Καλό το μετρό, αλλά δεν μπορεί να σε πάει παντού. Ναι, υπάρχουν μερικά μέρη που πρέπει να πάρεις το Πεζό 2 (κοινώς, τα ποδαράκια σου) ή το αυτοκίνητο για να πας. Σήμερα το κατάλαβα αυτό και με το παραπάνω.
Ο τύπος στο συνεργείο ήταν παραπάνω από σαφής: Το βαριόμοιρο (και αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει σε καθετί πάεφτει στα χέρια μου…) Opel μου είχε μείνει εντελώς από μπαταρία, αφού είχα να το ξεκινήσω σχεδόν 2 εβδομάδες, και για να ξαναφορτίσει έπρεπε να κάνω βόλτες επί μία ώρα τουλάχιστον. «Και να περνάς τις 2.500 στροφές», συμπλήρωσε.
Ωραία όλα αυτά. Στα καλά του καθουμένου είχα φορτωθεί ένα ασθμαίνον αυτοκίνητο, που, λες και ήταν το λεωφορείο στο Speed, δεν έπρεπε να κόψει ταχύτητα για την επόμενη μία ώρα, αλλιώς θα έμενε στον τόπο. Υπέροχα.
Πού μπορεί να πάει κανείς στις 11 τα χαράματα (για μένα) για να τρέξει ένα αναιμικό αυτοκίνητο; Στην Αττική Οδό είπατε; Περίφημη ιδέα! Τα 3 Ευρώ ποιος τα δίνει; Εγώ; Α, όχι, μάλλον με μπερδέψατε για κάποιον άλλον, κάποιον εφοπλιστή ίσως. Μάλλον θα πρέπει να βρούμε κάποια πιο φτηνή λύση.
Ξεκίνησα, κι όπου με βγάλει ο δρόμος. Βγήκα στην Κατεχάκη, πέρασα από Καισαριανή, Ηλιούπολη, βγήκα στο κέντρο. Και είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Τότε μου ήρθε η ιδέα: Να περάσω από μέρη που έχουν κάτι να μου πουν. Τα μέρη που μεγάλωσα, τα μέρη που είχα χρόνια να επισκεφτώ. Ωραία ιδέα, ε;
Πρώτα πέρασα από τα Εξάρχεια. Εκεί, σε μια παρακμιακή πολυκατοικία περιτριγυρισμένη μόνο από άλλες παρακμιακές πολυκατοικίες και τίποτα άλλο, έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Η πολυκατοικία έχει μείνει ίδια. Για να είμαι ακριβής, τα πάντα έχουν μείνει ίδια. Η αποθήκη απέναντι είναι ακόμα εγκαταλελειμένη. Το ψιλικατζίδικο στη γωνία είναι ακόμα όπως όταν άνοιξε, πριν καμιά 30αριά χρόνια. Μόνο ο χασάπης της γειτονιάς έχει αλλάξει την επιγραφή, την έχει κάνει πιο μοντέρνα. Α, και η πιτσαρία που ήταν λίγο πιο κάτω έκλεισε. Όλα τ’άλλα έμειναν απελπιστικά ίδια.
Μετά μου ήρθε μια ακόμα πιο τρελή ιδέα: Να περάσω από τον παιδικό σταθμό, που πήγαινα από 2 χρονών. Εκεί κοντά ήταν. Όσο κι αν έψαξα, δεν τον βρήκα. Ή έχει κλείσει, ή η μνήμη μου δυσκολεύεται να ανακαλέσει την ακριβή τοποθεσία ενός κτιρίου που έχω να δω σχεδόν 20 χρόνια. Όλα παίζουν.
Η επόμενη γειτονιά μου ήταν στο Μαρούσι, σε ένα αδιέξοδο. Φοβερά χρόνια, αν ήταν στο χέρι μου δεν θα είχα φύγει ποτέ από εκεί. Βέβαια, εκεί τίποτα δεν έμεινε ίδιο. Οι δύο αλάνες έχουν μετατραπεί σε δύο γκρίζα μεγαθήρια, το αδιέξοδο είναι πλέον κάθετος της Κηφισίας και το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς το έχει μια στριμμένη γριά. Υποθέτω πως θα μπορούσε να είναι και χειρότερα: Η πιλοτή όπου έμαθα ποδόσφαιρο, ποδήλατο, πινγκ πονγκ (!), αλλά και έρωτα, φιλία, διασκέδαση, είναι ακόμα στη θέση της.
Γύρισα στο σπίτι με μια απροσδόκητη αίσθηση νοσταλγίας. Πόσες αναμνήσεις μπορεί να έχει κανείς στην ηλικία μου; Την απάντηση την έμαθα σήμερα: Τόσες, όσες χωράνε σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή, σε μια σταγόνα δάκρυα. Και, πιστέψτε με, είναι πάρα πολλές…

Advertisements