Η αγαπητή συμblogίτισσα foulianna θέτει στο σχόλιό της το φλέγον (!) ζήτημα του κιτς.
Πρώτα απ’όλα, να ξεκαθαρίσω ότι εγώ δεν αναφέρθηκα καθόλου στο κιτς, γιατί δεν εντάσσεται στη μόδα, αλλά αποτελεί κι αυτό μια έκφραση περιφρόνησης προς τις προσταγές της. Για μένα, το κιτς είναι ένα απονενοημένο διάβημα διαφορετικότητας σε έναν ομογενοποιημένο κόσμο. Όμως, όσο και αν μου αρέσει η ιδέα του να ξεχωρίζεις στο πλήθος, το κιτς πηγαίνει στο άλλο άκρο.
Όταν σκέφτομαι τη λέξη «κιτς», στο μυαλό μου παρελαύνουν καρνάβαλοι με φανταχτερά ρούχα και στολίδια και κακόγουστοι κλόουν. Υπάρχουν πολύ πιο αποτελεσματικοί τρόποι για να ξεχωρίζει κανείς, αν νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να ξεχωρίσει, και αρκετά πιο διακριτικοί και έξυπνοι. Γιατί καλό είναι να νιώθεις διαφορετικός από τα άλλα πρόβατα στο μαντρί, αλλά όταν αυτά αρχίζουν και γελάνε μαζί σου, τότε ή στραβά ειν’ τα πρόβατα, ή στραβά στολίζεσαι…
Θα σας πω τι κάνω εγώ για να νιώθω πως ξεχωρίζω: Διαθέτω ένα πλούσιο οπλοστάσιο από μπλούζες με αστείες ατάκες, και χαίρομαι αφάνταστα όταν βλέπω κάποιον άγνωστο να κοιτάει το T-shirt μου και να χαμογελάει (και, πιστέψτε με, αυτό γίνεται συχνά!). Όχι μόνο τραβάω την προσοχή, αλλά μοιράζω και αφειδώς χαμόγελα στους γύρω μου! Η μικρή μου καθημερινή κοινωνική προσφορά…
Βέβαια, κάποιες φορές έπεσα στην παγίδα του κιτς, και ομολογουμένως μοίρασα και πάλι χαμόγελα, φορώντας την γαλάζια μπλούζα μου με την μορφή του Ντόναλντ Ντακ να εκτείνεται σε όλο της το πλάτος. Αλλά σίγουρα μοίρασα και πολλά γέλια, και δεν μπορώ να πω ότι αυτή η προοπτική με ενθουσιάζει. Δεν έχω τίποτα με το κιτς, και μάλιστα θαυμάζω αυτούς που τολμούν να κυκλοφορούν στο δρόμο ντυμένοι σαν υπερτροφικοί παπαγάλοι. Αλλά δεν μπορεί κανείς να με κατηγορήσει που βάζω τα γέλια όταν τους βλέπω, έτσι δεν είναι;

Advertisements