Νοέμβριος 2012



Μία πέτρα μετακινήθηκε από ‘δω, εκεί. Τι άλλαξε; Εσύ αναζητούσες πάντα κάποιον, κάποιον να σε στηρίξει, να σου δώσει τα πάντα, να γράψει το όνομά σου σ’όλους τους τοίχους της πόλης. Ο άνεμος κάτι φέρνει, αλλά δεν το είδες. Οι ιδέες είναι αόρατες. Ο θάνατος είναι ορατός.

Νόημα δεν υπάρχει. Γιατί πρέπει να υπάρχει νόημα;

Το κύμα άφησε μία σταγόνα παραπάνω στην άμμο. Ποιος το πρόσεξε; Εσύ μετράς τη ζωή σου, και όλοι οι υπολογισμοί βγάζουν αρνητικό πρόσημο.Κάπου σου έπεσε μία κάθετη γραμμή. Ένας δρόμος έμεινε απάτητος. Ένα μονοπάτι σβήστηκε από το χάρτη.

Νόημα δεν υπάρχει. Γιατί πρέπει να υπάρχει νόημα;

Το ρολόι έχασε ένα δευτερόλεπτο. Πού πήγε; Εσύ έβλεπες μόνο αριθμούς εκεί που οι άλλοι έβλεπαν φώτα να ανάβουν. Κοιμήθηκες βαριά, και όταν ξύπνησες είχε μείνει μόνο το μηδέν. Η οθόνη θα σβήσει. Η γραμμή θα μείνει ευθεία.

Νόημα δεν υπάρχει. Γιατί πρέπει να υπάρχει νόημα;

Μια αόρατη φλόγα άναψε. Ποιον ζεσταίνει; Εσύ έμαθες να βλέπεις τα χρώματα ασπρόμαυρα. Ένα ουράνιο τόξο σου έγνεφε, αλλά δεν το είδες. Η μοναξιά είναι διάφανη. Η θλίψη αδιαπέραστη.

Νόημα δεν υπάρχει. Γιατί πρέπει να υπάρχει νόημα;

Ένα πουλί φτερούγισε για λίγο. Πού ήθελε να πάει; Εσύ τα έπαιξες όλα και έχασες. Δεν ήσουν φτιαγμένος για να κερδίσεις, αλλά ήθελες να παίξεις. Μετά στάθηκες ανάποδα μπροστά στον ήλιο και έβλεπες μόνο τη σκιά σου. Αυτό που έχεις μέσα σου δε βγαίνει έξω. Αυτοί εκεί έξω δε θα μάθουν ποτέ τι είχες μέσα σου.

Νόημα δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρξε.


Ξεκινάς το ταξίδι σου απρόθυμα. Κλαις, φωνάζεις, κλωτσάς. Δε θες να μπεις στο καράβι. Σε βάζουν όμως με το ζόρι. Και πριν καν το καταλάβεις, είσαι ήδη καπετάνιος ενός καραβιού που δεν ξέρεις να κουμαντάρεις. Ενός καραβιού με τ’όνομά σου γραμμένο στο πλάι.

Έχεις δίπλα σου τους συντρόφους σου, όμως. Αυτοί σε βοηθούν να μάθεις να χειρίζεσαι το τιμόνι, να χαράζεις τη ρότα, να ξεκινάς και να σταματάς, να αποφεύγεις τους κινδύνους.

Και είναι τόσοι πολλοί οι κίνδυνοι, αλήθεια. Ύφαλοι, σκόπελοι, φουρτούνες, πειρατές, ακόμα και τέρατα. Τέρατα που στην αρχή νομίζεις πως δεν υπάρχουν και είναι μόνο χαζές ιστορίες που λένε οι ναυτικοί μεταξύ τους. Μέχρι που τα βλέπεις στην πλώρη σου.

Αρχίζει να σου αρέσει αυτό το ταξίδι. Εξερευνάς νέους κόσμους, μαθαίνεις καινούργια πράγματα, νιώθεις ελεύθερος. Ελεύθερος να οδηγήσεις το καράβι όπου θέλεις. Το τσούρμο σου θα σε ακολουθήσει και θα σου δίνει συμβουλές: «Στρίψε προς τα δεξιά», «άραξε στο επόμενο λιμάνι», «βίρα τις άγκυρες». Όμως η απόφαση θα είναι πάντα δική σου. Κανείς δεν μπορεί να σου πάρει το τιμόνι από τα χέρια.

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Να αναζητήσεις θησαυρούς, να βρεις νέους εμπορικούς δρόμους, να φτιάξεις κι άλλα καράβια που θα επεκτείνουν τον στόλο σου, να ζήσεις μεγάλες περιπέτειες. Ή να κάτσεις στ’αυγά σου και να βλέπεις τα άλλα καράβια να περνούν. Εσύ αποφασίζεις.

Κάποτε βέβαια έρχεται η ώρα που κουράζεσαι. Και λες να αράξεις κάπου μια για πάντα. Ψάχνεις το λιμάνι που θα σου γνέψει από μακριά, που θα σου πει ότι εκεί είναι η Ιθάκη σου.

Όμως αν τον Οδυσσέα η Ιθάκη του τον περίμενε υπομονετικά στο ίδιο μέρος, η δική σου η Ιθάκη μετακινείται από ‘δω και από ‘κει. Για να τη βρεις δεν αρκεί να διασχίσεις αχαρτογράφητα νερά, δεν αρκεί να ξεφύγεις από τους πειρατές, δεν αρκεί να την αναζητάς όλη μέρα κι όλη νύχτα με το ματογυάλι από το πιο ψηλό κατάρτι. Πρέπει να έχεις και τους θεούς με το μέρος σου. Να σε πάει μέχρι εκεί ο άνεμος, ή να τη φέρει μπροστά σου το κύμα.

Στ’αλήθεια όμως δε θ’αράξεις ποτέ. Θα την πάρεις μαζί σου την Ιθάκη και θα συνεχίσεις το ταξίδι σου στον άγνωστο κόσμο.

Αλλά δε θα συνεχίσεις για πάντα. Το πόσο θα αντέξεις στις θάλασσες δεν εξαρτάται μόνο από σένα, αλλά και από το σκαρί σου. Αν είναι καλοτάξιδο, θ’αντέξει πολλές κανονιές και ρεσάλτα μέχρι να βυθιστεί. Αν όμως είναι κανένα σαπιοκάραβο, είναι μετρημένα τα ψωμιά σου, όσο καλά και να το συντηρήσεις.

Πριν από σένα θα χαθεί το τσούρμο σου. Θα φύγουν οι γέροι ναύτες και θα σε αφήσουν με τους νεαρούς μούτσους. Εσύ όμως θα είσαι πια έμπειρος καπετάνιος. Θα έχεις ήδη μάθει τα κόλπα. Θα έχεις χαράξει τη ρότα σου. Και θα τους βοηθήσεις κι αυτούς να χαράξουν τη δική τους μια μέρα.

Και μια μέρα, το καράβι θα βουλιάξει στο βυθό. Είτε θα γίνει μπαμ κι έξω, είτε θα βουλιάζει αργά-αργά και βασανιστικά. Πάντως μια μέρα θα βουλιάξει. Και θα σε πάρει κι εσένα μαζί του στον πάτο. Ο καπετάνιος δεν εγκαταλείπει ποτέ το καράβι του. Και μπορεί εσύ να χαθείς για πάντα, όμως το κουφάρι του καραβιού σου θ’αντέξει. Και ποιος ξέρει, κάποιο άλλο καράβι μετά από χρόνια μπορεί να το βρει και να το μελετήσει. Και ο καπετάνιος του θα ξαναζήσει μέσα από το ημερολόγιο καταστρώματος, που θα έχεις φροντίσει να φυλάξεις σε ασφαλές μέρος, όλες τις περιπέτειές σου. Τις περιπέτειες ενός καραβιού που γράφει στο πλάι τ’όνομά σου.


Έτοιμοι για μία σούπερ χορταστική δόση;

 


Έχω έναν σκύλο που τον λένε Έλληνα.

Είναι το πιο άτακτο από τα σκυλιά μου. Δεν υπακούει στις εντολές μου. Του λέω να κάτσει κάτω και χοροπηδάει δεξιά κι αριστερά. Του λέω να μείνει ήσυχος και γαβγίζει. Σπάει πράγματα μέσα στο σπίτι. Κατουράει στο χαλί του σαλονιού.

Τις προάλλες είπα να παίξω λίγο μαζί του. Του πέταξα ένα παιχνίδι και του είπα να μου το φέρει πίσω. Όμως αυτός δεν το έφερε πίσω. Έκατσε στη γωνία του και το δάγκωνε, μέχρι που το κατέστρεψε. «Κακό σκυλί, Έλληνα», του είπα.

Χθες, εκεί που έτρωγα, ανέβασε τη μουσούδα του πάνω στο τραπέζι και παρακαλούσε να του δώσω κάτι. «Κάτσε κάτω, Έλληνα», του φώναξα. «Δε ντρέπεσαι να ζητιανεύεις φαγητό;». Κι έτσι τον άφησα νηστικό χθες. «Κακό σκυλί, Έλληνα», του είπα.

Μια άλλη μέρα είχε έρθει ένας φίλος στο σπίτι. Όλα τα άλλα σκυλιά καθόντουσαν ήσυχα, όμως ο Έλληνας του γάβγιζε άγρια. Δε σταματούσε με τίποτα. Αναγκάστηκα να τον κλείσω στο μπαλκόνι. «Γιατί δεν κάθεσαι ήσυχα όπως τα άλλα σκυλιά;», τον μάλωσα. «Κακό σκυλί, Έλληνα», του είπα.

Όταν ήταν κουτάβι, όλα αυτά ήταν πολύ χαριτωμένα. Όμως είναι λες και αυτό το σκυλί δε μεγάλωσε ποτέ. Ό,τι αταξίες έκανε σαν κουτάβι, τις ίδιες κάνει και τώρα.

Αλλά δεν τον μαλώνω συνέχεια. Καμιά φορά που τρίβει τη μουσούδα του πάνω μου, τον χαϊδεύω στοργικά. Και αν κάποια φορά κάνει κάτι καλό (να, την προηγούμενη βδομάδα εκεί που καθόμουν μου έφερε τις παντόφλες στην πολυθρόνα), τον επιβραβεύω. Μόνο με χάδια όμως, ποτέ με τροφή. Γιατί αλλιώς θα κακομάθει και θα ζητάει συνέχεια φαγητό.

Καμιά φορά νιώθω πως αυτό το σκυλί με μισεί. Και αναρωτιέμαι γιατί. Εγώ δεν τον ταΐζω; Δε θα έπρεπε να νιώθει ευγνωμοσύνη; Από το δρόμο τον πήρα και τον υιοθέτησα, κι αυτός με κοιτάει με ένα βλέμμα απαξίωσης. Δεν το καταλαβαίνω αυτό το σκυλί.

Μου έχουν πει ότι τα σκυλιά έχουν ένστικτο με τους ανθρώπους. «Κάτι θα του έχεις κάνει για να σε μισεί», μου λένε. Αλλά τι; Επειδή του μιλάω αυστηρά; Για να μάθει το κάνω. Στο ίδιο σπίτι ζούμε, πρέπει να τηρούνται κάποιοι κανόνες. Και τους κανόνες τους βάζω εγώ, ως αφεντικό.

Το χειρότερο είναι ότι έχει αρχίσει να ξεσηκώνει και τα άλλα σκυλιά εναντίον μου. Τα βλέπω να κάθονται όλα μαζί και νομίζω πως συνωμοτούν. Είναι άδικο.

Αλλά τι να κάνω; Σκυλιά είναι. Δεν είναι άνθρωποι. Δεν μπορείς να επιχειρηματολογήσεις μαζί τους. Μόνο να τα τιμωρείς ή να τα επιβραβεύεις για να καταλάβουν αν αυτό που έκαναν είναι σωστό ή λάθος. Μόνο να τους λες «καλό σκυλάκι» ή «κακό σκυλί». Και να ελπίζεις ότι θα καταλάβουν.