Έχοντας πολύ χρόνο στη διάθεσή μου, τώρα που η εξεταστική μας άφησε χρόνους, είπα να κάνω μια βόλτα στο Μοναστηράκι και στου Ψυρρή, για να βγάλω μερικές φωτογραφίες τις ανάσες της πόλης μας, τα μηνύματα που μας αφήνει στους τοίχους της. Όπως το περίμενα, ήταν μια παραγωγικότατη βόλτα, και το κινητό μου επιβαρύνθηκε με 13 νέες εικόνες.
Όταν τελείωσα, είχα ακόμα καιρό για χάσιμο, κι έτσι αποφάσισα να κατηφορίσω προς την Πειραιώς, πιάνοντας τα στενά μεταξύ Δημαρχείου και Ομόνοιας. Όλοι λίγο πολύ ξέρουμε τι είναι εκεί κάτω: Οι αραβικές και κινέζικες παροικίες, όπου συγκεντρώνονται οι μετανάστες αυτών των χωρών και νιώθουν σαν στο σπίτι τους, μολονότι ζουν σε μια ξένη (και μάλλον αφιλόξενη) χώρα.
Ήταν ένα όμορφο θέαμα. Βρισκόμουν σε ένα κράτος εν κράτει, σε μια περιοχή όπου τα πάντα ήταν γραμμένα σε γλώσσες που δεν καταλάβαινα, όπου όλοι έδειχναν διαφορετικοί από μένα, όπου τίποτα δεν ήταν ίδιο με όσα ήξερα για την πόλη μου. Μια υποδειγματική κοινωνία, σταδιακά σχηματισμένη στην καρδιά μιας άλλης κοινωνίας, της ελληνικής…
Ένιωσα παράξενα. Αν και σε πολλά στενά παρατηρούσα ότι ήμουν ο μόνος λευκός ανάμεσα στους μελαμψούς Πακιστανούς και τους ωχρούς Κινέζους, δεν ένιωσα ούτε για μια στιγμή διαφορετικός από αυτούς. Ντυμένος με ένα φτηνό τζιν και μια ακόμα πιο φτηνή μπλούζα, ακριβώς όπως κι αυτοί, ένιωσα πως δεν είχα τίποτα να χωρίσω μαζί τους. Και το ίδιο και αυτοί μεταξύ τους, απ’ό,τι φαίνεται. Η εικόνα που μου έμεινε χαραγμένη και δύσκολα θα φύγει σύντομα από τη μνήμη μου είναι αυτή ενός Πακιστανού και ενός Κινέζου να περπατάνε στο δρόμο αγκαλιασμένοι, και να αστειεύονται σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, και δε με ενδιέφερε να καταλάβω. Στο σταυροδρόμι των λαών οι γλώσσες δεν είναι πια τα φανάρια, αλλά κάτι άχρηστα σκουπίδια, χωμένα στα πορτ μπαγκάζ των αυτοκινήτων.
Ζούμε σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, αυτό το ξέρουμε πια όλοι. Αυτό που ίσως δεν έχουμε καταλάβει ακόμα είναι πως όλες αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες που συνυπάρχουν στην Ελλάδα δε διαφέρουν και τόσο δραματικά με τη δική μας όσο νομίζουμε (ή θέλουμε να νομίζουμε). Διαφέρουν μόνο στο χρώμα του δέρματος και στη θρησκεία. Και αυτές οι διαφοροποιήσεις δίνουν νέο ενδιαφέρον σε μια μέχρι πρότινος κλειστή ελληνική κοινωνία, που αποτελείτο αποκλειστικά από λευκούς χριστιανούς ορθόδοξους. Είναι ευχάριστο να παρατηρείς τέτοιες διαφοροποιήσεις, σε μια εποχή που κάθε ίχνος διαφορετικότητας παγιδεύεται στη σκουριά των παλιών σπιτιών και τη σκόνη των εγκαταλελειμένων κτιρίων.
Οτιδήποτε μπορεί να αντισταθεί στο ζοφερό γκρι της Αθήνας είναι ευπρόσδεκτο…

Advertisements