Αύγουστος 2014



Ένα φάντασμα πλανάται αυτές τις μέρες πάνω από την πολιτική ζωή του τόπου μας. Ο Φώτης Κουβέλης. Ο οποίος φέρεται να προωθείται από την κυβέρνηση για επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, φιλοδοξώντας να συνεχίσει το δυναμικό σερί των σάψαλων που έχουν αναλάβει το πόστο αυτό από το 1974 και μετά.

Αν το σκεφτεί κανείς, δεν είναι κακή επιλογή. Εξάλλου, ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι να μη μιλάει, να μην κινείται, και να μην αναπέμπει νομοσχέδια, οπότε λίγοι θα ήταν καλύτεροι από τον Φώτη Κουβέλη σε αυτό. Σωστά; Λάθος.

Με μία πρόχειρη σκέψη, βρήκα 25 πρόσωπα, πράγματα, ζώα και φυτά που θα ήταν εξίσου ικανά ή και πολύ καλύτερα από τον Φώτη Κουβέλη για να αναλάβουν την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Και είναι τα εξής:

25. Ένα ρακούν

Γιατί αν κατέβαινε στις εκλογές ένα ρακούν, χαμηλότερο ποσοστό από τη ΔΗΜΑΡ αποκλείεται να έπιανε.

24. Ένα σκιάχτρο

Γιατί τα σκιάχτρα διώχνουν τα κοράκια, δεν τα τραβάνε πάνω τους.

23. Ένας χιονάνθρωπος

Γιατί τουλάχιστον για έναν ή δύο μήνες το χρόνο θα έδειχνε εντός κλίματος.

22. Μία πατάτα

Γιατί όπως ο Φώτης Κουβέλης είναι ο πιο δημοφιλής πολιτικός στα γκάλοπ, έτσι και η πατάτα είναι το πιο δημοφιλές λαχανικό – μόνο που τις πατάτες όντως τις αγαπάμε.

21. Ένα δεκανίκι

Γιατί κάνει την ίδια δουλειά με τον Φώτη Κουβέλη, αλλά είναι πιο σταθερό.

20. Μία κατσαρίδα

Γιατί αν γίνει κάποτε πυρηνική καταστροφή, θα είναι η μόνη κατσαρίδα με πολιτική εμπειρία, και θα έχει ελπίδες να γίνει πλανητάρχης και να δοξάσει την Ελληνική Δημοκρατία.

19. Ένας φίκος

Γιατί τουλάχιστον όταν φυσάει, τα φύλλα του κουνιούνται λίγο.

18. Ένας νάνος κήπου

Γιατί οι νάνοι είναι της μόδας τώρα, χάρη στο Game of Thrones.

17. Ένα προφυλακτικό

Γιατί τα προφυλακτικά είναι χρήσιμα τουλάχιστον για δύο πράγματα (ως μέθοδος αντισύλληψης και ως μπαλόνια σε πάρτυ), κι έτσι κερδίζουν τον Φώτη Κουβέλη με 2-0.

16. Ο Βασίλης Λεβέντης

Γιατί διαχρονικά, ο ηγέτης της Ένωσης Κεντρώων έχει πέσει πολύ πιο μέσα στις προβλέψεις του.

15. Ένας πιγκουίνος

Γιατί οι πιγκουίνοι είναι αξιοπρεπή πλάσματα και δε θα δεχόντουσαν ποτέ να συνεργαστούν με τον Σαμαρά ή/και τον Βενιζέλο.

14. Ο Σούπερ Μάριο

Γιατί αν είναι να επιλέξεις μουστάκι για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διάλεξε το σωστό μουστάκι.

13. Ένα σαλιγκάρι

Γιατί τα σαλιγκάρια είναι πιο δραστήρια και διαθέτουν πιο έντονη προσωπικότητα από τον Φώτη Κουβέλη.

12. Ένα iPhone

Γιατί θα κόστιζε πολύ λιγότερο – ακόμα κι αν κάθε χρόνο αγοράζαμε τη νέα βερσιόν.

11. Ένα πουκάμισο αδειανό

Δε χρειάζεται καν μια Ελένη.

10. Μία αγελάδα

Το σπινθηροβόλο βλέμμα μίας αγελάδας θα μάγευε τα πλήθη, κάτι που δεν μπορεί να πει κανείς και για το βλέμμα του Φώτη Κουβέλη.

9. Ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης

Γιατί και το κουλούρι Θεσσαλονίκης πάει με όλα, αλλά με την καλή έννοια.

8. Ένα πλυντήριο

Γιατί όπως και να το δεις, παίρνει περισσότερες στροφές.

7. Μία πάπια

Γιατί μία πάπια έχει καλή δικαιολογία για να κάνει την πάπια 24 ώρες το 24ωρο.

6. Ένα μικρόφωνο

Γιατί όταν δίνεις μικρόφωνο στον Κουβέλη, πιο πιθανό είναι να κάνει ενδιαφέρουσα δήλωση το μικρόφωνο παρά ο Κουβέλης.

5. Ένα πιτόγυρο

Γιατί, αν μη τι άλλο, θα ήταν το μοναδικό πρόσωπο κοινής αποδοχής από όλα τα κόμματα και με τη συναίνεση σύσσωμου του ελληνικού λαού.

4. Ο Πασχάλης

Γιατί αν προσέχει πού βάζει την υπογραφή του το ίδιο με το πού βάζει το πουλί του, τότε είναι ιδανικός για τη θέση.

3. Ο Κώστας Καραμανλής

Γιατί διαθέτει τη μέγιστη δυνατή τεχνογνωσία στη βασική αρμοδιότητα ενός Προέδρου της Δημοκρατίας, που είναι να μην κάνει τίποτα.

2.Ένα Furby

Γιατί αυτά που λέει ένα Furby βγάζουν περισσότερο νόημα από αυτά που λέει συνήθως ο Φώτης Κουβέλης.

1. Ένα πλακάκι μπάνιου

Γιατί αναμφίβολα διαθέτει μεγαλύτερο κύρος και προσωπικότητα από τον Φώτη Κουβέλη.


Ένα από τα πλέον ανεξήγητα ανθρώπινα χαρακτηριστικά είναι η μανία μας να κάνουμε πράγματα που ξέρουμε από πριν ότι θα μας ενοχλήσουν, θα μας εκνευρίσουν, θα μας ρίξουν σε κατάθλιψη, θα μας καταστρέψουν.

Άλλος το ρίχνει στο ποτό, άλλος στο τσιγάρο, άλλος στο φαγητό, άλλος στα ναρκωτικά, άλλος κάθεται και διαβάζει σχόλια αναγνωστών σε διάφορα sites. Και αυτό το τελευταίο μπορεί να μοιάζει ξεκάρφωτο, αλλά μάλλον είναι πιο καταστροφικό από τα άλλα.

Όπως και σε κάθε κακή συνήθεια, δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κάνει να υποκύπτω κάθε φορά στον πειρασμό. Διαβάζω ένα άρθρο σε κάποια ενημερωτική ιστοσελίδα, βλέπω ένα βίντεο στο YouTube, παρατηρώ ένα καλό post στο Facebook ή σε ένα blog. Και αντί να σταματήσω εκεί και να πατήσω το γαμημένο το Χ στην καρτέλα του Chrome, καταλήγω πάντα, με μαθηματική ακρίβεια, να διαβάζω τα σχόλια από κάτω.

Τώρα, θεωρητικά το να διαβάζεις τα σχόλια των άλλων είναι μία καλή ιδέα. Το Internet έχει αυτή τη δυνατότητα που δεν μπορούσες να έχεις με τις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις: Δεν μπορείς να σχολιάσεις ένα άρθρο μίας εφημερίδας, ούτε να διαβάσεις τα σχόλια των αναγνωστών από κάτω. Ούτε μπορείς να σχολιάσεις ένα ρεπορτάζ στην τηλεόραση ή να δεις τι έχουν να πουν οι άλλοι θεατές σχετικά με αυτό. Αλλά στο Internet ο καθένας μπορεί να σχολιάσει ένα άρθρο, να πει τη γνώμη του για ένα βίντεο, να εκφραστεί ελεύθερα για αυτό που μόλις είδε ή διάβασε. Δεν είναι υπέροχο αυτό;

Όχι, δεν είναι. Γιατί όπως γνωρίζει ο καθένας που έχει την ίδια κακή συνήθεια, το να διαβάζεις σχόλια κάτω από άρθρα στο Internet είναι εξίσου ψυχοφθόρο με το να βλέπεις σε βίντεο να ξεκοιλιάζουν κάποιον κακομοίρη και να τρώνε τα άντερά του, χωρίς να μπορείς να πατήσεις pause.

Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο: Μόνο ένα στα δέκα σχόλια που θα διαβάσεις σε οποιοδήποτε site αξίζουν τον κόπο. Τα τρία στα δέκα είναι για πέταμα, και τα υπόλοιπα έξι είναι για πέταμα, κάψιμο σε κλίβανο και επιβολή στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων στον σχολιαστή. Για κάποιο λόγο που δεν είμαι σίγουρος ότι κατανοώ (πέρα φυσικά από την αδιαμφισβήτητη υπεροχή και επικράτηση της βλακείας έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε κάθε δεδομένη περίπτωση), οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν κάτι αξιόλογο να πουν δεν κάνουν σχόλια σε sites και blogs, ενώ αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα που να εμπεριέχει περισσότερο νόημα από όσα θα έγραφε η γάτα μου αν περπατούσε πάνω σε τυχαία κουμπιά στο πληκτρολόγιο μοιάζουν να είναι μονίμως online, με το δάχτυλο στο Enter για να πουν την παπαριά τους.

Αν υπήρχε μία εφαρμογή που να δίνει φωνή στα σχόλια σε ένα κείμενο στο Ιnternet, ο ήχος που θα ακουγόταν στις περισσότερες περιπτώσεις θα έμοιαζε με άναρθρες κραυγές σε γήπεδο. Και μάλιστα σε γήπεδο με οπαδούς πολλών ομάδων ανάμικτους μέσα στην ίδια εξέδρα, για να μπορούν να πλακώνονται πιο εύκολα. Γιατί ειδικά στο YouTube, τα βίντεο κάτω από τα οποία δεν τσακώνονται το λιγότερο δύο τύποι στα σχόλια είναι πιο σπάνια και από τον φτερωτό σκαντζόχοιρο της Σιβηρίας. Πολλά νεύρα, ρε παιδί μου. Ίσως επειδή το να πεις “άμα είσαι άντρας βγες έξω να λογαριαστούμε” δεν περνάει στο Internet.

Αλλά να ‘μαι πάλι να διαβάζω τα σχόλια κάτω από ένα άρθρο σχετικά με έναν άνθρωπο που αυτοκτόνησε και τώρα η πανάγαθη εκκλησία αρνείται να τον θάψει. “Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι εφόσον απαρνούνται τη ζωή άρα απαρνούνται και το Χριστό που είναι η Ζωή, το Φως”, μας εξηγεί η εν Χριστώ γκάου-μπίου αδελφή στα σχόλια, ενώ από κάτω κάποιος σχολιάζει ότι κάπως έτσι γυρνάμε στο 1.800 προ Χριστού – μπα, μια χαρά ήταν τότε, θα απαντούσα εγώ. Αλλά δε θα το κάνω. Γιατί δε μου αρέσει καθόλου να μπλέκομαι με τα σχόλια – αν το μπλέξιμο με τα πίτουρα σε οδηγεί κατευθείαν στο στομάχι της κότας, το μπλέξιμο στα σχόλια σε οδηγεί στα νύχια των επαγγελματιών του είδους. Τόσα χρόνια, στο YouTube έχω κάνει ένα και μόνο σχόλιο σε ένα βίντεο. Όταν σε μία τηλεοπτική εκπομπή ο Κώστας Βαξεβάνης έκανε ρόμπα τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Τότε πραγματικά ένιωσα ότι είχα κάτι να πω – από τότε δε μου έχει ξανατύχει.

Όταν πρωτοξεκίνησα στο Internet, τα σχόλια μου άρεσαν. Τώρα πια, τα σιχαίνομαι. Αλλά εξακολουθώ να τα διαβάζω – μπορώ να πω ότι πολλές φορές περνάω περισσότερη ώρα διαβάζοντας τα σχόλια ενός κειμένου, παρά το ίδιο το κείμενο. Και ακόμα χειρότερα: Τα διαβάζω με ακόμα μεγαλύτερη μανία όταν ξέρω πως αυτά που θα διαβάσω δε θα μου αρέσουν καθόλου. Αρρώστια που δε γιατρεύεται.

Αν ακούσει κανείς για κάποιο κέντρο απεξάρτησης από τα σχόλια στο Internet, ενδιαφέρομαι.


Η συμπλήρωση 70 χρόνων από το Μπλόκο της Κοκκινιάς μάλλον πέρασε στα ψιλά από τα περισσότερα παραδοσιακά ΜΜΕ, που δε συγκινούνται ιδιαίτερα από κάτι τέτοιες επετείους, ίσως επειδή στο Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν πέθανε κανένας Μπόμπολας, κανένας Ψυχάρης, κανένας Πρετεντέρης, αλλά χιλιάδες ανώνυμοι πολίτες – και όπως ξέρουμε καλά, ένας θάνατος είναι τραγωδία, αλλά χίλιοι θάνατοι είναι στατιστική, και οι στατιστικές δε χωράνε στα δελτία ειδήσεων, εκτός κι αν δείχνουν πόσο καλά τα έχει καταφέρει η κυβέρνηση Σαμαρά.

Ευτυχώς, στο Internet έγιναν αρκετά αφιερώματα, τα οποία είναι πολύ διδακτικά για όλους όσους δεν έχουν ακούσει τίποτα για το Μπλόκο της Κοκκινιάς, και δεν είναι καθόλου λίγοι.

Αν ρωτήσεις σήμερα έναν 18χρονο για το Μπλόκο της Κοκκινιάς, το πιθανότερο είναι να σου πει ότι είναι κλασικό αστυνομικό μπλόκο για αλκοτέστ που είναι γνωστό στην πιάτσα και οι οδηγοί φροντίζουν να το αποφεύγουν αν τα έχουν τσούξει. Κι αυτό γιατί ένας 18χρονος στην Ελλάδα περνά 12 χρόνια σε ένα θρανίο, για να μάθει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη ζωή του Χριστού, της Παναγίας, του Αγίου Πέτρου, του Αγίου Παύλου, του Αγίου Πούτσου και κάθε πιθανού και απίθανου μικρού ή μεγάλου προφήτη του Χριστιανισμού, όμως δε μαθαίνει ποτέ για το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Επίσης, έχει μάθει τα πάντα για το λαμπρό παρελθόν της Ελλάδας πριν από δυόμισι και βάλε χιλιετίες, αλλά δεν έχει ιδέα για το τι συνέβη σε αυτή τη χώρα πριν από 70 μόλις χρόνια. Εκτός, φυσικά, και αν φιλοτιμηθεί να διαβάσει ένα αξιοπρεπές εξωσχολικό βιβλίο ιστορίας – αλλά πόσοι είναι αυτοί, αλήθεια;

Είναι τραγικό, αλλά για να μάθεις Ιστορία πρέπει να ξεχάσεις όλα όσα έμαθες στο σχολείο. Γιατί προφανώς ο στόχος του σχολείου δεν είναι να σου μάθει σωστή Ιστορία, αλλά την Ιστορία που «πρέπει». Όπως στόχος του σχολείου δεν είναι να σου μάθει τι λέει η κάθε θρησκεία και να αποφασίσεις ελεύθερα από μόνος σου ποια επιλέγεις (αν φυσικά επιλέξεις κάποια), αλλά να σε κατηχήσει στη μία και μοναδική και αιώνια και αδιαμφισβήτητη Ορθοδοξία.

Ξέρεις, κανένας πρωθυπουργός, κανένας πρόεδρος και (κυρίως) κανένας δικτάτορας δε θα ήθελε να έχει να κάνει με έναν μορφωμένο λαό, γιατί οι μορφωμένοι λαοί είναι επικίνδυνοι. Οπότε δεν είναι να απορείς που το εκπαιδευτικό σύστημα, όχι μόνο στην Ελλάδα φυσικά, είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μαθαίνεις αρκετά για να μπορείς να γράψεις και να διαβάσεις, αλλά όχι και αρκετά για να μπορείς να διαβάσεις πίσω από τις γραμμές.

Που σημαίνει ότι αν θέλεις να μάθεις, θα πρέπει να ψάξεις. Και πόσοι είναι διατεθειμένοι να ψάξουν; Ε, όχι και πάρα πολλοί. Άλλωστε να ψάξουν τι; Να διαβάσουν Ιστορία; Που το σχολείο τους έκανε να τη μισήσουν ως το πιο βαρετό και δύσκολο μάθημα του σχολείου; Που αντί να διαβάσουν για το πώς εξελίχθηκε η διπλωματία κατά τη διάρκεια του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πρέπει απλά να αποστηθίσουν πότε υπεγράφη το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ ή η Συνθήκη της Λωζάνης;

Άσε, πού να μπλέκεις. Άλλωστε, αυτά συνέβαιναν παλιά, τι μας νοιάζουν σήμερα; Έχουμε εμφύλιο; Έχουμε δικτατορία; Έχουμε φασίστες; Έχουμε δωσίλογους; Όχι. Δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Στο 2014 ζούμε, διάολε. 70 χρόνια μετά από το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Και 192 χρόνια μετά τη μάχη στα Δερβενάκια. Και 561 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Και 2.504 χρόνια μετά τη μάχη του Μαραθώνα.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο Μπλόκο της Ιστορίας, που ποτέ δε θα το μάθεις, γιατί δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία που έγινε, οπότε δεν έχεις κι εσύ τι να αποστηθίσεις. Αν δεν μπορείς να το παπαγαλίσεις, δεν είναι Ιστορία. Τουλάχιστον όχι σχολική.


Σήμερα συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Athens 2004, θυμάσαι; Θυμάσαι εκείνη την εποχή που όλο μαθαίναμε νέες λέξεις; “Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη”, “Στέγαστρο Καλατράβα”, “Κωπηλατοδρόμιο”, τέτοια πράγματα.

Θυμάσαι που πεταχτήκαμε από τους καναπέδες μας και πανηγυρίζαμε όταν ανακοινώθηκε ότι το 2004 οι Ολυμπιακοί θα επέστρεφαν στο “σπίτι” τους για πρώτη φορά μετά το 1896; Που θα μπορούσε να είχε γίνει πιο όμορφο, στα 100 χρόνια ακριβώς, αλλά μας έφαγαν τα αμερικάνικα συμφέροντα και τους πήρε η Ατλάντα;

Θυμάσαι τα διθυραμβικά εξώφυλλα των εφημερίδων, που εκθείαζαν την Ελλάδα και σκόρπιζαν απλόχερα χρυσόσκονη εθνικής υπερηφάνειας πάνω από το γκρίζο μας, και νομίζαμε ότι έβρεχε χρυσάφι και πήγαμε να φέρουμε κουβάδες να το μαζέψουμε, αλλά τελικά ήταν μόνο χρυσόσκονη;

Θυμάσαι που οι κακοί ξένοι μας επιβουλεύονταν και έβγαζαν εκείνα τα άθλια ρεπορτάζ, ότι και καλά η Αθήνα δεν είναι ασφαλής, και ότι οι εγκαταστάσεις δε θα είναι έτοιμες στην ώρα τους, και ότι υπάρχουν σκέψεις να μας πάρουν τους Ολυμπιακούς -άκου θράσος, να μας πάρουν τους Ολυμπιακούς ΜΑΣ- και να τους διοργανώσουν αλλού, όμως εμείς τους διαψεύσαμε όλους με το συρτάκι μας, που ξεκινά σιγά-σιγά και σταρχίδιαμας, αλλά μετά τρέχουμε και ξεβιδωνόμαστε στο χορό, κι έτσι τελευταία στιγμή ήταν όλα έτοιμα και τους κλείσαμε τα στόματα, που τόλμησαν να πουν κακό για την Ελλαδάρα μας, που δεν ήταν πια ελλαδίτσα, αλλά Ελλαδάρα, με Ε κεφαλαίο και με χρυσά γράμματα, γιατί τώρα η Ελλαδάρα μας είχε μπει για τα καλά στον παγκόσμιο χάρτη και δεν ήταν απλά μία κουκίδα, αλλά το κέντρο του κόσμου;

Θυμάσαι εκείνη την όμορφη τελετή έναρξης, που όχι, δεν ήταν κιτς όπως έλεγαν μερικοί, αλλά ανέδειξε το μεγαλείο του Ελληνισμού, ναι, με κεφαλαίο το Ε και με χρυσά γράμματα, και το ρίγος που σε διαπέρασε όταν άναψε εκείνη η φλόγα μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο, και ζέστανε τις καρδιές όλου του κόσμου, όχι μόνο των Ελλήνων, γιατί είμαστε τόσο μεγαλόψυχοι οι Έλληνες που έχουμε αρκετή ζεστασιά για να ζεστάνουμε ακόμα και τους Εσκιμώους της Ανταρκτικής ή όπου σκατά ζούνε, χεστηκαμεκιόλας;

Θυμάσαι που πήγαν να μας παγιδέψουν οι αλήτες και να αμαυρώσουν τους κορυφαίους μας αθλητές, τη Θάνου και τον Κεντέρη, ότι δήθεν πήγαν να αποφύγουν έλεγχο ντόπινγκ, ενώ οι καημένοι απλώς είχαν ατύχημα με το μηχανάκι, και πόσο ανθέλληνες ήταν αυτοί που διέδιδαν τέτοια ψέματα, και πόσο φανερή ήταν η σκευωρία για να χάσει η Ελλάδα μας δύο μετάλλια, και στο κάτω-κάτω της γραφής τι δουλειά είχαν να πάνε να τους κάνουν τεστ ντόπινγκ πριν τους Ολυμπιακούς, μετά τους αγώνες δεν το κάνουν το τεστ, στο ποδόσφαιρο έτσι γίνεται πάντως, και δεν κατάλαβα δηλαδή, ποια είναι αυτή η WADA, Γουάντα, Ρουάντα, πώς σκατά τη λένε που θα έρθει να μας υποδείξει ποιος είναι ντοπέ στην ίδια του τη χώρα, μα κανένας σεβασμός τέλος πάντων στη χώρα που γέννησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τη Δημοκρατία και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη;

Θυμάσαι τα χρυσά τα μετάλλια που επιβεβαίωσαν την κυρίαρχη θεωρία ότι το ελληνικό το DNA είναι σπέσιαλ και κάνει όσους το διαθέτουν πρωταθλητές στο τρέξιμο, το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και την παχυσαρκία, και τις θριαμβευτικές δηλώσεις, και τις συνεντεύξεις, που δεν έλεγαν “για την Ελλάδα ρε γαμώτο”, αλλά εννοείται ότι για την Ελλάδα ρε γαμώτο τα έκαναν όλα, και δώστου τα παθιάρικα φιλιά στα μετάλλια, και δώστου τους γύρους του θριάμβου, και δώστου του Έλληνα εθνική υπερηφάνεια και μπορεί να ζήσει και χωρίς φαγητό για ένα μήνα, αρκεί να γεμίσει το στομάχι του και τα άλλα γαλάζια όργανα του σώματός του με αγνή, αμόλυντη, άσπιλη εθνική υπερηφάνεια;

Τα θυμάσαι, ε; Φυσικά και τα θυμάσαι, κουφαλίτσα, δεν ξεχνιούνται αυτά. Μήπως θυμάσαι και ποιος και πόσα πλήρωσε για όλα αυτά; Μήπως θυμάσαι τι έχουν απογίνει όλα αυτά που πλήρωσες, δέκα χρόνια μετά; Μήπως θυμάσαι πόσοι πέθαναν σε εργατικά ατυχήματα για να κατασκευαστούν όλα αυτά; Μήπως θυμάσαι ποιοι έβαλαν στην τσέπη τους λεφτά από αυτήν την ιστορία χωρίς να τα δικαιούνται;

Μπα, μάλλον δεν τα θυμάσαι αυτά. Και είναι απόλυτα λογικό, γιατί πώς να θυμάσαι κάτι που δεν έμαθες ποτέ;

Το μόνο που σου έχει μείνει από τους Ολυμπιακούς του 2004 ήταν εκείνη η λαμπρή εθνική υπερηφάνεια, σε όλες τις εκφάνσεις της. Και ούτε που καταλαβαίνεις ότι αυτή η ύψιστη στιγμή εθνικής υπερηφάνειας ήταν παράλληλα και η στιγμή που η ένδοξη ελληνική σαπίλα έφτασε στο αποκορύφωμά της, και ήταν μία στιγμή για την οποία δεν είχες κανέναν, ούτε έναν λόγο να είσαι υπερήφανος, όμως σε είχαν εκπαιδεύσει να κορδώνεσαι για το παραμικρό ψήγμα υπερηφάνειας που μπορούσαν να εντοπίσουν σε οτιδήποτε, κι αν δεν υπήρχε, απλά πετούσαν κομμάτια ολόκληρα υπερηφάνειας για να σε πετύχουν κατακέφαλα και να πιστέψεις κι εσύ ότι ναι, είσαι υπερήφανος για τη χώρα σου, για τη λεβεντιά σου, για το φιλότιμό σου, για την γκρικ φιλοξένια σου και για όλες εκείνες τις λέξεις που δε μεταφράζονται στα αγγλικά και σε καμία άλλη γλώσσα, γιατί μόνο οι Έλληνες είμαστε φιλότιμοι, λεβέντες και φιλόξενοι – είπαμε, το σπέσιαλ ντιενέι (γιατί να το γράφουμε στα εγγλέζικα αφού έχουμε δικό μας, γαμάτο αλφάβητο, έτσι;).

Και αντί να συνειδητοποιήσεις ότι αυτή η κούφια, αδικαιολόγητη υπερηφάνεια ήταν που σε μεγάλο βαθμό σε έχει φέρει στην κατάσταση που βρίσκεσαι, κατεστραμμένος οικονομικά, σε μία κατεστραμμένη κοινωνία που κυβερνούν κατεστραμμένοι άνθρωποι, εσύ ψάχνεις πάλι λόγους για να νιώθεις εθνικά υπερήφανος και να δικαιολογήσεις την παρουσία σου σε αυτόν τον κόσμο, μια και ξέρεις κατά βάθος ότι ποτέ δε θα καταφέρεις να αφήσεις τίποτα πίσω σου στο τέλος, παρά μία ταφόπλακα στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών, που κι αυτή θα την ξηλώσουν μετά από λίγα χρόνια για να φυτέψουν μία καινούργια.

Άντε γαμήσου, ελληνάρα. Άντε γαμήσου.


Δεν ξέρω αν υπάρχει επισήμως κάποιο αναγνωρισμένο σύνδρομο που να λέγεται «σύνδρομο του θλιμμένου παλιάτσου», ή κάπως έτσι, ή απλά είναι κάτι που έχω βγάλει από το κεφάλι μου. Ίσως να είναι κάποια μορφή κατάθλιψης, μία περίεργη μορφή κατάθλιψης που δε βγαίνει προς τα έξω, που δε σε αφήνει να τη βγάλεις προς τα έξω. Όπως ο παλιάτσος οφείλει να βγαίνει στη σκηνή για να διασκεδάσει το κοινό του, ακόμα κι αν πέντε λεπτά νωρίτερα έμαθε ότι ξεκληρίστηκε ολόκληρη η οικογένειά του σε τροχαίο, και επιτελεί το καθήκον του στο ακέραιο, πριν επιστρέψει στο καμαρίνι του και ξεσπάσει σε γοερά κλάματα.

Είχα γράψει ένα ποίημα προς τιμήν του άγνωστου θλιμμένου παλιάτσου στο σχολείο, και είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που έγραψα στο σχολείο και δεν έχω αποκηρύξει ακόμα. Πολλές φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις τη δυστυχία που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο, τα δάκρυα που καλύπτονται από ένα δυνατό γέλιο ή τις τραγικές ιστορίες που σκεπάζονται από ένα καλό ανέκδοτο. Και όταν τα καταλαβαίνεις όλα αυτά με τον πιο τραγικό τρόπο, είναι πια αργά.

Οι κωμικοί ηθοποιοί, ως σύγχρονοι παλιάτσοι, υποφέρουν συχνά από κατάθλιψη. Και αν σε κάποιους είναι πιο φανερό (εντάξει, ο Γούντι Άλεν βγάζει μάτι), άλλοι το κρύβουν καλύτερα. Τόσο καλά, που όταν το μαθαίνεις να λες «μα δε γίνεται, αυτός όλο γελάει, τόσο πρόσχαρος άνθρωπος, από πού κι ως πού να είναι καταθλιπτικός;».

Είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, γιατί ακριβώς οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο τους υποδειγματικά, όχι μόνο στις ταινίες τους, αλλά και κάθε φορά που τους τραβάει η κάμερα – σε συνεντεύξεις, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, οπουδήποτε δημόσια. Και μετά γυρίζουν στο σπίτι τους και εκεί βγάζουν τον πραγματικό τους εαυτό – αν έχουν καταφέρει να τον κρατήσουν, φυσικά. «Αν μου ζητήσεις να υποδυθώ τον εαυτό μου, δε θα ξέρω τι να κάνω. Δεν ξέρω ποιος ή τι είμαι», είχε δηλώσει ο Πίτερ Σέλερς, πριν πεθάνει σε ηλικία 54 ετών, βασανισμένος από κατάθλιψη και ποιος ξέρει τι άλλο.

Τουλάχιστον ο Ρόμπιν Γουίλιαμς άντεξε λίγο παραπάνω. Έφυγε στα 63 του χρόνια – πιθανότατα αυτοκτόνησε. Το γιατί μπορεί να μην το μάθουμε ποτέ, αλλά το ότι πάλευε με την κατάθλιψη είναι ένα hint.

Προσπαθούσα να σκεφτώ ηθοποιούς που να με έχουν επηρεάσει και να έχω αγαπήσει περισσότερο από τον Ρόμπιν Γουίλιαμς. Δυσκολεύτηκα πολύ. Δύσκολα βρίσκεις τόσο πολυδιάστατο ηθοποιό. Που να παίζει με την ίδια ευκολία την κυρία Doubtfire ή τον μισότρελο Άλαν Πάρις στο Jumanji, και σε ταινίες όπως ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ, τα Ξυπνήματα ή εκείνο το παραγνωρισμένο The Final Cut, που μπορεί να μη θυμάται κανένας άλλος πια.

Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς πρωταγωνιστούσε στην πρώτη ταινία που είδα σε κινηματογράφο, το Hook. Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια με το Jumanji. Τον Ρόμπιν Γουίλιαμς πήγα να δω μόνος στο σινεμά μία Παρασκευή μετά το σχολείο, όταν έπαιζε το «Θα σε βρω στον Παράδεισο». Και βέβαια αργότερα ανακάλυψα τα «Ξυπνήματα», τον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», εκείνες τις ταινίες που τότε ήμουν πολύ μικρός για να εκτιμήσω.

Αλλά ακόμα και όταν έπαιζε σε «σοβαρές» ταινίες, δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις από το μυαλό σου ότι ήταν κωμικός ηθοποιός – θυμάμαι πόσο αταίριαστος μου φαινόταν στο Insomnia, σαν «κακός». Ο Ρόμπιν Γουίλιαμς δεν είχε φάτσα κακού. Με τίποτα.

Αν μπορούσα, σήμερα θα διοργάνωνα έναν μαραθώνιο ταινιών του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Θα ξεκινούσα από το Hook και το Jumanji, και θα κατέληγα να δω μέχρι και το Flubber ή το Old Dogs. Ίσως κάποια μέρα. Για τον αγαπημένο μου θλιμμένο παλιάτσο.

(Υ.Γ. Ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, επιβεβαίωσα ότι όλοι τον γράφουν ως «Ρόμπιν Ουίλιαμς». Έχουν δίκιο, έτσι είναι το σωστό. Εγώ, πάλι, τον γράφω όπως τον έμαθα, σε μία εποχή που κανείς δεν έδινε σημασία σε κάτι τέτοια. Ρόμπιν Γουίλιαμς.)


Πέντε εναλλακτικές ιδέες για το πώς θα μπορούσε να ονομαστεί ο νέος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων, αντί για αυτό το ΕΝΦΙΑ που ακούγεται χάλια (προφανώς το τμήμα μάρκετινγκ της κυβέρνησης λειτουργεί εξίσου καλά με όλα τα υπόλοιπα τμήματα της κυβέρνησης, με εξαίρεση αυτό της προπαγάνδας):

1. ΚΑ.ΝΑ.Π.Ε.Δ.Ε.Σ. – ΚΑλά ΝΑ Πάθετε Ελεεινά Δουλικά που Εκλέξατε Σαμαρά
2. Ψ.Ο.Φ.Ο. – Ψηφίσατε Ομαλότητα, Φάτε Ομαλότητα
3. Ε.ΔΕ.Γ.Α.Μ.Α.Σ. – Ευτυχώς ΔΕ Γίναμε Αργεντινή Μαλάκες, Άρα Σκασμός
4. Α.Ρ.Τ.Ε.Μ.Η.Σ. – Άντε Ρε Τσουτσέκι Έλληνα, Μου Ήθελες και Σπίτι
5. ΠΑ.ΝΟΙ.Κ.Ο.Σ. ΠΑτριώτες ΝΟΙκοκυραίοι, Κλάψτε τα Όμορφα Σπιτάκια σας


Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις φωτογραφίες για να φυλάνε τις αναμνήσεις τους, και να τις έχουν εύκαιρες όταν θέλουν θα θυμηθούν κάποια στιγμή της ζωής τους. Εμένα δε μου αρέσουν οι φωτογραφίες, αν και δεν είμαι σίγουρος ακόμα ότι έχω καταλάβει το λόγο.

Γεγονός είναι πάντως ότι οι φωτογραφίες μου που υπάρχουν είναι ελάχιστες, και οι περισσότερες ελήφθησαν σε μία περίοδο που δεν μπορούσα να αντιδράσω, δηλαδή μέχρι τα 4 ή 5 μου χρόνια. Ποτέ δε μου αρέσει ο τρόπος που βγαίνω στις φωτογραφίες. Και ποτέ δεν έχω γνωρίσει κανέναν που να δει μία φωτογραφία του και να πει “ωραίος βγήκα εδώ”. Αντίθετα, όλοι όσοι έχω γνωρίσει και τους λέω ότι σε αυτή τη φωτογραφία βγήκα χάλια, απαντούν “όχι ρε, ωραίος έχεις βγει”. Μύλος.

Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχω αναμνήσεις. Απλά εγώ έχω άλλο τρόπο να φυλάω τις αναμνήσεις: Τη μουσική.

Δε λέω, έχουν την πλάκα τους τα φωτογραφικά άλμπουμ, αλλά τα μουσικά άλμπουμ είναι άλλο πράγμα. Όχι, σκέψου το: Τι θα ήθελες να ξέρεις για έναν άνθρωπο, πώς βγήκε στην πρώτη φωτογραφία του ή ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασε και γιατί;

Έχω μαζέψει σε μία λίστα στο Spotify 800 και βάλε τραγούδια. Δεν είναι απαραίτητα τα αγαπημένα μου τραγούδια, και οπωσδήποτε δεν είναι τα καλύτερα τραγούδια του κόσμου. Για πολλά από αυτά ντρέπομαι που τα έχω στην playlist μου και μπορεί ανά πάσα στιγμή στο shuffle να ακούσουν οι άλλοι γύρω μου ότι ναι, έχω μέσα σε αυτήν Eiffel 65, Σάκη Ρουβά, Φανή Δρακοπούλου και Backstreet Boys.

Ντρέπομαι, με τον ίδιο τρόπο που θα ντρεπόμουν αν έβλεπε κανείς εκείνη τη φωτογραφία που είμαι τριών χρονών σε μία καρέκλα έξω από τη σκηνή μας σε ένα κάμπινγκ και πιάνω το πουλί μου (πολύ εμπνευσμένο ενσταντανέ μαμά, ευχαριστώ). Δεν ντρέπομαι για τις αναμνήσεις μου, αλλά για τον τρόπο που αποτυπώθηκαν.

Γιατί ναι, αυτή η playlist δεν είναι απλά μια χούφτα τραγούδια που βάζω απλά σαν μουσικό χαλί για ό,τι κάνω, αλλά ένα ζωντανό άλμπουμ αναμνήσεων, όπου κάθε τραγούδι είναι και μία ανάμνηση, και ακούγοντάς το είναι σαν να κάνω φλας μπακ σε κάποια προηγούμενη φάση της ζωής μου.

Όπως το “Δεν Είμαι Τρομοκράτης” και το “Με μια 16άρα” των Ζιγκ Ζαγκ, που τα τραγουδάγαμε μαζί με τα άλλα παιδιά στο σχολικό όταν γυρίζαμε από το σχολείο στη Β’ Δημοτικού – φαντάσου πώς μας κοίταζε η συνοδός, 7 χρονών παιδιά, όταν φωνάζαμε “είμαι ερωτευμένος με μια 16άρα”.

Ή τα άπαντα των Iron Maiden, που ξεκοκάλισα μέσα σε ένα σαββατοκύριακο στα 12 μου χρόνια, σε ένα μίνι ταξίδι στα Καλάβρυτα.

Ή τα πρώτα τραγούδια των Ημισκουμπρίων, που είχα αγοράσει το δίσκο τους σε βινύλιο και τον έχω ακόμα σπίτι – χάρη σε αυτόν το δίσκο έμαθα να χρησιμοποιώ το πικάπ.

Ή το Smack My Bitch Up των Prodigy, που ξενύχτησα ένα βράδυ στο MAD περιμένοντας να δω το uncensored βιντεοκλίπ, που θα έπαιζε μετά τα μεσάνυχτα.

Ή εκείνο το El Corazon, που το άκουσα 70 συνεχόμενες φορές μέσα σε μία μέρα για να μάθω απ’ έξω κι ανακατωτά τους στίχους του, επειδή ήταν το αγαπημένο τραγούδι κάποιας με την οποία ήμουν ερωτευμένος τότε – ακόμα τους θυμάμαι.

Ή τη “Σιωπή” από τα Ξύλινα Σπαθιά, που πλέον την έχω κόψει γιατί δεν μπορώ να την ακούσω χωρίς να δακρύσω.

Ή το Basket Case των Green Day, που το άκουγα στις διαφημίσεις ανάμεσα στους Munsters και τον Batman τα απογεύματα στο Seven X.

Ή τον Καθρέφτη του Φοίβου Δεληβοριά, που θυμάμαι να έχουμε τραγουδήσει σαν χορωδία ένα ολόκληρο θέατρο μαζί με τον Δεληβοριά, χωρίς μικρόφωνο, σε κάποιο live.

Ή το You’re Speaking My Language, που ήταν τελικά το μόνο που μου έμεινε από εκείνη τη συναυλία των Scorpions που έκαναν support οι Juliette & The Licks.

Ή την Πριγκιπέσσα (ΟΧΙ με Βασίλη Καρρά) που μου θυμίζει κάτι πειραγμένες σκοπιές στη Χίο, όταν ήμουν φαντάρος.

Ή το Bittersweet Symphony των Verve, που πρακτικά μου έμαθε πώς να χρησιμοποιώ την ίδια ανέκφραστη έκφραση στο πρόσωπο ό,τι κι αν γίνεται την ώρα που περπατάω στο δρόμο.

Ή το “Ζήτω τα Παράλογα” του Τερζή, που ένα βράδυ που παρίστανα τον DJ σε ένα πάρτυ μου ζήτησε να το βάλω εκείνη η Λειβαδιώτισσα συμφοιτήτριά μου.

Τέλος πάντων, you get the point. Εγώ μάλλον δε θα έχω να δείχνω στα παιδιά μου φωτογραφίες από την εφηβεία μου, αλλά θα μπορώ να τους δείξω τη μουσική που με καθόρισε και με έκανε αυτόν που είμαι σήμερα – ίσως αν άκουγα Τσαϊκόφσκι και Μότσαρτ να ήμουν καλύτερος, αλλά πραγματικά δε με ενδιαφέρει καθόλου.

Το θέμα είναι να συνεχίσω να δημιουργώ μνήμες μέσα από τα τραγούδια. Να συνεχίσω να ακούω τραγούδια και να τα συνδέω με καταστάσεις, με τόπους, με ανθρώπους, με στιγμές. Και μετά να τα βάζω στην playlist μου, και όταν σκάνε τυχαία στο shuffle να τα θυμάμαι όλα από την αρχή. Ποιο φωτογραφικό άλμπουμ μπορεί να σου το προσφέρει αυτό;

Τώρα πια έχω όλο και λιγότερο χρόνο για να δημιουργώ μνήμες – και όλο και λιγότερος από αυτόν τον λίγο χρόνο αξίζει να μνημονεύεται στο μέλλον. Αλλά ταυτόχρονα τώρα έχω και πολύ περισσότερα εργαλεία για να ανακαλύψω νέα μουσική: Κάποτε ήταν μόνο το MTV και το ραδιόφωνο, τώρα είναι το Spotify και το YouTube.

Έχω γύρω στα 100 τραγούδια που περιμένουν να συνδεθούν με κάποια μνήμη. Κάπου θα βρω να τα βολέψω κι αυτά. Ευτυχώς, αυτά τα άλμπουμ δεν ξεμένουν ποτέ από χώρο.

Επόμενη σελίδα: »