Σεπτεμβρίου 2011



Έχεις ένα λευκό notepad μπροστά σου. Οι επιλογές σου είναι απεριόριστες. Μπορείς να γράψεις το ημερολόγιό σου, πώς πέρασες τη μέρα σου, τι έφαγες το μεσημέρι, πράγματα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν απολύτως, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο θεωρείς ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουν γι’αυτά. Μπορείς να γράψεις ένα μυθιστόρημα τύπου Χάρι Πότερ, ελπίζοντας ότι κάποτε θα χεστείς κι εσύ στο τάλιρο από τα δικαιώματα. Μπορείς να γράψεις μία μόνο λέξη, και αυτή η λέξη να βγάζει τόσα συναισθήματα, τόσες σκέψεις και τόσους συνειρμούς όσους δεν μπορεί να προκαλέσει ένα ολόκληρο βιβλίο. Μπορείς να αρχίσεις να πληκτρολογείς τυχαία γράμματα στο πληκτρολόγιο, ελπίζοντας πως μέσα στα αλαμπουρνέζικα που θα γράφεις θα σου φανερωθεί η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του κόσμου (αν, φυσικά, δεν γνωρίζεις ακόμα ότι η απάντηση αυτή είναι «42»).

Αλλά ξέρεις κάτι; Στην πραγματικότητα, αυτές τις μέρες έχεις μόνο δύο επιλογές: Ή θα γράψεις κάτι σχετικά με την επικαιρότητα, δηλαδή τα σενάρια πτώχευσης, τα CDS, το ΠΑΣΟΚ, και όλα αυτά τα στενάχωρα, ή θα αφήσεις το notepad κενό και θα πέσεις για ύπνο, ελπίζοντας είτε να ξυπνήσεις και να έχουν αλλάξει όλα στον κόσμο, είτε έστω να δεις ένα λίγο χαρούμενο όνειρο, μήπως και μπορέσεις να γράψεις κάτι διαφορετικό αύριο το πρωί.

Δεν είναι ότι δε μου αρέσει να γκρινιάζω – το λατρεύω. Πάντα έλεγα ότι η γκρίνια είναι υγεία γι’αυτόν που γκρινιάζει και αρρώστια για όλους τους άλλους – αλλά ποιος τους χέζει τους άλλους, ε; Εμείς να ξεθυμάνουμε, να πούμε τον πόνο μας, να βγάλουμε τα βάσανά μας και τον χειρότερο εαυτό μας να πάρουν αέρα, κι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούν. Το θέμα είναι ότι και οι «άλλοι» κάποια στιγμή βαριούνται την γκρίνια σου. Γιατί και ο άλλος έχει τα δικά του προβλήματα, και όταν εσύ γκρινιάζεις για το σπασμένο σου τακούνι σε κάποιον που κινδυνεύει τον άλλο μήνα να μην έχει να ταΐσει το παιδί του μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, αλλά γίνεσαι λίγο μαλάκας. Και, ας μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, ας μην κοιτάζω το δέντρο και χάνω το δάσος, ας μην πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό, ας μη φυτρώνω εκεί που δε με σπέρνουν (άκυρο αυτό το τελευταίο, αλλά ήθελα να συμπληρώσω το κουαρτέτο των κλισέ φράσεων): Υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από μένα. Και όταν το σκέφτομαι αυτό, ξαφνικά καταπίνω τη γλώσσα μου και συνειδητοποιώ πόσο απαίσια γεύση έχει (το δηλητήριο θα φταίει).

Βέβαια, θα μου πεις ότι πάντα θα υπάρχουν χειρότερα – αν πάντα βάζαμε στη ζυγαριά τα δικά μας προβλήματα και τα προβλήματα κάποιων άλλων, η πλάστιγγα συνήθως θα έγερνε προς το μέρος τους, και είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που οι περισσότεροι απεχθανόμαστε τις ζυγαριές, πέρα από το ότι όταν ανεβαίνεις πάνω τους λένε πάντα ψέματα για να σου τσακίσουν την ψυχολογία. Θα σκεφτόμασταν το στερεότυπο παιδάκι της Σομαλίας με την κοιλιά τούμπανο και τις μύγες να κόβουν βόλτες γύρω-γύρω και θα κάναμε τουμπεκί ψιλοκομμένο.

Αλλά είναι αυτή η γαμημένη η ανθρώπινη φύση, που μας κάνει τόσο εγωιστές που με το που περνάμε μπροστά από καθρέφτη, βλέπουμε μόνο το είδωλό μας και ξεχνάμε ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκεί έξω. Κοιταζόμαστε τον πρώτο τυχόντα καθρέφτη αυτοκινήτου, αυτοθαυμαζόμαστε και δεν βλέπουμε ότι μέσα στο αυτοκίνητο είναι δεμένοι και φιμωμένοι τρεις άνθρωποι και δίπλα τους είναι τοποθετημένη μία βόμβα που σύντομα θα σκάσει. Λίγο πιο δεξιά να κοιτάζαμε, θα το βλέπαμε. Και θα τους γλιτώναμε. Και θα γλιτώναμε κι εμείς, γιατί όταν σκάσει η βόμβα δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος ότι βρίσκεσαι σε ασφαλή απόσταση. Αυτό που δε βλέπεις (καλύτερα: αυτό που αρνείσαι να δεις) είναι κανό να σε σκοτώσει, μην αμφιβάλλεις.

Στην πραγματικότητα, στο μόνο που είμαστε όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι είναι στην γκρίνια – αλλά μόνο αν γκρινιάζουμε για το ίδιο πράγμα. Πάρε παράδειγμα το μετρό: Πάντα θα βρεθεί μία γιαγιά που θα γκρινιάξει για τον κλιματισμό. Είτε επειδή υπάρχει, είτε επειδή δεν υπάρχει, αναλόγως την εποχή. Όμως θα γκρινιάξει. Και θα βρει υποστηρικτές στην γκρίνια της, θα έρθει κι ένας παππούς και θα πει «μα είναι πράγματα αυτά, να μας έχουν χωρίς κλιματισμό;», και μετά θα μπει στην κουβέντα και μια μεσόκοπη κυρία και θα πει «δεν υπάρχει κράτος, μόνο τις καρέκλες τους σκέφτονται», και μετά κάποιος κακομοιριασμένος κύριος θα προσθέσει «φταίνει αυτοί που τους ψηφίζουν, τους άχρηστους, τα λαμόγια», και το βαγόνι θα φτάσει ένα σημείο πριν τη λαϊκή εξέγερση, την οποία όμως θα αποτρέψει η άφιξη του μετρό στο Σύνταγμα, οπότε όλοι θα πρέπει να κατέβουν και δεν έχουν χρόνο για επαναστάσεις και άλλες τέτοιες αηδίες. Όταν γκρινιάζεις με παρέα, η γκρίνια είναι πραγματική απόλαυση. Δεν πετυχαίνεις τίποτα, αλλά νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου.

Αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην γκρίνια και στο «κάτι παραπάνω», το ένστικτό μας θα μας οδηγήσει αυτομάτως στην γκρίνια, γιατί είναι πολύ πιο απλή, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, μπορείς να την κάνεις και μόνος σου, χωρίς την ανάγκη των άλλων, και γενικά είναι το φαστφουντάδικο των αντιδράσεων: Γρήγορη, εύκολη και φτηνή. Το «κάτι παραπάνω», από την άλλη, είναι το γκουρμέ εστιατόριο των αντιδράσεων: Περιμένεις πολλή ώρα μέχρι να σερβιριστείς (γιατί το καλό πράγμα αργεί να γίνει), πρέπει να κλείσεις τραπέζι μήνες νωρίτερα, γιατί όταν σου καπνίσει εσένα να πας να φας μπορεί να είναι όλα ρεζερβέ, και φυσικά δεν είναι καθόλου φτηνό. Είναι τόσο ακριβό, που μπορεί να χρειαστεί να πουλήσεις μέχρι και τα σώβρακά σου για να μπεις μέσα. Όμως όταν βγαίνεις έξω, δε νιώθεις αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου που αναπόφευκτα αφήνει η γκρίνια. Γιατί εντάξει, γκρινιάζεις, ξεσπάς. Αλλά δε σου φτάνει. Σαν τα χάμπουργκερ των Goody’s: Τρως ένα, αλλά δε σου αρκεί. Θες και κάτι παραπάνω. Αλλά αν επιμένεις να βολεύεσαι με τα χάμπουργκερ, ε τότε θα πεινάς για μια ζωή. Και θα είναι δική σου επιλογή.

Και τώρα που γκρίνιαξα για όλα αυτά, πάω να φάω ένα χάμπουργκερ. Αλλά λέω να ρίξω μια ματιά στα διαθέσιμα γκουρμέ εστιατόρια, να δω πότε έχουν ελεύθερα τραπέζια για μία επίσκεψη. Βαρέθηκα τα χάμπουργκερ.

Advertisements

Ας υποθέσουμε ότι γεννιέσαι σε ένα ωραίο, γαλάζιο σπίτι, και οι γονείς σου είναι κάτι συμπαθητικοί τύποι που σε φροντίζουν και σου κάνουν όλα τα χατίρια, με μοναδικό όρο να τους σέβεσαι και να τους τιμάς ως γονείς και προστάτες σου. Στην πορεία, το πράγμα αρχίζει και αλλάζει. Αρχίζουν και γίνονται πιο απότομοι, αδιάφοροι, κοιτάνε τα δικά τους προβλήματα και δεν ασχολούνται με τα δικά σου, σού κόβουν το χαρτζιλίκι κάθε τόσο επικαλούμενοι είτε οικογενειακά οικονομικά προβλήματα, είτε δική σου υπαιτιότητα («δε σου δίνω, γιατί τα σκορπάς εδώ κι εκεί»), κάθε φορά που αντιδράς σε κάτι που σου επιβάλλουν στέλνουν πληρωμένους μαφιόζους να σε σπάσουν στο ξύλο και να σε φλομώσουν στα χημικά…Και έρχεται κάποια στιγμή που σου λένε «ξέρεις, πρέπει να πληρώσεις μία εισφορά αλληλεγγύης για όλους αυτούς που είναι πιο φτωχοί από σένα. Και μία εισφορά επειδή έχεις ένα σπίτι να μείνεις. Α, κι επίσης πρέπει από τα λεφτά που παίρνεις να ξοδεύεις τουλάχιστον το 60% σε καταναλωτικά προϊόντα, αλλιώς θα πληρώσεις επιπλέον φόρο». Ε, κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι είσαι πλέον ανεπιθύμητος στο σπίτι, ότι στην πράξη σου λένε «δίνε του, παράσιτο». Μαζεύεις τα πράγματά σου και αναζητάς την τύχη σου κάπου αλλού.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση μας διώχνει με τρόπο από τη χώρα, θυμίζοντας άτολμο εραστή που δεν μπορεί να πει ευθέως στην γκόμενά του ότι θέλει να την χωρίσει, και της κάνει τη ζωή κόλαση μέχρι να το πάρει μόνη της απόφαση και να τον χωρίσει αυτή. Μας κάνει να νιώθουμε ανεπιθύμητοι, μέχρι και επικίνδυνοι για τη χώρα: Αν τολμήσουμε να αντιδράσουμε στα «δίκαια» μέτρα της, είμαστε πολέμιοι της δημοκρατίας. Αν τολμήσουμε έστω και να σκεφτούμε ότι η οικονομία δεν είναι υγιής και ίσως να πτωχεύσει η χώρα, είμαστε προδότες. Και αν μείνουμε σε αυτήν τη χώρα, είμαστε καταδικασμένοι στη μιζέρια.

Κάθε τόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να πείσουν τους νέους να μείνουν στη χώρα και να τη βοηθήσουν να συνέλθει, πετώντας κενολογίες όπως «οι νέοι είναι το μέλλον της χώρας» και «η χώρα χρειάζεται τα νέα μυαλά». Στην πράξη, όμως, κάνουν τα πάντα για να τους απωθήσουν στο εξωτερικό. Μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε χωματερές πεπαλαιωμένης γνώσης. Τους «τιμωρούν» αν δουλέψουν πριν από τα 25 τους, επιτρέποντας στους εργοδότες να τους δίνουν χαμηλότερους μισθούς. Και φυσικά κάνουν τα πάντα για να αυξηθεί όλο και περισσότερο η ανεργία. Με κάτι τέτοιες κινήσεις δε δείχνεις ότι θες να μείνουν οι νέοι στη χώρα. Δείχνεις ότι θες να τους ξεφορτωθείς με κάθε πιθανό τρόπο.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι περιμένουν να πετύχουν με όλα αυτά. Κάθε μέρα νιώθω όλο και περισσότερο σαν πειραματόζωο. Ένα ποντίκι εργαστηρίου που το εμβολιάζουν με όλες τις αρρώστιες, το ακρωτηριάζουν, το βασανίζουν, και περιμένουν να δουν αν και πότε θα αντιδράσει. Και αυτό δεν αντιδρά, γιατί νιώθει πολύ αδύναμο και μόνο – είναι δύσκολο να αντιδράσεις όταν εσύ και οι όμοιοί σου βρίσκεστε κλεισμένοι ο καθένας στο απομονωμένο κλουβί του, την ίδια στιγμή που οι βασανιστές σας είναι ελεύθεροι και οργανωμένοι.

Όμως καμιά φορά τα πειράματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Τα πειραματόζωα καταφέρνουν να σπάσουν τα δεσμά τους και επιτίθενται στους μαθητευόμενους μάγους, που πανικόβλητοι τρέχουν να σωθούν από την ίδια οργή που από μόνοι τους γιγάντωναν για τόσο καιρό. Άλλες φορές, βέβαια, τα πειραματόζωα δεν τα καταφέρνουν, και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να εξαγριώσουν τους πειραματιστές ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα να υποστούν ακόμα χειρότερα βασανιστήρια (όσα από αυτά επιβιώσουν).

Αλλά πες μου εσύ: Δεν αξίζει να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει δηλητήριο, έστω κι αν διακινδυνεύεις να μείνεις νηστικός για ένα διάστημα, ή ακόμα και να πεθάνεις; Εγώ πιστεύω πως αξίζει. Αν όλοι το πιστεύαμε, μπορεί και να τους τρομάζαμε τους πειραματιστές, αντί να τους εκπλήσσουμε και να τους πεισμώνουμε κάθε μέρα με την αντοχή μας στα βασανιστήριά τους. Αν όλοι το πιστεύαμε, ίσως να καταφέρναμε να διαπεράσουμε τους πληρωμένους σεκιουριτάδες που τους φυλάνε και να τους χώσουμε τους δοκιμαστικούς σωλήνες στον κώλο. Το πρόβλημα, όμως, είναι πάντα το ίδιο: Αυτοί είναι ενωμένοι, συσπειρωμένοι, προστατευμένοι, την ίδια στιγμή που εμείς είμαστε διχασμένοι, καχύποπτοι, απροστάτευτοι. Κλεισμένοι στα αυτοσχέδια κλουβιά μας, για τα οποία πλέον θα πρέπει και να πληρώνουμε.

Αν ούτε αυτήν τη φορά πιστέψουμε στους εαυτούς μας, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας, θα τους δώσουμε το δικαίωμα να πειραματιστούν κι άλλο πάνω στα ταλαιπωρημένα μας κορμιά. Και μην έχεις καμία αμφιβολία: Έχουν ακόμα πολλά «προϊόντα» να δοκιμάσουν. Εσύ τι λες; Θα πεθάνεις σαν πειραματόζωο;


Ένα από τα (αναρίθμητα) ελαττώματά μου είναι η μανία μου με τις λέξεις. Είμαι αυτός ο εκνευριστικός τύπος που θα σε διορθώσει για το παραμικρό ορθογραφικό λάθος που θα κάνεις, που μπορεί να κάνει μισή ώρα να τελειώσει την πρότασή του μέχρι να θυμηθεί την πολύ συγκεκριμένη λέξη που θέλει να χρησιμοποιήσει, που θα κάτσει να αναλύσει ένα ολόκληρο δημοσιογραφικό άρθρο αναζητώντας λέξη προς λέξη την πρόθεση του αρθρογράφου.

Χθες το βράδυ άκουσα κάποιον ρεπόρτερ να λέει το εξής: «Έχουν συγκεντρωθεί και περίπου 20 Αγανακτισμένοι…». 20 Αγανακτισμένοι. Χμμμμμ, κάτι δε μου κολλάει εδώ.

Όταν χαρακτηρίζεις μία ομάδα ανθρώπων με έναν συγκεκριμένο προσδιορισμό, είναι αυτονόητο ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να έχουν κάτι κοινό. Για παράδειγμα, αν πεις «αυτοί είναι Αυστραλοί», σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι κατάγονται από την Αυστραλία. Αν πεις «αυτοί είναι ταξιτζήδες», προφανώς αναφέρεσαι σε ανθρώπους οι οποίοι είναι όλοι οδηγοί ταξί. Και αν πεις «αυτοί είναι μαλάκες», δείχνεις με το δάχτυλο κάποιους ανθρώπους που έχουν κάνει κάτι κακό, από το να ρίξουν μια ροχάλα στο πεζοδρόμιο, μέχρι να σου βρίσουν τη μάνα. Αλλά όταν λες «αυτοί είναι Αγανακτισμένοι», τι ακριβώς εννοείς;

Θα το κάνω πιο λιανά. Έψαξα και βρήκα ένα άρθρο από τα «Νέα» σχετικά με τη χθεσινή συγκέντρωση στο Σύνταγμα (αυτό εδώ, συγκεκριμένα). Ας δούμε πόσο αλλάζει το άρθρο, απλά αντικαθιστώντας τις λέξεις που προσδιορίζουν τους συγκεντρωμένους με τη λέξη «νεκροζώντανοι»:

Με επιχείρηση των ΜΑΤ αντέδρασε η αστυνομία στην προσπάθεια ομάδας Νεκροζώντανων να κλείσει τη λεωφόρο Αμαλίας, πάνω από την πλατεία Συντάγματος, το απόγευμα της Κυριακής.

Οι Νεκροζώντανοι είχαν δώσει και πάλι ραντεβού διαμαρτυρόμενοι για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αυτή τη φορά με κεντρικό σύνθημα «Πάρτε πίσω τους φόρους και τις εισφορές». Από τις επτά το απόγευμα, στην κινητοποίηση πήραν μέρος και μέλη του κινήματος «Δεν πληρώνω».

Σύμφωνα με το Reuters, στο Σύνταγμα συγκεντρώθηκαν περίπου 2.000 ζόμπι.

Όταν μια ομάδα νεκροζώντανων επιχείρησε να διακόψει την κυκλοφορία στη λεωφόρο Αμαλίας, η αστυνομία τους απώθησε με ρίψη χημικών.

Δες κι αυτό, από το Έθνος:

Εκατοντάδες «απέθαντοι» νεκροζώντανοι βρέθηκαν χθες στο Σύνταγμα πιστοί στο ραντεβού τους για μία ακόμη φορά.

Μολονότι ο αριθμός των νεκροζώντανων στην ιστορική πλατεία της πρωτεύουσας δεν έφτασε εκείνον όσων συνήθως διαδήλωναν τις Κυριακές μέχρι το καλοκαίρι, οι παραβρισκόμενοι έδωσαν και χθες ισχυρό «παρών» εκφράζοντας με τον πιο έντονο τρόπο την αντίθεσή τους στα νέα κυβερνητικά μέτρα και την απόγνωσή τους για τις συνέπειες που αυτά έχουν στην κοινωνία.

Ζόμπι ξεκίνησαν να φθάνουν στην πλατεία γύρω στις 7 το απόγευμα, ενώ ένταση επικράτησε περίπου εκείνη την ώρα όταν τα ΜΑΤ επεχείρησαν να απωθήσουν τους νεκροζώντανους από τον χώρο μπροστά από το άγαλμα του Αγνωστου Στρατιώτη και να κρατήσουν ελεύθερο τον δρόμο.

Σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε απευθείας σύγκρουση των ΜΑΤ με ζόμπι, ενώ έγινε και χρήση χημικών. Το συγκεντρωμένο πλήθος περιορίστηκε αρχικά στην πλατεία και στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Αμαλίας, ωστόσο καθώς ο κόσμος αυξανόταν όσο περνούσε η ώρα, διακόπηκε η κυκλοφορία και ο δρόμος παρέμεινε κλειστός και γεμάτος από νεκροζώντανους μέχρι αργά το βράδυ.

Νωρίτερα, 40 ζόμπι εξέφρασαν τη διαμαρτυρία τους για την κυβερνητική πολιτική πραγματοποιώντας πεζοπορία από τον Πειραιά μέχρι την πλατεία Συντάγματος.

Πόσο αλλάζει το νόημα; Καθόλου! Θα μπορούσαν κάλλιστα οι διαδηλωτές χθες να ήταν όντως ζόμπι που απωθήθηκαν από την αστυνομία για να μην μπουν στη Βουλή και φάνε τα μυαλά των βουλευτών (χωρίς να ξέρουν τα έρμα ότι εκεί που επέλεξαν να πάνε θα έμεναν νηστικά).

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτοί που υπεραπλουστευτικά αποκαλούνται «Αγανακτισμένοι» δεν είναι μία ενιαία κοινωνική ομάδα. Οι νεκροζώντανοι, ας πούμε, είναι, γιατί αποτελούνται εξ ολοκλήρου από αλλόφρονα ζόμπι που έχουν έναν κοινό σκοπό: Να φάνε κόσμο. Οι αστυνομικοί επίσης είναι, γιατί απότελούνται εξ ολοκλήρου από αλλόφρονα ζόμπι που έχουν έναν κοινό σκοπό: Να φάνε κόσμο. Οι αγανακτισμένοι, όμως, ούτε κοινό στόχο έχουν (άλλοι θέλουν να καταλύσουν το πολίτευμα, άλλοι θέλουν να μείνει ως έχει αλλά να αποκτήσουν τα παλιά προνόμιά τους, άλλοι θέλουν να εξολοθρεύσουν όλους τους μετανάστες επειδή πιστεύουν ότι αν γίνει αυτό θα σωθεί η χώρα ως δια μαγείας), ούτε και έχουν τίποτα να τους ενώνει (διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικές ηλικίες, διαφορετικές καταβολές, διαφορετικοί στόχοι). Είναι ένα τόσο ετερογενές μείγμα ανθρώπων, που είναι πρακτικά αδύνατο να τους κλείσεις όλους μέσα σε έναν προσδιορισμό και να τους καλύπτεις όλους.

Εξάλλου, αν σκεφτείς πόσοι πήγαιναν στο Σύνταγμα μέχρι να σφίξουν οι ζέστες (και ο υποφαινόμενος μέσα σ’αυτούς) και πόσοι πηγαίνουν τώρα (και ο υποφαινόμενος στο σπιτάκι του), είναι σαφές ότι αυτοί που κάποτε χαρακτηρίζαμε «Αγανακτισμένους» πλέον έχουν μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο. Έχει αλλάξει η σύνθεσή τους. Αλλά όποια και να είναι ή να ήταν η σύνθεσή τους, εξακολουθεί να ισχύει πως δεν τους ενώνει πρακτικά τίποτα, εκτός από ένα στείρο μίσος για κάτι που ακόμα κι αυτό το «κάτι» διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο: Άλλος τα’χει βάλει με το ΠΑΣΟΚ, άλλος με το κοινοβουλευτικό σύστημα, άλλος με τη μεταπολίτευση, άλλος με τους δημοσιογράφους, και παραδόξως κανένας με τα μούτρα του, σαν τα οποία έχει γίνει η Ελλάδα, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Θα μου πεις, «τι λες ρε φίλε, έχουν κάτι να τους ενώνει: Την αγανάκτηση». Μπα, σοβαρά; Εργολαβία την έχουν πάρει την αγανάκτηση; Και όποιος δεν κατεβαίνει στο Σύνταγμα αλλά αγανακτά από το σπίτι του δεν είναι Αγανακτισμένος; Και ποιος τέλος πάντων ορίζει ποιος είναι αγανακτισμένος και ποιος όχι;

Εδώ μπαίνει ένα άλλο ζήτημα: Ακόμα και αν όντως η αγανάκτηση είναι που τους ενώνει, οπότε καλώς τους λέμε «Αγανακτισμένους», η έννοια αυτή αποκλείει όλους τους άλλους που είναι αγανακτισμένοι αλλά για τους δικούς τους λόγους δεν κατεβαίνουν στο Σύνταγμα. Οι νεκροζώντανοι, ας πούμε, είναι κλειστό κλαμπ. Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι νεκροζώντανος ενώ δεν είναι. Το ίδιο και οι αστυνομικοί, έχουν κάποια διακριτικά που τους ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο κόσμο (καλά, όχι πάντα). Αλλά αν εγώ δηλώνω ότι είμαι αγανακτισμένος με την κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα και την πουτάνα τη ζωή που μου χρεώσανε, χωρίς να πηγαίνω στο Σύνταγμα, είμαι Αγανακτισμένος; Είμαι αγανακτισμένος; Είμαι τζουτζέκι; Είμαι φλώρος; Ας μου πει κάποιος επιτέλους, γιατί δεν ξέρω τι να γράψω στο ταμπελάκι που κρέμεται στο πέτο μου.

Πάντως νεκροζώντανος δεν είμαι. Ούτε και αστυνομικός.


Άλλη μια βόλτα στα Εξάρχεια, άλλη μία (υποκειμενικά) υπέροχη συλλογή από φωτογραφίες. Αν συνεχιστούν οι απεργίες των ΜΜΜ, ενδέχεται να αποκτήσουν σύντομα κι άλλα αδελφάκια. Κάποιες από τις φωτό, βέβαια, είναι λίγο θολές και το κατάλαβα όταν τις είδα – υποθέτω ότι οφείλεται στην έλλειψη καφέ. Πάμε να δούμε τι βρήκα σήμερα (κυρίως περιμετρικά του λόφου του Στρέφη – Βουλγαροκτόνου, Καλλιδρομίου, Μπενάκη, εκεί).

(νόμιζες ότι τα πατουσάκια κάνουν θραυση μόνο στο Instagram; Λάθος!)

 

(ένα κοινωνικό μήνυμα από τον Γιωργάκη τον slow)

 

(μπες μες στο παραβάν και βγάλε το κολάν)

(πέσαμε όλοι στην παγίδα του πραγματικού Χαχανούλη και ανοίξαμε το δώρο)

(ο κόσμος μας θα αλλάξει όταν εκλείψουν τα ορθογραφικά λάθη)

(μία συγκλονιστική ερωτική εξομολόγηση κάποιου στον εαυτό του)

(πράγματι, "κάτι έπρεπε να γραφτεί εδώ")

(μπορώ να έχω ένα για κατοικίδιο; Θα με βολέψει πολύ όταν θα έχουν πάλι απεργία τα ΜΜΜ.)

(το φιλοσοφικό ερώτημα που ταλανίζει εδώ και αιώνες την ανθρωπότητα, τώρα και σε σπρέι)

(τι να την κάνεις την τέχνη άμα τα έχεις όλα εξασφαλισμένα, ε;)

(δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το θρυλικό σύνθημα δεν υπήρχε μέχρι τώρα στη συλλογή μου)

(ένα ακόμα θρυλικό σύνθημα, που σιγά-σιγά ξαναγίνεται επίκαιρο)

(για μένα, ό,τι καλύτερο βρήκα σήμερα. Όποιος έχει πάει έστω και μία φορά σε γάμο ξέρει.)

(αν δε βρεις στίχους των Panx Romana στα Εξάρχεια, πού θα τους βρεις;)

(Πλάτωνας, όχι Ζάναξ)

(επί του πρακτέου, όμως, οι πράξεις πράττονται από πράκτορες)

("όσο θα υπάρχουν νεράιδες είναι χρέος, να γίνουμε ποιητές". Καλύτερα να μην τους πούμε ότι δεν υπάρχουν νεράιδες, ε;)

(κάπως αλλιώς το θυμάμαι, αλλά δε βαριέσαι...)

(πρέπει να παραδεχτείς ότι τον βούλωσε ωραία)

(εντάξει, LOL. Και ROFL μη σου πω.)


Καθώς γύριζα σήμερα από τη δουλειά, πέρασα έξω από μία πολυκατοικία, στην είσοδο της οποίας οι ένοικοι είχαν μαζευτεί για συνέλευση. Βλέποντάς τους να φωνάζουν και να διαφωνούν, σκέφτηκα δύο πράγματα: Πρώτον, να γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι να αγοράσει μια μονοκατοικία, ας είναι και μια καλύβα με εξωτερική τουαλέτα, αρκεί να μην έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του να τον ταλαιπωρούν με τις διαφωνίες τους για το αν το πετρέλαιο φέτος θα το πάρουμε από την Ρυπόιλ ή την Πετροκλέφτ. Και δεύτερον, πόσο χαρακτηριστική μικρογραφία της Βουλής. Με λιγότερα μέλη, με λιγότερα χρήματα και ήσσονος σημασίας διακύβευμα, αλλά με τους ίδιους τσακωμούς, τα ίδια «συμφέροντα» και την ίδια γκρίνια όλων για τους διαχειριστές (που συνήθως οι ίδιοι έχουν εκλέξει). Και δεύτερον,

Ωστόσο, η συνέλευση της πολυκατοικίας έχει μία πολύ σημαντική διαφορά από τις συνελεύσεις της Βουλής: Ο διαχειριστής δεν έχει με το μέρος του ανά πάσα στιγμή πενήντα άλλους νοικάρηδες που θα ψηφίσουν τυφλά ό,τι πει αυτός, δίνοντάς του μία απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ό,τι γουστάρει χωρός να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – ή έστω να δίνει λογαριασμό, αλλά να ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα επειδή η πλειοψηφία είναι εξ ορισμού μαζί του. Στην πολυκατοικία δεν υπάρχουν κόμματα – υπάρχουν λυκοφιλίες βέβαια, αλλά δεν είναι το ίδιο. Έτσι, ένας κακός διαχειριστής θα εκπαραθυρωθεί σε χρόνο dt όταν οι περισσότεροι ένοικοι καταλάβουν ότι είναι ανίκανος, ή δόλιος, ή και τα δύο μαζί. Δημοκρατικό, ε;

Κοίτα να δεις, λοιπόν, που το πολίτευμά μας δεν είναι τόσο δημοκρατικό όσο μία συνέλευση πολυκατοικίας! Γιατί όταν ένα κόμμα έχει 151 (τουλάχιστον) πιστά σκυλιά ορκισμένα να υπακούν τυφλά στο αφεντικό και να ψηφίζουν ασυνείδητα ό,τι τους πασάρει, 151 σκυλιά που ποτέ δε θα δαγκώσουν το χέρι που τα ταΐζει και άρα δε θα ψηφίσουν ποτέ εναντίον του (γιατί όποιος δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει μένει νηστικός – έτσι μας έχει μάθει η ελληνική «δημοκρατία»), τότε μπορεί να νιώθει ασφαλής ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι στα τέσσερα χρόνια που θα κυβερνήσει, η χώρα είναι δική του. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει. Και ποιος θα του κουνηθεί; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Χέστηκε, θα ξαμολήσει τα 151 σκυλιά ράτσας του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο λαός; Χα, θα ξαμολήσει τα 10.000 σκυλιά του (τα κοπρόσκυλα, ξέρεις) να τον κατασπαράξουν στα χημικά. Κι έτσι, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει – αρκεί φυσικά να μην έρχεται σε αντίθεση με όσα τον προστάζουν από το εξωτερικό.

Και αυτό το πολίτευμα λέγεται «δημοκρατία». Αν οι αρχαίοι Αθηναίοι ήξεραν ότι το πολίτευμα που επινόησαν θα κατέληγε σε αυτό το πράγμα που είναι σήμερα, θα το γύριζαν στη μοναρχία για να μην στιγματιστούν ιστορικά.

Ας δούμε τώρα τι δυνατότητες έχει ένας λαός που ζει σε μία τέτοια «δημοκρατία»: Πρώτον, μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια μέχρι να τελειώσει το καταστροφικό της έργο η εκάστοτε κυβέρνηση, και να την «τιμωρήσει» στις εκλογές, επιλέγοντας το αντίπαλον δέος της, που στο παρελθόν αποδείχθηκε ακόμα χειρότερο και δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο ότι κάτι έχει αλλάξει από τότε – κοινώς, να απορρίψει την ιδέα του γκρεμού και να πέσει να πνιγεί στο ρέμα. Δεύτερον, μπορεί να δείξει εμπράκτως στην ανίκανη/δόλια/και τα δύο κυβέρνηση ότι δεν της έχει πια εμπιστοσύνη, κι ας την ψήφισε η πλειοψηφία του πριν από ένα-δύο χρόνια. Εμπράκτως, δηλαδή μην πληρώνοντας φόρους και άδικα χαράτσια, αντιδρώντας μαζικά σε συμφωνίες και νομοσχέδια που βλάπτουν το κοινό συμφέρον, και γενικά αντιδρώντας ήπια. Και όχι με τα όπλα, που είναι η τρίτη επιλογή: Εξέγερση, επανάσταση, χάος, διάλυση, και πάμε απ’την αρχή.

(με συγχωρείς αν άφησα απ’έξω τη δυνατότητα να συνταχθείς με το καθεστώς, να βρεις παράνομα μια δουλίτσα και να βγάζεις τα κέρατά σου την ώρα που οι λιγότερο προνομιούχοι ψωμολυσσάνε, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η επιλογή θα έπρεπε να δίνεται, ακόμα και σε ένα πολίτευμα τόσο διεφθαρμένο όσο το δικό μας)

Από αυτές τις επιλογές, η πιο εύκολη είναι μακράν η πρώτη: Κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, κρατάς την οργή σου στο σπίτι σου, δέρνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά σου αντί γι’αυτούς που πραγματικά σου φταίνε, και στα τέσσερα χρόνια πάνω ψηφίζεις την εναλλακτική βερσιόν του ίδιου κόμματος, που θα κάνει ακριβώς τα ίδια. Είναι, φυσικά, και η λιγότερο αποτελεσματική. Η τρίτη, πάλι, είναι λίγο ταμπού. Φαίνεται πως κατά βάθος φοβόμαστε να εξεγερθούμε, γιατί νομίζουμε πως αυτό θα μας τοποθετούσε στις τριτοκοσμικές χώρες, εκεί που ο κόσμος μαζεύεται στις πλατείες και σκοτώνεται για ένα ιδανικό – ενώ εμείς είμαστε δυτικοί ρε, λύνουμε τις διαφορές μας πολιτισμένα και δεν πολεμάμε για τα ιδανικά μας, απλά καθόμαστε και περιμένουμε να μας έρθουν ουρανοκατέβατα. Έτσι μας έχουν μάθει. Φοβόμαστε να το κάνουμε, και γι’αυτό ακόμα κι αν το κάνουμε θα αποτύχει. Θα μας διαλύσουν εύκολα – δεν έχουμε καν μία υποτυπώδη ταξική συνείδηση για να ενωθούμε κάτω από μία κοινή ομπρέλα. Ακόμα και στις διαδηλώσεις μας είμαστε χωρισμένοι σε ομάδες: Αλλού η ΓΣΕΕ, αλλού το ΠΑΜΕ, αλλού οι καθηγητές, αλλού οι φοιτητές, αλλού οι κομμουνιστές, αλλού οι απογοητευμένοι πασόκοι, αλλού τα κακαρίσματα, αλλού γεννάν’ οι κότες. Πώς να γίνει επανάσταση;

Και αυτό μας αφήνει μόνο τη δεύτερη επιλογή: Μία «ήπια» επανάσταση. Πάρε για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα ακίνητα μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Αυτή η κυβέρνηση είναι προφανές ότι σε αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι: Σε εξαναγκάζει να πληρώσεις έναν εντελώς άσχετο (αλλά φοβερά δυσβάσταχτο) φόρο μέσω της ΔΕΗ, λειτουργώντας ως στυγνός, ανήθικος εκβιαστής: «Ή πληρώνεις τον εντελώς-άσχετο-με-το-ρεύμα φόρο σου, ή μένεις χωρίς ρεύμα». Σε αυτήν την πανικόβλητη κίνηση εκφοβισμού, η απάντηση δεν πρέπει να είναι «ε, αφού με αναγκάζουν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Δεν ΜΠΟΡΕΙ να είναι αυτή η απάντηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία οργανωμένη κίνηση αντίστασης. Βλέπεις, αν δεν πληρώνει κανείς δεν μπορούν να κόψουν το ρεύμα σε όλη την Ελλάδα. Είναι γελοίο να πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Δεν είμαι κατά του να πληρώνεις τους φόρους σου – το αντίθετο μάλιστα: Αναγνωρίζω ότι είναι η κύρια πηγή εσόδων του κράτους, και άρα όποιος φοροδιαφεύγει βλάπτει το κράτος, άρα κι εμένα κατ’επέκταση. Όμως έχει διαφορά η φοροδιαφυγή από την άρνηση πληρωμής ενός άδικου φόρου. «Και ποιος είσαι εσύ ρε μαλάκα που θα κρίνεις αν είναι δίκαιος ή άδικος ο φόρος;», θα μου πεις. Εξάλλου, το είπε και ο Υπουργός Οικονομικών με στόμφο, ότι το μέτρο είναι δίκαιο. Η απάντησή μου είναι: «Δες τι γίνεται γύρω σου, ποιοι κάνουν πάρτυ με λεφτά που έχουν βουτήξει από το κράτος, ποιοι πληρώνουν σαν μαλάκες για να καλύψουν τις τρύπες που άλλοι δημιούργησαν με μνημειώδη κακοδιαχείριση, και μετά έλα πες μου αν είναι δίκαιο ένα μέτρο που σε φορολογεί επειδή υπέπεσες στο αμάρτημα του να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου».

Ναι, να συλληφθούν οι φοροφυγάδες, να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους, να τους κρεμάσουμε ανάποδα στο Σύνταγμα και να τους πετάμε ντομάτες, και να τους αναγκάσουμε να κυκλοφορούν με ταμπελάκια «είμαι γκολντεμπόης» για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τους φοροφυγάδες, όμως, και όχι αυτούς που βγάζουν 500 ευρώ τον μήνα σε μία άθλια δουλειά, και φορολογούνται γι’αυτά (λες και περισσεύουν χρήματα αν παίρνεις έναν τέτοιο μισθό για να δώσεις και στο κράτος). Βέβαια, εγώ μιλάω εκ του ασφαλούς, καθώς είναι μαθηματικά απίθανο να φορολογηθώ του χρόνου, εκτός κι αν μου κάτσει το Τζόκερ (πράγμα αρκετά δύσκολο με δεδομένο ότι δεν παίζω ποτέ). Και δεν είμαι σίγουρος αν χαίρομαι που βρίσκομαι ακόμα στο απυρόβλητο αφορολόγητο ή θέλω να πέσω σε κατάθλιψη που δεν πρόκειται να φύγω από το πατρικό μου πριν τα 50 μου.

Δε χρειάζεται να τους φοβόμαστε. Αυτοί φοβούνται περισσότερο από μας, είναι φανερό. Γιατί αν κανείς δεν πληρώσει την έκτακτη εισφορά που του αναλογεί, το καθεστώς καταρρέει. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι κάτι σαν αντίποινα: Αυτοί μας εκβιάζουν ότι αν δεν πληρώσουμε θα μας κόψουν το ρεύμα. Εμείς μπορούμε να τους εκβιάσουμε ότι αν μας κόψουν το ρεύμα θα τους κόψουμε τα κεφάλια και θα τα βάλουμε να κρέμονται στην είσοδο της Βουλής για παραδειγματισμό των επόμενων. Και, κατ’επέκταση, ότι αν δεν παραιτηθεί αυτή η καταστροφική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπάρει το κράτος φράγκο από κανέναν.

Κοινώς, αφού αυτοί παίρνουν μέτρα για μας χωρίς να μας ρωτάνε, ας πάρουμε μια φορά κι εμείς τα μέτρα μας. Χωρίς να τους ρωτήσουμε. Και μετά να βάλουμε κάτω τα μέτρα και των δύο μας και να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη.

(τη νομιμοποίηση, προφανώς.)


Είναι κάποια πρωινά που ξυπνάς και έχεις βάσιμες υποψίες ότι κάποιος σε πότισε παραισθησιογόνα ναρκωτικά τπν ώρα που κοιμόσουν. Ξέρεις, είναι αυτό που ξυπνάς και είναι κολλημένο στο κεφάλι σου ένα τραγούδι του Πανταζή (που έχεις να το ακούσεις από το Δημοτικό, όταν ήσουν αρκετά άσχετος με τη μουσική για να σου αρέσει ο ΛεΠά), ή νιώθεις την απεγνωσμένη ανάγκη να φας για πρωινό στρείδια με σιρόπι σοκολάτας και πατάτες τηγανιτές.

Σήμερα το πρωί, άγνωστο γιατί, ξύπνησα με την εικόνα ενός βλάκα ανθυπασπιστή που είχα στον Στρατό. Ο τύπος ήταν ένα κινούμενο ανέκδοτο. Χοντρός, αγύμναστος, περιορισμένης διανοητικής ευθύνης. Οι φήμες έλεγαν πως πολλές φορές ερχόταν νωρίτερα και έφευγε αργότερα στο στρατόπεδο, επειδή τον έδερνε η γυναίκα του. Τον θυμάμαι χαρακτηριστικά την εποχή που είχα αναλάβει προσωρινά το ΚΨΜ να παίρνει τηλέφωνο από τη γραφειάρα του, λέγοντας βαριεστημένα “καααααφέ” και να το κλείνει αμέσως, να του τον πηγαίνω ντελίβερι (μην και σηκωθεί από το γραφείο και χάσει την αίγλη του) και μετά από καμιά ώρα να ξαναπαίρνει και να λέει, με το ίδιο βαριεστημένο ύφος, “τοστάαααακι” και να το κλείνει αμέσως, να του ψήνω ένα τοστ και να του το πηγαίνω κι αυτό ντελίβερι. Εγώ ήμουν καλό παιδί, αλλά ειλικρινά αναρωτιέμαι πόσες ροχάλες ήπιε κατά καιρούς μαζί με τον καφέ του και πόσες μίξες έφαγε μαζί με το τοστάκι του.

Ίσως θα μπορούσα να θεωρήσω την εικόνα του εν λόγω ανθυπασπιστή στο κεφάλι μου ευεργετική σε μία περίοδο όπου η αυτοεκτίμησή μου βλέποντας τα σκούρα μετανάστευσε στο εξωτερικό μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση, μία υπενθύμιση πως ό,τι και να γίνει στη ζωή θα υπάρχει πάντα ένας αξιολύπητος στρατιωτικός που θα τον μισούν οι φαντάροι του, θα γελάνε μαζί του ακόμα και οι συνάδελφοί του και θα τον πλακώνει στο ξύλο η γυναίκα του. Ίσως, πάλι, κάποιος να προσπαθούσε να μου θυμίσει τι ωραία περνούσα στον Στρατό, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύω, τζάμπα φαΐ, ΡSΡ και ταινίες όλη μέρα, καλή παρέα και τα λοιπά, αλλά αν είναι έτσι απέτυχε παταγωδώς: Η πιο ευτυχισμένη στιγμή στην καριέρα μου ως φαντάρος και η μοναδική την οποία νοσταλγώ ήταν μετά την τελευταία μου σκοπιά, όταν όλοι οι υπόλοιποι με περίμεναν στον θάλαμο και μου έσκισαν με μανία ό,τι χακί είχα πάνω μου – πάλι καλά που το μποξεράκι μου ήταν μαύρο, θα το’χανα κι αυτό.

Τελευταία θέλω να γράφω συνέχεια. Ό,τι να’ναι, δεν έχω πρόβλημα. Γράφω ακόμα και στο μετρό, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά. Ίσως είναι κάποια ήπια μορφή γραφομανίας. Αλλά σάμπως πάντα δεν είχα ένα θέμα με το γράψιμο; Θυμάμαι πως όταν ξεκίνησα το blοg μου, πριν από 5 χρόνια, είχα έναν φοβερό ψυχαναγκασμό, ήθελα πάση θυσία να γράφω κάθε μέρα. Ό,τι έβλεπα γύρω μου, ό,τι άκουγα να λένε, ό,τι διάβαζα στις εφημερίδες, ό,τι κι αν συνέβαινε, η πρώτη μου σκέψη ήταν ‘ωραίο θέμα για το blog μου’.

Το καλό του να γράφεις συνέχεια είναι ότι, ανάμεσα στις τόσες μαλακίες που θα γράψεις (γιατί όταν γράφεις συνέχεια σίγουρα θα γράψεις και μπούρδες) σίγουρα θα γράψεις και κάτι φανταστικό. Μην αμφιβάλλεις καθόλου ότι ισχύει αυτό που λένε, αν αφήσεις χίλιες μαϊμούδες να πληκτρολογούν χίλιες γραφομηχανές όντως κάποια στιγμή θα γράψουν τα άπαντα του Σαίξπηρ, και ίσως να τα γράψουν και καλύτερα από τον Σαίξπηρ, τι διάολο. Το θέμα είναι πόσοι είναι διατεθειμένοι να υποστούν τον σωρό από κείμενα-σκουπίδια σου, προκειμένου να βρουν το καλά κρυμμένο διαμαντάκι που θα τους αφήσει άφωνους με την ομορφιά του.

Η μαλακία είναι ότι δεν γράφω καν πρωτότυπα. Γράφω τα ίδια πράγματα που συζητάνε οι γέροι στα καφενεία, οι νοικοκυρές στο τηλέφωνο, οι νέοι στο Facebοοk, οι δημοσιοκάφροι στην τηλεόραση. Δύσκολο να ξεφύγεις από τη θεματική της εποχής, που πάντα περιστρέφεται γύρω από την οικονομία. Ξαφνικά γεμίσαμε οικονομολόγους, άνθρωποι οι οποίοι μέχρι χθες δεν ήξεραν την προπαίδεια, σήμερα παίζουν στα δάχτυλα τα CDS και παρακολουθούν καθημερινά την πορεία των spreads, λες και κατάπιαν όλη την ύλη της ΑΣΟΕΕ σε ένα βράδυ. Σε ρωτάνε οι φίλοι σου τι πιστεύεις για την οικονομική κατάσταση της χώρας, αν θα χρεωκοπήσουμε ή όχι, λες και εξαρτάται από σένα η απόφαση, και προσπαθείς με τρόπο να καλύψεις την ασχετοσύνη σου πετώντας τυχαίες αναφορές στο χρηματιστήριο, τις διεθνείς αγορές, τους οίκους αξιολόγησης και άλλες τέτοιες οικονομικές δυστοπίες, για να δείξεις κι εσύ ότι έχεις σοβαρή άποψη επί του θέματος, μολονότι Αρχές Οικονομίας διδάχτηκες μόνο στο σχολείο, κι εκεί έπιανες με το ζόρι τη βάση. Αλλά δε νιώθεις άσχημα, γιατί κατά βάθος ξέρεις ότι κι αυτοί το ίδιο κάνουν – όλοι το ίδιο κάνουν. Ας είμαστε ρεαλιστές: Ούτε καν οι οικονομολόγοι δεν ξέρουν τι τους γίνεται, πώς μπορείς να ξέρεις εσύ;

(βέβαια, εντελώς μεταξύ μας, αν οι οικονομολόγοι ήξεραν εν γένει τι τους γίνεται θα διάλεγαν ένα άλλο, πιο αξιοπρεπές επάγγελμα, όπως φτυαριστής σκατών στο κλουβί του Ντάμπο π.χ., αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία)

Οι οικονομολόγοι είναι σαν τους αξιωματικούς του Στρατού: Έχουν εκπαιδευθεί άριστα πάνω στο αντικείμενό τους, έχουν αποφοιτήσει magna cum laude, μόνο και μόνο για να καταλήξουν να κάθονται σε βαρετά γραφεία και να ταλαιπωρούν οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή μαζί τους με τις ανεφάρμοστες θεωρίες τους για όλα όσα έχουν πάει στραβά – οι οποίες πάντα καταφέρνουν να εξηγήσουν τι πήγε στραβά, αλλά ποτέ τι θα πάει στο μέλλον. Όταν καλούνται να προβλέψουν τι θα γίνει στο μέλλον σε σχέση με τον τομέα τους, αμφότεροι πέφτουν πάντα έξω. Κι αυτό γιατί άλλοι κινούν τα νήματα γι’αυτούς, και οι φοβερές θεωρίες που διδάχθηκαν και/ή επινόησαν με το κοφτερό τους μυαλό καταλήγουν στον κάδο της ανακύκλωσης, όπου θα τις βρουν στο μέλλον οι όμοιοί τους και θα αναρωτιούνται πώς μπορούσαν να λένε τέτοιες μαλακίες οι προκάτοχοί τους και θα σχηματίζουν νέες θεωρίες οι οποίες είναι καταδικασμένες να καταλήξουν επίσης στον κάδο της ανακύκλωσης, και ούτω καθ’εξής.

Υποθέτω ότι και ο ανθυπασπιστής μου ένας τέτοιος τύπος ήταν, κάτι του ξέφυγε στη ζωή του και κατέληξε στα σκατά (αν και, μεταξύ μας, τη στιγμή που αποφασίζεις να γίνεις στρατιωτικός έχεις ήδη κάνει το πρώτο αποφασιστικό βήμα και ακούς το απολαυστικό «πλατς» της κουράδας που συνθλίβεται κάτω από την αρβύλα σου). Και τώρα θα υπάρχουν ένα σωρό φαντάροι σαν εμένα που θα τον θυμούνται και θα γελάνε, και θα σκέφτονται ότι πάντα υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος στον πλανήτη που είναι σε χειρότερη μοίρα από αυτούς.

Ε, τι να κάνουμε. Καθείς εφ’ω ετάχθη.


Σεβασμός: η εκτίμηση που δείχνουμε σε κάποιο πρόσωπο για τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα και τα κάθε λογής προσόντα του (από εδώ)

Εμπιστοσύνη: πίστη στην καλή πρόθεση ή ικανότητα κάποιου (από εδώ)

Σεβασμός και εμπιστοσύνη. Δύο έννοιες που πολλοί παρεξηγούν στις μέρες μας, δείχνοντας σεβασμό και εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν αξίζουν τίποτα από τα δύο, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν ότι πρέπει να τους σεβαστούν και να τους εμπιστευτούν. Και όταν σέβεσαι και εμπιστεύεσαι κάποιον τυφλά, χωρίς να το αξίζει, οι συνέπειες μπορεί να είναι τρομακτικές.

Ας σκεφτούμε ένα παράδειγμα. Έναν πατέρα. Ο πατέρας είναι μία φιγούρα που αυτόματα εμπνέει σεβασμό και εμπιστοσύνη. Το παιδί δεν μπορεί παρά να σέβεται τον άνθρωπο χάρη στον οποίο (κατά 50%) ήρθε στον κόσμο, και δεν μπορεί παρά να τον εμπιστεύεται, καθώς όλοι ξέρουμε ότι ο πατέρας θα είναι πάντα εκεί για το καλό μας, να μας συμβουλεύσει, να μας προστατεύσει, να μας φροντίσει.

Ωστόσο, όπως πολλοί θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν (ευτυχώς, όχι εγώ), υπάρχουν και μπαμπάδες που δεν αξίζουν ούτε σεβασμό, ούτε εμπιστοσύνη από το παιδί τους. Όλοι ξέρουμε κάποια ιστορία για κάποιον τέτοιο πατέρα: Ένας πατέρας που βιάζει την κόρη του. Ένας πατέρας που πίνει και δέρνει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ένας πατέρας που δουλεύει όλη μέρα και σκόπιμα αποφεύγει να γυρίσει στο σπίτι για να μην τον πρήζει η γυναίκα του και τα παιδιά του με τα προβλήματά τους. Όλοι αυτοί οι πατεράδες έχουν το εξής κοινό: Αν και τους καλύπτει ο αυτόματος σεβασμός και η εμπιστοσύνη του παιδιού προς τον πατέρα, στην πραγματικότητα δεν τα αξίζουν. Μήπως, λοιπόν, δεν θα’πρεπε να τους κάνουμε αυτήν τη χάρη;

Εδώ είναι το λάθος: Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας αυτόματος σεβασμός. Πρόκειται για μία ανόητη κοινωνική σύμβαση. Γιατί ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη δεν έρχονται αυτόματα με την ανάληψη ενός ρόλου ή ενός τίτλου. Τον σεβασμό δεν τον κερδίζεις σε ένα βράδυ, ούτε μπορείς να τον απαιτήσεις από τους άλλους. Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη κερδίζονται κάθε μέρα, και αυτός που ζητάει να τον σέβονται και να τον εμπιστεύονται πρέπει να τους αποδεικνύει κάθε μέρα για ποιον λόγο πρέπει να τα κάνουν αυτά.

Και τώρα πάμε στο κυρίως θέμα: Ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη είναι δύο στοιχεία απαραίτητα για κάθε κυβέρνηση. Γιατί και αυτός που κυβερνά, ένας «πατέρας» είναι: Κάποιος που υπόσχεται ότι θα φροντίσει, θα προστατεύσει και θα συμβουλεύεσει τον λαό που τον ψήφισε. Και άρα, ως «πατέρας» αποκτά αυτήν την αυτόματη εμπιστοσύνη και τον αυτόματο σεβασμό.

Το πρόβλημα είναι το εξής: Αν τελικά αποδειχθείς κακός «πατέρας», ακόμα και αυτά τα στοιχεία που αποκτάς αυτόματα θα τα χάσεις, αναπόφευκτα. Γιατί το να κοροϊδέψεις έναν λαό είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο – αλλά το να τον διατηρήσεις σε αυτήν την κατάσταση για τέσσερα χρόνια είναι λίγο πιο δύσκολο.

Ας δούμε, τώρα, τη σημερινή κυβέρνηση. Αποσπώντας ένα σαρωτικό ποσοστό στις τελευταίες εθνικές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ είχε την πλήρη στήριξη μίας σημαντικής μερίδας του κοινού – και άρα, την εμπιστοσύνη τους. Ο σεβασμός, πάλι, ήταν λίγο πιο δύσκολη υπόθεση: Με έναν πρόεδρο που στην πλειοψηφία του κόσμου έχει καταγραφεί ως «ο άνθρωπος που δεν ξέρει να κάνει ποδήλατο», ακόμα και ο αυτόματος σεβασμός είναι πιο επιφυλακτικός. Όμως η θέση του ως πρωθυπουργού του έδινε τον απαραίτητο αυτόματο σεβασμό για να κάνει τη δουλειά του απρόσκοπτα.

Στην πορεία, κάτι πήγε στραβά. Η κυβέρνηση έκανε λάθη, φρικτά λάθη. Και τα λάθη φέρνουν έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού. Οι ίδιοι άνθρωποι που πριν από δύο χρόνια ψήφισαν «δαγκωτό» ΠΑΣΟΚ, τώρα χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο. Και φυσικά έχουν αποσύρει τόσο την εμπιστοσύνη, όσο και τον σεβασμό τους από το πρόσωπο του πρωθυπουργού (και από την κυβέρνηση εν γένει).

Όταν μία κυβέρνηση έχει χάσει τον σεβασμό του κόσμου, έχει δύο επιλογές: Είτε κάνει μία ύστατη προσπάθεια να τον επανακτήσει, είτε βυθίζεται αύτανδρη και κατεβαίνει σε εκλογές που είναι βέβαιο πως θα χάσει. Εσείς τι λέτε ότι προσπάθησε να κάνει αυτή η κυβέρνηση; Νομίζω ότι μαντέψατε σωστά.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κρατιέται με νύχια και με δόντια στην εξουσία, έχοντας απωλέσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, ακόμα και κάποιων μελών της. Πώς προσπαθεί να κερδίσει ξανά αυτήν την εμπιστοσύνη; Επικαλούμενη τον πατριωτισμό του κόσμου – επίκληση στο συναίσθημα, δηλαδή παράκαμψη της λογικής και κατευθείαν «επίθεση» στο θυμικό, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το κόλπο δεν πιάνει, όμως. Η κυβέρνηση έχει χάσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της, και αυτό καταδεικνύεται από δύο πρόσφατα γεγονότα:

– Οι αντιδράσεις του κόσμου μετά το πρόσφατο «χαράτσι» στα ακίνητα δείχνουν ότι έχασε οριστικά τον σεβασμό του. Δεν είναι τόσο η αδικία της εισφοράς – άδικα μέτρα υπήρξαν πολλά, και θα υπάρξουν και πάντα θα υπάρχουν. Είναι όμως ο τρόπος που επέλεξαν να επιβάλουν αυτήν την εισφορά: Μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ. Παραδεχόμενη ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να συλλέξει τις εισφορές με τον παραδοσιακό τρόπο, η κυβέρνηση καταφεύγει σε μία απίστευτη αλχημεία, συνδέοντας μία έκτακτη εισφορά για τα ακίνητα με τον λογαριασμό της ΔΕΗ, μόνο και μόνο για να εκφοβίσει τους πολίτες της και να τους αναγκάσει να πληρώσουν, αφού αν δεν το κάνουν θα μείνουν χωρίς ρεύμα. Είναι μία κίνηση δειλή, απερίσκεπτη, πανικόβλητη και άρα μία κίνηση που κάνει ακόμα και αυτούς που για κάποιον λόγο ακόμα έτρεφαν έστω κάποιον σεβασμό για την κυβέρνηση να τον χάσουν.

– Σήμερα είχαμε ένα άλλο ενδιαφέρον «χτύπημα»: Μία υπάλληλος της Στατιστικής Υπηρεσίας έκανε κάποιες πολύ σοβαρές καταγγελίες, υποστηρίζοντας λίγο-πολύ ότι η κυβέρνηση σκόπιμα «μαγείρεψε» τα οικονομικά δεδομενα όταν ανήλθε στην εξουσία, προκειμένου να μπει η χώρα στο μνημόνιο. Αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα – κι εγώ θα μπορούσα να βγω αύριο στα ραδιόφωνα και να πω ότι ο Βενιζέλος έχει κέρατα και ο Παπακωνσταντίνου ουρά. Δε θα με πίστευε κανείς, όμως. Γιατί όταν έχεις από τη μία πλευρά κάποιον εντελώς άγνωστο (και άρα εξ ορισμού αναξιόπιστο) και από την άλλη μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, το λογικό είναι η πλάστιγγα να γείρει υπέρ της κυβέρνησης. Για κάντε, όμως, μια έρευνα. Τι πιστεύουν οι περισσότεροι; Ποιος νομίζουν ότι έχει δίκιο; Μπορεί όλα αυτά να είναι μπούρδες και να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος ήταν εμπαθής, ή βαλτή, ή οτιδήποτε. Όμως το γεγονός ότι οι περισσότεροι είναι ανοιχτοί στο να βάλουν τον λόγο κάποιου άγνωστου και ανυπόληπτου ανθρώπου πάνω από τον λόγο της κυβέρνησης που οι ίδιοι έφεραν στην εξουσία, καταλαβαίνεις ότι πλέον δεν υπάρχει καμία απολύτως εμπιστοσύνη σε αυτήν την κυβέρνηση.

Χωρίς, λοιπόν, σεβασμό και εμπιστοσύνη, αυτή η κυβέρνηση καταρρέει. Και αν δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, είναι επειδή δεν της έχουμε δώσει τη χαριστική βολή. Δεν της έχουμε αποδείξει, δηλαδή, έμπρακτα ότι ούτε την εμπιστευόμαστε, ούτε τη σεβόμαστε. Αν, για παράδειγμα, γίνονταν αύριο εκλογές, θα καταποντιζόταν. Αλλά η κληρονομική δημοκρατία μας δε λειτουργεί έτσι, δυστυχώς ή ευτυχώς.

Πώς μπορούμε να αποδειξουμε έμπρακτα τα αισθήματά μας γι’αυτήν την κυβέρνηση; Αρνούμενοι να πληρώσουμε τις εισφορές που επιβάλλει. Με αυτόν τον τρόπο δείχνουμε ότι δεν τη σεβόμαστε (γιατί δείχνουμε μαζική ανυπακοή σε ένα άδικο μέτρο που μας επιβάλλει με τη δύναμη της εξουσίας της) και δεν την εμπιστευόμαστε (γιατί δείχνουμε ότι δεν μας πείθει η προσπάθειά της να «σώσει τον τόπο», όπως λέει). Και φυσικά της στερούμε ένα σημαντικό έσοδο, χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να παραμείνει στην εξουσία, σε συνδυασμό με την (αποδεδειγμένη, πια) έλλειψη σεβασμού και εμπιστοσύνης.

Θα μου πεις, «άντε και τους διώξαμε, τι θα γίνει; Θα έρθουν οι γαλάζιοι και θα κάνουν ακριβώς τα ίδια». Όχι. Είναι στο χέρι μας. Εμείς ψηφίζουμε, και εμείς θα αποφασίσουμε. Αν είμαστε ώριμοι ψηφοφόροι, θα δώσουμε την ψήφο μας εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω πού «πρέπει», αλλά ξέρω πού ΔΕΝ πρέπει: Στους ίδιους που μας έφεραν εδώ, ένα βήμα πριν τον λάκκο με τα σκατά. Αν τους ξαναψηφίσουμε, καλά να πάθουμε.

Ας ψηφίσουμε, επιτέλους, ανθρώπους που εμπνέουν σεβασμό και εμπιστοσύνη με το έργο τους. Και όχι με το επίθετό τους. Ας ωριμάσουμε ως ψηφοφόροι. Ήρθε η ώρα.

Επόμενη σελίδα: »