(περίληψη προηγουμένων: Δηλαδή περιμένετε σοβαρά τώρα να κάτσω να σας κάνω περίληψη των όσων συνέβησαν στα προηγούμενα 7 μέρη; Να τα διαβάσετε μόνοι σας! Ε, ρε κάτι άτομα…)

Ο ύπνος στην εξοχή είναι πιο γλυκός όταν ξέρεις ότι το επόμενο βράδυ θα σε βρει στο αγαπημένο σου κρεβάτι, όπου θα βλέπεις την αγαπημένη σου εκπομπή σε επανάληψη στην αγαπημένη σου τηλεόραση, μασουλώντας τα αγαπημένα σου πατατάκια, μακριά από τα μεταλλαγμένα κουνούπια-τέρατα και τους φωνακλάδες κόκορες.
Γι’αυτό και το πρωί της Κυριακής δεν χρειάζεται να ακουστεί ο βραχνοκόκορας για να ξυπνήσει η οικογένειά σου. Πριν ακόμα ξημερώσει, έχουν ήδη ετοιμάσει τα πράγματά τους και είναι έτοιμοι προς αναχώρηση – ευτυχώς που δεν ξέρουν να οδηγούν, αλλιώς θα σε άφηναν εκεί και θα έφευγαν.
Οι προσπάθειές τους να σε σηκώσουν από τα χαράματα αποβαίνουν άκαρπες, καθώς εσύ έχεις πλακωθεί στα κρασιά από το προηγούμενο βράδυ και νιώθεις το σώμα σου βαρύ, σαν ιππότης του Μεσαίωνα που τον έχει πάρει ο ύπνος με την πανοπλία του και την περικεφαλαία του. Με τα πολλά, κατά τις 7 το πρωί αποφασίζεις να τους κάνεις τη χάρη (επηρεασμένος και από τις καμπάνες που βαράνε αλύπητα καλώντας τα πιστά πρόβατα στο μαντρί τους), με την προϋπόθεση ότι θα σε αφήσουν να πιεις έναν καφέ για να συνέλθεις από το hangover. Η πρότασή σου γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό, καθώς όλοι πανηγυρίζουν έξαλλα, αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλο και τραγουδούν «Take me down to the Paradise City where the grass is green and the girls are pretty». Και ναι, με το «Paradise City» εννοούν την Αθήνα, την πόλη που όλοι λατρεύουν να μισούν.

Ο καφές δεν κρατάει πολύ – εδώ είναι χωριό, δεν ξημεροβραδιάζονται στις καφετέριες οι άνθρωποι. Αυτό που κρατάει πολύ είναι οι χαιρετούρες.

– Να μας ξανάρθεις, παιδάκι μ’, και να προσέχεις στο δρόμο.
– Ναι, θα ξανάρθω.
– Θες να σου δώκω πατάτες από το κτήμα; Είχα καλή σοδειά φέτο.
– Όχι ρε Βαγγέλη, τι να τις κάνω, δεν τις τρώνε και τα παιδιά. (σ.σ. ψέμαααααααααααα)
– Πάρε ντουμάτες, θα χαλάσουνε και θα τις πετάξω.
– Ε, άντε, βάλε. Αλλά λίγες, έτσι;

Το «λίγες» είναι σχετικό. Μετά από 2 λεπτά ο Βαγγέλης έρχεται με δύο καφάσια ντομάτες και ένα τσουβάλι ίσαμε το μπόι του γεμάτο πατάτες. Δεν τολμάς να πεις τίποτα, γιατί κατά βάθος το ήξερες ότι δεν θα ησύχαζε άμα δεν τις ξεφορτωνόταν. Φορτώνεις τα ζαρζαβατικά στο αυτοκίνητο και συνεχίζεις τις χαιρετούρες.

– Να προσέχεις, παλικάρι μ’, και την άλλη φορά θα χορέψετε ούλοι, για;
– Θα τους στρώσω εγώ, Χρηστάρα, θα τους κάνω χορευταράδες!
– Τώρα που δε μας ακούνε, την θες τη Ρωσίδα; Είναι πολύ καλό κομμάτι, θα σε βολέψει…
– Τι να την κάνω ρε Χρήστο; Έχω τη γυναίκα μου.
– Αει, μωρέ, με την ξενέρωτη…Αυτή ξέρει όλα τα κόλπα, είναι και νοστιμούλα…
– Άσε ρε Χρήστο, για τέτοια είμαστε στην ηλικία μας;

Ακολουθούν φιλιά. Πολλά φιλιά. Αμέτρητα φιλιά. Και αγκαλιές, πολλές αγκαλιές. Και τρεις φιγούρες που τρέχουν να κρυφτούν για να γλιτώσουν από τα φιλιά και τις αγκαλιές των νεκροζώντανων, φυσικά χωρίς επιτυχία – μόνο στο Χόλιγουντ συμβαίνουν αυτά, και εδώ μιλάμε για σπλάτερ από αυτά που σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.

Το ταξίδι της επιστροφής ξεκινά μετά από αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, χειρότερα κι από πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Το κλίμα είναι σαφώς πιο ευχάριστο, με το CD του Χατζηγιάννη (πάλι) στο φουλ, τα παιδιά να τραγουδούν ευτυχισμένα και τη γυναίκα σου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τις δολοφονικές σφήνες και προσπεράσεις που επιχειρείς στο δρόμο, σαφώς επηρεασμένος από την χθεσινοβραδινή κρασοκατάνυξη – όσο πιο γρήγορα φτάσετε στην Αθήνα, τόσο το καλύτερο. Ούτε στάση για φαγητό δεν θέλει κανείς, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία της οικογένειας.

Το μεσημεράκι της Κυριακής, η περιχαρής οικογένεια φτάνει στο σπίτι της. Η γυναίκα σου είναι η πρώτη που κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, ανοίγει την πόρτα του σπιτιού, αγκαλιάζει μία-μία τις γλάστρες της και πέφτει στον καναπέ για να δει τηλεόραση. Τα παιδιά εξαφανίζονται στα δωμάτιά τους, αποφασισμένα να ακούσουν μαζεμένη όλη τη μουσική που στερήθηκαν τις τελευταίες 2 μέρες. Και εσύ,. εντελώς στον κόσμο σου, κοιτάζεις τους λογαριασμούς που ήρθαν την Παρασκευή το πρωί, όταν εσείς ήσασταν ήδη στο χωριό. Αλλά μέσα στους λογαριασμούς εντοπίζεις και έναν αταίριαστο φάκελο, ελαφρύ και μικρό. Έξω γράφει μόνο το όνομα της οικογένειας, τίποτα άλλο. Τον ανοίγεις απαλά και τον διαβάζεις. Η πρώτη σου αντίδραση είναι να γουρλώσεις τα μάτια. Η δεύτερη είναι να σε πιάσει ανεξέλεγκτο τρέμουλο και κρύος ιδρώτας. Και η τρίτη είναι να φωνάξεις τη γυναίκα σου.

– Α-Α-Αγάπη μου…Νομίζω ότι αυτό είναι για σένα…

Της δίνεις το περιεχόμενο του φακέλου, εμφανώς τρομοκρατημένος. Αυτή το διαβάζει στα γρήγορα. Γουρλώνει τα μάτια και το ξαναδιαβάζει, πιο αργά και προσεκτικά. Και να τι γράφει:

Σε μια δύσκολη εποχή για δεσμεύσεις, οι μεγάλοι έρωτες είναι σπάνιοι αλλά και πιο δυνατοί από ποτέ. Έτσι και με τον δικό μας έρωτα, μας δίνει δύναμη από τότε που γνωριστήκαμε. Γι’αυτό και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στο τελευταίο βήμα και να ανεβούμε τα σκαλιά της εκκλησίας. Θα χαρούμε πολύ να σας έχουμε μαζί μας στην ωραιότερη μέρα της ζωής μας

Η τελετή θα γίνει στις 19 Οκτωβρίου 2007, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στα Κάτω Πετράλωνα.

Ο γαμπρός     Μελέτης Μπούρτζος-Βλάχος
Η νύφη          Χαρίκλεια Κωλέττη

Αφήνει το προσκλητήριο να πέσει από τα χέρια της, με το βλέμμα καρφωμένο στο απόλυτο κενό. Ξαφνικά, σηκώνεται από τον καναπέ και φωνάζει τρισευτυχισμένη:

– Ρε τη Χαρούλα! Δεν το πιστεύω, ρε, από τόσο δα κοριτσάκι τη θυμάμαι που ήθελε να ντυθεί νυφούλα! Και δε μου είπε τίποτα, το παλιοκόριτσο, μου το κράτησε για έκπληξη! Κάτσε να την πάρω να της τα πω ένα χεράκι…

Πηγαίνοντας προς το τηλέφωνο, περνάει από δίπλα σου, που στέκεσαι ακόμα στο ίδιο σημείο τρέμοντας. Πριν σηκώσει το ακουστικό, γυρίζει προς το μέρος σου και, με το ύφος του καρχαρία που μόλις έχει δει ένα νόστιμο ζευγάρι πόδια να κινούνται ανέμελα στο νερό, σου λέει:

– Φυσικά θα πάμε στο γάμο, έτσι;

Φυσικά, θα πάτε. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά σε διαφορετικό χώρο και με διαφορετικούς κομπάρσους. Καλό κουράγιο.

Τι άλλο μένει να πει κανείς; Μόνο ένα: Άντε και στα δικά μας οι λεύτεροι/ες!!!

                   

Τ Ε Λ Ο Σ

– Κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά.
– Φυσικά και τα έχεις ξαναδεί – αυτός ο τύπος έχει πάρει ό,τι κλισέ υπάρχει στον κόσμο για τον γάμο, το έχει κάνει ιστοριούλα και νομίζει ότι έγινε και συγγραφέας, το ψώνιο!
– Οπότε θα εισηγηθούμε την αιώνια τιμωρία του στα μπουντρούμια της Κολάσεως;
– Δεν του αξίζει τίποτα λιγότερο. Πλέον έχει υποπέσει και στα 8 θανάσιμα αμαρτήματα.
– 8; Νόμιζα ότι τα θανάσιμα αμαρτήματα ήταν μόνο 7.
– Ναι, μέχρι την πρόσφατη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Θεϊκού Συντάγματος, που προσέθεσε και την μαλακία.
– Πολύ καλή προσθήκη, αν θες τη γνώμη μου.
– Δεν τη θέλω.
– Χέστηκα. Βάλε τώρα λίγο Guns ‘n’ Roses να γουστάρουμε…
– Το Paradise City;
– Εδώ που είμαστε, ποιο άλλο;

«Oh won’t you please take me home…»

Advertisements