «ελπίδα ή καταστροφή». Και, επειδή μιλάμε για την ανθρωπότητα, και μάλιστα για ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που αποδεδειγμένα δεν μπορεί κανείς να εμπιστευθεί και λέγεται «Ευρωπαίοι», η λογική λέει ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της καταστροφής. Το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία σάρωσε. Το UKIP στη Βρετανία επίσης. Αμφότερα ακροδεξιά κόμματα, με έμφαση στη ρητορική κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά των μεταναστών, κάνουν πάρτυ σε χώρες οι οποίες δεν έχουν καν πληγεί βαριά από την κρίση για να έχουν τη δικαιολογία-καραμέλα της λιτότητας. Άντε μετά να βρεις ελπίδα στη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, όταν το πιο σκληροπυρηνικό νεοναζιστικό κόμμα της Ευρώπης παίρνει σχεδόν το 10% των ψήφων. Κι εσύ αναπνέεις τον ίδιο, μολυσμένο αέρα μαζί με αυτό το 10%.

– Και ποιος φταίει για την άνοδο της ακροδεξιάς; Καλά, ας μην το ανοίξουμε αυτό το θέμα, γιατί θα ξημερώσουμε. Αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έκανε τίποτα για να την αποτρέψει – αντίθετα, με τις αποφάσεις και τη γενικότερη στάση της έδωσε άφθονη τροφή στα φασιστικά θηρία για να μεγαλώσουν σε τέτοιο βαθμό, που τώρα να απειλούν να την καταπιούν (να πω «πάλι»; Ναι, πάλι). Γιατί πλέον είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα κλαμπ που εξυπηρετεί λίγους και εκλεκτούς, και αφήνει όλους τους υπόλοιπους σε δεύτερη μοίρα – και έχουν το θράσος αυτοί οι λίγοι και εκλεκτοί να αποκαλούν «αντιευρωπαϊστή» ή και «ευρωφοβικό» οποιονδήποτε τολμά να προτείνει όχι τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά το μετασχηματισμό της σε κάτι πιο αποτελεσματικό, πιο ευνοϊκό για τους Ευρωπαίους πολίτες. Όταν λοιπόν η αντιπάθεια για την Ευρωπαϊκή Ένωση (όπως είναι σήμερα) αντιμετωπίζεται με τόσο δογματικό τρόπο, δεν είναι και τόσο παράδοξο το ότι πολλοί καταφεύγουν στις πλέον αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, που φυσικά είναι τα ακροδεξιά κόμματα, με τη λογική του «θα τα κάνω όλα μπουρδέλο και να πα’ να γαμηθούν όλοι». Θα μου πεις, «γιατί όχι και τα ακραία αριστερά κόμματα;». Αλλά και αυτή είναι μία μεγάλη και πονεμένη ιστορία.

– Τώρα, το παλιό θα ξυπνήσει. Θα πει «πρέπει να κάνουμε κάτι για να μην έρθει το νέο και μας καταπιεί». Και θα υποσχεθεί πολλά πράγματα, και φυσικά (όπως πάντα) θα κάνει ελάχιστα από αυτά. Και η προδιαγεγραμμένη πορεία του προς τον τάφο θα συνεχιστεί κανονικά με διαδικασίες-εξπρές, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις. Το παλιό δεν μπορεί πια να σταματήσει το νέο, γιατί έχει γεράσει και τα αντανακλαστικά του δεν είναι τα ίδια με άλλες εποχές. Αν θέλουμε να σταματήσουμε τη νέα καταστροφή, θα πρέπει να το κάνουμε μόνοι μας. Χωρίς κανέναν Γιούνκερ, κανέναν Σουλτς, κανέναν καριερίστα Βρυξελλιώτη. Αυτοί έχουν τελειώσει.

– Η μόνη λύση, έτσι όπως το βλέπω, είναι να αναδυθεί μία εναλλακτική δύναμη ως αντίβαρο στους ακροδεξιούς, μία δύναμη αριστερή και με ένα διαφορετικό σχέδιο για μία Ευρωπαϊκή Ένωση των ανθρώπων και όχι των επιχειρήσεων. Μία αριστερή Ευρωπαϊκή Ένωση, που μπορεί να ακούγεται ουτοπική, αλλά είναι σίγουρα πιο ελκυστική από μία Ευρώπη βουτηγμένη στους εθνικισμούς ή τα οικονομικά συμφέροντα. Εξάλλου, όλες οι ιδέες ουτοπικές ακούγονται μέχρι να εφαρμοστούν.

– Αλλά είπαμε: Στο δίλημμα «ελπίδα ή καταστροφή», η Ευρώπη έχει μία ισχυρή παράδοση να απαντά «καταστροφή». Και οι παραδόσεις είναι για να σπάνε. Ή ίσως και όχι.

Advertisements

Βραδινό δελτίο ειδήσεων ΑΝΤ1, 24 Μαΐου 2014. Το βράδυ πριν τις ευρωεκλογές και το δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Η πιο χοντροκομμένη προπαγάνδα που έχω δει ποτέ. 

Είναι υποχρέωσή μου, ως δημοσιογράφου, να μην ξεχάσω ποτέ αυτό το ρεσιτάλ αλητείας. Το λιγότερο που μπορώ να κάνω, είναι να κρατήσω για πάντα αυτές τις εικόνες εδώ. Ως πειστήρια για το έγκλημα εις βάρος όλων μας.

Δεν ξεχνώ. #ant1_xeftiles

ImageImageImageImageImageImageImageImageImageImageImage


«Ευρωσκεπτικιστής». Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει σαν λέξη, όπως πολλά τέτοια βαρύγδουπα που καταλήγουν σε -ιστής. Μόνο που ο ορισμός της λέξης αυτής είναι λίγο προβληματικός.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η λέξη έχει από μόνη της μία αρνητική χροιά. Ευρωσκεπτικιστής είναι ο αρνητής της Ευρώπης, αυτός που επιθυμεί τη διάλυσή της ή την αποδέσμευση της δικής του χώρας από αυτήν. Όμως ευρωσκεπτικιστής χαρακτηρίζεται και αυτός που απλώς ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δηλαδή θέλει να υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και θέλει να ανήκει η χώρα του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά θέλει μία βελτιωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και ασκεί κριτική σε αυτήν για να την κάνει καλύτερη.

Δηλαδή, αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαλυθεί, είσαι ευρωσκεπτικιστής. Αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υπάρχει, αλλά θέλει ριζική αλλαγή, πάλι είσαι ευρωσκεπτικιστής. Και αν πεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπέροχη και όλοι όσοι την κριτικάρουν είναι ανεύθυνοι καιροσκόποι, τότε δεν είσαι ευρωσκεπτικιστής, αλλά ευρωπαϊστής – τι ωραίο που ακούγεται αυτό, ε;

Το θέμα είναι ότι κανείς δεν κάνει τον κόπο να διαχωρίσει τους ευρωσκεπτικιστές από τους «ευρωσκεπτικιστές». Αυτούς δηλαδή που θέλουν μία καλύτερη Ευρώπη, από αυτούς που δε θέλουν καθόλου Ευρώπη. Γιατί αν γινόταν αυτός ο διαχωρισμός, τότε θα γινόταν φανερό ότι οι πραγματικοί ευρωπαϊστές είναι κάποιοι από αυτούς που σήμερα συλλήβδην αποκαλούμε «ευρωσκεπτικιστές».

Αλλά μήπως κι αυτοί δεν έχουν δίκιο; Μήπως η Ευρώπη είναι μια χαρά και αυτοί είναι απλώς γκρινιάρηδες, ενώ οι άλλοι ξέρουν να την εκτιμούν και γι’ αυτό την αγαπάνε τόσο και την υποστηρίζουν;

Ας δούμε ένα πρόσφατο παράδειγμα: Ένα άρθρο του Peter Spiegel στους Financial Times, το οποίο εξιστορεί το χρονικό της κατάρρευσης της κυβέρνησης Παπανδρέου, μετά την εξαγγελία του για δημοψήφισμα αναφορικά με το δεύτερο μνημόνιο. Γράφει ο Spiegel για το παρασκήνιο της περίφημης συνάντησης των G20 στις Κάννες:

“Χωρίς να το ξέρει ο κ. Σαρκοζί ή η κ. Μέρκελ, ο κ. Μπαρόζο είχε τηλεφωνήσει στον κ. Σαμαρά, τον επικεφαλής της ελληνικής αντιπολίτευσης, από το ξενοδοχείο του πριν τη συνάντηση. Ήξερε ότι ο κ. Σαμαράς ήθελε απελπισμένα να αποφύγει το δημοψήφισμα.

Ο κ. Σαμαράς είπε στον κ. Μπαρόζο ότι ήταν τώρα πρόθυμος να συμφωνήσει σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ – κάτι που είχε επίμονα αποφύγει για μήνες, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει την πρωθυπουργία μόνος του.

Ο κ. Μπαρόζο συγκέντρωσε τους συνεργάτες του και άλλα στελέχη της Κομισιόν στη σουίτα του, στο ξενοδοχείο Majestic Barrière, για να καταστρώσει στρατηγική. Αποφάσισε να μην πει στον κ. Σαρκοζί ή την κ. Μέρκελ για τη συζήτηση, αλλά σύμφωνα με ανθρώπους που βρίσκονταν στο δωμάτιο, άρχισαν να συζητούν ονόματα πιθανών τεχνοκρατών για να αντικαταστήσουν τον κ. Παπανδρέου σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ο πρώτος που ανέφερε ο κ. Μπαρόζο ήταν ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Έλληνας οικονομολόγος που είχε αφήσει το πόστο του ως αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ένα χρόνο νωρίτερα. Μέσα σε μία εβδομάδα, ο κ. Παπαδήμος είχε αναλάβει τη δουλειά”.

Τι μας λέει εδώ ο Spiegel (που, σημειωτέον, για όποιον ξέρει από δημοσιογραφία, δεν είναι ένας Πρετεντέρης ή ένας Τράγκας, αλλά ένας πολύ ευυπόληπτος δημοσιογράφος – ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, μην ταράζεστε); Βασικά, ότι ο απερχόμενος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνωμότησε με τον επικεφαλής της αντιπολίτευσης μίας χώρας για να «ρίξουν» μία κυβέρνηση εκλεγμένη από το λαό (έστω κι αν μιλάμε για την κυβέρνηση Παπανδρέου, που η θύμησή της προκαλεί είτε γέλια είτε κλάματα, τίποτα ενδιάμεσο) και να επιβάλουν έναν πρωθυπουργό δικής τους εμπνεύσεως.

Κι αυτό γιατί; Γιατί, όπως πάλι εξηγεί ο Spiegel (αλλά, μεταξύ μας, το είχαμε καταλάβει κι εμείς), ο Μπαρόζο (και η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά) δεν ήθελε με τίποτα να γίνει δημοψήφισμα. «Πρέπει να σκοτώσουμε το δημοψήφισμα», φέρεται να είπε ο Μπαρόζο, σε ποιον νομίζετε; Στον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος φυσικά συμφώνησε (αν και παλαιότερα είχε υποστηρίξει με πάθος ένα τέτοιο ενδεχόμενο – αλλά πόσοι το θυμούνται αυτό;).

Τώρα, φυσικά και το δημοψήφισμα ήταν μία ηλίθια ιδέα – όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή ήρθε πολύ αργά αυτή η πρόταση. όταν η Ελλάδα είχε ήδη μπει στο μηχανισμό στήριξης (τι εύσχημος τρόπος να πεις «στη μηχανή του κιμά») και ουσιαστικά δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές. Αλλά κανείς δε σκέφτηκε να κάνει ένα δημοψήφισμα για το αν θέλαμε να πάμε σε μηχανισμό στήριξης με ευρώ ή σε εθνικό νόμισμα – όχι πως αμφιβάλλω ότι και πάλι η μηχανή του κιμά θα κέρδιζε, αλλά πιο πολύ για το τυπικό. Είναι ξέρεις από αυτά τα «περίεργα» δημοψηφίσματα, που σου δίνουν τη δυνατότητα να διαλέξεις ό,τι προτιμάς εσύ, αλλά διευκρινίζοντας ότι το ένα θα σε οδηγήσει στον Παράδεισο και το άλλο στην Κόλαση. Και άντε μετά εσύ να ψηφίσεις Κόλαση.

Σε κάθε περίπτωση, αν μία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλει να κάνει δημοψηφίσματα, θα πρέπει να μπορεί να τα κάνει – σωστά; Όπως και μία χώρα με εκλεγμένο πρωθυπουργό δε θα πρέπει να εξαναγκάζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δεχθεί έναν «δοτό» πρωθυπουργό που θα αντικαταστήσει τον εκλεγμένο, επειδή αυτό βολεύει τις Βρυξέλλες – σωστά;

Πείτε μου λοιπόν, τώρα, αν οι υποστηρικτές αυτής της Ευρώπης, της Ευρώπης των πολιτικών παρεμβάσεων, των συνωμοσιών, της καταστρατήγησης της λαϊκής βούλησης, των εκβιασμών, είναι «ευρωπαϊστές».

Και πείτε μου αν εγώ, που δε θέλω αυτήν την Ευρώπη, αλλά θα ονειρευόμουν μία άλλη (ουτοπική; Πιθανότατα) Ευρώπη, είμαι «ευρωσκεπτικιστής».

 


Η Eurovision είναι για γέλια, το ξέρουμε αυτό. Δεν τη βλέπουμε (οι περισσότεροι, τουλάχιστον) επειδή απολαμβάνουμε το υψηλό επίπεδο των συμμετοχών, αλλά επειδή είναι ένα διασκεδαστικό θέαμα. Τραμπάλες, τραμπολίνα, ακροβάτες, ρόδες για χάμστερ, πατινάζ χωρίς πάγο, τραγουδιστές-πάουερ ρέιντζερς, γυναίκες με μούσια – ποιος χέστηκε για τη μουσική.

Καμιά φορά, πάλι, η Eurovision αποδεικνύεται πολύ πιο σοβαρή από κάτι ανθρώπους που παίρνουν τους εαυτούς τους πολύ στα σοβαρά, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο ασόβαροι είναι.

Ναι, μία γυναίκα με μούσια κέρδισε τη Eurovision φέτος, και δεν ξέρω αν αυτό όντως περνάει κάποιο μήνυμα, ότι όλοι είμαστε διαφορετικοί άλλα ίσοι, ότι υπάρχει και τρίτο φύλο, ότι οι γυναίκες με τρίχες είναι σούπερ σέξι, ή απλά είναι η συνέχεια μία μακράς παράδοσης που θέλει τα «φρικιά» να γίνονται αποδεκτά με ενθουσιασμό από τους fans του θεσμού. Στο κάτω-κάτω, πώς μπορείς να πάρεις στα σοβαρά μία τέτοια διοργάνωση;

Άκουσα πολλά αρνητικά σχόλια για την Κοντσίτα Βουρστ. Πολλοί ένιωσαν να προσβάλλεται η αισθητική τους. Δεν το βρίσκω κακό αυτό, ο καθένας έχει μία δική του άποψη για το τι είναι καλαίσθητο και τι αντιαισθητικό, και κανείς δεν μπορεί να του επιβάλει την άποψη ότι μία γυναίκα με μούσια είναι καλαίσθητο θέαμα. Εγώ πάντως αισθητικά το βρήκα ενδιαφέρον θέαμα.

Άλλοι, πάλι, ένιωσαν πως απειλείται η κοσμοθεωρία τους, που θέλει τους άνδρες να έχουν μούσια και να φοράνε παντελόνια, τις γυναίκες να φοράνε φούστες και κραγιόν, και οποιοδήποτε μπλέξιμο μεταξύ των δύο να είναι «αφύσικο». Ίσως θα πρέπει να μαζευτούμε μια μέρα να συζητήσουμε για το τι είναι «φυσιολογικό» και τι «αφύσικο» – ίσως να εκπλαγούμε όλοι όταν καταλάβουμε ότι στην πραγματικότητα πολλά που θεωρούμε «αφύσικα», στην πραγματικότητα είναι πιο «φυσιολογικά» και από την αλληλουχία των εποχών.

Πολλοί είπαν ότι η Κοντσίτα είναι «ανώμαλη». Εγώ λέω ότι ο πραγματικά ανώμαλος είναι αυτός που επιβάλλει τη «φυσιολογική» ανωμαλία του στους άλλους. Απ’ όσο θυμάμαι, η Κοντσίτα δε βγήκε να πει «αγόρια, από αύριο θα φοράτε όλοι φορέματα, κι εσείς κορίτσια, αφήστε γένια – αλλά μην ξεχάσετε να ξυρίσετε τις μασχάλες σας». Ξέρεις τι είναι πραγματικά ανώμαλο; Να βλέπεις έναν άνθρωπο να κάνει αυτό που γουστάρει, χωρίς να ενοχλεί κανέναν, και να τον κατακρίνεις γι’ αυτό. Αν έρθει να σε ενοχλήσει η Κοντσίτα, να μου το πεις να πάω να τη δείρω.

Ένα από τα αγαπημένα σχόλια που άκουσα χθες ήταν το «πώς θα εξηγήσω στα παιδιά μου ότι είναι μια γυναίκα με γένια;». Αγαπητέ γονιέ, μην ανησυχείς. Το παιδί σου θα μεγαλώσει σε έναν κόσμο πολύ πιο απελευθερωμένο από τον δικό σου – ίσως και χάρη στις προσπάθειες της Κοντσίτα και των ομοίων της – και θα καταλάβει πολύ πιο εύκολα από σένα. Σε μερικά χρόνια, θα είναι το παιδί σου που θα δυσκολεύεται να σου εξηγήσει κάποια πράγματα, επειδή εσύ έχεις μείνει κολλημένος στον 20ό αιώνα. Να σου θυμίσω ότι κάποτε θεωρείτο αδιανόητο να ψηφίζουν οι γυναίκες ή να μην έχεις σκλάβους στη φυτεία να σου μαζεύουν το βαμβάκι. Ο κόσμος ευτυχώς προχωράει, και μπορεί να προχωρήσει και χωρίς εσένα – αλλά μην κρατάς πίσω και το παιδί σου, είναι κρίμα.

Και φυσικά, μακράν το αγαπημένο μου: «Εγώ δεν έχω πρόβλημα με τους γκέι, αλλά…». Αλλά είσαι ομοφοβικός και ντρέπεσαι να το πεις. Έλα, δεν είναι ντροπή να παραδεχθείς πως είσαι αρκετά αμόρφωτος για να είσαι και ομοφοβικός. Μην το παίρνεις στραβά: Μπορεί να το λένε «ομοφοβία», αλλά δεν είναι φοβία. Στην πραγματικότητα είναι αγνό, παρθένο μίσος. Έλα, άντρακλά μου, δεν είσαι φοβικός. Απλά μισείς. Δεν είναι ντροπή.

Κακά τα ψέματα, αγόρια, κορίτσια και οτιδήποτε στο ενδιάμεσο: Το διαφορετικό πάντα θα το χρειαζόμαστε. Δε θα το αγαπήσουμε απαραιτήτως – μπορεί και να το λοιδωρήσουμε, να θεωρήσουμε ότι μας απειλεί, να κηρύξουμε ιερό πόλεμο εναντίον του. Αλλά θα το χρειαζόμαστε όσο χρειαζόμαστε τον αέρα που αναπνέουμε. Γιατί αν ήμασταν όλοι ίδιοι, αυτός ο κόσμος θα ήταν πολύ βαρετός. Τόσο βαρετός, όσο αυτοί οι οπισθοδρομικοί τύποι που θέλουν να κάνουν όλο τον κόσμο βαρετό, σαν τα μούτρα τους.

Ευτυχώς, κάποιοι άλλοι τύποι τον κάνουν πιο ενδιαφέροντα. Και οφείλουμε να τους ευχαριστήσουμε γι’ αυτό.