Αύγουστος 2013



Ξεκινά από όταν είμαστε παιδιά. Από τα παιδικά που βλέπουμε και τα κόμικς που διαβάζουμε, όπου θριαμβεύει πάντα το καλό ενάντια στο κακό. Ο Μίκι Μάους πάντα νικά τον Μαύρο Πητ, το Μαύρο Φάντασμα, το Μαύρο του το Χάλι, τη Μαύρη Πανώλη, τα Μαύρα Μάτια σου που όταν τα βλέπω με ζαλίζουνε. Ο Τζέρι πάντα ξεφεύγει από τον Τομ, το ίδιο και το γαμήδι το Μπιπ-Μπιπ από τον Γουάιλ Ε. Κογιότ, ο Τουίτι από τον Σιλβέστερ, τα 101 σκυλιά της Δαλματίας από την Κρουέλα ντε Βιλ. Ο Ποπάι κάνει ρόμπα τον Μπλούτο και λιώνει στα μπράτσα του η Όλιβ.

Αλλά θα μου πεις, λογικά είναι όλα αυτά. Σε παιδιά απευθύνονται, τι να διδάξεις στα παιδιά, ότι καμιά φορά οι καλοί χάνουν και οι κακοί κερδίζουν; Ή να τους δείξεις ότι οι κακοί δεν είναι και τόσο κακοί, ενώ οι καλοί δεν είναι απαραίτητα τόσο καλοί, και να κάνεις τα παιδικά πιο πολύπλοκα κι από ταινία του Λιντς; Μπα, άσε καλύτερα. Είναι πιο απλό το «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» από το «κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς γάμησέ τα, θα τα μάθεις κι εσύ όταν θα ‘ρθει η ώρα σου».

Μετά όμως είναι και οι ταινίες. Ο καλός Αμερικανός ήρωας που κατατροπώνει τριάντα στρατιές πάνοπλων κακών με όπλο έναν σπασμένο σουγιά. Ο υπέροχος μυστικός πράκτορας που σαγηνεύει καθετί που έχει βυζιά και του περισσεύει και αρκετή ενέργεια για να χαλάσει τα σχέδια του καταχθόνιου Σοβιετικού/Άραβα/Ιάπωνα/Σπανιόλου γκέι παλαβιάρη της ημέρας. Και φυσικά το αρχαιότερο παραμύθι όλων: Ο έρωτας που αντιμετωπίζει ένα σωρό δυσκολίες, όμως στο τέλος θριαμβεύει και το ευτυχισμένο ζεύγος χάνεται στο ηλιοβασίλεμα ή χαιρετά το συγκεντρωμένο πλήθος που βρέθηκε εκεί για να δει τον υπέροχο γάμο τους, και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς πλαντάξαμε στο κλάμα, τι να σου λέω, μούλιασε το ποπ κορν από τα δάκρυα.

Φυσικά, όχι πως τα happy end είναι εφεύρεση του Χόλιγουντ. Όταν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς έγραφαν τα happy end για τις τραγωδίες τους, στο Χόλιγουντ έτρωγαν ακόμα βελανίδια. Η ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει στην τέχνη το happy end που δε βλέπει γύρω του μάλλον είναι διαχρονική.

Κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφάσισα ότι δε θέλω άλλα happy end. Άρχισα να αναζητώ ταινίες που ήταν πιο κοντά στη μίζερη πραγματικότητα, αυτήν που έχει ένα και μόνο end για τον καθένα από μας, κι αυτό δεν είναι καθόλου happy. Λάτρεψα ταινίες όπως το Se7en, το Ψυχώ, το La Vita e Bella, το The Life of David Gale, το Million Dollar Baby. Ταινίες που στο τέλος δε σου άφηναν μία λύτρωση, μια ζεστασιά στην ψυχή, αλλά ένα σοκ, μία οικεία παγωνιά. Κάπου σταμάτησα να αναζητώ τα happy end, ίσως όταν κατάλαβα πως στη ζωή δεν υπάρχει happy end.

Άλλοι όμως δεν το βλέπουν έτσι. Παραμένουν εθισμένοι στα happy end. Προσπαθούν να μεταφέρουν τα happy end του Χόλιγουντ και στη ζωή τους, οι περισσότεροι με οικτρή αποτυχία. Και οι υπόλοιποι, που κάπως τα καταφέρνουν, απλά εφαρμόζουν το ίδιο κόλπο που εφαρμόζουν οι σκηνοθέτες, οι συγγραφείς και οι σεναριογράφοι: Τοποθετούν το «end» εκεί που τους βολεύει. Η ταινία θα σου δείξει τον ευτυχισμένο γάμο, αλλά δε θα σου δείξει ότι μετά από τρία χρόνια πάνω σε έναν καυγά αυτός θα μαχαιρώσει αυτήν και θα καταλήξουν αυτή στο χώμα κι αυτός στη φυλακή. Αντ’ αυτού, θα σου δείξει τους τίτλους τέλους. Το ίδιο κάνουν κι αυτοί: Βάζουν ένα δικό τους, αυθαίρετο «τέλος», και μετά δεν έχει καμία σημασία τι θα συμβεί: Το happy end είναι γεγονός, έστω και με τέτοια τεχνάσματα.

Με τέτοια τεχνάσματα έχουν γραφτεί πολλά ψευδεπίγραφα happy end. Πολλά «νενικήκαμεν», πολλά «success story», πολλά «εκάμαμεν επανάστασιν», πολλά «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», πολλά «England prevails», πολλά «American Dream», πολλά παραμύθια για ενηλίκους. Γραμμένα από ανθρώπους εθισμένους στα happy end, για ανθρώπους που πιστεύουν ακόμα στα happy end.

Αν μου έδιναν ένα σπρέι και έναν ωραίο, μεγάλο τοίχο, θα έγραφα «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ HAPPY END, ΞΥΠΝΗΣΤΕ». Και επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν happy end, την επόμενη κιόλας μέρα το σύνθημα θα είχε πατηθεί από δεκάδες μικροτσούτσουνους γκραφιτάδες που μαρκάρουν την περιοχή τους με ταγκιές, όπως οι σκύλοι τις μαρκάρουν κατουρώντας. Και δε θα το έβλεπε κανείς. Γιατί δεν υπάρχουν happy end. Ξυπνήστε.

Advertisements

Κάποια στιγμή, λέω, πρέπει να γράψω κάτι αισιόδοξο. Όχι τόσο επειδή το πιστεύω. Περισσότερο για την πρόκληση. Γιατί θέλει κότσια (ή αδυναμία επαφής με το περιβάλλον, ένα από τα δύο) για να μπορέσεις να γράψεις κάτι αισιόδοξο εν μέσω της χειρότερης κρίσης που έχεις βιώσει ποτέ. Ειδικά όταν διαισθάνεσαι πως αυτή δε θα είναι η χειρότερη κρίση που θα βιώσεις στη ζωή σου, εκτός κι αν αυτή είναι λυτρωτικά σύντομη.

Ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ παράδοξα όταν τα λέει κάποιος που ακόμα δεν έχει κλείσει τα 30 του χρόνια. Κάποιος που θα έπρεπε να νιώθει ότι έχει όλη τη ζωή μπροστά του για να μεγαλουργήσει, να γίνει «κάποιος», να αφήσει το στίγμα του σε αυτόν τον κόσμο και να έχουν να θυμούνται μετά από χρόνια ότι πέρασε από αυτόν τον πλανήτη και κάτι άφησε. Αλλά δε νιώθω καθόλου έτσι. Νιώθω σαν τον κομπάρσο στη χολιγουντιανή ταινία που σκοτώνεται στο πρώτο πλάνο, όταν ο ήρωας συνεχίζει πανηγυρικά να σκοτώνει ό,τι κινείται, και μόλις που τον παίρνει η κάμερα στο βάθος πίσω αριστερά, ίσα για να έχει να πει στη μάνα του «να, κοίτα, με βλέπεις; Εκεί, πίσω από τους άλλους τετρακόσιους που εξοντώθηκαν, μα καλά, δε με βλέπεις; Ναι, εκεί σου λέω, ααααααχ, τώρα πέρασε η σκηνή, το έχασες, μα καλά, δε βλέπεις;».

Θα έπρεπε να νιώθω πρωταγωνιστής της ζωής μου, αλλά νιώθω κομπάρσος. Λες και ο σκηνοθέτης δε δίνει δεκάρα για μένα, λες και ο μόνος λόγος ύπαρξής μου είναι να είμαι ένας ακόμα αναλώσιμος χαρακτήρας για να αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο το μεγαλείο του ήρωα. Ενός ήρωα που δε με αγγίζουν καθόλου τα ηρωικά του κατορθώματα, γιατί ξέρω ότι η ταινία είναι έτσι στημένη από πριν ώστε στο τέλος να κερδίσει, και όλες οι μάχες είναι ήδη κερδισμένες από πριν. Τι το ηρωικό έχουν όλα αυτά για έναν απλό κομπάρσο που έχει ήδη πεθάνει στην πρώτη σκηνή και το μόνο που έχει να τον θυμίζει είναι το όνομά του στους τίτλους τέλους, που τρέχουν τόσο γρήγορα που κανείς δεν προλαβαίνει να το δει;

Το παράξενο είναι ότι την ώρα που τα γράφω αυτά είμαι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Και γιατί να μην είμαι, δηλαδή; Έχω τα απολύτως απαραίτητα. Δουλειά, σχέση, στέγη, τους γονείς μου, τους φίλους μου, ένα χαζό σκυλί να με περιμένει κάθε βράδυ. Γιατί να κάτσω να σκάσω για όλους τους άλλους; Και τι με νοιάζουν εμένα όλοι αυτοί που αυτοκτονούν επειδή δεν μπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους; Και τι με νοιάζουν εμένα αυτοί που πάνε και τρώνε στα συσσίτια; Και τι με νοιάζουν εμένα αυτοί που κινδυνεύουν να τους πάρει το σπίτι η τράπεζα;

Αλλά όχι. Με νοιάζουν. Γιατί θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση τους. Και θα μπορούσα κάλλιστα στο μέλλον να βρεθώ στη θέση τους. Γιατί ό,τι δε σε νοιάζει, τελικά το λούζεσαι και μετά κλαίγεσαι και ζητάς από τους άλλους να νοιαστούν για σένα. Αλλά γιατί να νοιαστούν για σένα; Αυτοί έχουν τα απολύτως απαραίτητα. Δουλειά, σχέση, στέγη, τους γονείς τους, τους φίλους τους, ένα χαζό σκυλί να τους περιμένει κάθε βράδυ. Κατάλαβες;

Τι να καταλάβεις, θα μου πεις. Εδώ ξεκίνησα να γράφω ένα αισιόδοξο κείμενο και έχω φτάσει σε σενάριο ταινίας του Ξανθόπουλου. Ταπεινός και καταφρονεμένος. Ένας φτωχός πλην τίμιος μαλάκας. Μάνα δε μου κολλάν τα ένσημα, πού στο διάολο έβαλες την UHU; Δεν είναι δίπλα στη νουαζέτα.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στο βάθος του τούνελ υπάρχει φως. Έρχεται το τρένο καταπάνω μας κι εμείς δεμένοι στις γραμμές χτυπιόμαστε μήπως και καταφέρουμε την τελευταία στιγμή να λύσουμε τα σκοινιά. Αλλά αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες, και τα κάνουν μόνο οι πρωταγωνιστές. Όχι οι κομπάρσοι. Οι κομπάρσοι με την πρώτη ευκαιρία πεθαίνουν και αφήνουν τον ήρωα μόνο στο πλάνο, να παλεύει μόνος του τις στημένες μάχες του. Ή μπορεί να τους σώσει ο ήρωας, μόνο και μόνο για να δείξει πόσο γαμάτος είναι, πόσο ηρωικά και με πόση αυτοθυσία πέφτει στη φωτιά, που όμως δεν είναι φωτιά αλλά ένα ειδικό εφέ που μοιάζει με φωτιά και στην πραγματικότητα δεν καίει καθόλου. Αλλά δεν παύουν να είναι κομπάρσοι, και στην επόμενη σκηνή θα έχουν και πάλι εξαφανιστεί.

Και αυτή ήταν η αποτυχημένη προσπάθειά μου να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Αλλά ήταν μία επιτυχημένη προσπάθεια αυτοψυχοθεραπείας, γιατί ήδη νιώθω καλύτερα που τα’πα και ξαλάφρωσα. Ίσαμε δέκα κιλά σκέψεις έχασα. Όμως δεν ανησυχώ, θα τα ξαναπάρω. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις δίαιτες.


Γιατί άραγε είναι τόσο, μα ΤΟΣΟ δύσκολο σε μερικούς ανθρώπους να πουν μια συγνώμη; Να παραδεχθούν ότι έκαναν λάθος, ότι ήταν μια κακιά στιγμή, μια ειρωνεία της τύχης, μία επιπόλαια ενέργεια. Είναι τόσο τραγικό; Είναι τόσο ταπεινωτικό; Είναι τόσο αδιανόητο;

Αυτού του είδους οι άνθρωποι με αηδιάζουν. Είναι οι άνθρωποι που κάνουν τη μαλακία και μετά όχι μόνο δε ζητάνε μια συγνώμη, αλλά κοιτάνε πώς θα ρίξουν την ευθύνη για τη μαλακία τους στους άλλους.

Και αν αυτή η συμπεριφορά είναι αποκρουστική όταν προέρχεται από έναν φίλο, ένα συγγενή ή κάποιον γνωστό μας, είναι αποτρόπαια όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που (καλώς ή κακώς) αυτοπροσδιορίζεται ως «διανοούμενος». Γιατί ένας διανοούμενος υποτίθεται πως είναι φάρος ηθικής, παράδειγμα προς μίμησιν, ή έστω ένας άνθρωπος του πνεύματος, ένας άνθρωπος που ξέρει κάτι παραπάνω από το να βάλει πέντε λέξεις σε μία σειρά και να σχηματίσει μια πρόταση που να βγάζει νόημα. Και μπορεί ο «διανοούμενος» να έχει τα προνόμιά του, που είναι κυρίως ο θαυμασμός των γύρω του, αλλά δημιουργεί και μεγάλες προσδοκίες. Περιμένεις δηλαδή από έναν διανοούμενο να πει κάτι σημαντικό, κάτι αξιόλογο, κάτι που θα σε αγγίξει. Κάτι που θα σε κάνει όχι απλά να πεις «πω ρε τι είπε ο πούστης», αλλά να κάτσεις να σκεφτείς, να ενεργοποιήσει τη σκέψη σου, να σε κινητοποποιήσει για να μάθεις κάτι παραπάνω.

Τι από αυτά έκανε η Λένα Διβάνη με το tweet της περί «τζαμπατζήδων»; Τίποτα απολύτως.
Τι από αυτά έκανε η Λένα Διβάνη με το χειμαρρώδες κείμενό της στο οποίο δικαιολογούσε το tweet της περί «τζαμπατζήδων»; Τίποτα απολύτως.

Όμως πραγματικά τίποτα δε θα με ενδιέφερε κανονικά από όλα αυτά. Η Διβάνη θα ήταν απλά ένα αδιάφορο πρόσωπο (ούτως ή άλλως δεν έχω διαβάσει ποτέ τίποτα δικό της) που έκανε μία εξοργιστική δήλωση, η οποία όμως μπορεί να έχει και μια δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να κρύβει από πίσω της μία όχι κακή πρόθεση, αλλά μία λανθασμένη επιλογή λέξης, για την οποία θα αρκούσε μία «συγνώμη» και θα μπορούσε πολύ απλά να τελειώσει η ιστορία.

Αλλά δεν την είπε. Και όχι μόνο δεν την είπε, αλλά αφιέρωσε ένα ολόκληρο κατεβατό στο πόσο κακοί ήταν όλοι αυτοί που της επιτέθηκαν και πόσο αθώα η ίδια που δεν ήξερε ότι το παιδί είχε πεθάνει. Μαντάμ, ξεχάσατε κάτι: Μία συγνώμη. Μία γαμημένη συγνώμη. Κατηγορήστε όσο θέλετε τους κάφρους που σας έβρισαν, αλλά μια συγνώμη δεν είπατε. Μία γαμημένη συγνώμη. Ένα «έκανα λάθος». Γιατί να λυπηθώ έναν άνθρωπο που δεν μπορεί (ή δε θέλει, ή δεν τολμά) να πει μια γαμημένη συγνώμη;

Μόνο ένα πράγμα με έκανε να αντέξω να διαβάσω το κείμενο της Διβάνη μέχρι το τέλος: Να δω αν τελικά θα έγραφε μία «συγνώμη». Μπα. Τίποτα. Σαν να της επιτέθηκαν εντελώς αναίτια, σαν να έγινε ξαφνικά στόχος όλων των μισάνθρωπων του κόσμου που ήθελαν το κακό της. Όπως κάνουν όλοι αυτοί οι αηδιαστικοί άνθρωποι που αντί να παραδέχονται το λάθος τους, προσπαθούν να το φορτώσουν στους άλλους. Και το παίζουν θύματα, αρνούμενοι την παραμικρή δική τους ευθύνη.

Εγώ δεν έχω τίποτα άλλο να πω επί του θέματος. Κάποιοι «διανοούμενοι», όμως, θα έπρεπε να έχουν. Αλλά δε θα το πουν. Γιατί δε θέλουν. Γιατί δεν μπορούν. Γιατί δεν τους το επιτρέπει η υψηλή τους διανόηση. Γιατί έτσι.


Ξέχνα.
Ξέχνα τους.
Ξέχνα τους τελείως.

Ξέχνα αυτούς που αντιστάθηκαν.
Ξέχνα αυτούς που αυτοκτόνησαν.
Ξέχνα αυτούς που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή.
Ξέχνα αυτούς που βρήκαν τη λύση τους στο τελευταίο μέρος που έψαξαν.
Ξέχνα αυτούς που γέλασαν μόνο την τελευταία τους στιγμή.
Ξέχνα αυτούς που δεν άντεξαν αυτά που αντέχεις εσύ.
Ξέχνα αυτούς που δεν αποδέχτηκαν τη μοίρα τους.
Ξέχνα αυτούς που δεν είχαν τίποτα άλλο να δώσουν.
Ξέχνα αυτούς που δεν έπαψε να τους σοκάρει η τραγωδία.
Ξέχνα αυτούς που δεν θα γνώριζες ποτέ σου.
Ξέχνα αυτούς που έβλεπαν μαύρο εκεί που εσύ έβλεπες άσπρο.
Ξέχνα αυτούς που έγιναν από μόνοι τους μια στατιστική.
Ξέχνα αυτούς που έγραψαν μόνοι τους το τέλος.
Ξέχνα αυτούς που έδωσαν σημάδια, αλλά δεν τα πρόσεξε κανείς.
Ξέχνα αυτούς που είχαν πολλά να προσφέρουν, αλλά σε έναν άλλο κόσμο.
Ξέχνα αυτούς που έμειναν μόνο μια ανάμνηση.
Ξέχνα αυτούς που έπεσαν και δεν μπόρεσαν να σηκωθούν.
Ξέχνα αυτούς που έχασαν τα πάντα.
Ξέχνα αυτούς που έψαξαν πίσω από τις λέξεις και βρήκαν κρυμμένο το νόημα.
Ξέχνα αυτούς που ζήτησαν, αλλά δεν ήξεραν πώς να πάρουν.
Ξέχνα αυτούς που ήταν λαθραίοι, ξένοι, εισβολείς.
Ξέχνα αυτούς που ήταν ξύπνιοι όταν εσύ κοιμόσουν.
Ξέχνα αυτούς που ήταν πολύ μικροί για να αντέξουν τα μεγάλα.
Ξέχνα αυτούς που ήταν υπερβολικά άτυχοι για να επιβιώσουν.
Ξέχνα αυτούς που θύμωσαν και δε συμβιβάστηκαν.
Ξέχνα αυτούς που κάθε μέρα πνίγονταν όλο και περισσότερο.
Ξέχνα αυτούς που κανείς δεν ήθελε να βοηθήσει.
Ξέχνα αυτούς που κανείς δεν θα θυμάται αύριο.
Ξέχνα αυτούς που κουράστηκαν και έμειναν πίσω.
Ξέχνα αυτούς που λιποψύχησαν.
Ξέχνα αυτούς που μόνο έπιαναν χώρο και έπρεπε να φύγουν.
Ξέχνα αυτούς που νοστάλγησαν το παρελθόν.
Ξέχνα αυτούς που ξύπνησαν σε λάθος όνειρο.
Ξέχνα αυτούς που περίσσευαν στην κοινωνία.
Ξέχνα αυτούς που πήγαν κόντρα στον άνεμο και παρασύρθηκαν.
Ξέχνα αυτούς που πήγαν να χαλάσουν τα σχέδια των άλλων.
Ξέχνα αυτούς που πόνεσαν περισσότερο απ’ όσο άντεχαν.
Ξέχνα αυτούς που πρέπει να ξεχάσεις για να πας μπροστά.
Ξέχνα αυτούς που σκοτώθηκαν σε έναν ακήρυχτο πόλεμο.
Ξέχνα αυτούς που σταμάτησαν να ελπίζουν.
Ξέχνα αυτούς που σταυρώθηκαν και δεν αναστήθηκαν.
Ξέχνα αυτούς που στηρίχθηκαν σε λάθος πλάτες.
Ξέχνα αυτούς που τα παράτησαν.
Ξέχνα αυτούς που το έριξαν στο ποτό και στα ναρκωτικά.
Ξέχνα αυτούς που τρόμαξαν όταν είδαν τον κόσμο στα μάτια.
Ξέχνα αυτούς που φώναξαν αλλά δεν ακούστηκαν.
Ξέχνα αυτούς που χαλούσαν την ησυχία της πόλης σου.
Ξέχνα αυτούς που χάρισαν τα 21 τους γραμμάρια για το τίποτα.
Ξέχνα αυτούς που ψάχνουν ακόμα δικαίωση.

Ξέχνα τους πυροβολισμούς και τις βουτιές στο κενό.
Ξέχνα τα δακρυγόνα και τα χτυπήματα με γκλομπ.
Ξέχνα τα συσσίτια και τους ρακοσυλλέκτες.
Ξέχνα τους δρόμους και τις πλατείες.
Ξέχνα τα συνθήματα και τις ιδεολογίες.
Ξέχνα τους ανθρώπους.

Ξέχνα.
Ξέχνα τους.
Ξέχνα τους τελείως.

Ξέχνα πώς είναι να είσαι άνθρωπος.