Σεπτεμβρίου 2014



Καθόμουν σε ένα παγκάκι στο πάρκο της γειτονιάς, μετά από μία δύσκολη μέρα στη δουλειά, χωρίς να κάνω τίποτα. Απλά κοίταζα ανέκφραστη το δέντρο απέναντι, ή τα παιδιά που έπαιζαν πιο πέρα, ή το νερό που ανεβοκατέβαινε στο βρώμικο σιντριβάνι. Απλά καθόμουν.

Κάποια στιγμή, ήρθε και κάθισε δίπλα μου ένας νεαρός. Πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα. Φορούσε μία χτυπητή κόκκινη μπλούζα, που έμοιαζε σαν να ήθελε να συγκεντρώσει όλα τα βλέμματα πάνω του, και ένα τζιν που ήταν σκισμένο σε κάποια σημεία. Χαμογελούσε με έναν τρόπο που με έκανε να νιώσω άβολα. Ενστικτωδώς, απομακρύνθηκα λίγο από αυτόν, μετακινήθηκα προς την άκρη, κρατώντας μία απόσταση ασφαλείας, απόσταση ευγένειας – όλοι αυτό δεν κάνουμε;

Εκείνος δεν κουνήθηκε. Απλώς με κοίταξε, χωρίς να χάσει εκείνο το μυστηριώδες χαμόγελο. Και μετά μίλησε.

– Πώς φαντάζεσαι το τέλος του κόσμου;

Δεν περίμενα ότι θα μου μιλούσε, και σε κάθε περίπτωση δε θα περίμενα ποτέ από έναν άγνωστο να μου κάνει μια τέτοια ερώτηση. Σάστισα. Γύρισα και τον κοίταξα με το πιο περίεργο βλέμμα που μπορεί να πετύχει άνθρωπος.

– Λέω, πώς φαντάζεσαι το τέλος του κόσμου;

Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι με ρωτούσε σοβαρά και περίμενε μία εξίσου σοβαρή απάντηση, όμως φαινόταν πως δεν αστειευόταν. Αφού συνέχισα να τον κοιτάζω το ίδιο περίεργα για λίγα δευτερόλεπτα, τελικά άνοιξα το στόμα μου.

– Εεεεεε… Ξέρω ‘γω… Όπως τα δείχνουν στις ταινίες. Θα πέσει κανένας μετεωρίτης, ή θα σβήσει ξαφνικά ο ήλιος και θα παγώσουμε… Κάτι τέτοιο.

Δεν έδειχνε ικανοποιημένος από την απάντησή μου. Συνέχισε να έχει την ίδια σχεδόν παρανοϊκή γκριμάτσα στο πρόσωπό του, την ώρα που άρχιζε να στρίβει ένα τσιγάρο.

– Έτσι λες, ε;

Κούνησα το κεφάλι καταφατικά, λες και με είχε πιάσει όμηρο και μου είχε δέσει το στόμα με ταινία λες και δεν είχα άλλο τρόπο να του απαντήσω.

– Εγώ ξέρεις πώς φαντάζομαι το τέλος του κόσμου;

Ήμουν πολύ περίεργη να ακούσω τι είχε να πει.

– Πώς;

Αυτή τη φορά ανασηκώθηκε, και μου φάνηκε σαν να σκοτείνιασε. Έκλεισε τον καπνό του και μου είπε:

– Όταν οι άνθρωποι θα πάψουν να μιλάνε μεταξύ τους.

Και έφυγε.


Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το τι είναι «ελευθερία». Για κάποιους, ελευθερία σημαίνει να μπορούν να κάνουν ό,τι γουστάρουν, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό: Νόμοι, κανόνες και οδηγίες να καταργούνται από τη δύναμη της θέλησης. Για άλλους, ελευθερία είναι να μην είναι κλεισμένοι στη φυλακή και να μπορούν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους. Και για κάποιους, ελευθερία είναι να έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις αυτό που θέλεις – ακόμα κι αν κάποιοι έχουν ήδη κάνει την προεπιλογή πριν από σένα, για σένα.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι κάπως δύσκολο να κρίνεις αντικειμενικά αν είσαι ελεύθερος ή όχι. Εσύ μπορεί να αισθάνεσαι ελεύθερος σε μία χούντα, ένας άλλος μπορεί να νιώθει φυλακισμένος στον παράδεισο, ένας τρίτος μπορεί να βρίσκει μία κλωστή ελευθερίας και να κρέμεται από αυτήν μέχρι να τελειώσει το κουβάρι, ένας τέταρτος μπορεί να επεξεργάζεται  τρόπους για να ανατρέψει μία δικτατορία που υπάρχει μόνο στο κεφάλι του.

Είμαστε περίεργα όντα οι άνθρωποι, όχι;

Το πρόβλημα με την ελευθερία είναι ότι αποτελεί απαραίτητο συστατικό για μία δημοκρατία, οπότε αν δεν ξέρουμε αν έχουμε ελευθερία, τότε δεν ξέρουμε και αν έχουμε δημοκρατία. Γίνεται δημοκρατία χωρίς ελευθερία; Προφανώς και όχι, αυτό είναι το νόημα. Άρα, αν μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση υποστηρίζει (και μάλιστα επίμονα) ότι το πολίτευμα της χώρας είναι η δημοκρατία, τότε σημαίνει ότι είμαστε και ελεύθεροι, και όσοι γκρινιάζουν ότι δε νιώθουν ελεύθεροι προφανώς έχουν κάποια προσωπική άποψη περί ελευθερίας που είναι πιο περιοριστική από την αντικειμενική (ποια;) και καλά θα κάνουν να σκάσουν, γιατί κάνουν κακό στη δημοκρατία – βέβαια, το να λες σε κάποιον να σκάσει δεν είναι και πολύ δημοκρατικό, αλλά προφανώς είναι κι αυτό ελευθερία.

Σε μία τέτοια δημοκρατική χώρα, βγαίνει σήμερα ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος στο οποίο ανήκει ο πρωθυπουργός της χώρας και διαμηνύει ότι αν πέσει η κυβέρνηση θα πάει να αποσύρει τα χρήματά του από την τράπεζα, προτρέποντας ουσιαστικά κάθε πολίτη να πράξει το ίδιο, γιατί λέει αν πέσει η κυβέρνηση θα ανέβει μετά στην εξουσία ένα κακό κόμμα που θα φέρει τον όλεθρο, την καταστροφή, την απελπισία, τον Γκοτζίλα.

Ποιος θα το φέρει αυτό το κόμμα στην εξουσία; Μα φυσικά ο λαός (δημοκρατία δεν έχουμε;), που προφανώς είναι σοφός όταν ψηφίζει Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, αλλά χαζός όταν ψηφίζει κάτι άλλο. Ελευθερία είναι και αυτό: Να σου λέει η σημερινή κυβέρνηση ότι αν δεν την ξαναψηφίσεις, θα γίνει κόλαση επί γης. Τι, σε αναγκάζει να την ψηφίσεις; Όχι. Απλά σε ενημερώνει (για το καλό σου βρε κουτό) ότι αν δεν την ψηφίσεις, θα καταστραφείς και θα βουλιάξεις σε έναν ατελείωτο ωκεανό θλίψης, εσύ και όλη σου η οικογένεια, και ο θάνατος θα είναι το πιο ευχάριστο που θα μπορεί να σου συμβεί σε αυτήν την περίπτωση.

Αλλά είπαμε: Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις ανάμεσα στη σωτηρία και την καταστροφή, ανάμεσα στο μέλλον και το παρελθόν, ανάμεσα στο φόβο και τον φόβο. Α, όχι: Στον φόβο δεν έχεις επιλογή. Σε κάθε περίπτωση, θα φοβάσαι: Θα φοβάσαι μη σου πάρουν το σπίτι (οι κομμουνιστές, ο ΕΝΦΙΑ, αναλόγως), θα φοβάσαι αν θα έχεις αύριο λεφτά στην τράπεζα, θα φοβάσαι μήπως σου χτυπήσουν το πρωί την πόρτα και σε γυρίσουν ανάποδα για να σου πάρουν μέχρι και τα ψιλά από τις τσέπες, θα φοβάσαι αν θα υπάρχει αύριο το σπίτι σου, η γειτονιά σου, η πόλη σου, η χώρα σου. Αν θα υπάρχεις εσύ. Ελευθερία μετά φόβου, ναι. Αλλά πάνω απ’ όλα, ελευθερία.

Πάνω απ’ όλα, ελευθερία.


Αναρωτιέμαι: Όταν θυμόμαστε κάποιον που έφυγε άδικα, για ποιον το κάνουμε; Για τους εαυτούς μας, για να νιώσουμε εμείς καλύτερα και να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που μας δίδαξε κάτι και δεν είναι πλέον εδώ για να μας το ξαναπεί ο ίδιος; Για τον ίδιο, ώστε να βεβαιωθούμε πως, αν και νεκρός, θα ζει πάντα μαζί μας κάθε φορά που τον σκεφτόμαστε; Για τους άλλους, ώστε να παραδειγματιστούν από την ιστορία του και να μάθουν κάτι που θα τους κάνει καλύτερους ανθρώπους; Ή απλά μια φορά το χρόνο, την επέτειο του θανάτου του, του κάνουμε ένα τυπικό μνημόσυνο για να βγει η υποχρέωση και μετά τον θυμόμαστε πάλι του χρόνου;

Υποθέτω ότι σε διαφορετικές περιπτώσεις ισχύουν διαφορετικές από τις παραπάνω απαντήσεις. Τι από τα παραπάνω όμως ισχύει για την περίπτωση του Παύλου Φύσσα;

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη δολοφονία (όχι το «θάνατο», το «χαμό» ή την «απώλεια», αλλά τη ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ) του Παύλου Φύσσα από το μαχαίρι του χρυσαυγίτη Ρουπακιά. Ένας χρόνος, 365 μέρες, ένα αυθαίρετο χρονικό διάστημα που μόνοι μας επινοήσαμε και αποφασίσαμε ότι είναι το ορόσημο της μνήμης, ότι τους νεκρούς μας θα τους θυμόμαστε επισήμως κάθε χρόνο μία φορά, και τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου είτε θα τους ξεχνάμε, είτε θα τους θρηνούμε σιωπηλά.

Όμως αυτός ο θρήνος δεν αξίζει να είναι σιωπηλός, ούτε για μία μέρα του χρόνου. Κάθε μέρα που κυκλοφορεί έστω και ένας φασίστας εκεί έξω και το μυαλό μας δεν πηγαίνει στη στυγνή δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι μία μαύρη μέρα για όλους μας. Κάθε μέρα πρέπει να θυμόμαστε αυτό που για χρόνια ξεχνούσαμε, και τώρα το βρίσκουμε μπροστά μας: Ότι ο φασισμός δεν είναι ένα ασπρόμαυρο καρέ σε ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του 1960, δεν είναι κλεισμένος σε κάποιο ξεχασμένο χρονοντούλαπο της ιστορίας, δεν είναι ένα φαινόμενο που ανήκει στο παρελθόν. Είναι μία πληγή που μας ακολουθεί και δε θα κλείσει ποτέ μόνη της.

Το να θυμόμαστε τα θύματα του φασισμού ρίχνει αλάτι στην πληγή μας, προκαλεί πόνο, αλλά το χρειαζόμαστε. Είναι αυτός ο πόνος που δε νιώθουμε όταν βρισκόμαστε στην ασφάλεια του σπιτιού μας, μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή, κι έτσι νομίζουμε ότι αυτός ο πόνος δεν υπάρχει – αν δεν τον νιώσουμε, τότε δεν υπάρχει, έτσι νομίζουμε. Όμως υπάρχει εκεί έξω, και όσο δεν τον νιώθουμε, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να πιαστούμε στον ύπνο. Πάλι.

Η αλήθεια είναι ότι δεν πήρα χαμπάρι πως πέρασε ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Άρχισα να βλέπω αφιερώματα και ρεπορτάζ για τη δολοφονία, και αναρωτιόμουν τι έγινε και θυμήθηκαν πάλι τα κανάλια τον Παύλο Φύσσα. Και τελικά είδα ότι πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος, 365 μέρες. Μου φαίνεται τρελό, νιώθω σαν να έγινε πριν από λίγες μέρες όλο αυτό, όμως έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος. Απίστευτο. Ο χρόνος μάλλον κυλάει περίεργα όταν έχεις το βλέμμα σου καρφωμένο εκεί.

Δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μη σκεφτώ τον Παύλο Φύσσα τον τελευταίο χρόνο. Μπορεί να μη μίλησα σε κανέναν, να μην έγραψα, να μη φώναξα, αλλά τον σκεφτόμουν, σιωπηλά, σχεδόν κρυφά. Ακόμα και στις διακοπές μου, όταν έβλεπα κάποιον με ξυρισμένο κεφάλι ή κάποιο περίεργο τατουάζ, τον σκεφτόμουν. Τον σκεφτόμουν για μένα, για να μην ξεχάσω ποτέ πού ζω και τι υπάρχει γύρω μου. Θα είχε νόημα να το φωνάζω; Να πιάσω έναν-έναν όσους ξέρω ή και αγνώστους και να τους ρωτάω αν θυμούνται τι έγινε στο Κερατσίνι και, αν δε θυμούνται, να προθυμοποιούμαι να τους το θυμίσω εγώ; Δεν ξέρω, ίσως. Ίσως και όχι.

Το θέμα, έτσι όπως το βλέπω, είναι το εξής: Αν μία τόσο στυγνή, καταφανώς φασιστική δολοφονία δεν αρκεί για να γυρίσει ένα κεφάλι, πώς θα το γυρίσει η δική μου φωνή ή η δική μου πένα ή ένα άδειο μικρόφωνο σε ένα κανάλι; Ή μία πορεία διαμαρτυρίας, ή εκατό χιλιάδες φέιγ βολάν, ή ένα κενό «ψόφα»;

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι μπορούμε να κάνουμε όσες πορείες θέλουμε, κάθε μέρα να οργανώσουμε τρεις πορείες, μία πρωινή, μία μεσημεριανή και μία βραδινή. να πάρουμε τις ντουντούκες και να ουρλιάζουμε όλη μέρα αντιφασιστικά συνθήματα, να γράψουμε βιβλία για το τι είναι ο φασισμός και πώς μπορούμε να τον νικήσουμε και να τα μοιράζουμε από πόρτα σε πόρτα, να κάνουμε εκπομπές στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο ίντερνετ, μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά, όμως τελικά μάλλον για μας τα κάνουμε μόνο. Για να θυμόμαστε εμείς και να νιώθουμε εντάξει με τον εαυτό μας που και σήμερα κάναμε το καθήκον μας, και μάλιστα κάναμε κάτι παραπάνω από το καθήκον μας, προσπαθήσαμε πραγματικά να αλλάξουμε δυο-τρία μυαλά – και ένα θα ήταν αρκετό. Όμως ούτε αυτό το ένα θα αλλάξει. Είμαστε μόνοι μας, όσοι κι αν είμαστε, με τους δαίμονές μας να μας στριγγλίζουν στο αυτί να μην ξεχάσουμε, κόντρα σε εκείνους που οι δαίμονές τους έχουν φροντίσει να τους βουλώσουν τα αυτιά για να μην ακούνε τίποτα άλλο πέρα από το παραλήρημα μέσα στο κεφάλι τους.

Για την πάρτη μας, λοιπόν. Και για τον Παύλο, που άθελά του έγινε ήρωας στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 από το χέρι ενός φασίστα.

Για μας. Μόνοι μας.


Δύσκολα μπορεί κανείς να μην παραδεχθεί ότι ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι ιδανική επιλογή για Ευρωπαίος επίτροπος της χώρας μας. Κανένας άλλος δεν έχει τόσο ευρωπαϊκό προφίλ: Καλοντυμένος, καλοδιατηρημένος, με δυνατότητα σχηματισμού μίας και μόνο έκφρασης στο πρόσωπο («κοιτάξτε-τι-γαμάτος-που-είμαι») και βαρετός όσο ένα παγάκι στην κατάψυξη, είναι λες και γεννήθηκε για αυτή τη δουλειά.

Αλλά και το χαρτοφυλάκιο που ανέλαβε, αυτό της Μετανάστευσης και των Εσωτερικών Υποθέσεων, είναι ιδανικό για έναν Έλληνα επίτροπο. Αν δεν ξέρουμε εμείς από μετανάστευση, που οι μισοί έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό και οι άλλοι μισοί ετοιμάζουμε βαλίτσες, ποιος ξέρει; Όσο για τις εσωτερικές μας υποθέσεις, εκεί τα πάμε τόσο καλά, που έχει καταλυθεί στην πράξη η δημοκρατία και δεν έχει ανοίξει ρουθούνι – αν δεν είναι αυτό επιτυχημένη διαχείριση των εσωτερικών υποθέσεων, τότε τι είναι;

Από την άλλη, δεν μπορεί και να μη σκεφτεί κανείς πόσοι άλλοι Έλληνες πολιτικοί θα μπορούσαν με αξιώσεις να διεκδικήσουν το πόστο του Έλληνα επιτρόπου, και μάλιστα αναλαμβάνοντας ένα χαρτοφυλάκιο που να ταιριάζει στην προσωπικότητά τους. Έχω ετοιμάσει μία σύντομη λίστα με εναλλακτικούς επιτρόπους κοινής αποδοχής και πανευρωπαϊκής εμβέλειας, σε περίπτωση που ο Δημήτρης Αβραμόπουλος πάθει κάτι σοβαρό (π.χ. του χαλάσει το μαλλί):

1. Άδωνις Γεωργιάδης: Επίτροπος Προγονοπληξίας, Υστερικού Παραληρήματος και Ακραίας Παραφροσύνης

2. Γεράσιμος Γιακουμάτος: Επίτροπος Βλαχομπαρόκ, Μαγκιάς, Κλανιάς και Αποστήματος

3. Σοφία Βούλτεψη: Επίτροπος Επικοινωνιακής Πανωλεθρίας, Παροιμιώδους Ασχετοσύνης και Στυλιζαρισμένης Χτενισιάς

4. Ευάγγελος Βενιζέλος: Επίτροπος Παρερμηνείας του Συντάγματος, Αρχομανίας και Διάσωσης Τομαριού

5. Γιώργος Παπανδρέου: Επίτροπος Νεποτισμού, Κηπουρικής και Μου Φάγαν το Μπιφτέκι Μου

6. Μιχάλης Ταμήλος: Επίτροπος Τυροβλαχιάς, Κουκουρούκου και Επαναπροσδιορισμού Ειδών Πρώτης Ανάγκης

7. Μάκης Βορίδης: Επίτροπος Ανατροπής. Αθώωσης Εγκληματιών και Πλυντηρίου Φασισμού

8. Ανδρέας Λοβέρδος: Επίτροπος Διαπόμπευσης, Κωλοτούμπας και Κατάργησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

9. Πέτρος Τατσόπουλος: Επίτροπος Σαβουρογαμίας, Ασφαλούς Σεξ και Αναστατωμένων Μαλλιών

10. Αργύρης Ντινόπουλος: Επίτροπος Τηλεοπτικών Παραθύρων, Γλίτσας και Εξοργισμένου Βλέμματος

11. Φώτης Κουβέλης: Επίτροπος Χασμουρητών, Αργής Κίνησης και Τρίτης Ηλικίας

Μπαλαντέρ – Κώστας Καραμανλής: Επίτροπος PlayStation, Μπριζόλας και Κωλοβαρέματος