– Θυμάμαι πως όταν ο ΓΑΠ είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να κάνει δημοψήφισμα, η μόνη μου ένσταση ήταν ο χρόνος στον οποίο επέλεξε να το κάνει: Αφού είχε ήδη αποφασίσει πριν από μας, για μας, την υπαγωγή στο μνημόνιο. Το ίδιο πρόβλημα έχω και με το δημοψήφισμα του Τσίπρα, αλλά για άλλο λόγο: Επειδή επέλεξε να κάνει το δημοψήφισμα όχι στο παρά πέντε, αλλά στο και πέντε. Υποθέτω ότι δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβει έναν ή δύο μήνες πριν ότι αυτή η ιστορία δεν έβγαζε πουθενά, και θα μπορούσε τότε να είχει προκηρύξει το δημοψήφισμα, πολύ πριν τη λήξη του προγράμματος στις 30 Ιουνίου. Τώρα κάνει ένα δημοψήφισμα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, και νιώθω σαν να μου έχουν δώσει ένα καλάθι στο σούπερ μάρκετ και να μου λένε: «Ψώνισε ό,τι τραβάει η καρδιά σου. Έχεις δέκα δευτερόλεπτα».

– Επί της ουσίας, τώρα: Ναι ή όχι; Δεν μπορώ παρά να απορρίψω το «ναι», για πολλούς λόγους. Αν το ότι το «ναι» υποστηρίζεται από τα παρτάλια της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί (και με δεδομένο ότι το «όχι» υποστηρίζεται από τα εθνίκια της Χρυσής Αυγής και τους ό,τι να’ναι ΑΝΕΛ, οπότε το επιχείρημα ακυρώνεται), το τι πρεσβεύει το «ναι» δε μου αφήνει περιθώρια. «Ναι» σημαίνει υποστήριξη σε μία αντιδημοκρατική, αυταρχική, αυτοκαταστροφική, διεφθαρμένη Ευρώπη. «Ναι» σημαίνει αποδοχή οποιουδήποτε τρελού μέτρου μας επιβάλουν απ’ έξω και ουσιαστικά παράκαμψη της εκλεγμένης κυβέρνησης, με μοναδικό στόχο αυτό το γελοίο «ευρώ πάση θυσία» που απαντά πρόθυμα ο λαός στις δημοσκοπήσεις, χωρίς να αναρωτιέται ποιες μπορεί να είναι αυτές. «Ναι» για μένα σημαίνει ραγιαδισμός, παραίτηση, υποταγή. Σημαίνει βέβαια και ασφάλεια, μία κακώς εννοούμενη «ασφάλεια» που κάποιοι θεωρούν πιο σημαντική από τη δημοκρατία.

– That said, κατανοώ τους φοβισμένους ανθρώπους που θα πάνε να ψηφίσουν «ναι» για να μη χάσουν την στρεβλή «ασφάλεια» που ζητούν. Αλλά αδυνατώ να συμμεριστώ την άποψή τους. Άλλωστε δημοκρατία με φόβο, δεν είναι δημοκρατία. Είναι κάτι άλλο.

– Όμως και με το «όχι» έχω πρόβλημα. Γιατί ωραία η ρητορική της αξιοπρέπειας, της ρήξης με το σάπιο κατεστημένο, της διεκδίκησης του δικαιώματος στη δημοκρατία, αλλά αν δεν υπάρχει ένα σχέδιο από πίσω, τότε παραμένει απλώς ρητορική. Και να τη χέσω τη ρητορική αν καταλήξει σε μία κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί κανείς μας. Το «όχι» θέλει σχέδιο, και το μόνο «σχέδιο» που έχω ακούσει μέχρι τώρα επισήμως από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αν ο λαός ψηφίσει «όχι», τότε η κυβέρνηση λέει θα είναι πιο ισχυρή διαπραγματευτικά. Παπάρια μάντολες θα είναι. Και τον Ιανουάριο, και τον Φεβρουάριο, και τον Μάρτιο ήταν μια νέα κυβέρνηση, με ισχυρή λαϊκή εντολή. Οι δανειστές δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Απλά δεν τους νοιάζει. Ακόμα και 120% να πάρει το «όχι» στο δημοψήφισμα, δεν θα μετακινηθούν ούτε χιλιοστό από τις απόψεις τους. Θα πας εσύ με τον αέρα του νικητή να τους κάνεις τη μούρη κρέας, και τελικά θα σπάσεις εσύ τα μούτρα σου στον τοίχο. Αυτό δεν είναι σχέδιο, είναι αυτοκίνητο χωρίς φρένα.

– Δεν θέλω να βγει η Ελλάδα από το ευρώ. Όχι επειδή είμαι ερωτευμένος με τα γοητευτικά χαρτονομίσματα του ευρώ, αλλά επειδή ξέρω ότι η μετάβαση από το ευρώ στη δραχμή, αν γίνει με άτακτο τρόπο, θα είναι καταστροφική – οι μόνοι που πραγματικά θέλουν να επιστρέψουν με αυτόν τον τρόπο στη δραχμή είναι οι πυροβολημένοι που λένε «η τυρόπιτα παλιά έκανε 100 δραχμές, τώρα κάνει 1,5 ευρώ, να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή για να κάνει πάλι 100 δραχμές». Είμαι από αυτούς που θεωρούν πως κακώς μπήκε η Ελλάδα στο ευρώ, όπως μπήκε, αλλά το πώς θα βγει από το ευρώ είναι μία εντελώς διαφορετική ιστορία.

– Όμως, η ψήφος στο «όχι» δεν μπορεί, όπως εκβιαστικά κάνουν οι Ευρωπαίοι, να εκλαμβάνεται αυτοδικαίως ως απόρριψη του ευρώ και της Ευρώπης. Το «όχι» δεν απορρίπτει απαραιτήτως την Ευρώπη, αλλά ΑΥΤΗΝ την Ευρώπη. Το «όχι» δε μεταφράζεται απαραίτητα σε «δε θέλω το ευρώ σας, πάμε στη δραχμή», αλλά σημαίνει και «έχετε κάνει λάθη, ξανασκεφτείτε την στρατηγική σας». Το «όχι» είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό που προσπαθούν να μας παρουσιάσουν, και σίγουρα πολύ πιο περίπλοκο από το «ναι». Και πολύ πιο αβέβαιο, φυσικά, γιατί το πώς θα μεταφράσουν οι Ευρωπαίοι το δικό μας «όχι» δεν είναι στο χέρι μας.

– Ως δημοσιογράφος, δεν μπορώ να μην επισημάνω πόσο κατάπτυστη είναι (πάλι) η στάση που τηρούν τα συστημικά ΜΜΕ. Τα σούπερ των δελτίων ειδήσεων (με κορυφαία αυτά του ΑΝΤ1) ξεπερνούν κάθε προηγούμενο σε γελοιότητα. Όχι πως δεν το περιμέναμε, αλλά πρέπει να τα ξαναλέμε κάθε φορά, για να είμαστε εντάξει πρωτίστως με τους εαυτούς μας.

– Πού καταλήγουμε, λοιπόν; Μάλλον στο ότι και οι δύο επιλογές είναι καταστροφικές, με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αλλά έτσι είναι: Αν η μία επιλογή ήταν γαμάτη και η άλλη απαίσια, δεν θα χρειαζόταν να γίνει δημοψήφισμα, σωστά; Ας αποφασίσει λοιπόν ο καθένας τι νομίζει ότι είναι λιγότερο κακό. Εξάλλου, είναι καλύτερα τώρα που θα μπορούμε εμείς οι ίδιοι να πάρουμε την απόφαση και μετά εμείς οι ίδιοι να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο για την απόφασή μας. Καιρός να αναλάβουμε τις ευθύνες μας ως πολίτες – αυτή τη φορά χωρίς μεσάζοντες, που μας είναι μεν πολύ βολικοί για να έχουμε κάποιον να βρίζουμε για τις δικές μας μαλακίες, αλλά δε μας βοηθούν και πολύ να γίνουμε υπεύθυνοι άνθρωποι.

– Και επειδή πρέπει να το παίξω κουλτουριάρης ενώ δεν είμαι, θα ακολουθήσω την πάγια τακτική των πολιτικών και θα κλείσω το λογύδριό μου quotάροντας έναν γνωστό συγγραφέα: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».


Έχει κάτι ελκυστικό το αίμα. Δεν ξέρω τι ακριβώς. Να είναι αυτό το βαθυκόκκινο χρώμα που χτυπάει τόσο έντονα στο μάτι; Η διαπεραστική οσμή του; Η γοητεία του να βλέπεις αυτό που κυλάει στα κρυφά μέσα σου να βγαίνει έξω; Πάντως είναι ελκυστικό. Αν δεν ήταν, δε θα υπήρχαν θρίλερ, δε θα υπήρχαν σπλάτερ, δε θα υπήρχαν καν περιπέτειες, δε θα υπήρχε το μισό Χόλιγουντ. Και ο Κοκκινόπουλος αντί για σίριαλ θα γύριζε βιντεοκλίπ.

Αίμα, περισσότερο αίμα. Αίμα για να το ρουφήξεις, όχι με τα δόντια όπως ο Δράκουλας, αλλά με τα μάτια. Θυμάμαι τη μέρα που γύρισα από το σχολείο και έδειχναν στην τηλεόραση το σημείο όπου είχε δολοφονηθεί λίγο νωρίτερα ο Παύλος Μπακογιάννης, θυμάμαι τις κηλίδες αίματος στα σκαλοπάτια, μόνο αυτό θυμάμαι. Αίμα, όχι πολύ αίμα, σταγόνες μόνο. Αλλά αίμα.

Μας αρέσει το αίμα. Βλέπουμε βίαιες ταινίες, παίζουμε βίαια βιντεοπαιχνίδια, διαβάζουμε βίαια έργα – αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε άρρωστοι ή τίποτα τέτοιο. Τρεφόμαστε με ψεύτικο αίμα. Με το ψεύτικο αίμα των δύσμοιρων θυμάτων του Φρέντι Κρούγκερ, με το εντελώς ψεύτικο (και ενίοτε ούτε καν κόκκινο) αίμα των αντιπάλων στο Mortal Kombat, με το ψεύτικο αίμα που κυλάει σε αστυνομικά μυθιστορήματα.

Το ψεύτικο αίμα είναι μία ασφαλής επιλογή. Κανείς (πια) δε θα σε πει διεστραμμένο επειδή βλέπεις ένα θρίλερ. Αλλά όταν παθιάζεσαι τόσο και με το αληθινό αίμα, εκεί μάλλον υπάρχει πρόβλημα.

Στα δελτία ειδήσεων το αληθινό αίμα περνιέται εύκολα για ψεύτικο. Είναι σαν να παρακολουθείς ένα καλοστημένο θρίλερ όταν βλέπεις τα πομπώδη ρεπορτάζ με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για μία στυγνή δολοφονία. Όμως δεν είναι θρίλερ. Είναι πραγματικότητα. Και όταν “συγκλονισμένο το Πανελλήνιο” παρακολουθεί αυτήν την πραγματικότητα σαν να είναι θρίλερ, είναι σαν να βάφει τα χέρια του με αίμα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, υπάρχει αρκετό για όλους.

Θυμάμαι πάλι εκείνη τη μέρα με τη δολοφονία του Μπακογιάννη. Θυμάμαι πόσο είχα σοκαριστεί στη θέα του αίματος, που μέχρι τότε το είχα δει να βγαίνει μόνο από τα γδαρμένα γόνατά μου όταν έπαιζα στο δρόμο. Και ήταν κι αυτό αληθινό αίμα.

Για σκέψου: Πόσο σε σοκάρει σήμερα η θέα του αίματος στην τηλεόραση; Και πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;


– Γιατρέ, δεν είμαι καλά.
– Γιατί το λέτε αυτό; Μια χαρά σας βλέπω.
– Μια χαρά; Γιατρέ, πεθαίνω λέμε.
– Υπερβολές. Απλώς είχατε συνηθίσει σε έναν άσωτο τρόπο ζωής, και δυσκολεύεστε να προσαρμοστείτε.
– Μα τι λέτε; Το ξέρετε ότι από τότε που ξεκινήσαμε αυτήν την δίαιτ…
– Σας παρακαλώ, τα έχουμε ξαναπεί αυτά, μη χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξη. Βρίσκεστε σε πρόγραμμα διατροφολογικής προσαρμογής.
– Έστω, αυτό. Το ξέρετε ότι από τότε που ξεκινήσαμε αυτή τη δίαιτα έχω χάσει το 25% του βάρους μου;
– Φυσικά. Γι’ αυτό δεν ήρθατε εδώ; Επειδή έπρεπε οπωσδήποτε να χάσετε βάρος;
– Ναι, είπαμε να χάσω βάρος, όχι να λιώνει η σάρκα πάνω στα κόκαλά μου.
– Να, βλέπετε; Τέτοιες υπερβολές λέτε και καταστρέφετε από μόνος σας την προσπάθειά σας. Σαμποτάρετε τον εαυτό σας.
– Όχι, εσείς με σαμποτάρετε. Εκεί που πάω να πάρω τα πάνω μου, μου κόβετε πάλι κάτι και υποφέρω.
– Ό,τι σας λέω να κάνετε είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι πετυχαίνει. Μπορείτε να ρωτήσετε τους προηγούμενους ασθενείς μου, που σήμερα βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, αν και υπέφεραν και οι ίδιοι από τα δικά τους λάθη.
– Ναι, αλλά ξέρετε ότι κάθε οργανισμός έχει διαφορετικές ανάγκες, πώς είναι δυνατόν να είμαστε ίδιοι όλοι οι πελάτες;
– Το αντίθετο, εσείς είστε ειδική περίπτωση. Κανένας δε χρειαζόταν περισσότερη δουλειά από σας, γι’ αυτό και ασχολούμαι τόσο μαζί σας. Τώρα, επιτρέψτε μου να σας δείξω το πρόγραμμά σας για τους επόμενους μήνες…
– Δεν καταλάβατε, γιατρέ. Θέλω να σταματήσω, δε γίνεται να συνεχίσω το ίδιο πρόγραμμα.
– Ω, δεν μπορείτε να σταματήσετε, το ξέρετε καλά. Είστε στον σωστό δρόμο. Την επόμενη μέρα που θα σταματήσετε, θα ξανακυλήσετε στην πρότερη κατάσταση, την οικτρή κατάσταση στην οποία βρισκόσασταν.
– Αν ήταν τότε οικτρή η κατάσταση, η τωρινή τι είναι; Γιατρέ, δεν αντέχω σου λέω.
– Σας το έχω εξηγήσει: Βρίσκεστε σε μία μεταβατική φάση, η οποία είναι δύσκολη, ακριβώς επειδή είχατε συνηθίσει να τρώτε πάνω από τις δυνατότητές σας. Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο, και ότι νομίζετε πως μπορείτε να σταματήσετε, αλλά σας διαβεβαιώ ότι μένουν ακόμα πάρα πολλά που πρέπει να γίνουν.
– Όχι. Αρνούμαι να συνεχίσω. Το πρόγραμμά σας δε με θεραπεύει, αλλά με σκοτώνει μέρα με τη μέρα.
– Πώς τολμάτε να το λέτε αυτό; Δηλαδή δε φτάνει που, σε ένδειξη καλής θέλησης και αλληλεγγύης, σας ανέλαβα δωρεάν; Έχετε το θράσος να μου λέτε ότι θέλω να σκοτώσω τον ασθενή μου;
– Τι άλλο να υποθέσω, όταν με αναγκάζετε να ακολουθήσω ένα πρόγραμμα που στερεί από τον οργανισμό μου όλες τις θρεπτικές ουσίες; Το ξέρετε ότι νιώθω ένα-ένα τα ζωτικά μου όργανα να διαλύονται;
– Ε όχι, αυτό πάει πολύ, να με λέτε και δολοφόνο. Έχετε υπερβεί τα όρια. Θα έπρεπε να με ευχαριστείτε που σας έβαλα στο σωστό δρόμο -γιατί το ξέρετε καλά, ότι αν δεν ήταν το πρόγραμμα αυτό τώρα θα ήσασταν νεκρός- και αντ’ αυτού εσείς με προσβάλλετε με το χειρότερο τρόπο.
– Σοβαρά; Όταν εσείς δηλαδή με κοιτάζετε με αυτό το υποτιμητικό βλέμμα, σαν να έχω μόλις βγει από κάδο σκουπιδιών, δε με προσβάλλετε; Όταν μου κάνετε κήρυγμα για το πόσο ενάρετος είστε εσείς και πόσο τιποτένιος είμαι εγώ δε με προσβάλλετε; Ή μήπως όταν το κάνετε εσείς είναι «εποικοδομητική κριτική», ενώ όταν το κάνω εγώ είναι αχαριστία και θράσος;
– Εγώ δε σας έχω προσβάλει ποτέ. Αν παρεξηγήσατε τις αγαθές προθέσεις μου, δεν ευθύνομαι εγώ. Ό,τι λέω, το λέω για το καλό σας.
– Σωστά, γιατί εγώ δεν ξέρω τι είναι καλό για μένα, ενώ εσείς ξέρετε, έτσι;
– Όπως αποδεικνύει το παρελθόν σας, ναι, δεν ξέρετε τι είναι καλό για σας.
– Και πέντε χρόνια τώρα που με έχετε αναλάβει λέτε να μην έμαθα τίποτα;
– Αν κρίνω από τις αντιδράσεις σας, προφανώς όχι.
– Αντιδράσεις; Θεωρείτε ότι αντιδρώ υπερβολικά; Αν ήταν άλλος τώρα δε θα σας μιλούσε τόσο ευγενικά, με καλάσνικοφ θα είχε έρθει.
– Α, πολύ ωραία, τώρα με απειλείτε κιόλας. Αυτό σίγουρα συνεισφέρει τα μέγιστα στην οικοδόμηση ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ μας.
– Κοιτάξτε, καταλαβαίνω ότι δεν πρόκειται να αλλάξετε γνώμη. Θέλετε να συνεχίσω το πρόγραμμα; Εντάξει. Αλλά θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στο πρόγραμμα.
– Αλλαγές; Τι αλλαγές;
– Να, για παράδειγμα, θα ήθελα να καθορίζω εγώ τι θα κάνω κάθε εβδομάδα.
– Αυτό αποκλείεται. Και τότε εγώ τι ρόλο θα έχω;
– Θα επιβλέπετε αν είμαι στον σωστό δρόμο.
– Και δηλαδή τι είδους αλλαγές σκέφτεστε;
– Ε, μία μικρή χαλάρωση, λίγες πρωτεΐνες παραπάνω, κανέναν υδατάνθρακα, λίγο να έρθω στα ίσα μου.
– Ναι, ναι, τα ξέρω αυτά τα κόλπα, όλοι έτσι λένε. Λίγη χαλάρωση, και μετά πλακώνονται στα χάμπουργκερ και τις πίτσες. Forget it.
– Πιστεύω ότι με όσα έχω κάνει τα τελευταία χρόνια, έχω κερδίσει το δικαίωμα να παίρνω κι εγώ αποφάσεις για τον εαυτό μου. Να σας θυμίσω ότι είμαι ανεξάρτητη προσωπικότητα, δεν είστε ο κηδεμόνας μου.
– Κι εγώ να σας θυμίσω με τη σειρά μου ότι αν δε χρειαζόσασταν κηδεμόνα, δε θα ήσασταν εδώ τώρα.
– Μα είναι πολύ απλό αυτό που ζητάω. Μόνο λίγη χαλάρωση. Εδώ θα είσαστε, να με επιβλέπετε αν πηγαίνω καλά.
– Θέλω να είμαι ξεκάθαρος μαζί σας: Μπορώ να δεχθώ ορισμένες αλλαγές, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είναι πλήρως τεκμηριωμένες με αναλυτικά στοιχεία για θερμίδες και λιπαρά, και βέβαια υπό την προϋπόθεση να τηρηθούν πλήρως τα προαπαιτούμενα του τρέχοντος προγράμματος.
– Συγνώμη, με ακούτε όταν μιλάω; Ζητάω αλλαγές σε ένα πρόγραμμα που με σκοτώνει κι εσείς μου λέτε ότι για να γίνουν οι αλλαγές θα πρέπει να κάνω ακριβώς τα ίδια που έκανα μέχρι τώρα;
– Δηλαδή τι περιμένατε, ότι επειδή μου ζητήσατε αλλαγές θα σας παραδώσω ένα λευκό χαρτί για να γράψετε το δικό σας πρόγραμμα; Είστε με τα καλά σας;
– Ας το θέσω αλλιώς: Εγώ αναγνωρίζω ότι στο παρελθόν έκανα λάθη και θέλω να τα διορθώσω. Εσείς γιατί δεν αναγνωρίζετε το δικό σας λάθος και επιμένετε σε αυτό;
– Λάθος; Ποιο λάθος;
– Το πρόγραμμά σας, είναι λάθος. Δεν είναι ντροπή να το παραδεχθείτε. Άλλα πράγματα θέλατε να πετύχετε και άλλα έγιναν στην πραγματικότητα.
– Κανένα λάθος. Το πρόγραμμα είναι σωστό. Αν έγιναν λάθη, είναι επειδή εσείς δεν το εφαρμόσατε σωστά.
– Α, πάλι εγώ φταίω; Εσείς δε φταίτε σε τίποτα;
– Ξεχνάτε και πάλι ότι χάρη σε αυτό το πρόγραμμα ζείτε σήμερα.
– Καταλαβαίνετε τι κάνετε; Απαιτείτε την ευγνωμοσύνη μου για ένα μεγάλο λάθος.
– Μεγάλο λάθος ήταν που πίστεψα πως θα μπορούσατε να αλλάξετε. Το βλέπω τώρα, είναι στο DNA σας η απατεωνιά, η κουτοπονηριά και η τεμπελιά.
– Απ’ ό,τι φαίνεται είναι και στο δικό σας DNA η μισανθρωπιά και ο αυταρχισμός.
– Ειλικρινά, αν μπορούσα θα σας παρατούσα αυτή τη στιγμή κιόλας στην τύχη σας. Μετά θα με παρακαλούσατε να σας δεχθώ πίσω.
– Θα μπορούσα να σας παρατήσω εγώ πρώτος – ίσως θα έπρεπε να το έχω ήδη κάνει, αλλά βλέπετε πίστευα ότι μπορούμε να τα βρούμε με τον διάλογο. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι εφικτό.
– Επειδή είστε αγνώμων.
– Όχι, επειδή αρνείστε να παραδεχθείτε τα λάθη σας.
– Ας συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε.
– Όπως πάντα.
– Ξέρετε, σας εκτιμούσα περισσότερο όταν απλώς κάνατε αυτά που σας έλεγα.
– Ναι, αλλά δεν εκτιμούσα εγώ τον εαυτό μου.
– Ας είναι. Λοιπόν, κοιτάξτε τι θα κάνουμε: Θα συνεχίσετε το πρόγραμμα που σας δίνω για μερικούς μήνες ακόμα. Στο μεταξύ, ετοιμάστε μία λίστα με αλλαγές που θα θέλατε να εφαρμόσετε, και τα ξαναλέμε το καλοκαίρι.
– Δε γίνεται να το κάνουμε πιο άμεσα; Δεν ξέρω αν θα αντέξω μέχρι το καλοκαίρι.
– Θα σφίξετε τα δόντια και θα αντέξετε. Έχετε κάνει πολλά μέχρι τώρα, δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω.
– Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δε θα βγω από εδώ μέσα αν δεν εξασφάλιζα αλλαγές στο πρόγραμμα, αλλά υποθέτω ότι μπορώ να δεχθώ αυτόν τον συμβιβασμό.
– Βλέπετε πώς τα βρίσκουμε με το διάλογο αν υπάρχει καλή θέληση και από τις δύο πλευρές
– (Ναι, αρκεί να επωφελείται περισσότερο η δική σου)
– Είπατε κάτι;
– Λέω, είναι μία αμοιβαία επωφελής συμφωνία, βγαίνουμε κερδισμένοι και οι δύο.
– Χαίρομαι που το ακούω. Είστε δύσκολος πελάτης, ξέρετε.
– Κι εσείς δύσκολος γιατρός. Και σκληρός.
– Αλλά δίκαιος.
– Κυρίως αυτό.


Πού πάνε τα τέρατα όταν φεύγουν από τις ντουλάπες ή από κάτω από το κρεβάτι, από εκεί που μαθαίνουμε ότι κρύβονται όταν είμαστε παιδιά; Σιγά-σιγά μαθαίνουμε να μην τα φοβόμαστε, να είμαστε δυνατοί, να μη βάζουμε τα κλάματα κάθε φορά που σκεφτόμαστε ότι υπάρχουν, και από τότε δεν τα βλέπουμε ποτέ ξανά. Όμως δεν μπορεί να εξαφανίζονται. Κάπου θα συνεχίζουν να υπάρχουν, δεν μπορεί. Ή μήπως εξαφανίζονται όταν παύεις να τα σκέφτεσαι;

Εγώ νομίζω ότι απλά κρύβονται καλύτερα. Όπως στο κρυφτό κανένας δεν είναι αρκετά χαζός για να κρύβεται πάντα στο ίδιο σημείο, έτσι και τα τέρατα ξέρουν να προσαρμόζονται. Αν βρεις την κρυψώνα τους στην ντουλάπα, θα πάνε κάτω από το κρεβάτι. Αν τα βρεις κι εκεί, θα πάνε στην αποθήκη. Αν κι εκεί τα βρεις, θα πάνε στο πατάρι. Και αν συνεχίσεις να τα ψάχνεις, θα τα βρίσκεις πάντα.

Αλλά κάποια στιγμή σταματάμε να τα ψάχνουμε. Καταντάει βαρετό. Και ξαφνικά, μας βρίσκουν αυτά εκεί που δεν το περιμένουμε. Και κρύβονται σε εκείνο το σημείο που δεν μπορούμε να τα βρούμε. Μέσα μας.

Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, πόσοι από μας βλέπουμε τον πραγματικό μας εαυτό; Πόσοι από μας βλέπουν ότι είμαστε εν μέρει άνθρωποι και εν μέρει τέρατα;

Βλέπουμε ένα έγκλημα, και αμέσως ταυτιζόμαστε με το θύμα. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς, θα μπορούσαμε να είχαμε πέσει εμείς θύματα εκείνου του τέρατος, θεέ μου, τι τρομερό. Κι αν στην πραγματικότητα είμαστε πιο κοντά στο τέρας; Κι αν υπό τις ίδιες συνθήκες θα γινόμασταν κι εμείς τέρατα; Κι αν ο πραγματικός μας εαυτός είναι τελικά πολύ διαφορετικός από αυτόν που νομίζουμε;

Και ξέρεις, υπάρχουν πολλά είδη τεράτων. Εμείς ξεχωρίζουμε τα πιο άγρια, τα πιο τρομακτικά, αυτά που παίρνουν το μαχαίρι και το καρφώνουν βαθιά στην καρδιά του άτυχου θύματος, και ούτε που βλέπουμε τα άλλα, τα λιγότερο άγρια τέρατα με τα κλειστά στόματα που παρακολουθούν με ανυπομονησία περιμένοντας να ξεψυχήσει το θύμα. Αυτά είναι περισσότερα. Και πιο επικίνδυνα.

Αν θέλεις να σκοτώσεις το τέρας μέσα σου, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να πάψεις να το τρέφεις. Με μίσος, με φόβο, με οργή. Χωρίς αυτά, το τέρας δεν μπορεί να ζήσει.

Όμως ξέρεις κάτι; Αναρωτιέμαι αν τελικά είναι προς το συμφέρον μας να σκοτώνουμε τα τέρατα. Όταν υπάρχουν εκεί έξω τόσα τέρατα, πώς μπορείς εσύ να επιβιώσεις χωρίς τα δικά σου; Ποιος θα σε προστατεύσει όταν τα άλλα τέρατα σου χυμήξουν για να σε κατασπαράξουν;

Μακάρι να είχα μία καλή απάντηση σε αυτό. Δυστυχώς, έχω μία όχι τόσο καλή: Καλύτερα να πεθάνουμε σαν άνθρωποι παρά να ζήσουμε σαν τέρατα.


«Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι, σε οποιαδήποτε κοινωνία κι αν ζει ο καθένας από μας, από την πιο ανεπτυγμένη μέχρι την πιο αρχαϊκή, όλοι θα αντιμετωπίσουμε μια μέρα τις ακόλουθες εναλλακτικές: είτε να ζήσουμε σαν σκλάβοι, είτε να ζήσουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι. Και  αν αφελώς νομίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος κρατικής εξουσίας που μπορεί να μας απελευθερώσει από αυτήν την επιλογή, κάνουμε σοβαρό λάθος. Στη ζωή κάθε ανθρώπου, έρχεται κάποια στιγμή που κανείς έρχεται αντιμέτωπος με το σύστημα, με τον ‘κόσμο’, και πρέπει να υπερασπιστεί τη δική του αίσθηση δικαιοσύνης, τη δική του αίσθηση του Θεού επί γης».

Έψαχνα εδώ και μέρες να βρω μία καλή εισαγωγή για να ξεκινήσω ένα post για τη νέα κυβέρνηση, τη διαπραγμάτευση, την ελπίδα και όλα αυτά τα ιστορικά που συμβαίνουν τις τελευταίες δύο εβδομάδες, και τελικά τη βρήκα σε αυτή την αναφορά του Αντρέι Ζβιανγκίντσεφ, του σκηνοθέτη του «Λεβιάθαν», που σίγουρα θα δω.

Ίσως ό,τι κι αν διαβάσετε από εδώ και κάτω είναι περιττό, γιατί ο Ζβιανγκίντσεφ τα είπε όλα. Αλλά δεν πειράζει, θα το δοκιμάσω.

Το ότι η χώρα έχει για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση είναι από μόνο του κοσμογονικό. Βέβαια, η Αριστερά δεν είναι ακριβώς μόνη της στην εξουσία, γιατί ο Τσίπρας αναγκάστηκε να συνεργαστεί με τον Καμμένο, ο οποίος είναι ακριβώς ίδια περίπτωση με εκείνο το χοντρό πλουσιόπαιδο στο σχολείο, που κανείς δεν τον ήθελε στην ομάδα του όταν παίζαμε στα διαλείμματα ποδόσφαιρο, αλλά τελικά αναγκαζόμασταν να τον παίζουμε γιατί ήταν αυτός που έφερνε την μπάλα. Χωρίς την μπάλα του Καμμένου, ο Τσίπρας δεν μπορεί να κάνει παιχνίδι. Και πάλι καλά να λέμε που δεν έψαξε να βρει την μπάλα σε κανένα Ποτάμι, να πέσει να πνιγεί ο άνθρωπος.

Ο Τσίπρας, λοιπόν, έφτιαξε μία κυβέρνηση. Μία πολύ ενδιαφέρουσα κυβέρνηση. Πέρα από κομματικά στελέχη (που είναι αναγκαίο κακό, όπως και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες), σε αυτή συμμετέχουν κατά κύριο λόγο προσωπικότητες για τις οποίες αν πεις κάτι κακό θα πρέπει να είσαι ή εμπαθής, ή σκατόμυαλος. Εντάξει, πολλά μπορεί να πει κανείς για το ότι δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες στο υπουργικό συμβούλιο ή για τα πόστα που πήραν τα στελέχη των Ανεξάρτητων Ελλήνων, αλλά αν συγκρίνεις τους σημερινούς υπουργούς με κάτι Γιακουμάτους, κάτι Ντινόπουλους, κάτι Αδώνιδες και κάτι Βορίδηδες, μιλάμε για τεράστια πρόοδο. Και δε λέω καν για τη Βούλτεψη.

Αυτήν την κυβέρνηση, λοιπόν, οι περισσότεροι την ψήφισαν για δύο λόγους: Οι νορμάλ άνθρωποι την ψήφισαν επειδή ήθελαν να δουν κάτι διαφορετικό από το γνωστό, διεφθαρμένο ντουέτο της Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ, περιμένοντας μία άλλη προσέγγιση, πιο δυναμική, πιο φιλολαϊκή, πιο ανεξάρτητη. Οι όχι και τόσο νορμάλ άνθρωποι την ψήφισαν περιμένοντας ότι την επόμενη κιόλας μέρα θα κάνει κωλοτούμπα και θα συνεχίσει τα μνημόνια, οπότε δε θα είχε καμία διαφορά από την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά απλά δεν ήθελαν πια να βλέπουν τη φάτσα του Σαμαρά και του Βενιζέλου.

Το παράδοξο είναι ότι στις δύο πρώτες εβδομάδες της, η κυβέρνηση κατάφερε να πάρει με το μέρος της όχι μόνο τους νορμάλ ανθρώπους, όχι μόνο τους όχι και τόσο νορμάλ ανθρώπους, αλλά και πολλούς από τους βαθιά διαταραγμένους ανθρώπους που ψήφισαν πάλι Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ. Τους έβγαλε στους δρόμους, όχι για αγανακτισμένες πορείες, αλλά για συγκεντρώσεις υποστήριξης. Που ακόμα και για μία κυβέρνηση που εξελέγη πριν από δύο εβδομάδες, στην Ελλάδα ειδικά είναι τεράστιο κατόρθωμα.

Και τι είναι αυτό το τόσο  φοβερό που έκανε η κυβέρνηση μέσα σε αυτές τις δύο εβδομάδες; Τίποτα το φοβερό, για να λέμε την αλήθεια. Έκανε απλά το αυτονόητο: είπε «όχι». Βέβαια, το να λες «όχι» στη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, όταν είσαι γι’ αυτούς ένα κράτος που έχει λιγότερη αξία από το κακάδι της μύξας τους, όσο αυτονόητο κι αν είναι, θέλει κότσια, και αυτό δεν μπορείς να το αρνηθείς.

Κότσια που φυσικά δεν είχε η προηγούμενη κυβέρνηση. Και νομίζω ότι όσοι ψήφισαν Νέα Δημοκρατία και άκουσαν τον Σαμαρά να μιλά στη Βουλή την Τρίτη, όσο βαθιά διαταραγμένοι κι αν είναι, πρέπει να κατάλαβαν τη μαλακία τους. Γιατί όταν έχεις από τη μία έναν Βαρουφάκη να λέει πως «αν δεν είσαι διατεθειμένος να διανοηθείς τη ρήξη, δεν διαπραγματεύεσαι», και από την άλλη έναν Σαμαρά να λέει ότι «εγκαταλείπετε το σίγουρο δρόμο και πάτε να κυνηγήσετε χίμαιρες», ποιον θα ακούσεις; Αυτόν που σου λέει ότι αν δεν προσπαθήσεις να βγεις από τον κουβά με τα σκατά δεν θα βγεις ποτέ, ή αυτόν που σου λέει ότι και ο κουβάς με τα σκατά καλός είναι, μην προσπαθείς να βγεις;

Να θυμίσω σε αυτό το σημείο ότι αν στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας όλοι έμεναν στον σίγουρο δρόμο και δεν κυνηγούσαν χίμαιρες, δεν θα είχε γίνει ποτέ καμία επανάσταση και σήμερα μάλλον θα δουλεύαμε όλοι σκλάβοι σε φυτείες, στο φέουδο κάποιου αριστοκράτη, χωρίς περιττές πολυτέλειες όπως δικαίωμα ψήφου, εργασιακά δικαιώματα και ελεύθερη βούληση.

Συμπτωματικά, τα επιχειρήματα της πρώην κυβέρνησης είναι ίδια με αυτά της Γερμανίας (και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως της Γερμανίας). Μίας Γερμανίας που μοιάζει καταδικασμένη να πέσει πάλι θύμα φάρσας από αυτόν τον ανελέητο φαρσέρ, την Ιστορία, που επιμένει να επαναλαμβάνεται.

Οποιοσδήποτε έχει μυαλό κάμπριο και όχι κλειδωμένο με σκουριασμένα λουκέτα μπορεί να καταλάβει τι γίνεται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη: Η Ελλάδα έκανε πολλά λάθη, τεράστια λάθη, και τιμωρήθηκε σκληρά γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια, με τεράστια ανεργία, με φτώχεια, με αυτοκτονίες, με κατάργηση δικαιωμάτων, με όλα τα γνωστά δεινά της κρίσης. Τιμωρήθηκε από ένα πρόγραμμα «διάσωσης», το οποίο πράγματι διέσωσε τις τράπεζες, αλλά στην πορεία εξόντωσε όλους τους υπόλοιπους. Το οποίο πρόγραμμα διάσωσης αποδείχθηκε ελαττωματικό, γιατί δεν υπολόγισε πολύπλοκους και αστάθμητους παράγοντες, όπως το ότι αν βυθίσεις μια χώρα στην εξαθλίωση, τελικά οι ρυθμοί ανάπτυξης θα πάρουν την κατηφόρα, η παραγωγή της χώρας θα αφανιστεί, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της χώρας θα εκτοξευθεί και για να αποπληρωθούν τελικά τα χρωστούμενα θα πρέπει να τυπώσει κρυφά μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ η Ραχήλ Μακρή, αλλιώς ζήτω που καήκαμε – ποιος να το περίμενε.

Για να το θέσω διαφορετικά: Η Ελλάδα έκανε τεράστια λάθη, και τιμωρήθηκε γι’ αυτά. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι Ευρωπαίοι ηγέτες επίσης έκαναν τεράστια λάθη, αλλά όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν γι’ αυτά, αλλά συμπεριφέρονται σαν να τα έχουν κάνει όλα σωστά. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Με βάση τη λογική του «αυτός που φταίει πρέπει να πληρώσει», που επικαλούνται οι Ευρωπαίοι, γιατί πρέπει να πληρώσει μόνο η Ελλάδα;

Η Γερμανία επιμένει: «Αυτά που έχουν συμφωνηθεί πρέπει να τηρηθούν». Ακόμα κι αν αυτά που έχουν συμφωνηθεί από μία κακή κυβέρνηση θα κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό. Και συμφωνούν μαζί της και άλλες χώρες, όχι επειδή πιστεύουν ότι τα συμφωνηθέντα θα κάνουν καλό στην Ελλάδα, αλλά επειδή ξέρουν ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ρισκάρουν αφενός να πάνε κόντρα στην πανίσχυρη Γερμανία (ρωτήστε τον Σαμαρά να σας πει), αφετέρου να διακινδυνεύσουν να χάσουν χρήματα που έχουν δανείσει στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του αποτυχημένου προγράμματος διάσωσης. Είναι πολύ πιο εύκολο να λες «να πληρώσουν οι μαλάκες», ακόμα κι αν οι μαλάκες δεν έχουν λεφτά να δώσουν – όμως γίνεται δύσκολο όταν οι μαλάκες χρεοκοπήσουν και τελικά όχι μόνο δεν παίρνεις αυτά που περίμενες, αλλά εν τέλει παίρνεις τα τρία του μαλάκα.

Δεν είναι εκβιασμός, είναι αυτό που βλέπεις κάποιον να παραπατά ζαλισμένος και του ταρακουνάς το κεφάλι μπας και συνέλθει. Είναι επαναφορά στη λογική. Και είναι το πιο φιλοευρωπαϊκό πράγμα που μπορείς να κάνεις.

Βλέπεις, με την πορεία που έχει πάρει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ευρωσκεπτικισμός είναι πίστη στην πραγματικά ενωμένη Ευρώπη. Αρκεί να διαχωρίσουμε τον ευρωσκεπτικισμό του «να αλλάξουμε την Ευρώπη για να γίνει ανθρώπινη», από τον ευρωσκεπτικισμό του «να πα’ να γαμηθεί η Ευρώπη, η χώρα μου να κερδάει» της Λε Πεν και του Φάρατζ.

Η Γερμανία θα χάσει κι αυτή τη φορά, μια και μιλάμε για πολιτική και όχι για ποδόσφαιρο. Το θέμα είναι πόσους άλλους θα πάρει στο λαιμό τους αυτή τη φορά.


Τις προάλλες βγήκε λέει η “μητέρα όλων των δημοσκοπήσεων”. Η οποία τελικά ήταν μία σύνθεση από όλες τις δημοσκοπήσεις που έχουν γίνει – μάλλον με την ίδια λογική που αν μαζέψεις όλα τα γαλάζια παιδιά που διορίστηκαν από τη Νέα Δημοκρατία επί Καραμανλή, βγάζεις τη μαμά ΝΔ.

Αλλά για να είναι πλήρης η εικόνα του πολιτικού σκηνικού, είναι απαραίτητος και ο πατέρας όλων των δημοσκοπήσεων, αυτός δηλαδή που πήδηξε τη μητέρα όλων των δημοσκοπήσεων. Γι’ αυτό είμαστε εμείς εδώ.

Δείτε τα ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας που διεξήχθη από την εταιρεία PPO για λογαριασμό του thestranger.wordpress.com σε δείγμα δωρεάν ανθρώπων:

ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΟΥΝΤΖΑΣ

Αν είχαμε πανελλήνιο διαγωνισμό μούντζας αυτήν την Κυριακή, ποιο κόμμα θα επιλέγατε να μουντζώσετε;

Νέα Δημοκρατία 32,6%

ΠΑΣΟΚ 25,4%

Χρυσή Αυγή 20,1%

ΣΥΡΙΖΑ 4,1%

ΚΚΕ 3,9%

Ανεξάρτητοι Έλληνες 3,8%

Ποτάμι 3,6%

ΚΙΔΗΣΟ 3,5%

Άλλο Κόμμα 2,1%

Δε μουντζώνω/Δεν απαντώ 0,9%


ΔΗΜΟΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Ποιον θεωρείτε καταλληλότερο για μούντζες, τον Αντώνη Σαμαρά ή τον Αλέξη Τσίπρα;

Αντώνης Σαμαράς 24,1%

Αλέξης Τσίπρας 21,4%

Και τους δύο (αυθόρμητη απάντηση) 54,5%

Με ποιον πολιτικό αρχηγό θα επιλέγατε να πάτε μια μπουρδελότσαρκα;

Με τον Αντώνη Σαμαρά 42,6%

Με τον Πάνο Καμμένο 21,4%

Με τον Αλέξη Τσίπρα 11,3%

Με τον Ευάγγελο Βενιζέλο 7,8%

Με τον Απόστολο Γκλέτσο 6,3%

Με τον Νίκο Μιχαλολιακο 5,2%

Με τον Δημήτρη Κουτσούμπα 4,6%

Με τον Φώτη Κουβέλη 0,5%

Με τον Γιώργο Παπανδρέου 0,2%

Με τον Σταύρο Θεοδωράκη 0,1%

Ποιον πολιτικό αρχηγό θα εμπιστευόσασταν να βγάλει τον σκύλο σας βόλτα;

Κανέναν (αυθόρμητη απάντηση) 100,0%

Ποιο είναι το μικρό όνομα του Αλέξη Τσίπρα;

Ανδρέας 64,6%

Αλέξης 34,1%

Δεν τον ξέρω/Δεν απαντώ 1,3%

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Αν η Νέα Δημοκρατία άλλαζε έμβλημα, ποιο θα θεωρούσατε καταλληλότερο;

Μία εικόνα της Παναγίας 49,1%

Τον τάφο της Αμφίπολης 27,4%

Έναν σβησμένο πυρσό 19,2%

Την Άνγκελα Μέρκελ 4,3%

Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι…

Στο χρονοντούλαπο της ιστορίας 41,8%

Στη χωματερή 32,9%

Σε μουσείο 25,2%

Στη Βουλή 0,1%

Δεδομένου ότι όλα τα καλά χρώματα είναι πιασμένα, με ποιο χρώμα θα προτιμούσατε να απεικονίζεται το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών στις δημοσκοπήσεις;

Βεραμάν 31,8%

Γκρι 30,2%

Κουραδί 27,9%

Μωβ-κίτρινο πουα με πράσινες λεπτομέρειες 10,1%

Πόσο άλλαξε τη γνώμη σας για το ΚΚΕ η αλλαγή ηγεσίας στο κόμμα;

Πάρα πολύ 0,1%

Πολύ 0,5%

Μέτρια 1,4%

Λίγο 2,6%

Πολύ λίγο 3,7%

Πάρα πολύ λίγο 4,2%

Καθόλου 5,0%

Ακόμα πιο καθόλου 6,1%

Ποια αλλαγή ηγεσίας; 76,4%

Ποια είναι η πρώτη λέξη που σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε για το Ποτάμι;

Μπόμπολας 49,3%

ΔΗΜΑΡ 23,8%

Mega 16,4%

Απολιτίκ 7,9%

Άλλο 2,6%

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πιστεύετε πως η κρίση έχει κάνει σοφώτερο τον ελληνικό λαό;

Ναι 87,4%
Όχι 12,6%

Αν σήμερα ένας πολιτικός σας πρόσφερε μία διευκόλυνση, θα τον ψηφίζατε;

Ναι 87,4%
Όχι 12,6%

Σε ποια από τα παρακάτω φανταστικά όντα πιστεύετε; (πολλαπλές απαντήσεις)

Θεός 83,8%
Φαντάσματα 69,5%
Βαμπίρ 60,2%
Ζόμπι 56,1%
Κακοί άνθρωποι που μας ψεκάζουν 48,6%
Τέρας του Λοχ Νες 40,8%
Ιπτάμενα γουρούνια 31,6%
Χελωνονιντζάκια 19,1%
Στρουμφάκια 7,4%
20χρονοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ 0,1%

Ανησυχείτε ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βάλει χέρι στις τραπεζικές καταθέσεις σας;

Ναι 78,1%
Όχι 21,9%

Έχετε καταθέσεις στην τράπεζα που μπορεί να σας πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Ναι 1,5%
Όχι 98,5%

Πιστεύετε στο δόγμα “ευρώ πάση θυσία”;

Ναι 80,1%
Όχι 19,9%

Όταν λέμε “πάση θυσία”, εννοούμε “πάση θυσία”, έτσι;

Ναι 80,1%
Όχι 19,9%

Δηλαδή αν η θυσία ήταν να δώσετε το ένα σας νεφρό στο Δημόσιο για να μείνουμε στο ευρώ;

Ναι 80,1%
Όχι 19,9%

Αν ήταν να πάρουν το παιδί σας και να το βάλουν σε μηχανή του κιμά και να σας το σερβίρουν σε χάμπουργκερ για να σωθεί το ευρώ;

Ναι 80,1%
Όχι 19,9%

Αν ήταν να μη δείτε τηλεόραση για ένα μήνα, προκειμένου να επιβιώσει το κοινό νόμισμα;

Ναι 4,3%
Όχι 95,7%


Δεν υπάρχει τίποτα αυτονόητο στην ανθρωπότητα. Τίποτα. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το μάθεις, αλλά οι πιο αποτελεσματικοί είναι συνήθως και οι πιο σκληροί. Ελευθερίες και δικαιώματα που λες ότι είναι “αυτονόητα”, δεν είναι. Πρέπει να τα διεκδικείς, να παλεύεις κάθε μέρα για να είσαι σίγουρος ότι θα τα έχεις και την επόμενη. Γιατί το πόσο εύκολα τα αυτονόητα γίνονται αδιανόητα είναι σοκαριστικό.

Σιχαίνομαι τους ανθρώπους που θα σκότωναν για την πίστη τους. Αν ο θεός που έχεις μέσα στο κεφάλι σου σε διατάζει να σκοτώσεις κόσμο για να του αποδείξεις την πίστη σου, τότε δύο τινά υπάρχουν: Είτε η θρησκεία σου είναι για τα μπάζα και αποτελεί κίνδυνο για την ανθρωπότητα, όπως και εσύ ο ίδιος, είτε εσύ είσαι για τα σίδερα και έχεις παρερμηνεύσει αυτά που σου λέει ο θεός σου και κάνεις δικά σου πράγματα – οπότε η θρησκεία σου είναι σεβαστή, αλλά η δική σου η θέση είναι σε ψυχιατρείο.

Δεν αποδεικνύεις την πίστη σου θερίζοντας κόσμο. Το να σκοτώνεις τους “άπιστους” επειδή δεν πιστεύουν στον θεό σου κάποτε ήταν ο πιο εύκολος τρόπος να επικρατήσει η θρησκεία σου, αλλά σήμερα είναι κάπως πασέ, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε οι άνδρες μονομαχούσαν με όπλα για μία γκόμενα, αλλά αν σήμερα κάνουν το ίδιο το λέμε “έγκλημα πάθους” και θεωρείται είδηση μόνο αν κρύψεις καλά το πτώμα και αρχίσει να το ψάχνει η Νικολούλη.

Κάπου εδώ είναι που αρχίζω και σιχαίνομαι και τον εαυτό μου, γιατί γράφω όλα αυτά τα τετριμμένα που θα έγραφε οποιοσδήποτε άλλος ως “αυτονόητα”. Αμ έλα που δεν είναι αυτονόητα.

Βλέπεις, το Charlie Hebdo που τώρα πολλοί υποστηρίζουν με δακρύβρεχτα σχόλια και με αμέτρητα “Je suis Charlie”, είναι μία περίεργη ιστορία που, αν την ήξεραν, μάλλον θα υποστήριζαν τους δολοφόνους. Ή έστω, με ή χωρίς τη θέλησή τους, θα ήταν πιο κοντά σε αυτούς.

Η Charlie Hebdo είναι μία σατιρική εφημερίδα – αυτό πλέον το ξέρουμε όλοι. Αλλά όταν λέμε “σατιρική”, δεν το εννοούμε με τον όρο της πολιτικά ορθής σάτιρας τύπου Λαζόπουλου, δεν εννοούμε κανένα είδος “αθώας” σάτιρας. Εννοούμε ακραία σάτιρα, από αυτήν που θα έκανε τον Τζίμη Πανούση να κοκκινίσει από ντροπή. Οι σκιτσογράφοι του Charlie Hebdo έχουν ξεσκίσει κατά καιρούς πολιτικούς ηγέτες, θρησκευτικούς ταγούς, θρησκείες ολόκληρες – αλλά “ξεσκίσει”, έτσι; Μιλάμε για σκίτσα που πραγματικά τσακίζουν κόκαλα.

Και μπορεί οι περισσότεροι να έμαθαν την Charlie Hebdo ως μία τολμηρή εφημερίδα που είχε τα κότσια να τα βάλει με τον φονταμενταλισμό του Ισλάμ, όμως αυτή είναι μία τόσο μονόπλευρη εντύπωση, που είναι σαν να λες ότι τα “Νέα” είναι εφημερίδα για φιλόζωους, επειδή πριν από δύο βδομάδες έβαλε στο εξώφυλλό της μία αρκούδα.

Για παράδειγμα, αυτό το εξώφυλλο, με τον Χριστό να πηδάει το Θεό και στον κώλο του να είναι χωμένο το Άγιο Πνεύμα, ακόμα κι εμένα που είμαι άθεος με σοκάρει λίγο. Πόσω μάλλον αυτούς που πιστεύουν στον Θεό.

hebdo

Και εδώ είναι που κάπου χάνεται το αυτονόητο. Γιατί εσύ, φανατικέ χριστιανέ, που κατακεραυνώνεις το κακό Ισλάμ, αν έβλεπες εξώφυλλο σε ελληνική εφημερίδα να σου γαμάνε την Αγία Τριάδα, δε θα υποστήριζες την ελευθερία του Τύπου. Δε θα έβγαινε ο Πρετεντέρης να πει “είμαι κι εγώ με αυτούς που δείχνουν το θεό μου να γαμιέται”, δε θα έβγαινε να πει πόσο καλή και αρχιδάτη σάτιρα έκανε η εφημερίδα. Και αν κάποιος ψυχάκιας έμπαινε στα γραφεία της εφημερίδας με ένα καλάσνικοφ και σκότωνε όποιον έβρισκε μπροστά του, οι ίδιοι που σήμερα οδύρονται για το πλήγμα κατά της ελευθερίας της έκφρασης θα αντιδρούσαν με ένα αλαζονικό μειδίαμα και τη φράση-πασπαρτού: “Τα ήθελαν και τα ‘παθαν”.

Όχι, φίλε μου. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Ο καλός και ο κακός σε ένα έργο μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, ανάλογα με την οπτική γωνία που το κοιτάς. Αν δεν μπεις στον κόπο να δεις όλες τις πλευρές, τότε είναι σαν να μην έχεις δει καμία από τις πλευρές. Και κινδυνεύεις να εκτεθείς, λέγοντας παπάτζες όπως αυτές του Σαμαρά, που συνέδεσε την επίθεση κατά του Charlie Hebdo με τους μετανάστες – αλλά βέβαια κάτι τέτοιες παπάτζες είναι που κερδίζουν τις ψήφους. Κανείς δεν κέρδισε εκλογές λέγοντας την αλήθεια, και κανείς δεν κέρδισε εκλογές παρουσιάζοντας όλες τις πλευρές.

Τελικά με ποιον είσαι; Με το θύμα ή με τον θύτη; Όχι, δεν είναι αυτονόητο. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Εγώ θα πάω με το θύμα, όχι τόσο επειδή παραδοσιακά είμαι με το θύμα, αλλά επειδή μου αρέσουν ο άνθρωποι που τολμούν να αντισταθούν στην ηλιθιότητα – την πάσης φύσεως ηλιθιότητα. Οι άνθρωποι που λένε ότι προτιμούν να πεθάνουν όρθιοι, παρά να ζήσουν γονατιστοί.

Όχι, δεν είμαστε όλοι ο Charlie Hebdo. Δεν είμαστε άξιοι. Είμαστε αυτοί που κάθονται και κοιτάζουν τον αιμόφυρτο Charlie Hebdo να ξεψυχά, και περιμένουμε να τον δούμε να ξανασηκώνεται στα πόδια του. Και σίγουρα δεν είσαι εσύ ο Charlie Hebdo, εσύ που ευχαρίστως θα σκότωνες κάποιον που θα τολμούσε να κάνει πλάκα με τη θρησκεία σου. Εσύ είσαι με τους άλλους – απλά δεν το ξέρεις.